Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα QUEVEDO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα QUEVEDO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2018

Σ’ ΕΝΑΝ ΠΑΛΙΟ ΠΟΙΗΤΗ




JORGE LUIS BORGES


Σ’ ΕΝΑΝ ΠΑΛΙΟ ΠΟΙΗΤΗ

Στον κάμπο περπατάς που ορίζει την Καστίλλη,
μα δεν τον βλέπεις μάλλον. Σ’ ένα μπερδεμένο
χωρίο του Ιωάννη έχεις τον νου συγκεντρωμένο
και ίσα-ίσα μόνο πρόσεξες την κίτρινη ύλη

του ηλίου. Φως αμυδρό παραληρώντας πέφτει,
ενώ στην ούγια της Ανατολής προβάλλει
εκείνη η λοίδορη, η άλικη σελήνη ως άλλη
μορφή ίσως της Οργής που πλέχει στον καθρέφτη.

Το βλέμμα υψώνεις, την κοιτάς. Κι εκεί με χάρη
δικό σου κάτι ανάβει για να σβήσει. Ακόμη
την κεφαλή σου με την πολιά της κόμη

κρατάς γερμένη προχωρώντας, όμως δίχως
πια να θυμάσαι τι έλεγε ο παλιός σου ο στίχος:
Στο μνήμα του αιμορραγούσε το φεγγάρι.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.







Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

ΓΕΛΑΣ, ΒΡΕ ΚΕΡΑΤΑ ΦΙΛΟΣΟΦΕ;





FRANCISCO DE QUEVEDO


ΓΕΛΑΣ, ΒΡΕ ΚΕΡΑΤΑ ΦΙΛΟΣΟΦΕ;
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΥΠΑΙΝΙΣΣΕΤΑΙ ΜΕ ΚΟΜΨΟΤΗΤΑ ΟΤΙ ΤΟΥΤΗΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΟΙ ΔΥΣΤΥΧΙΕΣ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ’ΝΑΙ ΚΙΝΗΤΡΟ ΘΡΗΝΟΥ ΜΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑΣ ΣΥΝΑΜΑ

Γιατί γελάς, φιλόσοφε και κερατά στη σκέψη;
Γιατί θρηνείς, φιλόσοφε, και αφήνεσαι να πέφτεις;
Μα μόνος σου δεν τό ’φτιαξες που πήγες κι επαντρεύτης
σαν τ’ άλλο παλιοτόμαρο που ’χει απ’ τα χτες χηρέψει;

Ποιά θλίψη σου γεννούν, αν τά ’χεις μόνος σου γυρέψει,
γαργαλητά και στραβομουτσουνιάσματα; Κι αν κλέφτης
ή ψεύτης είσαι, μήτε θρήνος μήτε γέλιο! Εσκέφτης
το καπηλειό μην έχει δόξα, και όχι ο νους σου δρέψει;

Μα για να μην κουράζεσαι, μα και για να μην τρέχεις
με μύθους τρομερούς και συμβουλές μπαγιατεμένες,
μα κι ούτε με συλλυπητήρια, που εσύ δεν τα αντέχεις,

του κόσμου τις απόψεις έχε τες συγχωρημένες:
οι γνώμες σαν τις αλεπούδες είναι! – Όπως κατέχεις,
χαρούμενες τις βλέπει ο ένας, και ο άλλος λυπημένες.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

ΚΕΒΕΔΟ!




FRANCISCO DE QUEVEDO

RÍES, FILÓSOFO CORNUDO?
INSINÚA CON DONAIRE QUE LAS MISERIAS DE ESTA VIDA
DIGNAMENTE PUEDEN SER MOTIVO DE LLANTO
Y DE RISA TAMBIEN

¿Qué te ríes, filósofo cornudo?
¿Qué sollozas, filósofo anegado?
Sólo cumples, con ser recién casado,
como el otro cabrón, recién vïudo.

¿Una propia miseria haceros pudo
cosquillas y pucheros? ¿Un pecado
es llanto y carcajada? He sospechado
que es la taberna más que lo sesudo.

