Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ (ΘΕΟΔΩΡΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ (ΘΕΟΔΩΡΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

ΑΝ

 


ΝΙΚΟΣ ΣΦΑΜΕΝΟΣ

 

ΑΝ


Στον Θεόδωρο Μπασιάκο

Αν με ρωτούσες
θα σου λεγα
πως θα θελα
να μασταν
σε ένα από τα καφενεία
που σου έγραφα
και να τραγουδάμε
για εκείνα τα όνειρα
που ταξίδεψαν

έπειτα
θα σκορπίζαμε ποιήματα
σε φωτοτυπίες
χορεύοντας
στους έρημους δρόμους

ανοιξιάτικο βράδυ
η πόλη κοιμάται

αγγίζω το βιβλίο
που μου χες στείλει τότε
και χαμογελάω
σίγουρος
πως θα ανοίξουμε μαζί τις σελίδες
και οι μέρες μου θα πάρουν λίγο χρώμα


25/4/2021

 

Σάββατο 1 Αυγούστου 2020


Δημοσιεύθηκε στο σημερινό φύλλο της Εφημερίδας των Συντακτών

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟ ΜΠΑΣΙΑΚΟ

Από τα ευεργετήματα του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι ο τρόπος να στήνεις γνωριμίες και φιλίες που δεν τις φανταζόσουν,… που είναι –με την κυριολεκτική σημασία της λέξης– απίθανες. Χάρη στο facebook είχα την προνομιακή τύχη να γνωριστώ με τον –έτσι υπέγραφε– Θεόδωρο Μπασιάκο. Με τη πρωτοβουλία, μάλιστα,  της κοινής μας φίλης Αλεξάνδρας Δήμου βρεθήκαμε κάμποσες φορές, παρ’ όλο που δεν ήταν εύκολο: αυτός στην Αθήνα και εγώ στην Κέρκυρα. Όσες φορές συναντηθήκαμε, η αφορμή ήταν κάτι που το ονομάζαμε (χάριν της συνεννοήσεως) «γιορτή», γιατί ήταν όντως γιορτή. Συναντιόμασταν στο Salero  στα Εξάρχεια καμιά εικοσαριά (τουλάχιστον) άτομα και στήναμε ποιητικές / καλλιτεχνικές βραδιές. Εκ του προχείρου και με τη σοβαρότητα  της αυθόρμητης κίνησης: ο έχων δίδει, ο μη έχων λαμβάνει.
Από τις 19 Ιουλίου ο Θεόδωρος Μπασιάκος δεν είναι στη ζωή. Στις 23 Ιουλίου αποτεφρώθηκε η σορός του. Τα λόγια που ακολουθούν γράφονται υπό το κράτος συγκινησιακής φόρτισης και άφατης αμηχανίας.
Δώδεκα μέρες προτού αποβιώσει, του ζήτησα να μου στείλει ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για κάποια έκδοση ανθολογημένων ποιημάτων. Ιδού τι έλαβα στο messenger: 
Μπασιάκος Θεόδωρος. Αθήνα 1963. Επισήμως έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Μαύρα Μάτια», Πλανόδιον 2006, και παλιότερα τα νεανικά του «22 ποιήματα» και «Πολύ ευγενής», αρχές δεκαετίας ’80. Ποίημά του πρωτοδημοσιεύτηκε στο Νέο Σοσιαλιστή, αριστερό εφημεριδάκι της μεταπολίτευσης. Συνήθως διακινεί τους στίχους του εκτός εμπορίου υπό μορφή μικρών αυτοσχέδιων φυλλαδίων εκτός εμπορίου. Ηλεκτρονικά κυκλοφορεί κι η συλλογή «Κούκου-νιάου», Ενδυμίων 2017, στην δε ομαδική συλλογή «Επ7ά φωνές», Εξιτήριον 2018, συμμετέχει με 7 «γαλλικά» κομμάτια. Ο ίδιος πάντως προτιμά τα λάιβ σε διάφορες αντεργκράουντ μουσικοποιητικές βραδιές της «αριστερής όχθης» των Αθηνών.
Και κλείνοντας σημείωνε: «Το παράκανα λίγο, ας περικοπεί όσο είναι απαραίτητο».
