Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΡΑΣ (ΤΕΛΛΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΡΑΣ (ΤΕΛΛΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Μαΐου 2018

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ!




PAUL VALÉRY


ΣΤΟ ΜΑΓΕΜΕΝΟ ΔΑΣΟΣ

Στο θρό και στον τρεχάμενον ίσκιον κοιμάται μέσα,
κι όταν πουλιά χαμένα της μασούν τα δαχτυλίδια,
λόγον κοράλι, σκοτεινόν, τότε ανασαίνει αιφνίδια,
μες στο παλάτι, ένα παλάτι ρόδο, η πριγκιπέσσα.

Μηδέ που ακούει τις στάλες, μες στο πέσιμό τους, πέρα
το ηχερό πλούτος του άφαντου καιρού όλο να κενώνουν·
μηδέ που ακούει, απ’ το άστατο δάσος, οι αυλοί να λιώνουν
τ’ αγέρι, που τρυπά ο σερτός αγερμός απ’ το κέρας.

Μες στους ηχούς του το εωθινόν ο ύπνος ξανά να παίρνει
άφες, ω η όλο πιότερο, και συ, όμοια η κληματίδα
που τα θαμμένα μάτια σου τα κρούει, κι ανεμοσέρνει!

Τόσο στο μάγουλό σου πλάι το ρόδο έχει απαυδήσει!
Το χάρμα τούτο της πτυχής ποιος μελετά να λύσει
μυστικά ενόσω γεύεται την πεσούμενη αχτίδα!



Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.


******************


AU BOIS DORMANT

La princesse, dans un palais de rose pure,
Sous les murmures, sous la mobile ombre dort ;
Et de corail ébauche une parole obscure
Quand les oiseaux perdus mordent ses bagues d’or.

Elle n’écoute ni les gouttes, dans leurs chutes,
Tinter d’un siècle vide au lointain le trésor,
Ni sur la forêt vague, un vent fondu de flûtes
Déchirer la rumeur d’une phrase de cor.

Laisse, longue, l’écho rendormir la diane,
O toujours plus égale à la molle liane
Dont le bleu rythme bat tes yeux ensevelis !

Si proche de ta joue et si lente la rose
Ne va pas dissiper ce délice de plis,
Ni sur ton frais visage un rayon qui s’y pose.



Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΟ ΜΑΓΕΜΕΝΟ ΔΑΣΟΣ




PAUL VALÉRY


ΣΤΟ ΜΑΓΕΜΕΝΟ ΔΑΣΟΣ

Στο θρό και στον τρεχάμενον ίσκιον κοιμάται μέσα,
κι όταν πουλιά χαμένα της μασούν τα δαχτυλίδια,
λόγον κοράλι, σκοτεινόν, τότε ανασαίνει αιφνίδια,
μες στο παλάτι, ένα παλάτι ρόδο, η πριγκιπέσσα.

Μηδέ που ακούει τις στάλες, μες στο πέσιμό τους, πέρα
το ηχερό πλούτος του άφαντου καιρού όλο να κενώνουν·
μηδέ που ακούει, απ’ το άστατο δάσος, οι αυλοί να λιώνουν
τ’ αγέρι, που τρυπά ο σερτός αγερμός απ’ το κέρας.

Μες στους ηχούς του το εωθινόν ο ύπνος ξανά να παίρνει
άφες, ω η όλο πιότερο, και συ, όμοια η κληματίδα
που τα θαμμένα μάτια σου τα κρούει, κι ανεμοσέρνει!

Τόσο στο μάγουλό σου πλάι το ρόδο έχει απαυδήσει!
Το χάρμα τούτο της πτυχής ποιος μελετά να λύσει
μυστικά ενόσω γεύεται την πεσούμενη αχτίδα!


Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΚΑΙ ΡΟΔΟΠΗ


JEAN MORÉAS (1856-1910)


ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΚΑΙ ΡΟΔΟΠΗ

Πώς ανεβαίνεις στα ψηλά, γλυκιά, λαμπρή, ω σελήνη!
Η άνοιξη πάει, κι έχει το πικρό φθινόπωρο απομείνει!
Το θέρος το φανταχτερό κι η άνοιξη η ανθισμένη
παίρνουν και την αγάπη μου μαζί τους, που πεθαίνει!
Το χελιδόνι είναι μακριά, τα φύλλα σκόρπια χάμου.
Ω έλα, Ροδόπη, ζύγωσε, σ’ αποθυμώ κοντά μου.
Η αύρα, που ερωτικιά φυσάει απ’ το δικό σου στόμα,
μέρες του θέρους, όμορφες, θα μου θυμίσει ακόμα,
και θα πλανέσω τον καιρό και τον πικρό μου πόνο,
τα στήθια σου, απ’ τη νιότη τους μεστά, σαν καμαρώνω.



Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Μούσα» τον Νοέμβριο του 1920.

