Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΙΖΕΚ (ΚΑΡΟΛΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΙΖΕΚ (ΚΑΡΟΛΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

ΓΕΡΑΜΑΤΑ



ΚΑΡΟΛΟΣ ΤΣΙΖΕΚ


ΓΕΡΑΜΑΤΑ

Απ’ τα τόσα ασυγκράτητα
σκιρτήματα της σάρκας
στο τέλος τίποτα δεν μένει.
Σαν μονοπάτια απάτητα
σβήνουν και δρόμοι πια χορταριασμένοι,
όπως αυλάκι βάρκας
σε ταραγμένο πέλαγο. Αραγμένη
τώρα στον όρμο ανάλαφρα λικνίζεται στο κύμα.
Να χάνονται έτσι οι ηδονές, πόσο άδικο, τί κρίμα,
σε γέλια οι γλάροι ενώ ξεσπούν, αδιάφοροι και ξένοι.



Από το βιβλίο: Κάρολος Τσίζεκ, «Στίχοι έρωτα και αγάπης»,  Μπιλιέτο, Παιανία 2005.

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

ΣΥΝΟΛΙΛΙΑ





JAROSLAV SEIFERT


ΣΥΝΟΛΙΛΙΑ

Στο μέτωπο ή στο στόμα με φιλούσες τάχα,
σίγουρα
να πω δεν ξέρω, – μια γλυκιά φωνή
στο σκοτάδι μισοάκουσα μονάχα
που τύλιξε πηχτό την ταραχή
από τα ξαφνιασμένα ματοτσίνουρα.

Στο μέτωπο σε είχα φιλήσει βιαστικά
γιατί με είχε μεθύσει
tης γρήγορης ανάσας σου η ευωδιά
μα σίγουρα

να πω δεν ξέρω, – μια γλυκιά φωνή
στο σκοτάδι μισοάκουσα μονάχα
που τύλιξε πηχτό την ταραχή
από τα ξαφνιασμένα ματοτσίνουρα,
στο μέτωπο ή στο στόμα με φιλούσες τάχα;


Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ.
Από το βιβλίο: Jaroslav Seifert, «Η γλυκιά συμφορά της ποίησης», μετάφραση Κάρολος Τσίζεκ, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 2003, σελ. 67.


**********************


ROZHOVOR

Líbal jsi mne na čelo či ústa,
nevím
- zaslechla jsem jenom sladký hlas
a tma hustá
obklopila úžas polekaných řas.

Na čelo políbil jsem tě ve spěchu,
neboť omámila mne
vůně tvého proudícího dechu,
ale nevím,

- zaslechl jsem jenom sladký hlas
a tma hustá
obklopila úžas polekaných řas,
libalas mne na čelo či ústa?

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΑ ΛΥΜΕΝΑ ΜΑΛΛΙΑ


JAROSLAV SEIFERT (1901-1986)


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΑ ΛΥΜΕΝΑ ΜΑΛΛΙΑ


Με γοβάκια απαλά, δίχως τακούνι,
περπατούν πόδια γυναικεία.
Όμως τα μάτια ακόμα δεν νυστάζουν.
Πλησίασε στο παράθυρο και κάθισε
Με τα απαλά γοβάκια.

Πιο βαρύ, κατά λίγα δάκρυα, το μαντίλι
το μεταξένιο κρύβει εκεί που το είχε φυλαγμένο.
Πόσο ένα δάκρυ να ζυγίζει; Είναι για γέλια.
Πόσο βαριά είναι η μοναξιά της νύχτας όμως,
η κατά λίγα δάκρυα πιο βαριά!

Το ευωδιαστό της το μαλλί προς την περιστερένια
στρογγυλάδα των ώμων πέφτει αθόρυβα
και η χτένα που τη σήκωσε το χέρι
στων μαλλιών το ποτάμι ξαναπέφτει
της ευωδιάς εκείνης.

Και της ομορφιάς της τον κρόταφο σκεπάζει
κάτω από του μπράτσου την καμπύλη. Και μονάχα
αλαφροπλέκει για τη νύχτα
τις πλεξούδες της, λίγο πριν λυμένες
στης ομορφιάς τον κρόταφο.



Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ.
Από το βιβλίο: Jaroslav Seifert, «Η γλυκιά συμφορά της ποίησης», μετάφραση Κάρολος Τσίζεκ, εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 2003, σελ. 107.

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011

Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΩΝ ΠΕΠΕΙΡΑΜΕΝΩΝ ΤΖΟΚΕΫ


JAN SKÁCEL


Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΩΝ ΠΕΠΕΙΡΑΜΕΝΩΝ ΤΖΟΚΕΫ


Ο αλογίσιος ιδρώτας μοσχοβόλησε σαν τους θάμνους
του μαύρου φραγκοστάφυλου και το χαντάκι γεμάτο νερό
πλησιάζει γοργά.

Κι οι έπιβάτες που η σκέψη του θανάτου
μούδιασε στις φτέρνες τους
επαναλαμβάνουν με το νου τους τον κανόνα:

«Πρώτα πρώτα πρέπει να πετάξεις πάνω από το εμπόδιο την καρδιά σου».