¿Que no te agotes tú; que no te corras,
bufonazo de fábulas y chistes,
tal, que ni con los pésames te ahorras?

Diréis, por disculpar lo que bebistes,
que son las opiniones como zorras,
que uno las toma alegres y otro tristes.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

ΙΔΟΥ ΒΕΕΜΩΘ


FRANCISCO DE QUEVEDO


ΙΩΒ, ΚΕΦ. Β΄: «ΙΔΟΥ ΒΕΕΜΩΘ»


Για δες τον Βεεμώθ, που λάμες έχει βγάνει
σκληρές χαλύβδου στα πλευρά του και στο γόνα
και που ’χει απόληξη στο στόμα καταπιόνα
δεινή... ικανή να πιεί μεμιάς τον Ιορδάνη.

Αντί για δόντια έχει μαχαίρια, και δαγκάνει
τα πάντα πεινασμένος σε κακόν αγώνα·
χαλά, αφανίζει, σαν τον πιο βαρύ χειμώνα,
της κόλασης μπορεί το χόχλο να ξηράνει.

Το πόδι του τη γης ρημάζει οπού πατάει·
σαν εσχατόγηρως περιφρονεί και υβρίζει
ακόμη και της άβυσσος τα γύρω χάη.

Η δύναμή του δηλητήρια σε ποτίζει:
είν’ βασιλιάς που τον Θεό μας πολεμάει –
ο βασιλιάς εκείνων που η έπαρσις ορίζει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

ΓΡΙΑ ΚΟΡΑΚΟΖΩΗΤΗ, ΦΤΙΑΣΙΔΩΜΕΝΗ, ΚΑΚΟΣΤΟΛΙΣΤΗ


FRANCISCO DE QUEVEDO


ΓΡΙΑ ΚΟΡΑΚΟΖΩΗΤΗ, ΦΤΙΑΣΙΔΩΜΕΝΗ, ΚΑΚΟΣΤΟΛΙΣΤΗ


Ζωή σε γουρνοπούλα μέσα, με ξυγκάτο δέρμα,
θα ρθεί στιγμή η όρεξή σου να σου πεί επί τέλους «Κράτει»;!
Ο Απόστα απ’ εμού άμα πά’ να κάνει ματ, το μάτι
γαρίδα ανοίγεις μη γενεί η στραβή και δεις το τέρμα.

Στο καύκαλο, στον σβέρκο μαλλιά και σάβανο –έρμα!–
τυλίγεις κώτσο, και λέει η γλώσσα σου η λερή «Σπολλάτη!»,
ξεχνώντας ότι ζωντανή είσαι απρέπεια, κι όλο κάτι
σαλτσούλες βάνεις στο κουρούπι σου που πάει για γέρμα.

Λιγδιάρα γριέντζω, από μπροστά μου χάσου, πριν θυμώσω!
Η μαρμελάδα σου τους στίχους πια δεν θα μού βάφει!
Κουρέλι για λαμπόγυαλα και κάννες θα σε δώσω!

Κι αφού το κάρβουνο να σβήνει νιώθεις, και το θειάφι
μυρίζεις, φύλαε πύον νά ’χεις άρωμα καμπόσο
στον τάφο μέσα του πετσιού σου, που έκπαλαι σού εγράφη.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

ΠΑΡΑΤΑ ΤΗ ΦΑΡΕΤΡΑ!


FRANCISCO DE QUEVEDO (1580-1645)


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΗ ΘΕΪΚΗ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΘΕΩΡΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΟΥΛΟ ΤΗΣ ΛΙΣΗΣ


Μιάς κι, Έρωτα, θεός δ ε ν είσαι, νά ’ναι ο Θεός μαζί σου,
πλην δούλο να δουλέψω εγώ είν’ αρρώστια, είναι τρέλα!
Η Λίση σ’ έριξε σκλαβάκι σε μιά χαμοκέλλα,
κι απέ μού θες να μ’ έχεις σέμπρο εμέ στη δούλεψή σου;!

