FRANCISCO DE QUEVEDO
ΣΕ ΜΙΑ ΠΗΓΗ ΟΠΟΥ ΑΝΗΦΟΡΙΖΕ Η ΛΙΣΗ ΚΑΙ ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΟΤΑΝΕΠηγή χρυσή, πηγή καθάρια – που για σένα μόνοι
κρουνοί είν’ της όψης μου οι δύο υδρίες, απ’ όπου μαθαίνεις
ποτάμι νά ’σαι και με ορμή πολλή να κατεβαίνεις
τα δάκρυα κουβαλώντας που μού γέννησαν οι πόνοι... –
το ψύχος τα νεράκια σου αν σού ψευτοκρυσταλλώνει,
με τους λυγμούς μου για τη Λίση πιάν’ να τα θερμαίνεις,
κι ας είσουν άπονη στη θλίψη μου (και άπονη μένεις),
κι ας είμ’ εγώ ο λόγος που το ρεύμα σου φουσκώνει.
Μονίμως σύ εφειδόσουν τη μορφή της, ώσπου εσβήστη·
τα δάκρά μου ξόδευα χαλάλι στα νερά σου:
στη Λίση εχάριζα την πιο βαθιά ψυχή και πίστη.
Πικρές, κουφές, τεταραγμένες, βίαιες –αχ, γειά σου! –
τις θάλασσες καλούσα, και όχι αυτό που εδώ μού ορίστη,
στ’ αγνά, γλυκά και υπέροχα καθάρια νάματά σου.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.