Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΡΤΣΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΡΤΣΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

ΑΓΝΩΣΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΑΝ ΥΛΗ ΕΥΑΝΑΓΝΩΣΤΗ



 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΑΓΝΩΣΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΑΝ ΥΛΗ ΕΥΑΝΑΓΝΩΣΤΗ
ΞΕΦΥΛΛΙΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥΣ

 

Το Let it bleed  των Ρόλλινγκ Στόουνς σού θυμίζουν, όταν

αφήνουνε την πύλη των οδόντων και την κρύπτη

της γλώσσας να υποφώσκουν στην κυψέλη που δεχόταν

 

ασμένως κύματα ευμελούς χαράς από του γλύπτη

ιμέρου το στυμμένο αγαλματίδιο κι όσο στάζει

ακόμα δώρα το καλέμι του. Ίσως παρεμπίπτει

 

στον κύκλο των σχημάτων λόγου, μα είναι σαν χαλάζι

τα τόξα τους τα τανυσμένα: ανύσματα και βέλη

από τοπάζια που εκτοπίζουν ότι τα σκϊάζει

 

στην αμνησία αυτού του χρόνου που ποτέ δεν μέλλει

να βγει έξω απ’ την ανωνυμία, νά ’βρει φως και τέλος.

Πανέμνοστα, φρουτώδη, αιμορραγούντα· σάμπως χέλι

 

ανάμεσά τους ξεγλιστράει ο λόγος ανωφέλως

(raison, discours) σαν κέλης φρέσκος σε άφρακτη θυμέλη

κι ενώ αποσχηματίζεται μες στο κελλί του ο γέλως.

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2021

Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

ΩΔΗ ΕΙΣ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ



ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


ΩΔΗ ΕΙΣ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ

Γλυκύτατη φωνὴ βγάν᾿ ἡ κιθάρα,
Καὶ σὲ τούτη τὴν ἄφραστη ἁρμονία
Τῆς καρδιᾶς μου ἀποκρίνεται ἡ λαχτάρα·

Γλυκὲ φίλε, εἶσαι σύ, ποὺ μὲ τὴ θεία
Ἔκσταση τοῦ Ὀσσιάνου, εἰς τ᾿ ἀκρογιάλι,
Τῆς νυχτὸς ἐμψυχεῖς τὴν ἡσυχία.

Κάθισε γιὰ νὰ ποῦμε ὕμνον στὰ κάλλη
Τῆς Σελήνης· αὐτὴν ἐσυνηθοῦσε
Ὁ τυφλὸς ποιητὴς συχνὰ νὰ ψάλλει.

Μοῦ φαίνεται τὸν βλέπω ποὺ ἀκουμβοῦσε
Σὲ μίαν ἐτιά, καὶ τὸ φεγγάρι ὡστόσο
Στὰ γένια τὰ ἱερὰ λαμποκοποῦσε.

Ἀπ᾿ τὸ Σκοπό, νὰ το προβαίνει· ὢ πόσο
Σὺ τὴ νύχτα τερπνὰ παρηγορίζεις!
Ὕμνον παθητικὸ θὲ νὰ σοῦ ὑψώσω·

Παθητικὸ σὰ ἐσένα, ὅταν λαμπίζεις
Στρογγυλό, μεσουράνιο, καὶ τὸ φῶς σου
Σὲ ταφόπετρα ὁλόασπρη ἀποκοιμίζεις.


Φωτογραφία: Κέρκυρα, 7.5.2020

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019

ΕΞΙ ΤΕΡΤΣΙΝΕΣ ΜΟΥ



ΕΞΙ ΤΕΡΤΣΙΝΕΣ ΜΟΥ...

... δημοσιευμένες στο ιστολόγιο ΕΡΑΤΩ. εδώ
Ευχαριστίες στον Στέλιο και στον Σταύρο.

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

Η ΚΛΩΣΤΡΑ




Το μετάφρασμα χαρίζεται στη Νικολέττα Σίμωνος

PAUL VALÉRY


Η ΚΛΩΣΤΡΑ

              Lilia…, neque nent

Στο μπλε και σταυρωτό παραθυράκι η κλώστρα έχει καθήσει,
εκεί που ο κήπος ο μελωδικός αβρά τη συνεπαίρνει,
κι απ’ του παλιού της ροδανιού το ρόχθο έχει ελαφρά μεθύσει.

Απόκαμε να πίνει το γλαυκό, να γνέθει και να φέρνει
το απατηλό μαλλί να τρίβεται όλο μες στα δάχτυλά της
τ’ αδύναμα· και, για να ονειρευτεί, την κεφαλή της γέρνει.

Θαμνάκια και αέρας καθαρός μια κρήνη ορίζουνε δικιά της
που απ’ την ημέρα κρέμεται και με σταγόνες πασπαλίζει
ηδονικές τον κήπο που φυλλορροεί στα οκνηρά όνειρά της.

Ο μίσχος, όπου ο άνεμος ξαπλώνει ο πλάνης, δες!, λυγίζει
και αρθρώνει χαίρε μάταιο στην αστερόεσσά της χάρη
και στο παλιό ροδάνι της το ρόδο το στιλπνό δωρίζει.

Μαλλί μοναδικό όμως η κοιμώμενη μορφή λανάρει·
μυστήριο πώς, αλλά λεπτή σκιά υφαίνεται με των βοστρύχων
το νήμα στων μακριών δακτύλων της τον ύπνο που ’χουν πάρει.