Σε ναό δεν μένεις, κι όλο προσφορές ζητάς... (Κοιμήσου!)
Αμ’ σφάγιον είσαι, πίστομα πεσμένο στην κοπέλλα.
Σ’ εμέ έστελνε το κάλλος της (γαρυφαλλοκανέλλα!),
κι εσένα τόξο, βέλη – εχάλασε και τη βολή σου.

Παράτα τη φαρέτρα – επιδεινώνει την τρεμούλα,
και τη φυγή σ’ τη δυσκολεύει. Εγώ ποτέ δεν είδα
θεότητα και νά ’ν’ του ανθρώπειου μεγαλείου δούλα!...

Τ’ ανάκτορό σου κλείσ’ το! Του Ήφαιστου να πεις μιά κλείδα
(... πατέρας σου είν’) να σου χαλκέψει και μιά κλειδαρούλα,
σαν τότε που μαστόρεψε του γδικιωμού μι’ αχτίδα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ ΡΙΣΚΟ


FRANCISCO DE QUEVEDO


[ΠΟΙΟ ΡΙΣΚΟ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΙΣ, ΟΤΑΝ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΠΑΙΝΕΥΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΗΛΙΘΙΩΝ]

Και ο ήλιος σού λέει ότι εγώ έχω ψεύτρα γλώσσα
και οι ουρανοί βοούν διαψεύδοντες χρησμούς μου:
Φωτάς και λάμπει η γης, και με τη γης κι ο νους μου.
Τ’ ακούει και το καντήλι, και θρηνεί με τα όσα

μου ψεύδη. Πίστεψες πως ροδαυγή είσαι ζώσα,
πως παίρνεις τσίμπλες και ύπνο από τους οφθαλμούς μου.
Ρ ο υ μ π ί ν ι σού ’πα ότ’ είναι ’κείνο που ο παπούς μου
για χ ε ί λ ι ή ρ ύ γ χ ο ς γνώριζε, που χάβει τόσα.

Τον πόθο σού άναψα τα δόντια να πουλήσεις –
σου τά ’πα  π έ ρ λ ε ς · των μαλλιών σου να τονίσω
το κάλλος – σ’ τά ’κανα  χ ρ υ σ ό ,  που τον ορύσσεις.

Μα αν είταν τα μαλλιά σου από χρυσάφι, πίσω
με φαλακρό θα σ’ άφηνα κρανίο να ζήσεις:
τις τρίχες θα σου εμάδαγα, ναν τις πουλήσω!...




Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

ΤΗΝ ΑΝΟΙΚΤΙΡΜΟΝΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΠΩΣ ΝΑΝ ΤΗ ΝΙΚΗΣΕΙΣ;!


FRANCISCO DE QUEVEDO


ΤΟ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΤΙΚΟ ΚΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΛΙΣΗΣ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ ΦΥΛΑΚΗ ΓΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΨΥΧΗ


Τη βούληση του ανθρώπου ελεύθερη τη λέμε, μα όμως
πώς μιά ψυχή να λογισθεί έτσι αιώνια ελεύθερη, όταν
σε μια ματιά του σκότους έτρεχε ή φυλακιζόταν,
αρκεί εκεί να την έβγαζε χρυσών μαλλιώνε δρόμος;

Ο νους, πλασμένος μ’ ευγενή ελευθερία, ευνόμως
των ηγεμονευόντων όλων ηγεμών γεννιόταν·
πλην ποιός να φανταστεί πως κάποια μέρα θα γινόταν
μιάς όψης σκυθρωπής πανάθλιος σκλάβος και ιπποκόμος;

Το γέλιο και τα μάτια και τα χέρια της, αχ, είτε
μου δέσαν την καρδιά είτε μου στομώσαν τις αισθήσεις –
δεινώς από το κάλλος της ο νους μου λεηλατείται.

