Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ESPINOSA (AGUSTÍN). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ESPINOSA (AGUSTÍN). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2023

ΠΙΛΟΥ ΑΝΔΡΑΓΑΘΗΜΑ


AGUSTÍN ESPINOSA

 

ΠΙΛΟΥ ΑΝΔΡΑΓΑΘΗΜΑ

 

Πρωταγωνιστής σε τούτο το θεϊκό και ανείπωτο όνειρο υπήρξε κάποιο καπέλο.

Από μια πολύ ψηλή σκαλωσιά ενός υπό κατασκευή σπιτιού το έβλεπα πεσμένο κάτω, στη μέση του δρόμου, να περιμένει ανυποχώρητο την επόμενη ώρα ενός ακριβώς καθορισμένου ραντεβού. Δεν ήταν και λίγες οι φορές που παραλίγο να το πατήσουνε, και να πεθάνει κάτω από τις ρόδες διερχομένων αυτοκινήτων. Το απογευματινό αεράκι το απελευθέρωσε από ’να αποτσίγαρο που είχε καταλήξει να του τρυπήσει το φτερό, και μια ροχάλα έπεσε τόσο κοντά του, που το πιτσίλισε, αν και μάλλον πολύ ελαφρά. Η φίνα καστόρινη γόβα μιας ξανθιάς κοπέλας το άγγιξε απαλά-απαλά, κι εγώ είδα το καπέλο να τρέμει σύγκορμο, πονεμένο από ένα αιδοίο που σχηματίστηκε σαν βγαλμένο από συσχέτιση προσφάτων ελκών.

Είχε αρχίσει να νυχτώνει, όταν εμφανίστηκε σε μια γωνιά ένας αξιοπρεπέστατος κύριος. Διέσχισε βιαστικά τον δρόμο και, καθώς περνούσε από το καπέλο, έσκυψε στα μουλωχτά, το σήκωσε από κάτω και το έβαλε στραβά πάνω από τ’ αριστερό του αφτί. Μετά εξαφανίστηκε πιο κάτω, ανάμεσα στο πλήθος που αποτελείτο την ώρα εκείνη αποκλειστικά από υπαλλήλους γραφείου και εργάτες που μόλις είχανε σχολάσει απ’ τη δουλειά.

Ανέβηκα στο μπαλκόνι, την έπιασα απ’ το χέρι και φύγαμε μαζί, χωρίς να μεσολαβήσει  ούτε λέξη ανάμεσά μας.

Της κράταγα το χέρι σαν να επρόκειτο για κανά εξάχρονο κοριτσάκι, όταν εγώ είχα ήδη περάσει τα σαράντα. Την ανέβασα στο τραμ χωρίς ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια· την έσερνα μάλλον παρά τη συνόδευα, γιατί, παρά την αδιάκριτη παχυσαρκία της, ήταν τόσο κοντή, που δεν εζύγιζε —ή τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν εμένα— σχεδόν τίποτα.

Περπατήσαμε έτσι για κάμποσες ώρες στην πόλη.

Στο τέρμα ενός δρόμου, μικρού μεν, αλλά τόσο φαρδιού, που, ειδικά την ώρα εκείνη, τον εδρόσιζαν οι επαρχιακοί αέρηδες κάποιας εκεί κοντά πλατείας, ήταν το καπελάδικο που γύρευα.

Το αναγνώρισα με τη μία, από την αυτοκτονική του εμφάνιση και από ένα ανεπαίσθητο κάψιμο από τσιγάρο δίπλα στην κορδέλα του μπορ του. Εκείνη αντιτάχθηκε στο να φορέσει το καπέλο αυτού του άνδρα, ισχυριζόμενη ότι ήταν αντρικό. Μάταια προσπάθησα να την πείσω για τον εντελώς αυθαίρετο χαρακτήρα μιας θεωρίας που διαφοροποιούσε τα ήδη καλώς διαφοροποιημένα φύλα. Καταχρώμενος απλώς τη δύναμή μου, κατάφερα να της φορέσω το καπέλο, το οποίο, καθώς ήταν κάπως στενό, της μπούκωσε τη φάτσα κι έκανε τις ρυτίδες του μετώπου της να απομακρυνθούν κι άλλο μεταξύ τους.