Και τ’ όνειρό της ξετυλίγεται με μια νωχέλεια ήχων
αγγελικών ακαταπαύστως, και η γλυκιά της ηλακάτη
γεννά το κλώσμα συνοδεία θωπειών κυματοειδών και ησύχων.

Από τόσα άνθη πίσω σβήνει του γλαυκού το μονοπάτι·
κι η κλώστρα από φυλλώματα και φως είναι παντού ζωσμένη:
ο πράσινος πεθαίνει ουρανός… και οι κεκαυμένες βάτοι.

Το αδέρφι σου, το μέγα ρόδο, όπου χαμογελά μια ξένη
αγία, εδώ το δειλινό σου μέτωπο μυρώνει τώρα
με την αθώα πνοή του. Κι εσύ λιγοθυμάς και σα σβησμένη

είσαι στο μπλε παραθυράκι σου όπου έκλωθες μαλλί από ώρα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018

ΘΩΡΩΝΤΑΣ ΤΟ ΚΡΑΝΙΟ ΤΟΥ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΣΙΛΛΕΡ




GOETHE


ΘΩΡΩΝΤΑΣ ΤΟ ΚΡΑΝΙΟ ΤΟΥ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΣΙΛΛΕΡ

Στου οστεοφυλακίου βρέθηκα το βλοσυρό το πλαίσιο
 κρανία επί κρανίων να θωρώ τριγύρω αραδιασμένα·
 σκεφτόμουν την παλιά εποχή που κακογέρασε· ω, τί απαίσιο
νά ’ν’ δίπλα-δίπλα αυτών που κάποτε μισιούνταν στοιβαγμένα
 τα οστά, από σώματα που εμάχονταν ασίγαστα έως θανάτου –
 και τί όμορφο εν ειρήνη νά ’ναι τώρα εδώ παραδομένα!
Οι σκόρπιες ωμοπλάτες κουβαλάγαν (τίνος αθανάτου;)
 λογάρια και όπλα – ουδείς πια νοιάζεται! Τα δε κομψά τους μέλη
  (πες χέρι ή πόδι) είν’ έξω το καθένα τους απ’ τη σειρά του.
Ω εσείς, ματαίως κείσθε ενθάδε, ναι, πεφορτισμένοι εν τέλει·
 μήτε στον τάφο σας δεν βρήκατε γαλήνη, και διωγμένοι
 ξανάρθατε στο φως της μέρας ως καρποί στεγνοί από μέλι –
κανένας δεν ποθεί… κανένας, φευ, μια φλούδα ξεραμένη
 κι ας έχει εντός της το ευγενέστερο κουκούτσι τυλιγμένο.
 Πλην όμως ήταν μυστική στα μάτια μου η ρήση η γραμμένη
που το ιερό της νόημα έμενε από τον λαό κρυμμένο·
 μα εκεί, σε τούτον τον ασάλευτο σωρό, είχα ευθύς διακρίνει
 μιαν ανεκτίμητη μορφή, ένα λείψανο αθανατισμένο –
και στη στενότητα του χώρου και στη μούχλα, που μολύνει
 τα πάντα, αιστάνθηκα δροσιά μαζί και ζωογόνα ζέση
 ωσάν μέσ’ απ’ τον θάνατο ν’ ανάβλυζε ζωή μιά κρήνη.
Η γοητεία της μορφής μ’ ετράβαγε, και μ’ είχε δέσει
 του νου ένα εκεί ίχνος που θεός το είχε αφήσει, και υπήρχε ακόμα!
 Τη θάλασσα κοιτώντας των οστέων βρέθηκα στη μέση
κυμάτων που μου αδειάζαν πλάσματα θεσπέσια μες στο στόμα.
 Δοχείο κρυπτικό, που ραίνεις με χρησμούς τον κόσμο, μόνο
 να σε κρατήσω επιθυμώ – ω, με του πνεύματος το χώμα!
Ω θησαυρέ σαπρέ και αμύθητε, μ’ ευλάβεια σε υψώνω
 εράσμια στον ελεύθερο άνεμο και διάνοια ελεύθερη, ίση
 με το άσπρο του ήλιου φως, που και τον εαυτό μου αφιερώνω.
Τί περισσότερο μπορεί ο άνθρωπος μες στον βίο του να ζήσει
 από το νά ’χει τον Θεό-Φύση νιώσει, που όντως τού ’χει στείλει
 έν’ άγγελμα: την Ύλη πώς στο Πνεύμα θα μετακυλίσει
 και πώς του Πνεύματος τις γέννες θα φιλοξενεί στην Ύλη.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

ΠΑΖΟΛΙΝΙ!




PIER PAOLO PASOLINI


L’INTELLIGENZA NON AVRÀ MAI PESO

L’intelligenza non avrà mai peso, mai
nel giudizio di questa pubblica opinione.
Neppure sul sangue dei lager, tu otterrai

da uno dei milioni d’anime della nostra nazione,
un giudizio netto, interamente indignato:
irreale è ogni idea, irreale ogni passione,

di questo popolo ormai dissociato
da secoli, la cui soave saggezza
gli serve a vivere, non l’ha mai liberato.

Mostrare la mia faccia, la mia magrezza –
alzare la mia sola puerile voce –
non ha più senso: la viltà avvezza

a vedere morire nel modo più atroce
gli altri, nella più strana indifferenza.
Io muoio, ed anche questo mi nuoce.