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2008

ΜΕ ΤΟ ΝΕΡΟ


ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ


ΣΤΟ ΛΟΥΤΡΟ


Μοιρασμένη, λες, με το νερό,
που τ’ αφήκες χάμω, σα φουστάνι,
σαν τ’ αγριοτριαντάφυλλο χλωρό
μοιάζεις, που λυγάει το κοτσάνι...

Ίσκιος μαλακός το χτυπητό,
το πυρρό το χρώμα σου έχει κόψει.
Δίνεις, σα να λες «ευχαριστώ»,
στο γλυκό τον άνεμο την όψη.

Σπάζει, σαν κοτσάνι, στα μισά
το κορμί σου, σκύφτοντας με τρόμο,
και, συρμή ροδόφυλλα χρυσά,
τα μαλλιά σου τρέχουν απ’ τον ώμο.

Τον ογρό τον κόρφο σου πιοτά
ρόδον εκατόφυλλο τον πλάθει∙
μάγουλο εκατόφυλλο, πετά
και το ματοστίνορο, τ’ αγκάθι.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008

ΩΣΑΝ ΓΛΥΚΟΝ ΚΑΡΠΟ


ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ


ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ


Στεκάμενα νερόφυλλα
στο νερό τρέμουν που κυλά·
στο μικροσταυροδρόμι
δε νύχτωσεν ακόμη.

Κ’ εγώ, που ωσάν γλυκόν καρπό,
κρατάω το χέρι που αγαπώ,
σφιχτό κ’ εμπιστεμένο
– κι εγώ, πού το πηγαίνω;

Και πού και ποιός να μου το πη
που όλα τριγύρω είναι σιωπή;
– σιωπή, και σβήνει η μέρα
στα σύννεφα του αγέρα

κ’ η γης βαθειά κ’ η γης μπροστά
λες και το εγώ της μελετά
και κλειεί, και σκοτεινιάζει
κι’ ο κόσμος δεν τη νοιάζει...

σιωπή –και πάει ώς την καρδιά
της γης η σκέτη η μυρουδιά.
– Εκεί, στο δέντρο πίσω,
πάμε να σε φιλήσω;

Και τί αν στο πω κι αν δεν σ’ το πω,
τέτοιες στιγμές, πως σ’ αγαπώ;
Κάλλιο ας χαρούμε, πέρα,
τα σύννεφα του αγέρα...

Λάμψη καμμιά, φωνή καμμιά.
Όλα είναι δρόσο κι ερημιά
κι’ όλα είναι φρέσκο χώμα.
Να σε φιλήσω ακόμα;




Από το βιβλίο: «Η χαμηλή φωνή. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς. Μια προσωπική ανθολογία του μανόλη Αναγνωστάκη», Νεφάλη, Αθήνα 1990, σελ. 158-159.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2007

ΜΕ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΣΤΥΛ


ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ (1899-1944)


ΗΡΘΕΣ...


Ήρθες, γλυκό παιδί, κι αγέρισες το σπίτι.
Κ' είσαι τα γειτονίστικα, τ' απλά ντυμένη,
μοσκοβολάει απάνω σου το φρέσκο τσίτι,
που αρχίζει στις γραμμές σου ανάρια και βαθαίνει.

Της νειότης νειότη, το γυμνό, γλυκοπροβάλλει
το χέρι, αναβρυτό απ' τον ώμο σου και κάτω.
Δυο ισόμετρες κολόνες που έχουν το κεφάλι -
πλασμένες με κερί, μέλι γλυκό γεμάτο.

Μέλι, γλυκό παιδί, που ήρθες κι ολόρθη στέκεις,
κεφάλι, κόρφοι, γόνατα, στέρεες πατούσες,
μαλλιά κυματερά, που πίσω τ' αναπλέκεις,
και μάτια, που απ' το στόμα κάλλιο θα λαλούσες,

είσαι να σ' αγαπούν με της νειότης την τρέλλα,
με τον τρεχούμενο τον ήλιο απά’ στα στάχυα,
με το γαρύφαλλο ψιλή-ψιλή νταντέλλα,
με του Μαγιού το σύννεφο στα βράχια.

Μα εγώ; Πού ’ναι η χαρά μου, η δύναμη κ' η νίκη;
Τα μάτια, τα μαλλιά, το τραγούδι, το πάθος;
Αχ, τι ντροπή, τι πόλεμος, τι καταδίκη,
αχ, άφταιγο παιδί, δικό μου είναι το λάθος!

Την αλήθεια, την ξέρω - όμως δεν κάνω βήμα.
Θα τη μάθης κ' εσύ : μα ακούς; με δίχως βιάση.
Απονήρευτη εσύ, στο λαιμό μου το κρίμα
- να σ' αγαπώ μ' εκείνα που έχω χάσει.



Αυτή που "ήρθε κι αγέρισε το σπίτι" είναι η κ. Debora Salvalaggio.