Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα CHICHARRO (EDUARDO). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα CHICHARRO (EDUARDO). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΚΑΡΛΟΣ


 

EDUARDO CHICHARRO BRIONES

 

ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΚΑΡΛΟΣ

 

Κάρλος, σου γράφω δεκατρία τρένα

τρίλιες δεκατρείς κι εσύ ταρακουνιέσαι

και κουνιστές καρέκλες σπίτι σου στέλνω.

Το σπίτι σου είναι πράγμα

που δεν συμβαίνει.

Στην πιο λεπτή κόχη σου γράφω

του αναβολέα.

Στέκομαι στο ίδιο πόδι και λέω

πώς ακολουθώ το νήμα του σύκου σου

το λεπτότερο εγώ σύκο ακολουθώ καταπόδι.

Από το σπίτι μου στο σπίτι σου συνεχίζω συνεχίζω

να στέλνω απαστράπτουσες καρέκλες κουνιστές.

Το βράδυ κοιμάμαι, ονειρεύομαι, τρώω, κατουράω,

ονειρεύομαι, μπαμπά βάλε τα χέρια στους ώμους σου

η όψη έχει χιονόλευκο διάφανο κερί

μια διφορούμενη χειρονομία των χειλιών του, φοβάμαι πολύ

περνάνε γίδια από τα μάτια τους, δώσ’ μου γάλα

και βάλε σ’ ένα αυτοκίνητο το στενό παντζάρι

εις τους αιώνας των αιώνων κατουριέμαι πάνω μου.

Ελάφια περνούν απ’ τα μάτια μου

παλεύουν στην κλίνη μου πέστροφες

από κάτω της περνάει το χαβαρόνι, απ’ τον γιαλό ο τσαλαπετεινός.

Τα κόκαλά μου ότι είναι από φελλό ονειρεύομαι πότε-πότε

και τα κόπρανα που ξερνάω είναι σαν χρυσάφι.

Κάθε βράδυ εμφανίζεται ένας γίγαντας

και μου λέει τα πάντα, τα πάντα,

ό,τι δεν καταλαβαίνω έρχεται και μου το λέει συνέχεια.

Ο γίγαντας αυτός δεν με λέει με τ’ όνομά μου

ούτε μου τραβάει τ’ αφτί.

Και σε ρωτάω Κάρλος: γιατί σου γράφω τώρα

και σου στέλνω κουνιστές καρέκλες;

Αν σου διηγηθώ αυτό που ονειρεύομαι δεν θα στεναχωρήσω

κανέναν καλό φίλο που με ακούει –

τουλάχιστον έτσι νομίζω και μουδιάζω

ήδη στις πόρτες του απόψε.

Τί με περιμένει; Ποιός σαλεύει μες στο μισόφωτο

όπου κλείνουν απαλά τα βλέφαρά μου;

Εδώ μετά επιστρέφω για ύπνο σαν γάντι

του κουνελιού που βρίσκεται μπροστά στο σιντριβάνι μου.

Φυλάω ένα κομμάτι από το φαιλόνιο του γίγαντα

βάζω μπότες βγάζω κουβέρτες κρεμάω παλτά

φέρνω κουρέλια και κάνω τα μαξιλάρια μου στοίβα.

Σε μια τρύπα καταφεύγω, παίζω τον ψόφιο

και περιμένοντας να έρθει ο ύπνος ουρλιάζω.

Επιστρέφει ο άνεμος, το φαιλόνιο, τα οστά,

ο γίγαντας, το περιπόδιο και ο τσαλαπετεινός.

Εν τω μεταξύ, Κάρλος, θα σου στείλω το ταχύτερο κουνιστές καρέκλες.

Τις καταλαβαίνεις; Τις βλέπεις που σ’ τις στέλνω;

Στο μεταξύ σου λέω μείνε συντονισμένος

στο ζωύφιο που σκαρφαλώνει μέσα από τα γένια

και είναι κομμάτι τρελούτσικο και τρώει πολύ.

Στο καταφύγιο της νόριας βρίσκεται ο λαγός

ο μύλος φτύνει κυπαρισσιών συστοιχίες

ο γέρος τραβάει κλοτσιές στην κούνια

ο δεσπότης μαντάρει τον κώλο της σφήκας βρίζοντας

και η ψείρα επιζεί στο κοντάρι του σαρώθρου, της σκούπας.

Κάρλος μες τη νύχτα ούτε τον εαυτό σου δεν βλέπεις,

είσαι θυρωρός κι έχεις όπλο κυνηγετικό στον ώμο;

Έχει κι αυτός ο θυρωρός κι έχεις κι εσύ θυγατέρα; –

με το χέρι του μου υπογράφει και με διδάσκει

ένα βλεννογόνο πράγμα. Εσένα όχι;

Να πω ότι κουράζομαι, ότι είμαι ζωντανός επειδή κουράζομαι;

Ή να πω ότι ζω, ότι να ζω κουράστηκα;

Let me I write you, my dear.

Λέω που μου λες που λέω

σ’ αυτούς τους τέσσερις τοίχους της λύπης μου

το μαρτύριο του ξεχαρβαλωμένου και ετοιμόρροπου ανθρώπου.

