Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα CATULLUS. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα CATULLUS. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΙΚΕΡΩΝΑ

 



ΚΑΤΟΥΛΛΟΣ

 

[ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΙΚΕΡΩΝΑ]

 

Εὐφραδέστατε τῶν ἐπιγόνων τοῦ Ρωμύλου ἁπάντων,

ζώντων τε καὶ τεθνεώτων, Μάρκε Τύλλιε,

οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν χρόνῳ μέλλοντι ἐλευσομένων,

χάριτας ὁμολογεῖ σοι Κάτουλλος μεγίστας

τῶν ποιητῶν ἁπάντων οὗτος χείριστος,

τοσούτῳ δὲ τῶν ποιητῶν ἁπάντων οὗτος χείριστος

ὅσῳ σὺ τῶν πάντων δικηγόρος ἄριστος.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2023

ΚΑΤΟΥΛΛΟΣ


 

CATULLUS

 

16

 

Θὰ σᾶς κωλογαμήσω καὶ θὰ σᾶς τσιμπουκώσω,

Αὐρήλιε πισωγλέντη καὶ Φούριε βρομοκίναιδε,

ποὺ ἀπ᾽ τὰ στιχάκια μου, τὰ τόσο αἰσθησιακά, ἐπιάσατ᾽ ἐσεῖς

καὶ βγάλατε πὼς εἶμαι, λέει, ἐγὼ ξεδιάντροπος, καριόλης.

Ἁγνός, νὰ ξέρετε, ὀφείλει νά ᾽ναι ὁ σεμνὸς ὁ ποιητὴς

ὁ ἴδιος, καὶ ὄχι (καθόλου, μὰ καθόλου!) τὰ στιχάκια του,

διότι οἱ στίχοι ἔχουν τελικῶς τῆς νοστιμιᾶς τὸ ἁλάτι,

μόνο ἂν εἶναι —καὶ δὴ ἕως ἀναισχυντίας— αἰσθησιακοὶ

καὶ ἂν καταφέρνουνε νὰ τὸν σηκώνουν (ἐν τάξει, δὲν λέω, ὄχι

στ᾽ ἄτριχα ἀκόμα παιδιά, ἀλλὰ) στὸν κάθε μαλλιαρὸ χαντούμη

ποὺ δὲν τοῦ κάνει κούκου, ντοῦρος νὰ τοῦ σηκωθεῖ ὁ ποῦτσος.

Ἐσᾶς, λοιπόν, τοὺς δύο... ἐσᾶς τοὺς δύο,

ποὺ γιὰ τὰ χίλια τόσα μου φιλιὰ ἐπιάσατ᾽ ἐδιαβάσατε

κι ἔπειτα μὲ βγάλατε ἄντρα σκατὰ καὶ ξεδιάντροπο

θὰ σᾶς κωλογαμήσω ἐγὼ καὶ θὰ σᾶς τσιμπουκώσω — θὰ δεῖτε!


Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2020

ΕΠΕΤΕΙΟΣ



ATTILIO BERTOLUCCI


ΕΠΕΤΕΙΟΣ

               … Illa domus,
Illa mihi sedes, illic mea carpitur aetas.

                                                       
Catullo

Το κυπαρίσσι που κάποιος στυγνός χειμώνας
σε τούτα δω τα μέρη, τ’ ακαθόριστα ωστόσο,
τα εμάρανε στη μνήμη
και σήμερα τα σκεπάζουν παράσιτα–

την τελευταία ζει εποχή
του έτους και του βίου –
κισσός και αμπέλοψη.
Κληματσίδες και γιρλάντες πράσινες και άλικες

που τρία περιστέρια (ασημιά, με ιριδισμούς γαλάζιους)
τις ραμφίζουν – θηλυκά ποιός ξέρει
ή αρσενικά ή και ανάμικτα
φτιάχνοντας έτσι τρίγωνα ερωτικά.

Και πετούν μακριά και ξανάρχονται και όλο γυρνάνε
μπροστά στα μάτια μου εμένα του εθελοντή
φυλακισμένου στο επάνω διαμέρισμα ...

Και δεν πρόκειται να επιστρέψουν,
έτσι και μια φορά αν χορτάσουν
μέλι  πικρό και νικηφόρο.

