Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα DE LA ROSA (JOSÉ MARÍA). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα DE LA ROSA (JOSÉ MARÍA). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Μαρτίου 2024

ΣΕ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΗ ΚΑΤΑΒΑΣΗ


 

JOSÉ MARÍA DE LA ROSA

 

[ΣΕ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΗ ΚΑΤΑΒΑΣΗ]

 

Σε κατακόρυφη κατάβαση

περπατώ προς την κορυφή των μηνών που υπάρχω,

σε πολικές γωνίες, που δεν γνωρίζουν κανένα ίχνος,

στη δε διαδρομή μου με φολίδες υπναλέες και πεδιάδες κοιμώμενες

καρφώνω το κατάκοπο φως

σ’ έναν στυγνό επίλογο μηχανισμών κατάγκριζων.

 

Πρόκειται για το σκοτεινό μου πεπρωμένο

να σπάω τραγανά παγόβουνα,

σαν κούφιες καρδιές,

σαν ταφόπλακες και πένθιμες ενδυμασίες

σαν χείλη αδρανή,

και να μετακινώ τις αρκτικές ζώνες, ξεσκισμένες, έξαλλες,

για να διυλιστεί η κατασχεθείσα και ξεχαρβαλωμένη εικόνα τους

ανάμεσα σε δέντρα και τρούλους αρχειοθετημένων πάγων.

 

Βιολετιά περιδίνηση ανάλαφρης πάχνης

αναβλύζει απ’ το βουνό σαν τσαλακωμένος καθρέφτης,

σαν φύλλο χαμένου λευκώματος χωρίς αριθμό

που επιπλέει πορευόμενο σ’ ένα εύπορο πέπλο αβεβαιοτήτων.

 

Και στο διάστημα μέσα περιπλανιέται η γη εξαντλημένη

— μάτι πολύ αργό, αποσυντεθειμένο και θολό

σαν μαύρο κρύσταλλο ή σαν πυρά ζωηρεμένη.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΗΛΙΟΣ ΝΕΟΥ ΠΡΩΙΝΟΥ ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΤΣΑ ΜΟΥ

 


JOSÉ MARÍA DE LA ROSA

 

[ΗΛΙΟΣ ΝΕΟΥ ΠΡΩΙΝΟΥ ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΤΣΑ ΜΟΥ]

 

Ήλιος νέου πρωινού στην ταράτσα μου,

γύρω απ’ τα λαχανιασμένα, μισάνοιχτα μάτια μου

για να βιώνω ξανά φως σταθερό αναλλοίωτο

στο φλεγόμενο ποτήρι των νερών επάνω στο στήθος,

που είναι τώρα καθρέφτης άσπρων κεριών, εκκρεμές σχεδόν νεκρό,

στη γαλάζια έρημο, όπου μια φωνή ανέμου,

που τινάζει τις φλέβες του, δίνει στα κύματα που πάνε και τσακίζουν

της φτερούγας τη δόνηση.

 

Ο κόσμος στο χωριό εξύπνησε  αργά –

σήμερα είναι γιορτή, και μόλις μετά βίας ξεχωρίζω

τους ήχους της ζωής, από εδώ όπου πάντα

με κυκλώνουν τα όνειρα, όντας πιο ξύπνιος από ποτέ,

σε άγρυπνη ένταση, και καραδοκώντας την αγωνία μου

σε κάποια δυσάρεστη συνάντηση, μπορεί μάλιστα και σαν λήθη

λανθάνουσας στοργής, κάτι που εν πάση περιπτώσει

δεν είναι άλλη μια λήθη ακόμα.

 

Και, να, παρατηρώ τις βλεφαρίδες μου γεμάτες πρώιμη θάλασσα,

τούτη τη μέρα του Γενάρη – χειμώνας καιρός, άσπρος ο ήλιος.

Δέκα η ώρα και ανάμεσα στις σκέψεις μου χτυπάει

κάτι κρύο και στρογγυλό που μου καίει το χέρι,

εδώ δίπλα στο μέτωπό μου που τό ’χω στα δάχτυλά μου μέσα κλεισμένο·

Σκέφτομαι τη μέρα εκείνη, όταν η πράσινη χλόη

έδωσε από μιας αρχής τα μαλλιά της στον αέρα, ζωή

που κατέστρεψε τη σιωπή τσακίζοντάς την μες σε χαρές

δασών και ποταμών, για να γίνει μέσα μας

δάκρυα, πάγος σε σταγόνες επίμονου ιδρώτα,

στάλες πάλης μεταξύ της επιθυμίας και αυτού του τέλους που κρύβεται

στον οριακό χώρο της τυφλής μας μελέτης.