Είμαι εγώ ιερέας, έχω ενορία ράσα;

Ή τό ’χει συνήθεια ο δεσπότης

να κάνει ή να μην κάνει τον καλογερόπαπα;

Σου στέλνω συνέχεια κουνιστές καρέκλες,

φρόντιζέ τες, γυάλιζέ τες, εξάντλησέ τες,

γόνδολες, λάμπες, βάλτες στη σειρά, άρμεγέ τες,

φύλαγέ τες βαθιά στο στήθος σου

καταπώς το λέει κι ο γέροντας σουλτάνος:

έτσι και σκοτώσει τον αρουραίο η παροιμία

εσύ άσπρισε το σπίτι σου

όπερ και σημαίνει το ίδιο πράγμα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2023

ΟΥΡΑΝΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ


EDUARDO CHICHARRO

 

ΟΥΡΑΝΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ

(απόσπασμα)

 

Ο έρως.

Ο μέγας τρελός έρως, διαστάσεων εξωφρενικών.

Αυτός που χύνεται με ορμή από κάθε ζωντανό καυλό.

Της βελανιδιάς, του σπιτιού, των ηθμών και της λεπίδας του χόρτου,

της αμαρτίας και του μίσους.

Στηρίζεται με πραότητα στην όψη των πιο απλών πραγμάτων,

Όπως, παραδείγματος χάριν του φύλλου, του γουδιού, της μύγας.

Ακολουθούν τα πολλαπλά άρθρα πίστεως,

που επιλέχθηκαν με τούτη τη σειρά:

Το ανοιχτό ρόδο των ανέμων, της διχόνοιας ο άνεμος, το σάπιο ρόδο, τα πούπουλα της κωπηλασίας του φτερού με τα οποία ρημάζει ο άνεμος το πληθωρικό σώμα του ρόδου.

Τα φυτώρια των μικρών φυτών παρατρέχει η ψυχή,

ακτινοβολεί προς όλες τις κατευθύνσεις

κι έπειτα χάνεται, ψυχαγωγούμενη μ’ ένα παιχνίδι που με κανένα άλλο

δεν μοιάζει.

Είναι η βουβή ψυχή.

Ψυχή κατευνασμένη.

Ψυχή στ’ αφτιά της οποίας δεν φτάνουνε φήμες.

Ψυχή καθόλου στοχαστική.

Ψυχή χωρίς πτυχές και ζάρες.

Ψυχή που ανεβαίνει ή πέφτει.

Τελείως άοπλη ψυχή.

Χωρίς μεγαλοπρέπειες. Άχρωμη. Αβαρής.

Η νύχτα καταλαγιάζει την απέχθεια της γης,

περιέχει τη θορυβώδη ύφανση της και ζωογονεί τα όνειρα.

Εγκαταλείπει το δαντικό εκείνο «animai che sono in terra dalle fatiche loro».

Έπειτα αποκοιμιέται κι αυτή.

Ονειρεύεται τη νύχτα με τα σύνεργα και τα υπάρχοντα της μέρας,

και ο ύπνος του ανθρώπου γεμίζει με τα έργα και τα όντα της νύχτας,

αόριστα, τερατώδη· γλυκύτατες περιστερές με μακριές, φιδόγλωσσες.

Η νύχτα κοιμάται ξαπλωμένη στης μισής Γης την επιφάνεια

και τα όριά της τρέμουν σαν τολύπες καπνού,

σαν κρόσσια ομίχλης που κινούνται από τα χέρια και τα πόδια όσων

όντων ξυπνούν και τρίβουνε τα βλέφαρά τους, καθώς

τρέμουν σύγκορμα μες στην αγωνιώδη αβεβαιότητα της μοίρας τους.

Γιατί το όνειρο είναι η ζωή χωρίς τέλος ούτε αρχή,

και αφύπνιση σημαίνει μπαίνω στην επικράτεια του θανάτου,

σημαίνει μισάνοιχτη καγκελόπορτα  σύντομου και σιωπηλού μονοπατιού

στην άκρη του οποίου κάθεται, στα χόρτα, κάτω από έναν φοίνικα,

και περιμένει υπομονετικά τον θάνατο

ενός μεγάλου ή μικρού άνδρα, μιας γυναίκας ή ενός παιδιού.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Τετάρτη 31 Μαΐου 2023

ΦΑΝΤΑΣΜΑΓΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ


 

EDUARDO CHICHARRO

 

ΦΑΝΤΑΣΜΑΓΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ

 

Για δες το στρογγυλό και ψωμωμένο βόδι

με της βελανιδιάς τη μελανή μαυρίλα

και τον σχολαστικό φιλόψογο αγρότη

να κόβει το ψωμί και με τα δυο του χέρια.

 

Πράγματα κατ’ ανάγκην έρχονται και πάνε

τ’ αστέρι ζει στους λόγγους στα χωράφια

στο χώμα επάνω επάνω στα σκουπίδια

όπως άλλωστε και ο τρίτωνας ασπόνδυλος.

 

Στον αέρα φυσάει ξεφυσάει

νεκρό ένα φίδι ακάνθινο

νεκρός αέρας. Κι έτσι χάνει ο λύκος

νά ’χει διπλή λατρεία στο πιστό κοπάδι.

 

Βλέπει ο τσοπάνης ήρεμο στο πλάι του

έναν μεγάλο άγγελο γονατισμένον

και με το χέρι κάνει εκεί τότε ένα σχήμα

δείχνοντάς του γύρω τα λιβάδια.

 

Με το πλατύ του πόδι πατάει το βόδι

την τεφρή εκείνη νηφαλιότητα

του αγγέλου, ενώ ο λύκος έχει

στο μεταξύ γενεί χαρταετός ή κιρκινέζι.

 

1944

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.