Ο
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ: ΤΟ ΣΦΑΓΕΙΟ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ (ΑΝΤΩΝΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ (ΑΝΤΩΝΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014
Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014
ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Στίχοι: Ερρίκος Θαλασσινός.
Μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος.
Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014
ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937
Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αγριοσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα
μαλλιά σου
χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι’ εκείνο τ’ άστρο ο
Αλδεβαράν.
Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου· στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· o χιονισμένος
κάμπος, ώς πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
χαλίκια
σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα
των νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά
πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού
μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού
σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.
Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν
εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ό δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.
Από το βιβλίο: Γιώργος Σεφέρης, «Ποιήματα», Ίκαρος, Η΄
έκδοση, Αθήνα 1972, σελ. 140-142.
********************************
ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937
Τραγουδάει ο Αντώνης Καλογιάννης
Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ
Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου Ελλάδα,
μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή, σα νά ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως νά ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου
όπου χρόνια,
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους λογισμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το Ναό·
γιγάντιες σκέψες
σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα
σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα
άναβαν στο νου μου,
τι όλη μου καίγονταν μονομιά η ζωή
στην έγνια της καινούργιας Λευτεριάς σου Ελλάδα!
Γι’ αυτό δεν είπα:
Τούτο είναι το φως της νεκρικής πυράς μου.
Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα, είμαι,
και νά, ας καεί σα δάδα το έρμο μου κουφάρι,
καταβολάδα του Εμπυραίου,
με την δάδα τούτην,
ορθός πορεύοντας ώς με την ύστερη ώρα,
όλες να φέξουν τέλος, τις γωνιές της Οικουμένης
ν’ ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνέμμα, στο κορμί Σου, Ελλάδα!
Είπα κι εβάδισα
κρατώντας τ’ αναμμένο μου συκώτι
στο Καύκασό Σου
και το κάθε πάτημά μου
ήταν το πρώτο, κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο
τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αίματά Σου
τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταβε στα πτώματά Σου
γιατί το σώμα, η όψη μου, όλο μου το πνέμμα
καθρεφτιζόταν σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.
Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη, Ελλάδα,
καθρέφτη απύθμενο, καθρέφτη της αβύσσου
της Λευτεριά Σου και της δίψας Σου, είδα τον εαυτό μου
βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο,
καινούργιο Αδάμ
της πιο καινούριας πλάσης
όπου να πλάσουμε για Σένα μέλλει, Ελλάδα!
Κ’ είπα:
Το ξέρω, ναι, το ξέρω, που κ’ οι θεοί Σου
οι Ολύμπιοι,
χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,
γιατί τους θάψαμε βαθιά-βαθιά να μην τους βρουν οι ξένοι.
Και το θεμέλιο διπλοστέριωσε, κι ετριπλοστέριωσε όλο,
μ’ όσα οι οχτροί μας κόκαλα σωριάσανε από πάνω.
Κι ακόμη ξέρω, πως για τις σπονδές και το τάμα
του νέου Ναού π’ ονειρευτήκαμε για Σένα Ελλάδα,
μέρες και νύχτες, τόσα αδέλφια σφάχτηκαν ανάμεσό τους
όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα!
Μοίρα· κ’ η μοίρα Σου ώς τα τρίσβαθα δική μου!
Κι απ’ την Αγάπη, απ’ τη μεγάλη δημιουργόν Αγάπη,
να που η ψυχή μου εσκλήρυνεν, εσκλήρυνε και μπαίνει
ακέρια πια μέσα στη λάσπη και μες στο αίμα Σου να πλάσει
τη νέα καρδιά που χρειάζεται στο νιο Σου αγώνα Ελλάδα!
Τη νέα καρδιά που κιόλας έκλεισα μέσα στα στήθη,
και κράζω σήμερα μ’ αυτή προς τους Συντρόφους όλους:
«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,
ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!
Tι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι ά, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!
Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,
σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.
Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!
Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του
ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!
»Ομπρός, οι δημιουργοί... Την αχθοφόρα ορμή Σας
στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!
Βοηθάτε με και μένανε αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα!
Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα
τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!
Χίλια καπούλια ταύροι τού κρατάν τη βάση
δικέφαλος αητός κι απάνω μου τινάζει
τις φτέρουγές
του και βογγάει ο σάλαγός του
στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στη ψυχή μου
και το μακρά και το σιμά για με πια είν’ ένα!
Πρωτάκουστες, βαριές με ζώνουν Αρμονίες! Ομπρός συντρόφοι
βοηθάτε να σηκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμμα!
»Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει
στη νέα του φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι.
Η γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου!
Παχιά και καρπερά, να μην αφήσουμε τα χώματά μας
να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου
πιο πλούσιο, πιο βαθύ κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι!
Αύριο να βγει ο καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια,
τη γην αυτή να οργώσει την αιματοποτισμένη.