Παρηγοριές στους στεναγμούς μου δεν βοηθούν· κι επίσης
η νίκη της στα λάφυρα, που πήρε, δεν αρκείται.
Την ανοικτίρμονη ομορφιά της π ώ ς ναν τη νικήσεις;!



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Η ΔΟΡΚΑΣ


FRANCISCO DE QUEVEDO


ΜΑΡΜΑΡΙΝΟ ΟΜΟΙΩΜΑ ΤΗΣ ΛΙΣΗΣ


Σαν Πυγμαλίων άλλος σ’ έχει, αδιάφορή μου Λίσι,
σε πέτρα γλύπτης μιμηθεί, σα ζωντανή σκαλίσει,
και στ’ άγαλμά σου πιότερην ευγένεια έχει βάλει
απ’ όση η Φύσις, όταν σού ’πλαθε τα τέλεια κάλλη.
Κατάλευκο σού δώρισε, κατάψυχρο το στήθος·
ψυχρότερο το λάξεψε να γίνει απ’ όσο ο λίθος!
Στον κόσμο ολάκερο η καλλονή η πι’ όμορφη είσουν,
κι εκείνος εξανάβαλε τις χάρες σου να ζήσουν.

Μα σπλαχνικιά σα ζήτησε λιγάκι να σε κάνει
σε τόσο λείο και γλυκό υλικό, εσύ, η δορκάς μου,
το σχήμα επήρες του νυχτερινού λευκού ιάσμου
που από το ρόδο διαφορά δεν έχει ή το γεράνι.
Αυτόν που μόχθησε στο μάρμαρο να σε περάσει,
αχ, το άκαρδο, μονάχα εσύ τον έχεις ξεπεράσει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΥΟΣ


FRANCISCO DE QUEVEDO


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΣΤΗ ΛΙΣΗ ΤΟ ΠΡΩΤΟ-ΠΡΩΤΟΝ ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ


Αυτό είναι, ιδού, το πρώτο-πρώτον άνθος, Λίσι,
που πριν κι από την πρώτη ζέστη βγήκε ακόμα
με φύλλα ολόφρεσκα, και πνίγηκε στο χρώμα,
σα ζήτησε στη ρεματιά να καζαντήσει.

Την άνοιξη είχε εντός του το άνθος μελετήσει,
σαν τό ’λουσαν αχτίδες από του ήλιου το όμμα,
κι εγίνηκεν οργανισμός, που ζει στο χώμα,
και σκεύος, που ψυχές κοσμεί στη λίγη ζήση.

Εκ γενετής προώρισται να ζήσει λίγο·
κάτι ώρες οι ουρανοί τού όρισαν περιθώριο
για να χαρεί απ’ τη γέννηση ώς και τη θανή του.

Γι’ αυτό στην κόψη σου ας ανθίσει, και στον τρύγο
τους μην το στύψουν οι καιροί, όσο στη μεθόριο
του εφήμερου και του αιώνιου θα ζει η αυγή του.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΨΗ ΣΟΥ ΕΧΩ ΞΑΝΑΦΕΡΕΙ


FRANCISCO DE QUEVEDO


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΞΗΓΕΙ ΟΤΙ Ο ΔΙΚΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑΣ ΔΕΝ ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΕ ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΚΑΙ, ΑΡΑ, ΘΝΗΤΑ ΜΕΡΗ, ΚΑΙ ΟΤΙ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΘΑ ΚΑΤΑΝΤΗΣΕΙ ΘΝΗΤΟΣ


Ζητώ να μου διδάξεις ένα – μόνον ένα:
μ’ ευγένεια... ναι, μ’ ευγένει μόνο ν’ αγαπάω.
Τον πόθο θ’ αποφεύγω πάντα, κι όπου πάω
σκοπό μου άλλον δεν θε νά ’χω εγώ κανένα.

Των ηδονών οι χάρες δεν μου λεν εμένα
κάτι απ’ τη χάρη κι απ’ το γάρμπος που ζητάω
των θεών· κι απρόσφορο είναι πια να κυνηγάω
πράγματα που δεν τά ’χω σε σειρά βαλμένα.