Πολλοί κάνουν έτσι,
κι όταν πηδήσουν καμαρωτά το χαντάκι,
δεν προφταίνουν να κοιτάξουν πίσω τους.
Ο καιρός προς τα πίσω είναι στην απαγορευμένη κατεύθυνση.

Στις κερασιές εν τω μεταξύ τινάζεται το αίμα και το φονικό
ανεμίζει σα λάβαρο.
Η κούρσα τελειώνει και το καλοκαίρι τέλειωσε κι αυτό.
Άρχισε πάλι ένα ήρεμο, κάπως πιο μουντό φθινόπωρο.
Κι οι καβαλάρηδες που πήδησαν το εμπόδιο γυρίζουν
σε κείνο το μέρος
όπου πέταξαν την καρδιά τους προς τα εμπρός
και με σκυμμένο το κεφάλι ψάχνουν ανάμεσα στα χόρτα.

Ίσως βρεθεί. Ίσως και όχι.



Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ.
Δημοσιευμένο στη διεύθυνση http://kopanatzis.blogspot.com/

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

ΣΕ ΒΟΗΘΑΕΙ


UMBERTO SABA (1883-1957)


ΒΡΑΔΥ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ


Βγαίνει το φεγγάρι.
Στη λεωφόρο είναι ακόμα
μέρα, ένα βράδυ που πέφτει γοργά.
Αδιάφορη νεολαία αγκαλιάζεται σφιχτά•
εκτρέπεται σε ευτελείς στόχους.
Κι είναι η σκέψη
του θανάτου που, στο τέλος, σε βοηθάει να ζήσεις.


Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ.

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΚΛΟΥΒΙ ΤΗΣ ΤΣΕΧΙΑΣ



JAROSLAV SEIFERT


ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΓΟΛΑΝ


Είναι στιγμές που μες στις σκέψεις μας
ζηλεύουμε ακόμα και τους πεθαμένους,
λες και η αιώνια ανυπαρξία τους
είναι μονάχα ένα ξαπόσταμα
σε μια γλυκιά γαλήνη δίχως πόνο,
σε άδυτα λουλουδιών που μαραίνονται...

Όμως αρκεί μόνο ένα ρίγος ηδονής,
όποιας και νά ’ναι,
και πρόθυμα ξαναγυρίζουμε
στις καθημερινές μας ταλαιπωρίες.

Έζησα περισσότερο απ’ όλους τους ποιητές
της γενιάς μου...
Όλοι τους ήταν φίλοι μου.
Τελευταίος πέθανε ο Βλάντιμιρ Γόλαν.
Πώς να μη νιώθω αγωνία;
Είμαι μόνος.

Πρώτος έφυγε ο Γίρζι Βόλκρ,
ήταν νέος και βιαζόταν.
Αχ, τα άμοιρα φιλιά σε στόματα
που καίγανε απ’ τον πυρετό,
φυματικών κοριτσιών σε σανατόριο
στην ακροθαλασσιά.

Ύστερα από χρόνια πεθαίνει ο Γίντρζιχ Γόρζεϊσι,
ήταν ο μεγαλύτερός μας.
Τους στίχους του τους έγραφε σ’ ένα κατάμεστο καφενείο
πάνω σ’ ένα στρογγυλό τραπεζάκι
όπως ο στρατιώτης μετά τη μάχη τα γράμματα στην καλή του
πάνω σ’ ένα αναποδογυρισμένο τύμπανο.

Ο Γιόζεφ Γόρα ήταν ο μόνος
που μπορούσε να μιλά στον ενικό στον Φ. Ξ. Σάλντα.
Για μπείτε στον δεντρόκηπό του
όταν αρχίζουν ν' ανθίζουνε οι μηλιές.
Τα συγκινητικά λουλούδια του εύωδιάζουν στον ήλιο
πικραμύγδαλο.

Δεν μας αποχαιρέτησε ούτε ό Φράντισεκ Γάλας,
ο αγαπημένος σύντροφος.
Ήθελε οι στίχοι του να κρώζουν
στ’ αυτιά των ανθρώπων,
όμως καμιά φορά δεν άντεχε
και τραγουδούσε.

Με μια απότομη χειρονομία έφυγε ξαφνικά
ο Κόνσταντιν Μπιμπλ.
Φαίνεται πως νοσταλγούσε την τρυφερότητα
των κοριτσιών της Γιάβας
που είναι σαν ζωντανά λουλούδια
κι ακροπατοϋν αθόρυβα στις μύτες των ποδιών.

Ο Βίτιεζσλαβ Νέζβαλ βλαστημούσε τον θάνατο,
κι αυτός τον εκδικήθηκε.
Όταν απρόσμενα πέθανε το Πάσχα
όπως το είχε ο ίδιος προφητέψει για τον εαυτό του,
έσπασε ένα απ' τα δυνατά κλωνάρια
του δέντρου της ποίησης.

