Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΡΦΥΡΑΣ (ΛΑΜΠΡΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΡΦΥΡΑΣ (ΛΑΜΠΡΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

ΣΤΟ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ


ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ


ΣΤΟ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ

Απρίλης ήταν κι ήταν Κυριακή
σαν πήγαμε στο έρημο ακρογιάλι,
και δίπλα στ΄άσπρο το σπιτάκι εκεί
στο στήθος μου έγειρες το αχνό κεφάλι.

Μες στη βαθειά εκεί πέρα σιγαλιά,
κρυφούς μαρτύρους είχαμε μονάχους
το πέλαγος, τ’ ανήσυχα πουλιά,
τη βάρκα τη μικρούλα και τους βράχους.

Για την ωραία στιγμή τη μαγική,
που εσμίξαμε τα χέρια και τα χείλη
δεν το θυμάσαι; Ήταν Κυριακή
και ήτανε δύση ρόδινη του Απρίλη.

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

ΧΑΜΟΓΕΛΑ


ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ


ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ


Ωραία γυναίκα, το τρελό το γέλιο σου διαβαίνει,
σα μάταιος ήχος και σκορπά, κι ούτε μια ηχώ ξυπνά
στην ακατάδεχτη καρδιά, που αγάπη τήνε δένει
μ’ αθώα χαμόγελα βουβά.

Μ’ αυτά που δείχνουνε χαρά, με κάποια που σκεπάζουν
τον πόνο τους αμίλητον οι ευγενικές ψυχές,
μ’ εκείνα, που μαραίνονται κρυφά και ξεθωριάζουν,
σ’ αρχαίες εικόνες σκοτεινές.

Και μ’ όσα ακόμα, ούτε αλαφρά δε σκίζουνε τα χείλη,
κι αστράφτουν μόνο στων ματιών βαθιά στη σιγαλιά,
ωσάν τ’ αντιφεγγίσματα που απλώνονται το δείλι
στην πελαγίσιαν ερημιά...

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΚΙ


ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ


ΑΝΟΙΞΗ


Άνοιξη! Μόλις ξέσπασε του φθινοπώρου η μπόρα,
κι εγώ το καραβάκι σου νειρεύομαι από τώρα
ν᾿ αράζει στα λιμάνι μας, με τ᾿ άρμενα ανθισμένα,
πλάι στα καϊκάκια τα φτωχά, τα θαλασσοδαρμένα.

Να φέρεις τον αἰθέριο αχό του αφρού στα υγρά χαλίκια,
γύρω στα βράχια των φυκιών τις πράσινες νταντέλες,
και για τους ήσκιους που περνούν ή μένουν στ᾿ ακρογιάλι,
να φέρεις απ’ τη Βενετιά τπ πιό λαμπρό κρουστάλλι.

Στα δέντρα, που θρηνούν βραχνά στου κάμπου τη μαυρίλα,
να φέρεις γέλια ολόδροσα, στα νιόφυτά τους φύλλα.
Μέσα στα ρόδα τ᾿ ουρανού το φως του Αποσπερίτη,
κι εμένα μιά μικρή φωλιά χελιδονιών στο σπίτι.

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2009

ΤΗΣ ΔΡΟΣΙΑΣ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ


ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ


Ο ΑΠΟΣΤΑΜΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ


Ο αποσταμένος ΄Ερωτας στη λεύκα είχε σκαλώσει
κρυμμένος στ’ ανοιξιάτικα τα φύλλα τ’ ασημένια,
μα δίχως άλλο τα μικρά πουλιά τον είχαν νιώσει
κι είχαν τραγούδια έτσι γλυκά και τόσο ευτυχισμένα.

Κι ένα πουλάκι απ’ την πολλήν αγάπη του ετρελάθη
και στην ψηλότερη κορφή, σ’ ενός κλαριού την άκρια,
ζυγιάζονταν κελαηδιστά κι έπεφτε, ώς ότου εστάθη
εκεί, που μόλις στέκονται και της δροσιάς τα δάκρυα.

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

ΣΕΛΛΕΫ!


PERCY BYSSHΕ SHELLEY (1792-1822)


ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ


Ένα πουλάκι στο ξερό κλαδί
κλαίει για το ταίρι του το πεθαμένο,
ο παγωμένος ο βορρηάς απάνω του
και το ρυάκι κάτω παγωμένο.

Στο δάσος το γυμνό φύλλο δεν ήτανε,
στο χώμα ένα λουλούδι δεν ανθούσε
και τη γαλήνη γύρω δεν ετάραζε
παρά ο τροχός του μύλου που εβογγούσε.