Ν’ ανθίσει η δάφνη απάνω της και δέντρο της ζωής να γένει,
και η Άμπελό μας ν’ απλωθεί ως τα πέρατα της Οικουμένης.
»Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος.
Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα,
σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμμα!»
Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα,
αναψυχώθηκε άξαφνα τρανή η κραυγή μου, ως νά ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως νά ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου, όπου, χρόνια
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους στοχασμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το ναό, ως σας έκραζα, συντρόφοι!
*******************
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ / ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ
Ερμηνεύουν:
Ερμηνεύουν:
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΜΑΡΙΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ
ΣΥΜΦΩΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ
υπό την Διεύθυνση του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
Συμμετέχει η Χορωδία της NEW OPERA
και η ανδρική Χορωδία του GWALIA
ΜΑΡΙΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ
ΣΥΜΦΩΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ
υπό την Διεύθυνση του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
Συμμετέχει η Χορωδία της NEW OPERA
και η ανδρική Χορωδία του GWALIA
Τετάρτη 18 Απριλίου 2012
ΘΑ ΣΕ ΞΑΝΑΒΡΩ ΣΤΟΥΣ ΜΠΑΞΕΔΕΣ
ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Η ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ
ΘΑ ΣΕ ΞΑΝΑΒΡΩ ΣΤΟΥΣ ΜΠΑΞΕΔΕΣ
Μόνο να γράφεις τ' όνομά σου
και 'κείνο τό 'μαθες μισό
να συλλαβίζεις τα όνειρά σου
στο Άργος και στον Ιλισό
Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες
τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς
και τσικουδιά στους καφενέδες
τα παλικάρια να κερνάς
Του κόσμου το στενό γεφύρι
θα το περάσουμε μαζί
θά 'ναι η καρδιά σου παραθύρι
τα λόγια σου παλιό κρασί
Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες
τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς
και τσικουδιά στους καφενέδες
τα παλικάρια να κερνάς
Μόνο να γράφεις τ' όνομά σου
και 'κείνο τό 'μαθες μισό
να συλλαβίζεις τα όνειρά σου
στο Άργος και στον Ιλισό
Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες
τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς
και τσικουδιά στους καφενέδες
τα παλικάρια να κερνάς
Του κόσμου το στενό γεφύρι
θα το περάσουμε μαζί
θά 'ναι η καρδιά σου παραθύρι
τα λόγια σου παλιό κρασί
Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες
τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς
και τσικουδιά στους καφενέδες
τα παλικάρια να κερνάς
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου.
Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος.
Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος.
Κυριακή 24 Ιουλίου 2011
ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΑΚΟΜΗ...
ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ & ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΑΝΤΡΕΑΣ
Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011
ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ
Τραβώντας για τον θάνατο
πέρασα το ποτάμι
πέρασα από τα νιάτα μου
κι απ' το πικρό νερό
Τώρα φωνάζουν πίσω μου
ποιος είσαι εσύ που πέρασες;
Τώρα φωνάζουν πίσω μου
ποιος είσαι εσύ που ξέχασες;
Τόσοι βρήκαν τον θάνατο
κανείς τον ποταμό
Τραβώντας για τον θάνατο
πέρασα το ποτάμι
πέρασα από τη νύχτα μου
κι απ' τον πικρό καιρό
Μουσική: Μίμης Πλέσσας.
Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου.
Δευτέρα 17 Μαΐου 2010
ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΕΡΡΙΚΟ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΚΑΙ ΓΙΩΡΓΟ ΧΑΤΖΗΝΑΣΙΟ
ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Τα λόγια ήτανε καλά
καλά και τιμημένα
μαλαματένιος ο σταυρός
χωρίς καδένα
Άνοιξε το παράθυρο να μπει
δροσιά να μπει του Μάη
εμείς γι' αλλού κινήσαμε γι' αλλού
κι αλλού η ζωή μας πάει
Οι βέρες ήτανε χρυσές
χρυσές κι οι αλυσίδες
που δέσανε τα νιάτα μας
πως δεν τις είδες
Άνοιξε το παράθυρο να μπει
δροσιά να μπει του Μάη
εμείς γι' αλλού κινήσαμε γι' αλλού
κι αλλού η ζωή μας πάει
Τρίτη 30 Ιουνίου 2009
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Τα λόγια ήτανε καλά
καλά και τιμημένα
μαλαματένιος ο σταυρός
χωρίς καδένα
Άνοιξε το παράθυρο να μπει
δροσιά να μπει του Μάη
εμείς γι' αλλού κινήσαμε
γι' αλλού
κι αλλού η ζωή μας πάει
Οι βέρες ήτανε χρυσές
χρυσές κι οι αλυσίδες
που δέσανε τα νιάτα μας
πώς δεν τις είδες
Άνοιξε το παράθυρο να μπει
δροσιά να μπει του Μάη
εμείς γι' αλλού κινήσαμε
γι' αλλού
κι αλλού η ζωή μας πάει
Στίχοι: Ερρίκος Θαλασσινός.
Μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