 

Μια μέρα πολύ θα τό ’θελα, με τα πολύ αδέξια χείλη μου

και με τα μάτια μου τα παγωμένα στην κρυστάλλινη ακινησία,

να πιώ διψασμένος φως, να καούν τα σωθικά μου,

τα νεύρα μου, τα μαλλιά μου μέσα στο κρυμμένο μυστικό σου

και να ξυπνήσω έπειτα, απών και ξεχασμένος

από τούτον εδώ τον ζωντανό πόνο

που περιέχει το αχανές της γης ολόκληρης.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΜΕ ΜΟΝΟ ΤΟ ΕΝΑ ΧΕΡΙ ΣΗΚΩΜΕΝΟ


 

JOSÉ MARÍA DE LA ROSA

 

[ΜΕ ΜΟΝΟ ΤΟ ΕΝΑ ΧΕΡΙ ΣΗΚΩΜΕΝΟ]

 

ΜΕ μόνο το ένα χέρι σηκωμένο

ξίφη δοθείσης ευκαιρίας καταστρέφουν τα σύννεφα

με τις γαλακτώδεις τους αγκάλες,

που, σαν άκαμπτα φίδια

γλιστρούν φιλώντας το σπασμένο αίμα,

το σαβανωμένο στον άνεμο.

Τα δε αποστεωμένα τους κεφάλια

αμφισβητούν στη θάλασσα τις αμφιβολίες των κυμάτων,

όποτε τυχαίνει το νερό να είναι άσπρο.

Και έχουν την κατατομή εκείνου που δεν είναι κανείς

κι έχει σάρκες χτυπημένες με κόκκινα θραύσματα,

με σθένος μολυβένιο.

Ξεστρατίζουν οι στραβές ή μακρινές φωνές

και τα χαλύβδινα φτερά τους (από χάλυβα που τρέμει)

καταρρίπτουν προδοσίες, αναγγελίες και του ουρανού πετεινά …

Αγκάθια φλεγόμενα

μπήγονται βαθιά στα μάτια μου μέσα

από μακριά, πολύ μακριά ...

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ «ΑΝΑΤΟΜΙΑ» ΤΟΥ ΠΙΚΑΣΟ

 



JOSÉ MARÍA DE LA ROSA

 

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ «ΑΝΑΤΟΜΙΑ» ΤΟΥ ΠΙΚΑΣΟ

 

Το γονιμοποιημένο ωάριο στην καμπύλη μήτρας αισθητικής

είναι σαν τρελή κραυγή στην γκρίζα μακρότητα ή σαν

κύκνος που ενώ κοιμόταν εξεστράτισε απ’ τα κόκαλά του·

το δε χαμόγελο της χαριτωμένης βρύσης,

με τα χέρια του τα τεντωμένα, με μάτια στη θωρακική του χώρα,

στην κοιλιά ή στο πρόσωπο,

με τα γυμνά του πόδια δίχως δάχτυλα ή νύχια,

κρατώντας ισορροπία στο λάστιχο κάποιου ίσκιου ριγωτού,

είναι σαν ποτάμι που κρύφτηκε στις ίδιες του τις όχθες,

με δόντια κανονικά και προδήλως στρατηγικής σημασίας.

 

Δείτε του νεαρού πέους την ασφάλεια, πέους σωστά στριμμένου

και φιλομαθούς, που του προσφέρει φαγητό μια σύζυγος χωρίς φούστα,

με τη σπουδαιότητα μεσαιωνικού ρητοροδιδάσκαλου ή σκαραβαίου, που κουνιέται

–αξιοπρεπώς πως–, με την ταχύτητά του γκαζωμένη στο τέρμα.

Το στέλεχός του διατηρεί κάτι αξιοθρήνητα ίχνη από καμινάδα

χωρίς ούτε καν κεραμίδι ή φαγωμένο τούβλο

ενώ στο βάθος-βάθος συναντάς ολόκληρο τοπίο στην οθόνη των παραλυτικών κινηματογράφων.

