Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ (ΚΑΤΕΡΙΝΑ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ (ΚΑΤΕΡΙΝΑ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

ΕΡΩΤΑΣ ΚΙ ΕΡΩΤΑΣ ΞΑΝΑ


DEREK WALCOTT


ΕΡΩΤΑΣ ΚΙ ΕΡΩΤΑΣ ΞΑΝΑ


Θά ’ρθει καιρός
που μ’ έξαρση
θα καλωσορίζεις τον εαυτό σου
σαν να φτάνεις στη δική σου πόρτα, στον δικό σου καθρέφτη,
κι ο ένας χαμογελώντας θα καλωσορίζει τον άλλο

και κάτσ’ εδώ θα λέει. Τρώγε.
Θ’ αγαπήσεις ξανά τον ξένο που ήταν ο εαυτός σου.
Δώσε κρασί. Δώσε ψωμί. Δώσε πίσω την καρδιά σου
στον εαυτό της, στον άγνωστο που σ’ αγάπησε

όλη σου τη ζωή, που εσύ αγνόησες
για κάποιον άλλο, που σ’ έχει αποστηθίσει.
Κατέβασε τα ερωτικά γράμματα απ’ το ράφι

τις φωτογραφίες, τα απελπισμένα σημειώματα,
ξεφλούδισε από τον καθρέφτη την εικόνα σου.
Κάθισε. Απόλαυσε τη ζωή σου.



Μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ & Στέφανος Παπαδόπουλος
Από το βιβλίο: Ντέρεκ Ουόλκοτ, «Ποιήματα», μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ & Στέφανος Παπαδόπουλος, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006, σελ. 65.

Σάββατο 8 Μαΐου 2010

Ο ΜΝΗΣΤΗΡΑΣ


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ


Η ΑΛΛΗ ΠΗΝΕΛΟΠΗ


Μέσ’ απ’ τις ελιές έρχεται η Πηνελόπη
με τα μαλλάκια της όπως όπως μαζεμένα.
κι ένα φουστάνι απ’ τη Λαϊκή,
μπλε μαρέν με άσπρα λουλουδάκια.
Μας εξηγεί πως δεν ήταν από προσήλωση
στην ιδέα «Οδυσσέας»
που άφηνε τους μνηστήρες χρόνια
να περιμένουν στο προαύλιο
των μυστικών συνηθειών του κορμιού της.
Εκεί στο παλάτι του νησιού
με τους φτιαχτούς ορίζοντες
μιας γλυκερής αγάπης
και το πουλί απ’ το παράθυρο
να συλλαμβάνει μόνον αυτό, το άπειρο
είχε ζωγραφίσει εκείνη με τα χρώματα της φύσης
την προσωπογραφία του έρωτα.
Καθιστός, το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο
βαστώντας μια κούπα καφέ
πρωινός, λίγο μουτρωμένος, λίγο χαμογελαστός
να βγαίνει ζεστός απ’ τα πούπουλα του ύπνου.

Η σκιά του στον τοίχο
σημάδι από έπιπλο που μόλις το σήκωσαν
αίμα από αρχαίο φόνο
μοναχική παράσταση του Καραγκιόζη
στο πανί, πίσω του πάντα ο πόνος.
Αχώριστοι ο έρωτας κι ο πόνος
όπως το κουβαδάκι κι ο μικρός στην αμμουδιά
το αχ! κι ένα κρύσταλλο που γλίστρησε απ' τα χέρια
η πράσινη μύγα και το σκοτωμένο ζώο
το χώμα και το φτυάρι
το γυμνό σώμα και το σεντόνι τον Ιούλιο.

Κι η Πηνελόπη που ακούει τώρα
την υποβλητική μουσική του φόβου
τα κρουστά της παραίτησης
το γλυκό άσμα μιας ήσυχης μέρας
χωρίς απότομες αλλαγές καιρού και τόνου
τις περίπλοκες συγχορδίες
μιας άπειρης ευγνωμοσύνης
για ό,τι δεν έγινε, δεν ειπώθηκε, δε λέγεται
νεύει όχι, όχι, όχι άλλο έρωτα
όχι άλλο μιλιές και ψιθυρίσματα
αγγίγματα και δαγκώματα
φωνούλες στα σκοτάδια
μυρωδιά από σάρκα που καίγεται στο φως.
Ο πόνος ήταν ο μνηστήρας ο πιο εκλεκτός
και τού ’κλείσε την πόρτα.

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

ΠΡΟΣ ΤΟ ΧΟΡΤΑΡΙ


DENISE LEVERTOV (1923-1997)


CE BRUIT DE LA MER

       

       (after Jules Supervielle)


That sound, everywhere about us, of the sea—
the tree among its tresses has always heard it,
and the horse dips his black body in the sound
stretching his neck as if towards drinking water,
as if he were longing to leave the dunes and become
a mythic horse in the remotest distance,
joining the flock of foam-sheep—
fleeces made for vision alone—
to be indeed the son of these salt waters
and browse on algae in the deep fields.
But he must learn to wait, wait on the shore,
promising himself someday to the waves of the open sea,
putting his hope in certain death, lowering
his head again to the grass.


*****************************
         

CE BRUIT DE LA MER



       À la manière de Jules Supervielle

Αυτό τον ήχο, πάντοτε γύρω μας, της θάλασσας,
το δέντρο ανάμεσα στους πλοκάμους του πάντα τον άκουγε,
και το άλογο βουτά το μαύρο σώμα του στον ήχο
τεντώνοντας το λαιμό σαν νά ’θελε να πιει νερό,
σα να λαχταρούσε ν’ αφήσει τους αμμόλοφους και να γίνει
ένα μυθικό άλογο στην πιο μακρινή απόσταση,
αδελφωμένο με το κοπάδι των αφροπροβάτων
–το δέρας είναι μόνο γα την όραση–
να γίνει στ’ αλήθεια ο γιος αυτών των αλμυρών νερών
και να βοσκάει φύκια στα βαθιά λιβάδια.
Αλλά πρέπει να μάθει να περιμένει, να περιμένει στην ακτή,
τάζοντας τον εαυτό του στα κύματα του πελάγου
–ναι κάποια μέρα–
ελπίζοντας στον βέβαιο θάνατο, χαμηλώνοντας
πάλι το κεφάλι προς το χορτάρι.



Μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.