Ούτε που αναλογίστηκε τον θάνατο
ο Φράντισεκ Γρούμπιν.
Στην αρχή δεν υποψιαζόμουν καν πού είχε ανακαλύψει
την καντιλένα των στίχων του,
ενώ εκείνος απλώς αφουγκραζόταν
το χαμογελαστό νερό
στο φράγμα του Σάζαβα.

Ο Γόλαν έσβηνε αργά
και το τηλέφωνο συχνά έπεφτε απ’ το χέρι μου.
Σε αυτό το καταραμένο μεγάλο κλουβί της Τσεχίας
σκορπούσε τα ποιήματά του με περιφρόνηση,
σαν κομμάτια ματωμένο κρέας.
Τα πουλιά όμως φοβόταν.

Ο θάνατος ζητούσε από αυτόν υποταγή,
υποταγή όμως αυτός δεν ήξερε τί σημαίνει
και μέχρι την τελευταία στιγμή
απεγνωσμένα πάλεψε μαζί του.

Ο Άγγελος που του ανασήκωνε τα χέρια,
όταν έχανε τις δυνάμεις του,
καθότανε στην άκρη του κρεβατιού του
κι έκλαιγε.



Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ.


Από το βιβλίο: Jaroslav Seifert, «Η γλυκιά συμφορά της ποίησης»
εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2003, σελ. 190-192.

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009

ΤΑ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΤΩΝ ΩΡΩΝ


VLADIMIR HOLAN (1905-1980)


ΧΑΡΑΜΑΤΑ


Είναι η στιγμή που ο παπάς πηγαίνει να λειτουργήσει
πάνω στη ράχη του διαβόλου.
Είναι η στιγμή που η βαριά βαλίτσα της αυγής
παίρνει τη ραχοκοκαλιά μας για φερμουάρ.
Είναι η στιγμή που κάνει παγωνιά και ο ήλιος δεν λάμπει,
η ταφόπετρα ωστόσο είναι ζεστή
γιατί κινείται.
Είναι η στιγμή που η λίμνη παγώνει από τις όχθες,
ο άνθρωπος όμως απ’ την καρδιά.
Είναι η στιγμή που τα όνειρα δεν γίναν παρά μόνο
ψύλλων τσιμπήματα στο δέρμα του Μαρσύα.
Είναι η στιγμή που τα δέντρα, πληγωμένα απ’ τη λαφίνα,
την περιμένουν να γλείψει την πληγή.
Είναι η στιγμή που τα θραύσματα από τις λέξεις των ωρών
τα μαζεύει το αιδοίο του ρολογιού.
Είναι η στιγμή που μόνο η αγάπη κάποιου
τολμάει να κατεβεί στη γεμάτη σταλακτίτες σπηλιά των δακρύων
που κρυφά τα συγκράτησαν και κρυφά δουλεύαν.
Είναι η στιγμή που πρέπει να γράψεις ένα ποίημα
και σε αυτό να το πεις αλλιώς, πέρα για πέρα αλλιώς…


Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ.
Δημοσιεύθηκε στην «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας στις 26/06/09.

Κυριακή 3 Ιουνίου 2007

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΠΩΣ ΚΑΤΑΚΤΙΕΤΑΙ



UMBERTO SABA (1883-1957)

ΒΡΑΔΥ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ


Βγαίνει το φεγγάρι.
Στη λεωφόρο είναι ακόμα
μέρα, ένα βράδυ που πέφτει γοργά.
Αδιάφορη νεολαία αγκαλιάζεται σφιχτά•
εκτρέπεται σε ευτελείς στόχους.
Κι είναι η σκέψη
του θανάτου που, στο τέλος, σε βοηθάει να ζήσεις.


Mετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ.

Παρασκευή 13 Απριλίου 2007

ΔΑΣΗ, ΒΟΥΝΑ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ



JAROSLAV SEIFERT (1901-1986)



ΕΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣ ΕΥΔΟΚΙΑ


Αυτά τα δάση, τα βουνά, όπου σιωπηλά χιονίζει,
και όπου σε όσους κοιμήθηκαν η νύχτα άστρα σκορπά,
αυτά τα δάση, τα βουνά, το έθνος πιά δεν τα ορίζει,
τα σύνορά μας σήμερα τα δείχνουν τα πουλιά.

Θά ’λεγες πως στο χτύπημα κανείς μας δεν θ’ αντέξει,
κάτω απ’ τη φτέρνα, αλίμονο, το έθνος θα συντριφτεί.
Ο μύθος που παρήγορα παλιά μας είχε θρέψει
μας δείχνει δρόμο αδιάβατο που έχει αποκλειστεί.

Μα να που δεν κατάρρευσε κι αν και ταπεινωμένο
δεν είναι ανυπεράσπιστο θανάσιμα, για δες:
από χιτώνα αγγελικό, βουβό, μαρμαρωμένο,
μπορείς να σχίζεις σήμερα πανί για τις πληγές.


Από την ποητική συλλογή «Přilba hlíny», 1945.
Από το βιβλίο: Jaroslav Seifert, «Η γλυκιά συμφορά της ποίησης», μετάφραση, εισαγωγή, σημειώσεις Κάρολος Τσίζεκ, Ποταμός, Αθήνα, 2003, σελ. 95.