Τα μάτια μου στην όψη σου έχω ξαναφέρει,
αφού είδα αιώνιες ιεραρχίες σε τσιγκέλι
να κρέμονται απ’ της αρετής το τέλειο χέρι.

Του έρωτά μου ο χρόνος δεν θα δει τα τέλη.
Η αιωνιότητα τον θυρεό της θα προσφέρει
στου πάθους την αγνότητα που στάζει μέλι.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

ΩΣΠΟΥ ΕΣΒΗΣΤΗ


FRANCISCO DE QUEVEDO


ΣΕ ΜΙΑ ΠΗΓΗ ΟΠΟΥ ΑΝΗΦΟΡΙΖΕ Η ΛΙΣΗ ΚΑΙ ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΟΤΑΝΕ


Πηγή χρυσή, πηγή καθάρια – που για σένα μόνοι
κρουνοί είν’ της όψης μου οι δύο υδρίες, απ’ όπου μαθαίνεις
ποτάμι νά ’σαι και με ορμή πολλή να κατεβαίνεις
τα δάκρυα κουβαλώντας που μού γέννησαν οι πόνοι... –

το ψύχος τα νεράκια σου αν σού ψευτοκρυσταλλώνει,
με τους λυγμούς μου για τη Λίση πιάν’ να τα θερμαίνεις,
κι ας είσουν άπονη στη θλίψη μου (και άπονη μένεις),
κι ας είμ’ εγώ ο λόγος που το ρεύμα σου φουσκώνει.

Μονίμως σύ εφειδόσουν τη μορφή της, ώσπου εσβήστη·
τα δάκρά μου ξόδευα χαλάλι στα νερά σου:
στη Λίση εχάριζα την πιο βαθιά ψυχή και πίστη.

Πικρές, κουφές, τεταραγμένες, βίαιες –αχ, γειά σου! –
τις θάλασσες καλούσα, και όχι αυτό που εδώ μού ορίστη,
στ’ αγνά, γλυκά και υπέροχα καθάρια νάματά σου.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

ΣΕ ΠΟΙΟΝ Ν' ΑΝΗΚΕΙ;


FRANCISCO DE QUEVEDO


ΕΡΩΤΙΚΟ ΣΟΝΕΤΤΟ


Προς την κορφή ψηλού βουνού αποκαμωμένος
το βήμα μου με φόβο σέρνω... κατευθύνω·
το πνεύμα με οδηγεί ελεύθερα να κρίνω,
κι από τις μέριμνες καλά είμαι ταΐσμένος.

Κι αν πέσει η νύχτα ολόγυρα;... Είμαι μπερδεμένος,
και μόνο στην ελπίδα πλέον πίστη δίνω.
Βαθύ κυλάει ποτάμι εμπρός μου – τί θα γίνω;:
γιοφύρι, βάρκα δεν υπάρχουνε... Φερμένος

εδώ, το ρεύμα αντίθετα γοργά ανεβαίνω·
στον ήχο των νερών αγάλλομαι. Χαμένα
τά ’χω όμως – και φοβάμαι. Μα καθώς πηγαίνω,

τα χνάρια βρίσκω κάποιου αλλουνού αφημένα,
και σταματώ να δω. Κι ό,τ’ είναι πατημένο
σε ποιόν ν’ ανήκει εδώ;... Κι εχάθη σαν κι εμένα;...



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

ΣΑ ΦΛΟΓΕΡΗ ΛΙΑΝΗ ΣΚΙΑ


FRANCISCO DE QUEVEDO


ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΛΙΣΗΣ, ΠΟΥ ΘΑ ΤΑ ΞΑΝΑΔΩ, ΚΑΘΩΣ ΓΥΡΙΖΩ ΚΟΝΤΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑ ΜΑΚΡΑΝ ΑΠΟΥΣΙΑΝ


Να μεγαλώσουν δύνανται τη μέρα, και με μία
ευχή τον ήλιο ή την αυγή να υποκαταστήσουν,
μα και να μιμηθούν τη νύχτα, αρκεί να το θελήσουν,
γλυκιά μου Λίση, τα όμορφά σου μάτια. Η μοναρχία

είναι η μεγάλη – της φωτιάς και του φωτός· καμμία
δεν λείπει ηγεμονία απ’ όσες θε να θησαυρίσουν
του Θεού –που θά ’ρθει πυρ βαλείν– οι τάξεις, για να σβήσουν
από προσώπου γης και δια παντός την ακηδία.

