Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα MONTALE. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα MONTALE. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025

ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ

 


EUGENIO MONTALE


Κάναμε το καλύτερο που μπορούσαμε για να χειροτερέψουμε τον κόσμο.

Abbiamo fatto del nostro meglio per peggiorare il mondo.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2025

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΟΙ ΚΟΠΕΛΙΕΣ ΟΙ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΕΣ


 

EUGENIO MONTALE

 

[ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΟΙ ΚΟΠΕΛΙΕΣ ΟΙ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΕΣ]

 

Ἐκεῖ ποὺ πᾶνε οἱ κοπελιὲς οἱ σγουρομάλλες

ξέχειλους βαστώντας ἀμφορεῖς στοὺς ὤμους τους

κι ἔχουν ἀνάλαφρο τὸ σταθερό τους βῆμα·

καὶ στὸ βάθος τὸ στόμιο μιᾶς κοιλάδας

ματαίως περιμένει τὶς ὡραῖες

ποὺ πέργκολα κληματαριᾶς τὶς σκϊάζει

καὶ τὰ τσαμπιά της κρεμαστὰ ἁπαλοτρέμουν.

Ὁ ἥλιος ποὺ ψηλὰ ἀνεβαίνει,

οἱ πλαγιὲς ποὺ δὲν τὶς καλοξεχωρίζεις

δὲν ἔχουν τίντες: στὴ νόστιμη

στιγμὴ ἐπάνω κεραυνοβολημένη ἡ φύση

δοκιμάζει νὰ περάσει—μητέρα, ὄχι μητριά—

τὰ εὐτυχῆ της πλάσματα σὲ σχήματα ἀβαρῆ.

Κόσμος ποὺ κοιμᾶται ἢ κόσμος ποὺ δοξάζεται

μέσα σὲ μι᾽ ἀμετάβλητη ὕπαρξη (καὶ ποιός νὰ τὸ πεῖ ἄραγε;) —

πλήν, ἄνθρωπε περαστικέ, κόψε κι ἐσὺ καὶ δῶσ᾽ του

τὸ πιὸ καλὸ κλαράκι ἀπὸ τὸν κῆπο σου.

Κι ἔπειτα ἀκολούθα τον: σὲ τούτη τὴν κοιλάδα

δὲν ὑπάρχει ἀπὸ τὸ σκότος μετάπτωση ξανὰ στὸ φῶς.

Πολὺ μακριὰ ἀπὸ ᾽δῶ ὁ δρόμος σου σὲ φέρνει,

καὶ δὲν ὑπάρχει ἄσυλο γιὰ σένα, εἶσαι ὑπερβολικὰ νεκρός:

τῶν ἄστρων σου τὸν κύκλο ἀκολούθησε.

Ἀντίο, λοιπόν, σγουρομαλλοῦσες κόρες,

τοὺς ξέχειλους κουβαλῆστε ἀμφορεῖς στοὺς ὤμους σας.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Σάββατο 5 Ιουλίου 2025

ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΧΕΔΟΝ

 


EUGENIO MONTALE

 

ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΧΕΔΟΝ

 

Ξημερώνει καὶ πάλι, τὸ νιώθω

ἀπό ᾽να θραῦσμα ὄρθρου

ἀσημὶ πάνω στοὺς τοίχους:

φῶς ἀμυδρὸ στολίζει σὰν κορδέλα τὰ κλειστὰ παράθυρα.

Τὸ συμβὰν ἐπιστρέφει

τοῦ ἥλιου μὲ τὶς φωνὲς

τὶς διάχυτες, δὲν φέρνει τοὺς συνήθεις θορύβους.

 

Γιατί; Ἔχω στὸν νοῦ μου μιὰ μέρα μαγικὴ

καὶ κονταρομαχίες ὡρῶν σχεδὸν παρόμοιών της

ξεπληρώνω. Θὰ ξεχειλίσει ἡ δύναμη

ποὺ μὲ φλόμωνε, ἐμένα τὸν μάγο τὸν ἀσύνειδο,

μὲ χρόνου δόσεις γενναῖες. Τώρα θὰ ἐμφανιστῶ

καὶ θὰ ἐρημώσω σπίτια ψηλά, ἀποψιλωμένες ἀλέες.