 

Ή πέφτεις πάνω σ’ εκείνη την ξέφρενη τζαζ-μπάντα, με σερβιρισμένα τα στήθη της

σ’  ένα πιάτο, να προσπαθεί να τα καταβροχθίσει πυρετωδώς, και με την άκρη του ματιού της

να κυνηγάει κάποιο εκεί κερασφόρο μανιτάρι,

που λιποθυμάει ξεχωρίζοντας το γλέντι απ’ το μεθύσι.

 

Τους τρυφερούς μηρούς, χωρισμένους απ’ το δίκαιο γόνατο,

σαν άλλη ρίζα δοντιού που πεθαίνει, τους στηρίζει ένας αφαλός

που τον κοιτάς με κίτρινη θλίψη

να ταράζει θλιμμένο νύχι, σε πόδι στραβό και πολύ λυπημένο,

με τον λαιμό του λυμένο.

 

Δίπλα σε αυτό το κλασικό μονόχειρο κιονόκρανο,

είναι ένα κράνος όλο καρφιτσωμένα λεμόνια

σαν καραβέλα που ξαναπλέει ανάμεσα σε αμάξια και ραδιόφωνα,

με την επιτραπέζια υπογραφή σκωροφαγωμένων ρόδων,

και διερευνά τον χώρο με τα παραμορφωμένα πόδια του

τα σαν δοκάρια μα και σαν ψημένες φρυγανιές που τρίβονται.

 

Μπροστά στο κάθισμα του 18ου αιώνα, σαν άγγελος ή

και σαν χαμένος φθισικός εραστής, νιώθω τον πειρασμό να βολευτώ

και να φυλάξω το πακέτο των αναμνήσεων

και ν’ ανεβοκατεβαίνω σ’ έναν υπέροχο περιστρεφόμενο τροχό που κινεί το λινάρι

της πολιάς κεφαλής,

να  διαμείνω στο φεουδαρχικό κάστρο το γεμάτο άσους κούπα

και ν’ αφήσω κατά μέρος

το ότι η άσεμνη γυναίκα των απαγορευμένων παιχνιδιών

συχνάζει στη μάχη των φύλων

που έχει προωθήσει τον αετό ή το μυστρί των τριφυλλόμορφων σπαθιών και των ομματοϋαλίων,

μπροστά απ’ τους δύο εραστές που είναι ροδάκινα, σαμπάνια ή καταρράκτες,

γέλιο ή χώρα ανώνυμη.

 

Με στρογγυλές κορυφές,

με κρανίο κρεμαστό

η λυγερή γκιλοτίνα με τα πρησμένα γόνατα,

σαν στήθος γεμάτο αποθέματα,

απειλεί τον οισοφάγο –ζέπελιν ναυαγισμένο–,

μεταξύ αδιαφορίας και

χάλυβος –βίδα μ’ ένα στρογγυλό τσεκούρι στον εγκέφαλο–,

ενώ οι εγκύκλιοι βλαστοί σαν αποστεωμένα οπίσθια

αφήνουν τον αέρα λευκό,

τη σταθερότητα μιας αόρατης κνήμης

εξετάζοντας εξονυχιστικά τις παρθένες βεράντες, τις γεμάτες τρίγωνα,

μ’ ένα μόνο θηκάρι

απογοητευμένο από κορυδαλλούς και πορτοκάλια· με δάχτυλα γαντοφορεμένα

που βυθίζονται σε άδειες σφαίρες γεωγραφικές.

 

Με το βιβλίο μισόκλειστο ανάμεσα στα εξογκωμένα μέλη

η κυρία, κινώντας σαν ριπίδιο μια υποψία,

ξεκινά να πάει στη γλύκα ενός κρασιού με αστεροειδείς

που προσφέρει ο αναβάτης

στην κάρτα των αιωρούμενων δίδυμων σφαιρών της...

 

Κήποι, γλάστρες, πλαστρόν από πουκάμισα,

ευλάβειες και κατηγορίες –ανδρείκελα νευρικά –,

Ανατομία Δικαίων Αμαρτημάτων, όλα αυτά,

και φτάνουμε στο τέλος ενός κούφιου φιλιού

σαν άλλη νότα από σελιλόιντ άκαμπτο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.