Μετάφραση: Λάμπρος Πορφύρας.
Δημοσιεύθηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «Μπουκέτο», τ. Ι, τχ. 508, 26 Νοεμβρίου 1933, σελ. 1547.
Δημοσιεύθηκε και στο αθηναϊκό περιοδικό «Ποιητική Τέχνη», τχ. 9, 15 Ιουνίου 1948, σελ. 201.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007

Ο ΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ


ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ


LACRIMAE RERUM


Άμοιρη! Το σπιτάκι μας εστοίχειωσεν
από την ομορφιά σου τη θλιμμένη
στους τοίχους, στον καθρέφτη, στα εικονίσματα,
από την ομορφιά σου κάτι μένει.

Κάτι σα μόσκου μυρωδιά κι απλώνεται
και το φτωχό σπιτάκι πλημμυρίζει,
κάτι σα φάντασμα θολό κι ανέγγιχτο,
κι όπου περνά σιγά το κάθε αγγίζει.

'Εξω βαρύ μονότονο ψιχάλισμα
δέρνει τη στέγη μας και τότε αντάμα
τα πράγματα, που αγιάσανε τα χέρια σου,
αρχίζουν ένα κλάμα...κι ένα κλάμα...

Κι απ' τη γωνιά, ο καλός της Λήθης σύντροφος,
τ' αγαπημένο μας παλιό ρολόι
τραγουδιστής του χρόνου, κι αυτός κλαίοντας,
ρυθμίζει αργά φριχτά το μοιρολόι.

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2007

LÄCHELNDE ZÄRTLICHKEIT


ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ (1879-1932)


ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ


Ωραία γυναίκα, το τρελλό το γέλιο σου διαβαίνει,
σα μάταιος ήχος και σκορπά, κι ούτε μια ηχώ ξυπνά
στην ακατάδεχτη καρδιά, που αγάπη τήνε δένει
μ' αθώα χαμόγελα βουβά.

Μ' αυτά που δείχνουνε χαρά, με κάποια που σκεπάζουν
τον πόνο τους αμίλητον οι ευγενικές ψυχές,
μ' εκείνα, που μαραίνονται κρυφά και ξεθωριάζουν,
σ' αρχαίες εικόνες σκοτεινές.

Και μ' όσα ακόμα, ούτε αλαφρά δε σκίζουνε τα χείλη,
κι αστράφτουν μόνο στων ματιών βαθιά τη σιγαλιά,
ωσάν τ' αντιφεγγίσματα που απλώνονται το δείλι
στην πελαγίσιαν ερημιά...



Η ανάρτηση αφιερώνεται στην Έλενα, παλιά μου μαθήτρια - όπως και η ανάρτηση του πίνακα του Hundertwasser.

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2007

ΑΛΛΙΩΣ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ



PERCY BYSSHE SHELLEY (1792-1822)


THE MOON


And, like a dying lady lean and pale,
Who totters forth, wrapp'd in a gauzy veil,
Out of her chamber, led by the insane
And feeble wanderings of her fading brain,
The moon arose up in the murky east
A white and shapeless mass.



Η ΣΕΛΗΝΗ

Και σα χλωμή κι αδύνατη γυναίκα οπού πεθαίνει,
οπού τρεκλίζει βγαίνοντας από την κάμαρά της,
και τυλιγμένη τη λεπτή κι αέρινή της γάζα
πάει όπου θέλει τ’ άρρωστο το παραλήρημά της,
το ίδιο απ’ την ανατολή μακριά τη βουρκωμένη
αργά η σελήνη σα λευκή κι άμορφη εβγήκε μάζα.



Μετάφραση: Λάμπρος Πορφύρας.
Από το βιβλίο: Πορφύρα Άπαντα, Γ΄ έκδοση συμπληρωμένη. Έκρινε Γ. Βαλέτας, Εκδότης Ι.Γ. Βασιλείου, Αθήνα 1982, σελ. 303.

Τρίτη 10 Ιουλίου 2007

Η ΜΑΥΡΗ ΑΥΛΑΙΑ




ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ (1879-1932)


ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ


Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ. Μα ο δρόμος, χθες το βράδυ,
μες στη σταχτιά τη συννεφιά σα θέατρο είχε γίνει.
Μόλις φαινόταν η σκηνή στ' ανάριο το σκοτάδι
και σα σκιές φαινόντανε μακριά μου οι θεατρίνοι.

Τα σπίτια πέρα κι οι αυλές και τα κλωνάρια αντάμα
έλεγες κι ήταν σκηνικά παλιά και ξεβαμμένα,
κι εκείνοι εβγαίναν κι έπαιζαν τ' αλλόκοτό τους δράμα,
κι άκουγες βόγκους κι άκουγες και γέλια ευτυχισμένα.

Εγώ δεν ξέρω. Εβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία.
Κι έβγαινε, Θε μου! κι η νυχτιά καθώς επαρασταίναν,
κι έβγαινε, Θε μου κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία.