Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ (ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ (ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

ΠΟΘΟΣ




JOHANN WOLFGANG VON GOETHE


ΠΟΘΟΣ

Όποιος γνωρίζει τί είναι πόθος,
Αυτός μαντεύει τι υποφέρω,
Μόνος εδώ και χωρισμένος
Απ’ όλες τις χρες που ξέρω.

Κάποιος – αλίμονο σ’ εμένα,
Που μ’ αγαπά και με γνωρίζει,
Είναι μακριά μου κι εκεί πέρα
Πάντα το βλέμμα μου γυρίζει.

Τί ζάλη τώρα και τί λαύρα
Κλειώ μες στα στήθη, εγώ το ξέρω
Κι όποιος γνωρίζει τί είναι πόθος
Αυτός μαντεύει τί υποφέρω.



Μετάφραση: Μιλτιάδης Μαλακάσης.


*****************


SEHNSUCHT

Nur wer die Sehnsucht kennt
Weiß, was ich leide!
Allein und abgetrennt
Von aller Freude,
Seh ich ans Firmament
Nach jener Seite.

Ach! der mich liebt und kennt,
Ist in der Weite.
Es schwindelt mir, es brennt
Mein Eingeweide.
Nur wer die Sehnsucht kennt
Weiß, was ich leide!

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ




ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ

Καλαμωτή-καλαμωτή παίρνοντας, μπαίναμε μαζύ,
Μέσα στα χρυσοπράσινα νερά, γλαρό φεγγάρι
Το δίχτυ του έρριχτε ανοιχτά, το φαναράκι, κρεμεζί,
Για γούστο το ’χαμε αναμμένο στο κοντάρι.

Πελάδα εδώ, πελάδα εκεί, τα κότσαλα, η ανεμική
Πά στα ρηχά το ξέσερνε και το κυλούσε πάλι,
Να βγούμε, σε ρωτούσα, εδώ, γελώντας μώλεγες, εκεί,
Κι’ ο στεριανός μάς έσπρωχνε προς το κανάλι.

Και, νά, ανοιγμένο το πανί, μες σε σπηλάδες και ριπές,
Οι πόθοι μάς τραβούσανε μακριά, και τα όνειρά μας,
Στα μάτια σου σπιθίζανε του φεγγαριού οι αναλαμπές
Και η αφρισμένη θάλασσα, η ολόγυρά μας...



Από το βιβλίο: Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Ποιήματα», εισαγωγή – φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005, σελ. 574.

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

ΣΤΟ ΚΟΧΥΛΙ




ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ


ΣΤΟ ΚΟΧΥΛΙ

Μέσα στο κοχύλι κλείνω
Φλάουτα και βιολιά·
Την ψυχή μου παραδίνω
Σ’ άυλη αγκαλιά.

Ω! δεν ξάνοιξαν τα μάτια,
Μήτ’ ο πλάνος νους,
Τ’ αθεμελίωτα παλάτια
Στους ωκεανούς!

Ρίχνω σίδερα, αλυσίδες
Τρίγυρες, βαρειές,
Τις παλιές μου τις φροντίδες,
Τις απελπισίες.

Κι’ όπως ζω στιγμές τις ώρες,
Ώρες τους καιρούς,
Δρέπω και στις άγριες μπόρες,
Ρόδα τους αφρούς.

Έξω από τον ίδιο εμένα,
Πρώτη μου φορά,
Με του γλάρου τ’ ανοιγμένα
Πέτομαι φτερά.

Και βυθώ με το δελφίνι
Που άστραψε με μιας,
Μες στην απεραντοσύνη
Της αλησμονιάς...

Στο κοχύλι μέσα κλείνω
Φλάουτα και βιολιά...



Από το βιβλίο: Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Ποιήματα», εισαγωγή – φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005, σελ. 365-366.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ TO 1827 ΑΠΕΒΙΩΣΕ Ο ΜΠΕΤΟΒΕΝ





Η ανάρτηση αφιερώνεται στον Θεόδωρο Α. Πέππα

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ


ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΠΕΤΟΒΕΝ
(Σε μια εικόνα του Μπαλεστριέρη)

Αν και η φωνή του δοξαριού και των κοκκάλων λείπει,
Για να σ’ ακούσω αληθινά, ω μουσική ουρανία!
Μα κ’ έτσι ακόμα το βουβό των άλλων καρδιοχτύπι
Μου δείχνει την απόκοσμη εκεί μέσα λιτανεία.

Τίποτ’ απ’ τη συγκίνηση την ήσυχα πνιγμένη
Μες στα βαρειά σκεπάσματα παραθυριών και τοίχων,
Τίποτε, ξένο κι’ από με, ή αμάντευτο δε μένει,
Που στο κατώφλι στέκομαι προσκυνητής των ήχων.

Κ’ ενώ δεν ξέρω ποιά γρικούν μεγάλη συμφωνία,
Του Ναπολέοντα τάχατες, ή τάχα των Ποιμένων;
Ωστόσο φτάνει και σε με, καθάρια η αρμονία,
Δασών ανεμοφίλητων, κυμάτων αφρισμένων.

Και τότε βλέπω ζωντανή την ίδια εικόνα Εκείνου,
Γυμνό το πλαίσιο αφήνοντας σ’ ένα ταπέτο απάνου,
Να κρούει με δάχτυλα αλαφρά, λευκά σαν άνθια κρίνου,
Τα πλήχτρα τα ελεφάντινα του μαγεμένου οργάνου.



Ο πίνακας είναι του Lionello Balestrieri, "Η Σονάτα του Μπετόβεν".
Από το βιβλίο: Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Ποιήματα», εισαγωγή – φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005, σελ. 204.


Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

ΚΑΙ ΠΕΡ’ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ...




ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ


ΚΑΙ ΠΕΡ’ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ...

Η Μοίρα όταν γεννήθηκες σού το ’γραψε,
Το χείλι σου ποτέ να μη γελάσει,
Κι αγέλαστ’ η θαμπή σου νιότη πέρασε,
Κι αγλύκαντ’ η πικρή ζωή σου έχει περάσει.

Και τώρα που οι λαμπάδες σού φωτίζουνε
Κίτρινη σαν το θειάφι τη θωριά σου,
Αλλόκοτο ένα γέλοιο μες στα χείλη σου
Καρφώθηκε κι αστράφτει, λες, μακριά σου...



Από το βιβλίο: Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Ποιήματα», εισαγωγή – φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005, σελ. 195.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

ΒΡΟΧΗ




ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ


ΒΡΟΧΗ

Έξω βροχή κι’ απ’ το παράθυρο
Μαύρες οι στέγες, μαύροι οι δρόμοι,
Δεν πέφτουν απ’ τα μάτια δάκρυα,
Που μια βαρειά τα πνίγει γνώμη.

Τα σύγνεφα που ανεμοδέρνονται
Και σιγαλά βογκούν και κλαίνε,
Δε σέρνουν την ψυχή μου σκλάβα τους,
Μ’ όλα τα μυστικά που λένε.

Κάποτε μέσ’ απ’ το παράθυρον,
Όπως καθόσουν στο πλευρό μου,
Κύτταζα στα γλαρά τα μάτια σου
Τη θλιβερή βροχή του δρόμου.

Κ’ έβλεπα ακόμα, πιο μακρύτερα,
Μέσα στα μάτια σου και πάλι,
Τα σύγνεφα που τα ταξίδευε
Στον ουρανό η ανεμοζάλη.

Έξω βροχή, κι’ απ’ το παράθυρο
Μαύρες οι στέγες, μαύροι οι δρόμοι,
Δεν πέφτουν απ’ τα μάτια δάκρυα,
Που μια βαρειά τα πνίγει γνώμη.

Τα σύγνεφα που τώρα κρέμονται,
Και χαμηλώνουν κι’ όλο βρέχουν,
Δεν καθρεφτίζονται στα μάτια σου,
Κι’ άλλους κρυφούς καϋμούς δεν έχουν...



Από το βιβλίο: Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Ποιήματα», εισαγωγή – φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005, σελ. 192.

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

ΑΓΑΠΗ




ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ


ΑΓΑΠΗ

Ας μη γυρίζει ο λογισμός στα χρόνια εκείνα πίσω,
Κάλιο μια τέτοια θύμηση για πάντα να χαθή.
Ποιός ξέρει, τώρα θά ’τανε γραφτό να σ’ αγαπήσω,
Και τόσο που καμμιά ποτέ δεν έχει αγαπηθή.

Κι αν έφυγεν η νιότη σου, που θλίβεσαι για δαύτη,
Ως για πουλί που πέταξε μ’ άλλα μαζύ πουλιά,
Περσότερο από μι΄σ άνοιξη τον έρωτα μου ανάφτει
Του χινοπώρου τ’ άγγιγμα στα ωραία σου μαλλιά.

Κι ακόμη φτάνω ν’ αγαπώ σ’ εσέ μιάν άλλη εικόνα,
Τ’ ορκίζομαι στα μάτια σου που τόσο λαχταρώ,
Τον ήρεμο κι’ ανέφελο και το γλυκό χειμώνα,
Που στο χλωμό σου πρόσωπο μια μέρα θα θωρώ.

Και μάθε το, τις μελιχρές λαμπράδες του Δεκέμβρη,
Και τις φεγγαροσκέπαστες του Γενναριού ομορφιές,
Μήτε στις τρέλλες τ’ Απριλιού κανένας θα τις εύρει,
Μήτε και στις μονότονες του Μάη καλοκαιριές...



Από το βιβλίο: Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Ποιήματα», εισαγωγή, φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005, σελ. 183.

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1943 ΑΠΕΒΙΩΣΕ Ο ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ




ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ


ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ

Βαθύς, χαριτωμένος στίχος μάς υψώνει
στους λυρικούς της σκέψης ουρανούς.
Μες στην καρδιά φωλιάζεις, έρμο αηδόνι,
να σε πλανεύει το αίστημα κι ο νους.

Γητειές εδώ να κελαδείς κ’ εκεί φαρμάκια,
και να τα διαπερνά όλα, φως, ο λογισμός.
Της λιμνοθάλασσας πατρίδας μας πνοές κρινάκια,
ξεδιαλυμένος είστε πια χρησμός.

Συντρίμια ερώτων να ιστορείς και καλοκαίρια
με αγάπες – μέθη, πόνος και φιλί –
σπαταλημένα κι όμως πάντ’ ακέρια
στου πάθους μας τ’ αράγιστο γυαλί.

Και με τη μούσα να ιλαρώνεις τη στενή μας ζήση
πέρ’ από τις νοσταλγικές χαρές και τους θυμούς,
μα τον αιώνιο άνθρωπο νάχεις τραγουδήσει
μες στους μεσολογγίτικους καημούς.

Κ’ έτσι αλαφρές, αχνές, παραμυθένιες,
παιχνίδια σοβαρά και παιδιάτικά μιά μιά,
να περνούν και να μισεύουν πίκρες κι ένιες
στης θύμησής μας τη γλυκειά ερημιά.

Α, η τέχνη αυτή η αθάνατη της λύρας
μ’ όλα τα ξωτικά τα μυστικά της, να!
πώς απ’ το φόβο μάς λυτρώνει άγνωστης μοίρας
και με τα φίλτρα της πώς μας ξαναγεννά...



Από το βιβλίο: Ρήγας Γκόλφης, «Ποιήματα», επιμέλεια – εισαγωγή – σχόλια Κώστας Στεργιόπουλος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002, σελ. 506.


Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ




ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ


ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

'Ελα και γείρε το τετράξανθο κεφάλι
Μες στη λαχταρισμένη μου αγκαλιά.
'Εχω τραγούδια να σου πω και πάλι,
Τώρα που δε σε νανουρίζουν τα πουλιά.

Η νύχτα, ιδές, γυρνά μαυροντυμένη,
'Ολα σιωπηλά κοιμούνται γύρω,
'Ελα, ακριβή μου, ονειροπλανεμένη,
Να με μεθύσεις με τ’ απόκρυφό σου μύρο.

'Ελα τραγούδι να σου πω και πάλι·
'Ελα και γείρε το τετράξανθο κεφάλι
Μες στη λαχταρισμένη μου αγκαλιά·
Τώρα που δε λαλούνε τα πουλιά,
'Ελα τραγούδια να σου πω και πάλι.



Από το βιβλίο: Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Ποιήματα», εισαγωγή – φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005, σελ. 111.

Σάββατο 17 Απριλίου 2010

ΝΕΡΟΣΥΡΜΗ


ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ


ΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ


Καθώς στη θαμπωμένη σκύβω
του ρεματιού νεροσυρμή,
ό,τι έκρυβα πια δεν το κρύβω
και ό,τι έχασα το βλέπω εκεί.

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

ΜΑΡΑΜΕΝΑ


ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ (1869-1943)


ΑΚΟΜΑ...


Ένα πρωί, σαν πάντα, δεν επρόβαλες
Ν’ ανοίξης το μικρό σου παραθύρι,
Στις γλάστρες με τα λούλουδα, σα λούλουδο,
Το αχνόξανθο κεφάλι σου να γείρη.

Τ’ άλλο πρωί και τ’ άλλο, πάλι τίποτε,
Κι ακόμα να σε δουν, ακόμα εσένα,
Και μένει το παράθυρο κατάκλειστο
Και τα μυριστικά σου μαραμένα.

Κυριακή 31 Μαΐου 2009

ΜΕΣ ΣΤΟ ΧΑΟΣ Ο ΗΧΟΣ ΕΧΑΘΗ


ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ (1869-1943)


ΤΟ ΣΟΝΕΤΤΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟΥ


Όλα βουβά τριγύρω μου, στην πάχνη όλα κρυμμένα,
Χαμένα κάτ’ από το φως κι απ’ το σκοτάδι κάτου,
Με το βαρύν αέρα τους μ’ έπνιξαν ξάφνω εμένα,
Θαμπώνοντάς μου τη στερνή ρονιά του αναβλεμμάτου.

Μα δάκρυο δεν εστάλαξε, μηδ’ έλαμψε κανένα
Στο ξαναμμένο βλέφαρο, στητό στο λάγγεμά του,
Και τα δικά μου αγροίκησα βαθειά μου και τα ξένα,
Καρδιόχτυπα ανατάραχα σε μια σιωπή θανάτου.

Κ’ είπα το χαίρε δυο φορές, και μες στο χάος ο ήχος
Εχάθη, ως αντιβόησε ο βυθός του κάτου κόσμου,
Μήνυμα πως σφραγίστηκε παντοτινά ο χαμός μου·

Και μένει επίσημος, αδρός, ο αριστοκράτης στίχος,
Αξήγητος, σιβυλλικός, ν’ ανησυχή μονάχα
Τα πνέματα που αδύνατα παλεύουν νυχτομάχα...

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

ΟΛΟΓΥΡΑ ΜΑΣ


ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ


Kαλαμωτή-καλαμωτή παίρνοντας, μπαίναμε μαζί
Mέσα στα χρυσοπράσινα νερά, γλαρό φεγγάρι
Tο δίχτυ του έρριχτε ανοιχτά, το φαναράκι, κρεμεζί,
Για γούστο τό 'χαμε αναμμένο στο κοντάρι.

Πελάδα εδώ, πελάδα εκεί, τα κότσαλα, η ανεμική
Πά' στα ρηχά το ξέσερνε και το κυλούσε πάλι.
Nα βγούμε, σε ρωτούσα, εδώ; Γελώντας μό 'λεγες, εκεί,
Kι ο στεριανός μάς έσπρωχνε προς το κανάλι.

Kαι, νά, ανοιγμένο το πανί, μες σε σπιλιάδες και ριπές,
Oι πόθοι μάς τραβούσανε μακριά, και τα όνειρά μας
Στα μάτια σου σπιθίζανε του φεγγαριού οι αναλαμπές
Kαι η αφρισμένη θάλασσα, η ολόγυρά μας.



Από τα "Mεσολογγίτικα", Eρμής 1995.

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2008

ΤΙ ΚΡΥΟ, ΑΛΗΘΕΙΑ, ΑΠΟΨΕ!


ALGERNON CHARLES SWINBURNE (1873-1909)


ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ


Χάιδεψε με τ’ αντίφεγγό σου, αποσπερίτη,
το πρόσωπο της κόρης που αγαπώ.
Μού ’πε πως θα κοιμάται, αλλά το σπίτι
κοίτα πώς λάμπει μες στο φως το χαρωπό!

Ίσως και να χορεύει, ποιός το ξέρει;
Τους όρκους ποιός πιστεύει τώρα πλιά;
Θαρρώ τη βλέπω, σπλαχνικότατό μου αστέρι,
να γέρνει μες σε κάποιαν αγκαλιά.

Κι αν ξεγελιέμαι, κι αν εκείνη είν’ άλλη,
ποιός ξέρει αυτή με ποιόν κρυφομιλεί;
Η σάλα του σπιτιού της είν’ μεγάλη
κι οι καλεσμένοι είναι πολλοί.

Τί κρύο, αλήθεια, απόψε, ω τί κρύο!
τα λόγια μου θαρρώ τα τραγουδώ.
Βλέπω και συ πως φεύγεις, άστρο θείο,
όμως εγώ θα μείνω ακόμα εδώ.



Μετάφραση: Μιλιτιάδης Μαλακάσης.
Δημοσιεύθηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «Μπουκέτο», τ. Η΄, τχ. 398, 5 Νοεμβρίου 1931, σελ. 1097.
Το σκίτσο του ποιητή είναι του Ντάντε Γκέμπριελ Ροσσέττι.

Τρίτη 20 Μαρτίου 2007

ΜΕΣ ΣΤΟ ΧΑΟΣ Ο ΗΧΟΣ ΕΧΑΘΗ




ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ (1869-1943)


ΤΟ ΣΟΝΕΤΤΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟΥ


Όλα βουβά τριγύρω μου, στην πάχνη όλα κρυμμένα,
Χαμένα κάτ' από το φως κι απ' το σκοτάδι κάτου,
Με το βαρύν αέρα τους μ' έπνιξαν ξάφνω εμένα,
Θαμπώνοντάς μου τη στερνή ρονιά του αναβλεμμάτου.

Μα δάκρυο δεν εστάλαξε, μήδ' έλαμψε κανένα
Στο ξαναμμένο βλέφαρο, στητό στο λάγγεμά του,
Και τα δικά μου αγροίκησα βαθειά μου και τα ξένα,
Καρδιόχτυπα ανατάραχα σε μιά σιωπή θανάτου.

Κ' είπα το χαίρε δυό φορές, και μέσ' στο χάος ο ήχος
Εχάθη, ως αντιβόησε ο βυθός του κάτου κόσμου,
Μήνυμα πως σφραγίστηκε παντοτεινά ο χαμός μου.

Και μένει επίσημος, αδρός, ο αριστοκράτης στίχος,
Αξήγητος, σιβυλλικός, ν' ανησυχή μονάχα
Τα πνέματα που αδύνατα παλεύουν νυχτομάχα...