Πρέπει να την επλήγωσα πολύ, γιατί όταν βγήκαμε από το καπελάδικο έκλαιγε.

Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας βρέθηκε η σορός ενός εξάχρονου κοριτσιού σε μιαν αλέα του προαστίου. Φορούσε αντρικό καπέλο, που το κρατούσε σταθερό μια χοντρή καρφίτσα, η οποία, διαπερνώντας και τα δύο βρεγματικά οστά, είχε τρυπήσει τη μάζα του εγκεφάλου του.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2023

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

 


AGUSTÍN ESPINOSA

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Το φεγγάρι άναψε απόψε το στρογγυλό του φανάρι πάνω από τη θάλασσα και απ’ όλους τους κάμπους. Σκιαγμένα τα σκυλιά αλυχτούν και οι γυναίκες τραγουδάνε –στον αέρα μαστοί και κόμες– σε υπέροχα του θέρους μπαλκόνια. Έκθαμβες οι κουκουβάγιες περπατούν, ενώ οι άντρες και οι μάγισσες πάνε κατά μόνας.

Το φεγγάρι μοιράζει απόψε το ανθισμένο του φως στα ουράνια, στη γη, στα νερά – παντού. Χιονίζει τους φράχτες και πρασινίζει τα κηποπερίβολα. Χύνεται και σφαλίζει μάτια της θάλασσας, άνθη ουράνια και αστέρια της γης. Στις βάρκες πλάι τις καλοκαιρινές αποθέτει τα νέα του μαλάματα. Με χαραυγές πλασματικές ταΐζει άρρωστα νυχτέρια, και τα μεσάνυχτα παρηγορεί όλους τους ετοιμοθάνατους με ψευτοξημερώματα.

Το στρογγυλό του περπατάει φανάρι πάνω από στάρια που κοιμούνται και ορθογώνια χλόης, πάνω από σπίτια λευκά, αστραφτερά χαντάκια, παρατηρητήρια πάγχρυσα, πελιδνούς εραστές και απελπισμένες θλιβερές κιθάρες.

Απόψε περπατάει το στρογγυλό του φανάρι πάνω από τη θάλασσα και απ’ όλους τους κάμπους.

Με νοσταλγία κάποιος γρύλος τριλίζει. Ένα κύμα χλιαρού αέρα τραβάει στις λεύκες, πατάει τις κορυφές τους. Η θάλασσα ακούγεται υπόκωφη, γεμάτη φεγγάρι, γεμάτη εγκράτεια.

Απόψε θα είναι σεληνιακά ακόμη και των ονείρων τα τοπία. Φεγγάρια από σφολιάτα θ’ απαντήσεις ακόμη και στων παιδιών τους σκιώδεις εφιάλτες.

Το φεγγάρι απόψε καλπάζει λευκό και πειθήνιο σε ό,τι έχει κάτω από το φως του έστω και για λίγο σταματήσει.

Όσα κάρα διανυκτερεύουν περνούν με τα χρυσά φορτία τους, όπως περνούν και τα βαριεστημένα βόδια μαζί με τον κομψό και αεράτο κήρυκά τους. Από μια βουλιαγμένη στο φεγγαρόφωτο ταράτσα κάποιο κορίτσι κουνάει έν’ άσπρο μαντήλι. Βρυσομάνες και αυλάκια γλείφουν το φεγγάρι τους και λησμονούν να τραγουδήσουν, ώσπου τους τελειώνουνε οι μουσικές από άλλες γήινες νύχτες.

Υπάρχει ωστόσο κι ένα μπαλκόνι στο σκοτάδι, κάτω από τούτην εδώ την αυγουστιάτικη πανσέληνο. Και μέσα στο σκοτάδι του είναι δυο ίσκιοι. Στηρίζονται στους αγκώνες τους, δεν λένε λέξη. Ίσως, μέσα σ’ όλη την εναρμόνιση των φώτων, να είναι οι μόνες δυο σκιές σ’ όλον τον κόσμο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.