Ο Μπασιάκος (ή Γκαν-γκαν ή Ινδιάνος) είναι αυθεντική φωνή της αντεργκράουντ ποίησης. Το αποδεικνύουν οι στίχοι του. Με υλικά από την καθημερινή κουβέντα, που καμιά φορά –με παιγνιώδη διάθεση– τα διανθίζει με λόγιους τύπους («μη πλέον εν χρήσει»), στήνει ποιήματα που ευχαριστούν την ψυχή του αναγνώστη. Ο ίδιος ήταν τραγουδιάρης: λάτρευε τα ρωσικά και τα τσιγγάνικα τραγούδια, όπως επίσης και τα ιταλικά, ακόμα και αυτά του τύπου «canzonissima». 
Τα ποιήματά του είναι τραγούδια – δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά είναι. Γκινσμπεργκιανή και φερλινγκέτεια διάθεση διατρέχει τους στίχους του, που τους συντηρεί σε μονόφυλλα.
Ο Μπασιάκος είναι περιθώριο αυθεντικό – καθόλου ιμιτασιόν, καθόλου φολκλόρ, καθόλου φιγουρατζής. Δεν περιάγει την τέχνη του επαιτώντας θαυμασμό και αναγνώριση. Σούμπιτος είναι η τέχνη του, και η τέχνη του είναι η ίδια του η ζωή. Είναι ευγενής και γι’ αυτό του αρέσουν οι απολαύσεις που μπορεί να έχει. Αλλά δεν νιώθει να του χρωστάνε τίποτα, ούτε διεκδικεί ποικιλώνυμα «κεκτημένα». Ενθουσιάζεται σαν μικρό παιδί, όταν λέει ότι είναι «ανεπρόκοπος»
Είναι ποιητής ταγμένος στη μεριά των προλετάριων. Τελεία. Ούτε «μποέμ» ούτε «προφητικός» – αυτά είναι για τους αστούς ποιητές, για να νιώθουν ότι δεν είναι αστοί, αλλά κάτι άλλο. Ο Μπασιάκος είναι μια ποιητική ανθρώπινη ύπαρξη που «καταλαβαίνει» τους πάντες. Ακόμα και τους ταξικούς του εχθρούς! Η μακροθυμία του είναι απόσταγμα ποιητικό. Μέσα σε κλίμα «φαμφάρας» και «ταρατατζούμ» στήνει το τσιγγάνικο πανηγύρι του και μας χαρίζει εκ περιουσίας τη χαρά της ζωής όπως την προσλαμβάνει ο ίδιος. Ήταν άρρωστος, ήξερε ότι τα πράγματα «δεν εξελίσσοντο καλώς», κι εντούτοις απευθυνόταν προς την αρρώστια του σαν να είχε μπροστά του μια κυρία που δεν ζει χωρίς τις ρεβεράντζες που απαιτεί να της κάνουν.
Τρελαινόταν για Μαγιακόφσκι, για Πρεβέρ, για Νικανόρ Πάρρα. Του άρεσε πολύ και ο Ρενέ Σαρ – κουβεντιάζαμε πάντα γι’ αυτόν, όπως και για τον Μπόρχες. Είχε γράψει κι ένα ποίημα με τίτλο Μπορχεσάρ.
Σύντομο και αμήχανο τούτο το σημείωμα. Αν το ήξερε, θα με απέτρεπε. Είμαι βέβαιος, πάντως, ότι με συγχωρεί. Γι’  αυτό και το γράφω.  Όπως με «συγχώρησε» τότε που είχα διδάξει σε φοιτητές μου στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας κάποια ποιήματά του, όταν τον διαβεβαίωσα ότι τα παιδιά «δεν δυσαρεστήθηκαν καθόλου». Έχω μάθει ότι οι εκδόσεις Πανοπτικόν ετοιμάζουν μιαν έκδοση των ποιημάτων του. Εκεί θα διαβάσουμε λόγια σαν κι αυτά, από το τελευταίο του ποίημα, όπου η πάλη συνεχίζεται:

LA LUTTE CONTINUE

Μεσάνυχτα στο νοσοκομείο
Έχω βγει στο μπαλκόνι, σε στάση επαγρύπνησης
Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο της καβάτζας
Με περιτριγυρίζει η ομορφιά του κόσμου, φυτά κι' αστέρια κι' όλα
Πλάϊ μου ο σύντροφος, ένα ντερέκι καλοκάγαθο, εργάτης, με τον καθετήρα του παρά πόδα.
Ησυχία.
Εν αναμονή των μεγάλων μαχών.
Αυτή την ώρα αντιλαμβάνομαι τη ζωή ως φρουρά απεργιακή.
Σιγοτραγουδώ Ραούλ Βανεγκέμ, ένα τραγουδάκι πολύ αγαπητό σ' εμάς τα παιδιά των Λυσσασμένων: 
("la vie s'ecoule, la vie s'enfuit...")
Πρώτα θα μου βγει η ψυχή και μετά η ποίηση.

(Σαβ. 12/7/20, 1.30 π.μ.)

Χαίρε, Τεό Μπασιάκ. Χαιρετίσματα στους φίλους, ξέρεις εσύ.

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ


ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ

Στις 25 Ιουνίου στις 7.27 μ.μ. μου στέλνει μήνυμα ο Θόδωρος:

Γεια σου Γιώργο, σ' ευχαρισττω πολυ για την ποητικη συλλογη, διαβαζω με λαχταρα λιγο και με κοπο καθε πρωι και βραδι. Καλη συντροφια. Σ' αγαπαω φιλε μου, εσυ εισαι αληθινος ποιητης. Σημερα παντρευτηκαμε κιολας με την Μαριανθη.
Σε χαιρετω απο τους τροπικους του Καρκινου.
Venceremos


Και μου στέλνει με λινκ και τούτο:


Α ρε γκανγκάν!...

Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ 
(30 Ιανουαρίου 1963 – 19 Ιουλίου 2020)


[LA LUTTE CONTINUE]

Μεσάνυχτα στο νοσοκομείο
Έχω βγει στο μπαλκόνι, σε στάση επαγρύπνησης
Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο της καβάτζας
Με περιτριγυρίζει η ομορφιά του κόσμου, φυτά κι' αστέρια κι' όλα
Πλάϊ μου ο σύντροφος, ένα ντερέκι καλοκάγαθο, εργάτης, με τον καθετήρα του παρά πόδας.
Ησυχία.
Εν αναμονή των μεγάλων μαχών.
Αυτή την ώρα αντιλαμβάνομαι τη ζωή ως φρουρά απεργιακή.
Σιγοτραγουδώ Ραούλ Βανεγκέμ, ένα τραγουδάκι πολύ αγαπητό σ' εμάς τα παιδιά των Λυσσασμένων:
("la vie s'ecoule, la vie s'enfuit...")
Πρώτα θα μου βγει η ψυχή και μετά η ποίηση.


(Σαβ. 12/7/20, 1.30 π.μ.)

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟ ΜΠΑΣΙΑΚΟ


ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟ ΜΠΑΣΙΑΚΟ

Έφυγε από τη ζωή ο αγαπημένος φίλος και σύντροφος, ο αυθεντικός και εξαίρετος ποιητής Θεόδωρος Μπασιάκος. Προσωπικότητα ευγενής, όπως είναι άλλωστε όλοι οι αληθινοί επαναστάτες.
Πριν από τρεις μέρες τού ζήτησα ένα βιογραφικό του σημείωμα για κάποια έκδοση. Ιδού τί μου έστειλε:

Μπασιάκος Θεόδωρος. Αθήνα 1963. Επισήμως έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Μαύρα Μάτια», Πλανόδιον 2006, και παλιότερα τα νεανικά του «22 ποιήματα» και «Πολύ ευγενής», αρχές δεκ.’80. Ποίημά του πρωτοδημοσιεύτηκε στο Νέο Σοσιαλιστή, αριστερό εφημεριδάκι της μεταπολίτευσης. Συνήθως διακινεί τους στίχους του εκτός εμπορίου υπό μορφή μικρών αυτοσχέδιων φυλλαδίων εκτός εμπορίου. Ηλεκτρονικά κυκλοφορεί κι η συλλογή «Κούκου-νιάου», Ενδυμίων 2017 στην δε ομαδική συλλογή «Επ7ά φωνές», Εξιτήριον 2018 συμμετέχει με 7 «γαλλικά» κομμάτια. Ο ίδιος πάντως προτιμά τα λάιβ σε διάφορες αντεργκράουντ μουσικοποιητικές βραδιές της «αριστερής όχθης» των Αθηνών.

Στο καλό, φίλε και σύντροφε!

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΤΕ


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ


ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΤΕ!

Μια, δυο φορές τουλάχιστον τη μέρα
να το κάνετε
προ φαγητού, μετά το φαγητό
ή και συγχρόνως τρώγοντας
να πετάτε
να τραγουδάτε
Πουλί είναι ο άνθρωπος
μην το ξεχνάτε
κι' ο χρόνος λίγος των πουλιών.
Η σύμβαση η λεγόμενη κλουβί είναι μι' ανοησία.
Κάλλιο, λέω, να το  κάνετε.

.
Φωτό: Miroslav Hucek.

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020

ΑΣΤΙΚΑΙ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΙ


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ


ΑΣΤΙΚΑΙ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΙ

Κυττάζω τους επιβάτες στο τραμ, στο μετρό, στ’ αστικά λεωφορεία
κυρίες ωραιότατες, κύριοι σενιαρισμένοι, με την τσαντούλα τους, / ή και με χωρίς τσαντούλα, / η νεολαία μας, οι παππούδες
όλοι
με ένα κινητό στο χέρι
και τί λεν / σαχλαμάρες λένε / τί άλλο / ανταλλάσσουν μηνύματα / σαχλά / παίζουν κάτι παιχνίδια σαχλά / ακούν σαχλές μουσικές με τα καλώδια στ’ αφτιά / ή δημοσιεύουν selfies στα ΜΚΔ / ή κάποιοι ας πούμε οι καλύτεροι διαβάζουν κάποιο βιβλίο / σαχλό επίσης
παμβλακώδες
κι’ αναρωτιέμαι ρε, πού πάμε, πού πάμε / καλύτερα δεν θα ήταν απλώς ν’ ανταλλάσσουμε / βλέμματα, ένα / χαμόγελο, / μια κουβέντα / απλώς / ανθρώπινη, για τον καιρό παραδείγματος χάριν
κι’ ακόμα καλύτερα λέω δεν θα ήταν
(είναι) / να χαζεύουμε απ’ το παράθυρο έξω βυθισμένοι σε σκέψεις / αόριστες / ποιητικές / και να πηγαίνει το τραμ / (το μετρό, το αστικό λεωφορείο κλπ.) / και να κατεβαίνουμε σε λάθος στάση και να πέφτουμε / πάνω στον ποιητή Παστάκα, / ας πούμε, / ή τον Δάγλα / ή τον Δέσπι / ή τον Ζελιαναίο και τ’ άλλα τα παιδιά από το Γύρω απ’ τον Μπουκόφσκι / ή τον μακαρίτη τον Νότη Γέροντα και το Μαράκι / ή τα παιδιά της Τυφλόμυγας / ή τα παιδιά του Φαρφουλά και της Υ.Ο.Α. / ή τον Βασίλη Νικολαΐδη…
ή τέλος πάντων κάποιο άλλο γερό κι’ ενημερωμένο ποτίρι
και να τραβάμε μαζί να το τσούξομε, αντί
καθείς στη δουλειά του
σαχλαμάρες
σιγά τη δουλειά
καλά λέω! –
και βέβαια καλύτερα.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ


ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ
 
Ποιοι είμαστε; Πούθ' ερχόμαστε; Πού πάμε;
- τα λεγόμενα μεγάλα ερωτήματα -

Πρόχειρα εγώ απαντώ:
είμαι ο Γκαγκάν ο μυτεράν
εξ Αλδεβαράν
και πάω (φυσικά*) όπου με πάει η μύτη μου.
Ο Μήτσος είναι φίλος μου και γείτονας και φρικιό
παλιό
Ανταμώνουμε πότε-πότε τυχαία μάλλον συνήθως πάντα στο δρόμο
ή στα τραμ
ή στα τρένα
ή στη Λαμία
ή στα πλοία
πάντοτε ο Μήτσος
Πού 'σαι, ρε;
με ρωτά
Εδώ!
Πας ή έρχεσαι;
με ρωτάει ο Μήτσος.
Ενδιαφέρον ερώτημα! Δεν θυμάμαι αν του έχω ποτέ απαντήσει,
μα πολύ απολαμβάνω τον προβληματισμό.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΩΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΠΑΤΗ



ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ


Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΩΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΠΑΤΗ

Εγώ είμαι γενικώς εναντίον του μπουρζουάδικου χρόνου.
Οι κομμουνάριοι στο Παρίσι βγαίναν και πυροβολούσαν όλα τα δημόσια ρολόγια.
(Έτσι λέει τουλάχιστον ο Μαρκούζε στον Μονοδιάστατο άνθρωπο, επικαλούμενος τις περίφημες σημειώσεις του Μπένγιαμιν για την Ιστορία...)