 

Ἀντίκρυ μου θὰ ἔχω ἕνα χωριὸ μὲ ἀπάτητο χιόνι

μὰ καὶ πανάλαφρο σὰν ἀπόψεις τοπίων σὲ τάπητες τοίχου.

Ἀπ᾽ τοὺς θυσάνους θὰ γλιστρήσει τ᾽ οὐρανοῦ μι᾽ ἀργοπορημένη ἀχτίδα.

Δάση καὶ λόφοι γεμάτοι ἀόρατο φῶς

θὰ μοῦ ἀναπέμψουν τῶν ἱλαρῶν ἐπιστροφῶν τὸ ἐγκώμιο.

 

Χαρούμενος θὰ διαβάσω τὰ μαῦρα

σημάδια τῶν κλαδιῶν πάνω στὸ λευκὸ

σὰν νά ᾽ναι ἡ πρώτη-πρώτη ἀλφάβητος.

Ὅλο τὸ παρελθὸν σ᾽ ἕνα σημεῖο

θ᾽ ἀποκαλυφθεῖ ἐνώπιόν μου.

Ἦχος δὲν πρόκειται νὰ ταράξει κανεὶς

τὴ μοναχικὴ ἐτούτη εὐθυμία.

Καὶ στὸν ἀέρα θὰ πετάξει φεύγοντας

ἢ θὰ κατεβεῖ νὰ κάτσει σ᾽ ἕναν τυχαῖο πάσσαλο

κάποιο τσαλαπετεινάρι.

 

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Πέμπτη 3 Ιουλίου 2025

ΜΗ ΜΑΣ ΡΩΤΑΣ ΤΗ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΚΥΚΛΩΝΕΙ

 


EUGENIO MONTALE

 

[ΜΗ ΜΑΣ ΡΩΤΑΣ ΤΗ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΚΥΚΛΩΝΕΙ]

 

Μὴ μᾶς ρωτᾶς τὴ λέξη ποὺ ἀπὸ παντοῦ κυκλώνει

τὸν ἄμορφό μας νοῦ, γραμμένη μὲ φωτιᾶς ψηφία,

τὴ φανερὴ καὶ λάμπουσα σὰν ζαφορά, τὴ μία

ἐκείνη λέξη τὴ θαμμένη στῶν ἀγρῶν τὴ σκόνη.

 

Ἄχ, ὁ ἄνθρωπος ποὺ πάει καὶ ποὺ σίγουρος βαδίζει,

τῶν ἄλλων φίλος καὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, ἂς διασπείρει

τὸν ἴσκιο του καὶ ἂς μὴν τὸν νοιάζει κὰν ἂν τὸ λιοπύρι

σὲ μιὰ ξασβεστωμένη μάντρα τὸν ἀπεικονίζει.

 

Μὴ μᾶς ζητᾶς τὴ συνταγὴ τοῦ κόσμου νὰ σοῦ ποῦμε:

πῶς τὸν ἀνοίγουν συλλαβὲς στρεβλές, ξερὰ κλαράκια.

Προσώρας μόνο θὰ σοῦ ποῦμε (δίχως νά ᾽ν᾽ πανάκεια)

ἐκεῖνο ποὺ δὲν θέλουμε, ποὺ δὲν ἐπιθυμοῦμε.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Κυριακή 29 Ιουνίου 2025

ΑΓΓΛΙΚΟ ΚΟΡΝΟ

 


EUGENIO MONTALE

 

ΑΓΓΛΙΚΟ ΚΟΡΝΟ

 

Ὁ ἄνεμος ποὺ ἐκτελεῖ ἀπόψε τὸ μέρος του πολὺ προσεχτικά

—θυμίζοντας ἔντονο βρυγμὸ ὀδόντων λαμαρίνας—

μὲ τῶν πυκνῶν δέντρων τὰ ὄργανα καὶ σαρώνει

τὸν μπρούντζινον ὁρίζοντα

ὅπου τοῦ φωτὸς μακραίνουν οἱ κορδέλες

σὰν χαρταετοὶ στὸν οὐρανὸ ποὺ ἀντιβουίζει

(Σύννεφα ταξιδιάρικα, λαμπρά, πάμφωτα

βασίλεια ἐκεῖ πάνω! Ἐλδοράδα ἐξ ὕψους

μὲ μισάνοιχτες θύρες!)