Τα μάτια σου να δω επιστρέφω. Κι αν εκεί, που μένανε,
παλμούς καρδιάς χρειάζονταν απ’ όσους τ’ αγαπήσαν,
ποιός εραστής απών μπορεί σώος να γυρίσει πίσω;

Ας είταν να μου επιτραπεί τουλάχιστον εμένανε,
αχ, οτιδήποτε κι αν είν’ εκείνο που μου αφήσαν,
σα φλογερή λιανή σκιά εγώ να το ξαναντικρύσω!...



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΦΩΣ ΔΕΝ ΣΒΕΙ, ΔΕΝ ΞΕΨΥΧΑΕΙ


FRANCISCO DE QUEVEDO


ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΗΣ ΛΙΣΗΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΗΘΗ


Χρυσοί και τέλειοι βόστρυχοι, και ανάκατοι όσο πάει,
που ο Μίδας κάποτε –είναι βέβαιο– τους είχε πιάσει·
αστέρες μαύροι απά’ στο χιόνι ανάψαν με μιά βράση
ολόφωτη, άσωστη – το φως δεν σβει, δεν ξεψυχάει·

τα ρόδα της πριν τον Απρίλη σκαν... πριν απ’ τον Μάη...
και ξέρουν στου καιρού ν’ αμύνονται τη δόλια δράση·
απ’ τις γαρυφαλλιές το κόκκινο έχει πιά αποδράσει,
κι ανθίζουν ροδαυγές πυρές, Εκείνη σαν γελάει.

Του εργώδους κι έμψυχου ουρανού τους σφριγηλούς πλανήτες,
που η Λίση ανέκαθεν να γίνει ηγέτις τους σχεδιάζει,
με μιάν ελευθερία δυναστική θα τους φορτώσει.

Ως σφαίρα λογική θ’ αστροβολάει στης γης τις κοίτες:
η Αγάπη θε να διοικεί εκεί όπου Α υ τ ή κοιτάζει,
κι η Αγάπη θα ζει όπου Ε κ ε ί ν η θέλει να σκοτώσει.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

ΧΘΟΝΙΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ...


FRANCISCO DE QUEVEDO


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΛΕΕΙ ΟΤΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΧΘΟΝΙΕΣ ΠΡΟΣΜΕΙΞΕΙΣ


Με ζέοντα χρυσό όσο πιο μεγάλο μέρος πιάσει
ο κύκλος του ήλιου να καλύψει την υδρόγειο σφαίρα,
αντίστροφα και τόσο ο κύκλος της θολής και κερα-
σφόρας σελήνης θα μικρύνει στην πλατιά την πλάση.

Τη μιά τη λέμε φέξη και την άλλη, πάλι, χάση·
μα κι έκλειψη, όταν σκότος βασιλέψει μες στη μέρα·
ειρηνικά τη βλέπουν οι πλανήτες οι έξη έως πέρα,
κι ούτ’ έν’ αστέρι δεν κοιτά κακό γι’ αυτήν να εικάσει.

Του έρωτά μου η ζέουσα φλόγα, που ’ναι καρφωμένη
απάνω στο ζενίθ του στερεώματος είν’ ένα
φαινόμενο που χάση ουδέποτε ή έκλειψη παθαίνει.

Της γης λεκέδες –χθόνια στίγματα– δεν είν’ για μένα.
Η νύχτα δεν πατάει τη χώρα την ευλογημένη,
όπου η ψυχή μου μες στα φώτα ζει τ’ αρμονισμένα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.