Μια μαλακία είναι ο χρόνος.
Οι χιλιανοί αδελφοί μας απαιτούν την απαλλοτρίωση 30 χρόνων κλεμμένης ζωής του λαού με αποζημίωση 30 πέσος, ήτοι κάπου δέκα σεντς και πολύ τους πάει.

Έτσι για γούστο προτείνω κάθε που αλλάζει η ώρα να αλλάζει και η κυβέρνηση, δεν χρειάζονται εκλογές. Τον χειμώνα ας μας κυβερνάν οι σοσιαλδημοκράτες, το καλοκαίρι οι νεοφιλελεύθεροι. Ή τ' αντίστροφο. Μικρές οι διαφορές αν και όχι ασήμαντες...

Κλείνω, πάμε πάλι απ' την αρχή. Κάτω ο χρόνος!
Απεργία διαρκείας!

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019

Ή ΘΑ ΒΡΕΞΕΙ ΤΩΡΑ Ή ΔΕΝ ΘΑ ΒΡΕΞΕΙ…


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ


Ή ΘΑ ΒΡΕΞΕΙ ΤΩΡΑ Ή ΔΕΝ ΘΑ ΒΡΕΞΕΙ…

Σημειώστε, κυρίες και κύριοι:
11 19 32 6 43 49 - 1
Είναι οι τυχεροί αριθμοί του επόμενου λόττο.
Εμένα ποσώς μ’ ενδιαφέρουνε τα λεφτά
Ούτε η τύχη αλλ’ ούτε κι’ ο λεγόμενος τίμιος μόχθος
Ούτε βεβαίως και το καπιταλιστιλίκι.
Περήφανος είμαι αλλ’ ακατάδεκτος όχι:
Αν μου προσφέρατε τώρα ένα σάντουϊτς ή ένα άνθος θα το δεχόμουν.
Θέλω να ξέρετε:
Τ’ άνθη πολύ τα αγαπώ
Κι’ απ’ όλα τα άνθη πιο πολύ την Μαριάνθη
διότι – το λέει και σ’ ένα στίχο της: –
Μόνο από αυτούς (κάτι τύπους εννοεί σαν του λόγου μου) μπορούσα
να έχω αγαπηθεί / Μόνο από αυτούς ήξερα να αγαπιέμαι.
Πρέπει να ξέρετε:
Τα λεφτά δεν ξέρουν ούτε ν’ αγαπούν ούτε και ν’ αγαπιούνται.
Όσοι αγαπάτε τα λεφτά, εις μάτην τ’ αγαπάτε.
Αν βρέξει λεφτά, Μαριάνθη, να πάρουμε ομπρέλα.
Αν βρέξει αγάπη, δεν χρειαζόμαστε ομπρέλα, ας βραχούμε.

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019

DONNERBACH MÜHLE



RENÉ CHAR


DONNERBACH MÜHLE

                      Χειμώνας 1939

Νοέμβρης με ομίχλες, και μέσα στην δασύτητα του δάσος την καμπάνα ακούω του τελευταίου μονοπατιού να καβατζάρει το βράδυ και να εξαφανίζεται, το δε μακρινό τάμα του ανέμου να χωρίζει την επιστροφή στα σίδερα της απουσίας που διαβαίνει.

   Εποχή ζώων ειρηνικών και κοριτσιών χωρίς μοχθηρία, εσύ διαθέτεις δυνάμεις, στις οποίες η δύναμη η δική μου αντιμιλάει, αντιφάσκει· έχεις του ονόματός μου τα μάτια, το όνομα που μου ζητάνε να ξεχάσω.

   Πένθιμες κωδωνοκρουσίες κόσμου πολυαγαπημένου, και ακούω τα τέρατα που σούρνονται επάνω σε χώματα δίχως χαμόγελο. Η αναψοκοκκινισμένη μου αδελφή ιδροκοπάει. Η μανιασμένη μου αδελφή καλεί στα όπλα.

   Της λίμνης το φεγγάρι βάζει πόδι στην παραλία εκείνη, όπου του καλοκαιριού η γλυκιά φυτική φωτιά κατεβαίνει στο κύμα που τη σέρνει σ’ ένα κρεβάτι από τέφρες μυχιότατες.

Σημαδεμένο από το κανονίδι
–όριο ζωντανό, τεράστιο
το σπίτι μες στο δάσος, ναι, καίγεται.
Ντόννερ, μπαχ, μύυλε:
βροντή, ρυάκι, μύλος.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.