καὶ ἡ θάλασσα ποὺ σκάει καὶ σπάει,

λέπι τὸ λέπι, καὶ σὲ βλέπει

πελιδνή, τὸ χρῶμα ἀλλάζει

κι ἐξαπολύει στὴ στεριὰ ἕναν σίφουνα

μὲ ἀφροὺς ἑλικοειδεῖς

σὰν νὰ ρίχνει ἀκόντιο·

ὁ ἄνεμος ποὺ γεννιέται καὶ πεθαίνει

ὅση ὥρα σιγὰ-σιγὰ σουρουπώνει

ἂς ἔπαιζε κι ἐσένα, ναί, κι ἐσένα ἀπόψε,

καρδιά,

ὄργανο ξεκούρντιστο, ὄργανο ἀπολησμονημένο.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Πέμπτη 17 Απριλίου 2025

TO ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝΟΦΥΛΑΚΩΝ

 


EUGENIO MONTALE

 

TO ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝΟΦΥΛΑΚΩΝ

 

Τῶν τελωνοφυλάκων δὲν τὸ θυμᾶσαι τὸ σπίτι

ποὺ αἰωρεῖται στὸ ὕψωμα ἐπάνω ἀπ᾽ τὰ ξερόβραχα:

παντέρημο σὲ καρτεράει νὰ ᾽ρθεῖς ἀπὸ κείνη τότε τὴ νύχτα

ποὺ εἰσέλασε τῶν στοχασμῶν σου τὸ σμῆνος

κι ἀπόμεινε ἐκεῖ μέσα ἀνήσυχο.

 

Χρόνια καὶ χρόνια τώρα μαστιγώνει ὁ Λίβας τὰ τείχη τ᾽ ἀρχαῖα,

πλὴν τὸ γέλιο του δὲν εἶναι πλέον οὔτε στάλα ἱλαρό:

ἡ πυξίδα βολοδέρνει βουρλισμένη,

ἐνῶ οἱ ζαριὲς πιὰ δὲν σοῦ κάθονται.

Δεν τὸ θυμᾶσαι, ὄχι· ἄλλα χρόνια σοῦ γητεύουν

τὴ μνήμη — νῆμα ποὺ ξετυλίγεται.

 

Ἀκόμα κρατάω ἐγὼ τὴ μιάνε του ἄκρη· μὰ ὅλο φεύγει

τὸ σπίτι ἀπὸ κοντά μου, καὶ στὴ στέγη του πάνω

ἡ καπνισμένη ἀνεμοδούρα γυρνάει-γυρνάει πάντα ἀνοικτίρμονη.

Κρατάω μιὰν ἄκρη· μὰ μένεις μόνη

καὶ δὲν σ᾽ ἀκούω ν᾽ ἀνασαίνεις μὲς στὸ σκοτάδι.

 

Ὤ, χάνονται οἱ ὁρίζοντες καὶ φέγγει, ποῦ καὶ ποῦ,

τοῦ πετρελαιοφόρου ἡ λάμπα!

Ποῦ ᾽ναι τὸ πέρασμα; (Ἀβγαταίνει

τὸ ἀντιμάμαλο ξανὰ στὰ φαγωμένα ἀπόκρημνα βράχια...)

Δὲν τὸ θυμᾶσαι τὸ σπίτι

ἐκείνης τότε τῆς νύχτας μου. Ἀλλὰ κι ἐγὼ

οὔτε ποὺ ξέρω πιὰ

ποιός φεύγει, ποιός μένει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΣΠΙΤΙ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


 

EUGENIO MONTALE

 

ΣΠΙΤΙ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

 

Τὸ ταξίδι τελειώνει ἐδῶ:

στὶς μέριμνες τὶς ἐλεεινὲς ποὺ μᾶς διχάζουν

τὴν ψυχή, καὶ οὔτε ξέρει πιὰ καὶ νὰ κραυγάσει.

Τώρα οἱ στιγμὲς ἴδιες εἶναι καὶ ἀπαράλλαχτες

σὰν στροφὲς βαρούλκου σὲ μαγκανοπήγαδο.

Μία στροφή: ἔρχετ᾽ ἐπάνω τὸ νερὸ μὲ μιὰ στριγκλιά.

Ἄλλη στροφή: ἄλλο νερό, καὶ ποῦ καὶ ποῦ καὶ κανὰ τρίξιμο.

 

Τὸ ταξίδι τελειώνει σὲ τοῦτο τὸν γιαλό

ποὺ ἀργὲς τὸν σκανδαλίζουνε κι ἐπίμονες πλημμύρες.

Τίποτα δὲν φανερώνει παρὰ μόνο κάτι ὀκνηροὶ καπνοὶ

τ᾽ ἀκροθαλάσσι ποὺ τὸ ὑφαίνουν μὲ ἀχηβαδάκια

αὖρες ἁπαλότατες: καὶ σπάνια ἀποκαλύπτεται

μέσα στὴ βουβὴ τριγύρω νηνεμία

κι ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ νησιὰ μὲ τὴν ἀποδημητική τους ὄψη

ἡ Κορσικὴ μὲ τὶς ἀκρώρειές της ἢ ἡ Καπρασία.

 

Κι εἶσαι κι έσὺ καὶ μὲ ρωτᾶς ἂν ἔτσι χάνονται ὅλα

σὲ τούτη τὴ φτενὴ ἐντὸς τῶν ἀναμνήσεων ὁμίχλη·

καὶ ἂν μέσα στὴν ἀδράνεια καὶ μὲ τοῦ κυματοθραύστη

τὸν ἀναστεναγμὸ ἐκπληρώνονται ἄραγε τὰ πεπρωμένα.

Θά ᾽θελα νὰ σοῦ πῶ ὄχι, νὰ σοῦ πῶ πὼς σ᾽ ἔχει ζυγώσει

ἡ ὥρα ποὺ ἀντίκρυ πλέον θὰ διαβεῖς, πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο·

καὶ ἴσως μόνο ὅποιος θέλει γίνεται αἰώνιος,

πράγμα ποὺ ἐσὺ τὸ δύνασαι, κι ἐγώ, πάλι, μᾶλλον ὄχι.

Σκέφτομαι καὶ λέω: γιὰ τοὺς πιὸ πολλοὺς οὐκ ἔστι σωτηρία,

πλὴν ὅμως τοὺς σχεδιασμοὺς τοὺς ἀνατρέπουν κάποιοι,

διαβαίνουν τὰ στενά, καὶ ὅποιος θέλει ἐδῶ καὶ πάλι θὰ γυρίσει.

Προτοῦ πάντως ἐνδώσω, θὰ ἐπιθυμοῦσα νὰ σοῦ δείξω

τὴν ὁδὸ ποὺ σοῦ λέω τῆς διαφυγῆς, ἕναν δρόμο

περαστικό, ἐφήμερο, ὅπως εἶναι στὰ πεδία τῆς θαλασσοταραχῆς

ὁ ἀφρὸς ἢ οἱ πτυχὲς τῶν κυμάτων.

Μαζὶ σοῦ δίνω καὶ τὴν τελευταία μου ἐλπίδα.

Σὲ μέρες καινούργιες, κουρασμένος ἐγώ, δὲν ξέρω πιὰ τρόπο νὰ μεγαλώσει κι ἄλλο:

μὰ τὴν προσφέρω ἐνέχυρο στὴ μοίρα σου, ἐσὺ γιὰ νὰ γλιτώσεις.

 

Ἐδῶ σὲ τοῦτες τὶς ἀκτὲς τελειώνει ὁ δρόμος

ποὺ μ᾽ ἐναλλὰξ κινήσεις ἡ παλίρροια τρώει.

Στὸ πλάι μου ἡ καρδιά σου δὲν μ᾽ ἀκούει, κι ὅμως

γιὰ τὴν αἰώνιότητα σαλπάρει: ἀχόι-ἀχόι!

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Δευτέρα 7 Απριλίου 2025

ΣΠΙΤΙ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

 


EUGENIO MONTALE

 

ΣΠΙΤΙ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

 

Τὸ ταξίδι τελειώνει ἐδῶ:

στὶς μέριμνες τὶς ἐλεεινὲς ποὺ μᾶς διχάζουν

τὴν ψυχή, καὶ οὔτε ξέρει πιὰ καὶ νὰ κραυγάσει.

Τώρα οἱ στιγμὲς ἴδιες εἶναι καὶ ἀπαράλλαχτες

σὰν στροφὲς βαρούλκου σὲ μαγκανοπήγαδο.

Μία στροφή: ἔρχετ᾽ ἐπάνω τὸ νερὸ μὲ μιὰ στριγκλιά.

Ἄλλη στροφή: ἄλλο νερό, καὶ ποῦ καὶ ποῦ καὶ κανὰ τρίξιμο.

 

Τὸ ταξίδι τελειώνει σὲ τοῦτο τὸν γιαλό

ποὺ ἀργὲς τὸν σκανδαλίζουνε κι ἐπίμονες πλημμύρες.

Τίποτα δὲν φανερώνει παρὰ μόνο κάτι ὀκνηροὶ καπνοὶ

τ᾽ ἀκροθαλάσσι ποὺ τὸ ὑφαίνουν μὲ ἀχηβαδάκια

αὖρες ἁπαλότατες: καὶ σπάνια ἀποκαλύπτεται

μέσα στὴ βουβὴ τριγύρω νηνεμία

κι ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ νησιὰ μὲ τὴν ἀποδημητική τους ὄψη

ἡ Κορσικὴ μὲ τὶς ἀκρώρειές της ἢ ἡ Καπρασία.

 

Κι εἶσαι κι έσὺ καὶ μὲ ρωτᾶς ἂν ἔτσι χάνονται ὅλα

σὲ τούτη τὴ φτενὴ ἐντὸς τῶν ἀναμνήσεων ὁμίχλη·

καὶ ἂν μέσα στὴν ἀδράνεια καὶ μὲ τοῦ κυματοθραύστη

τὸν ἀναστεναγμὸ ἐκπληρώνονται ἄραγε τὰ πεπρωμένα.

Θά ᾽θελα νὰ σοῦ πῶ ὄχι, νὰ σοῦ πῶ πὼς σ᾽ ἔχει ζυγώσει

ἡ ὥρα ποὺ ἀντίκρυ πλέον θὰ διαβεῖς, πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο·

καὶ ἴσως μόνο ὅποιος θέλει γίνεται αἰώνιος,

πράγμα ποὺ ἐσὺ τὸ δύνασαι, κι ἐγώ, πάλι, μᾶλλον ὄχι.

Σκέφτομαι καὶ λέω: γιὰ τοὺς πιὸ πολλοὺς οὐκ ἔστι σωτηρία,

πλὴν ὅμως τοὺς σχεδιασμοὺς τοὺς ἀνατρέπουν κάποιοι,

διαβαίνουν τὰ στενά, καὶ ὅποιος θέλει ἐδῶ καὶ πάλι θὰ γυρίσει.

Προτοῦ πάντως ἐνδώσω, θὰ ἐπιθυμοῦσα νὰ σοῦ δείξω

τὴν ὁδὸ ποὺ σοῦ λέω τῆς διαφυγῆς, ἕναν δρόμο

περαστικό, ἐφήμερο, ὅπως εἶναι στὰ πεδία τῆς θαλασσοταραχῆς

ὁ ἀφρὸς ἢ οἱ πτυχὲς τῶν κυμάτων.

Μαζὶ σοῦ δίνω καὶ τὴν τελευταία μου ἐλπίδα.

Σὲ μέρες καινούργιες, κουρασμένος ἐγώ, δὲν ξέρω πιὰ τρόπο νὰ μεγαλώσει κι ἄλλο:

μὰ τὴν προσφέρω ἐνέχυρο στὴ μοίρα σου, ἐσὺ γιὰ νὰ γλιτώσεις.

 

Ἐδῶ σὲ τοῦτες τὶς ἀκτὲς τελειώνει ὁ δρόμος

ποὺ μ᾽ ἐναλλὰξ κινήσεις ἡ παλίρροια τρώει.

Στὸ πλάι μου ἡ καρδιά σου δὲν μ᾽ ἀκούει, κι ὅμως

γιὰ τὴν αἰώνιότητα σαλπάρει: ἀχόι-ἀχόι!

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

TO ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝΟΦΥΛΑΚΩΝ


 

EUGENIO MONTALE

 

TO ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝΟΦΥΛΑΚΩΝ

 

Τῶν τελωνοφυλάκων δὲν τὸ θυμᾶσαι τὸ σπίτι

ποὺ αἰωρεῖται στὸ ὕψωμα ἐπάνω ἀπ᾽ τὰ ξερόβραχα:

παντέρημο σὲ καρτεράει νὰ ᾽ρθεῖς ἀπὸ κείνη τότε τὴ νύχτα

ποὺ εἰσέλασε τῶν στοχασμῶν σου τὸ σμῆνος

κι ἀπόμεινε ἐκεῖ μέσα ἀνήσυχο.

 

Χρόνια καὶ χρόνια τώρα μαστιγώνει ὁ Λίβας τὰ τείχη τ᾽ ἀρχαῖα,

πλὴν τὸ γέλιο του δὲν εἶναι πλέον οὔτε στάλα ἱλαρό:

ἡ πυξίδα βολοδέρνει βουρλισμένη,

ἐνῶ οἱ ζαριὲς πιὰ δὲν σοῦ κάθονται.

Δεν τὸ θυμᾶσαι, ὄχι· ἄλλα χρόνια σοῦ γητεύουν

τὴ μνήμη — νῆμα ποὺ ξετυλίγεται.

 

Ἀκόμα κρατάω ἐγὼ τὴ μιάνε του ἄκρη· μὰ ὅλο φεύγει

τὸ σπίτι ἀπὸ κοντά μου, καὶ στὴ στέγη του πάνω

ἡ καπνισμένη ἀνεμοδούρα γυρνάει-γυρνάει πάντα ἀνοικτίρμονη.

Κρατάω μιὰν ἄκρη· μὰ μένεις μόνη

καὶ δὲν σ᾽ ἀκούω ν᾽ ἀνασαίνεις μὲς στὸ σκοτάδι.

 

Ὤ, χάνονται οἱ ὁρίζοντες καὶ φέγγει, ποῦ καὶ ποῦ,

τοῦ πετρελαιοφόρου ἡ λάμπα!

Ποῦ ᾽ναι τὸ πέρασμα; (Ἀβγαταίνει

τὸ ἀντιμάμαλο ξανὰ στὰ φαγωμένα ἀπόκρημνα βράχια...)

Δὲν τὸ θυμᾶσαι τὸ σπίτι

ἐκείνης τότε τῆς νύχτας μου. Ἀλλὰ κι ἐγὼ

οὔτε ποὺ ξέρω πιὰ

ποιός φεύγει, ποιός μένει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2025

Η ΠΟΙΗΣΗ

 


EUGENIO MONTALE

 

Η ΠΟΙΗΣΗ

 

Από καταβολών του αιώνος διερευνάται

αν η ποίηση είναι μέσα ή έξω.

Στην αρχή νικούσε το μέσα, ύστερα αντεπιτέθηκε σκληρά

το έξω και μετά από χρόνια το έξω επιβλήθηκε

και παραμένει οπλισμένο μέχρι και τα δόντια.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2024

ΤΑ ΕΝΩΤΙΑ

 


EUGENIO MONTALE

 

ΤΑ ΕΝΩΤΙΑ

 

Σβήνουν ολοένα οι ίσκιοι των πτήσεων μες στα νερά

του καθρέφτη. (Ούτε ίχνος καν απ’ τη δική σου.)

Πέρασε και το σφουγγάρι και κυνήγησε τις άοπλες

λάμψεις έξω απ’ του χρυσού κατόπτρου τον κύκλο.

Τις πέτρες σου, τα κοράλλια, την πανίσχυρη εξουσία

που σε απάγει αναζητούσα· και διώχνω να φύγει

τη θεά που δεν σαρκώνεται, τους πόθους φέρνω

ίσαμε εκεί που δεν τους καίει η αστραπή σου.

Έξω τρίζουν έλυτρα, τρίζει, το τρελό τρίζει

ξόδι γνωρίζοντας πως δυό ζωές τώρα πια δεν μετράνε.

Στην κορνίζα γυρνούν και πάλι οι μαλακές

μέδουσες της εσπέρας. Το είδωλο το δικό σου

θα έλθει από κάτω: εκεί, στους λοβούς σου, άσαρκα

δυό χέρια τρέμοντα σου κρεμάνε τα κοράλλια.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2024

ΣΤΗΝ ΠΑΡΜΑ, ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ

 

 

ΣΤΗΝ ΠΑΡΜΑ, ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ

Άπερολ σπριτς με τον Μοντάλε στο "Καφέ Καβούρ" και με ήχους από τον "Ναμπούκο" του Βέρντι