       Ρώμη, 18 Νοεμβρίου 1991.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




Κυριακή 15 Απριλίου 2018

ΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΤΟΥ ΑΚΜΗ Ο ΣΕΠΤΙΜΙΟΣ




CATULLUS


ΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΤΟΥ ΑΚΜΗ Ο ΣΕΠΤΙΜΙΟΣ

Την αγαπημένη του Ακμή ο Σεπτίμιος,
μες στην αγκάλη του κρατώντας την, της λέει: «Ακμή μου,
αν δεν με φλογίζει ο έρωτάς σου κι άμα πάψω
εγώ ποτέ να σ’ αγαπάω στη ζωή μου όπως
μονάχα οι τρελοί από έρωτα γνωρίζουν ν’ αγαπάνε,
μόνος στη Λιβύη να βρεθώ ή στην Ινδία πέρα,
κι εκεί να ψήνομαι με γύρω μου γαλανομάτικα λιοντάρια».
Τα λόγια αυτά σαν είπε, ο Έρως (πρώτ’ από τ’ αριστερά
κι απ’ τα δεξιά κατόπιν) φταρνίστηκε ικανοποιημένος.
Πετώντας σαν πουλάκι τότε η Ακμή και την κεφαλή
σηκώνοντας με τ’ άλικά της χείλη τού γλυκού αγοριού
τα μεθυσμένα μάτια εφίλησε και τού ’πε:
«Αχ, Σεπτιμούλη μου, φως και ζωή μου εσύ,
αρκεί για πάντα εμείς οι δύο τον ίδιο αφέντη να δουλεύουμε,
κι έτσι μπόι θα παίρνει και ολοένα θα θεριεύει
του έρωτα η φλόγα και το απαλό μεδούλι θα μου τρώει».
Τα λόγια αυτά σαν είπε, ο Έρως (πρώτ’ από τ’ αριστερά
κι απ’ τα δεξιά κατόπιν) φταρνίστηκε ικανοποιημένος.
Και να, μ’ ευνοϊκούς τους οιωνούς κι οι δυό τους πάνε τώρα:
τον έναν ο άλλος αγαπά, κι οι δυό τους αγαπιούνται!
Κορίτσι ένα και καλό έχει ο Σεπτίμιος, την Ακμή του,
και δεν τον νοιάζουνε σταλιά Συρίες, Βρετανίες.
Αγόρι ένα και καλό έχει η Ακμή, τον Σεπτιμούλη της,
για να χορταίνει χάδια και φιλιά και μέλια.
Ποιός είδε, αλήθεια, ανθρώπους νά ’ναι πιότερο ευτυχείς
με τα καλά σημάδια πάνω τους της Αφροδίτης όλα;



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

ΑΝ ΔΕΝ Σ’ ΑΓΑΠΑΓΑ ΠΟΛΥ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΚΙ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ



CATULLUS


ΑΝ ΔΕΝ Σ’ ΑΓΑΠΑΓΑ ΠΟΛΥ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΚΙ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ

Αν δεν σ’ αγάπαγα πολύ πιο πολύ κι από τα μάτια μου,
τσαχπινοπαιχνιδιάρη Κάλβε μου, θεμιστοπόλε, κοντοπούτανε –
για τούτο σου το δώρο που ’πεμψες θα σε μισούσα…
θα σε μισούσα τουλάχιστον όσο μισώ το τέρας, τον Βατίνιο.
Για πές μου, ρε: τί σού ’καμα και ποιά κακιά κουβέντα σού ’πα,
και βάλθηκες να με τελειώσεις,
με τους ποιητικούς πυγμαίους σου;

Κακό του χρόνο νά ’χει και ανάποδο ο πελάτης σου
και τη βαριά κατάρα των θεών, που τού ’ρθε
της αμουσίας να σου χαρίσει το ανθολόγιο,
να μου το δώσεις ύστερα εσύ εμένα δώρο!
Σπουδαίο δώρο, μμμ!... τί να σου πω;!
Μα αν καλά έχω ανθιστεί τη φτιάξη
της νεωτερικότητας όλους τούτους τους πιθήκους
σου τους επάσαρε για δώρο (ποιός;)
ο Σύλλας… ο ημιμαθής… ο δασκαλάκος.
Εμένα, φίλε, δεν μου καίγεται καρφί,
και φούρνος μην καπνίσει,
και μπράβο του και μπράβο σου
που σε θυμάται στις γιορτές και που
δεν πήγαν τζάμπα εσέ οι δικανικοί σου κόποι.

Θεοί, ω μεγαλοδύναμοι θεοί,
ω τί κακόγουστη συναγωγή ετούτο το κωλοβιβλίο!
Αλλά κι εσύ, ρε Κάλβε, που σου το στείλανε, ναι –
ρεγάλο, ρε, το στέλνεις τώρα
στον Κάτουλλό σου για να σπάσεις πλάκα;
Να τον ξεκάνεις θές;… να μην τον βρει αύριο η μέρα
που ’ναι τα Κρόνια, των εορτών η εορτή, η καλύτερη,
και που προστάζει το έθιμο να κάνουμε σε όλους δώρα;

Αλλά όχι, όχι… Όχι!
Γελάστηκες, κρυόμπλαστρε! Και μη νομίσεις – δεν τσιμπάω.
Άσε να φέξει πρώτα, και θα δεις: μια και δυο κινώ και πάω
και από των βιβλιοπωλείων τα ράφια κατεβάζω
όλους του Καίσιους και όλους τους Ακίνους, και βάζω
στων ατάλαντων αυτών τις λίστες
και τον Σουφήνο τον αρχιμπούρδα μετά των λοιπών κυρίων
(ένα μάτσο απαίσιους ξυλοσχίστες,
το άπαν, άμα δεν κατάλαβες, των λυρικών δηλητηρίων)
και σου τους στέλνω αντίδωρο, να μην παραπονιέσαι.
(Και πού ’σαι, Κάλβε; Στον Κάτουλλο να μην κουνιέσαι!)

Όσο για σας, φριχτά στιχάκια,
στο καλό και στα τσακίδια!
Ξουτ, μπαίγνια! Ξουτ, ρεμάλια!
Απ’ όπου ήρθατε να ξαναπάτε!
Και δεν θα μου λείψετε καθόλου, μα καθόλου,
Αίσχη του αιώνα μας δεινά, ω ποιητές του κώλου!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.