Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΖΩΤΖΗΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΖΩΤΖΗΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

ΦΑΝΤΑΣΜΑ




ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΖΩΤΖΗΣ


ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Μεσάνυχτα στην πόλη των νεκρών
Ημίψηλο φορώντας, ρεντιγκότα
Διαβάτης προχωρεί, σιωπηλός
ανίερα μελετώντας ειωθότα

Περπάτησε σ’ αλέες διαστροφής
με πόρνες μάγισσες φτηνές
βρυκόλακες του Μούρνω ανηλεείς
και λύκους, κοριτσιών διακορευτές

Τον διάβολο συνάντησε περιχαρής
ψυχές να παζαρεύει στα σκοτάδια
λαθρέμπορος παθών, καταστροφής
με μαύρα, δελεάζοντας, πετράδια

Στο θέατρο Μετρόπολις αφίχθη
σε θέση θεωρείου πορφυρή
με κυάλια αγναντεύοντας τη λήθη
και μια Λιγεία κάτωχρη, από καιρό νεκρή

Τον είδα απότομα να φεύγει
το ύψος της σκιάς του ξεπερνώντας
στον τοίχο να αιωρείται και να τρέμει
σαν φλόγα κέρινη που σβήνει ο χειμώνας

Κρυφά τον ακολούθησα ευθύς
σ’ υπόγειους διαδρόμους πετρωτούς
βαθιά, βαθιά, στα έγκατα της γης
χτιστών πτωμάτων, μάρτυρες σκυφτούς

Κι όσο ν’ αδράξω, ν’ ανασάνω τη στιγμή
το διήγημα να κλείσω νοσηρά
σε φέρετρο μου κρύφτηκε κλειστό
σε τάφο σφραγισμένο ερμητικά

Κι απόμεινα να βλέπω ενεός
ημίψηλο, μονόκλ και ρεντιγκότα
στη σκόνη διαλυμένα ολοσχερώς
πιάνου δυσάρμονου, η τελευταία νότα.

30/9/2016

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

ΥΠΝΟΒΑΤΗΣ




ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΖΩΤΖΗΣ


ΥΠΝΟΒΑΤΗΣ

Στον ύπνο μου ξυπνώ ξανά
μεσάνυχτα, σιωπή, σ’ ανήλιο στρώμα
σηκώνομαι, ανασαίνω σ’ άδειο σώμα
με μάτια ορθάνοιχτα, κλειστά

Την πύλη του ονείρου προσπερνώ
έν’ πέπλο αόρατο στην άκρη, στο κρεβάτι
το βήμα μου μετρώ στη φρεναπάτη
σε χάσμα ατέρμονο κατρακυλώ

Τι κόσμος νέος, θαυμαστός!
στα μάτια μου ανοίγεται ολόρθος
Το ψέμα μου βραχνάς είναι, και πόθος
Κι ακίνητος πώς μένει ο καιρός

Κι οι ώρες πια με ξεπερνούν
ξημέρωμα και δείλι δεν χωρίζουν
αλήθεια, λήθη, με σαστίζουν
της μοίρας μου οι σκιές κρυφογελούν

Βήμα το βήμα πώς πατώ!
χαμένος στην ομίχλη του εφιάλτη
λαβύρινθος κλειστός, μια φρεναπάτη
μαρκίζα σε παράθυρο ανοιχτό

Τα είδωλα της μέρας διαστρεβλώνουν
και γίνονται φαντάσματα σκληρά
Λάμιες, Βρυκόλακες, εξωτικά
την πλάτη μου ξυστά-ξυστά σιμώνουν

Σ’ έναν καθρέφτη αστίλβωτο
το φόβο μου κατάματα αντικρύζω
παραπατώ και χάνομαι, κι όλα στριφογυρίζουν
ούρλιασμα μάταιο, κι αμίλητο

Σύννεφα γκρίζα ο λογισμός
Μυαλό σταλιά, και μια ψυχή χαμένη
Μοιραία συμφωνία, καταραμένη
Σκληρά που σφίγγεται ο λαιμός

Σε κόμπο από θηλειά πικρή
η δίψα μου το σώμα κυριεύει
ψάχνω πηγή, νερό, κι όλο στερεύει
Λαβύρινθος, αδύνατη φυγή

Και πέφτω ξάφνου στο κενό
Φωνή τρελού αντηχεί, του νεκροθάφτη
Ρουφήχτρα που με τρώει το κρεβάτι
Το νιώθω, ο δύσμοιρος, πως δεν ξυπνώ

Κι όσο να φύγει μου η ψυχή
κι η μέρα με τη θλίψη πάει να σμίξει
τα μάτια μου ανοίγω ξαφνικά
Στο στρώμα μου, ασφαλής, έχω ξυπνήσει.


26/3/2016