ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΑΚΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΑΚΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2024
Κυριακή 13 Ιουλίου 2014
ΣΟΥΝΙΟ, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1965
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΟΥΝΙΟ, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1965
Η θάκλασσα στον ήλιο της
Πάνω ψηλά στις πέτρες
Η θάλασσα γεμάτη ελάσματα
Στεφανωμένη φως υπέρτερη
Δόξα πολέμων και νεκρών
Η θάλασσα μες στο φοβερό μισόφωτο
Μαύρη μες στα μνημεία.
1965
Από το βιβλίο: Τάκης Σινόπουλος, «Συλλογή ΙΙ, 1965-1980»,
Ερμής, Αθήνα 1980, σελ. 14.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΑΚΗΣ)
Τρίτη 6 Μαΐου 2014
ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΑΚΗΣ)
Τρίτη 8 Απριλίου 2014
Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ
Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν τού
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν τού
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.
Ποιός είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.
Από το βιβλίο: Τάκης Σινόπουλος, «Συλλογή Ι, 1951-1964», Ερμής,
Αθήνα 1976, σελ. 107.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΑΚΗΣ)
Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014
ΑΝ
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΝ
Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.
Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα. Και το σύν-
νεφο εκείνο κι ο τόπος τοπίο, και τα μάτια σου στρέ-
φοντας ξαφνικά δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που
κοίταζαν λίγο πιο πριν.
Αν το χέρι σου ήταν.
Αν τα μάτια σου.
Αν το χέρι σου.
Αν η λέξη που πήγες να πεις.
Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος.
Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.
Από το βιβλίο: Τάκης Σινόπουλος, «Συλλογή ΙΙ, 1965-1980»,
Ερμής, Αθήνα 1980, σελ. 48.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΑΚΗΣ)
Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014
ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ
Λάμψε ήλιε
πανύψηλε της προπατορικής Ελλάδας, λάμψε εδώ
σε τούτη τη στιφή αγκαλιά
της στάχτης. Λαβωμένο φως
να λούσει τη θρησκεία του σώματος
και την πικρή σου ανάμνηση ήλιε.
Ήλιε βασάνισε τον ισκιερό κατήφορό της,
όπου πυρώνουν δόντια της παραφοράς,
όπου αναζούν οι καθαρές
κινήσεις των μαστών των πράσινων
πανύψηλε της προπατορικής Ελλάδας, λάμψε εδώ
σε τούτη τη στιφή αγκαλιά
της στάχτης. Λαβωμένο φως
να λούσει τη θρησκεία του σώματος
και την πικρή σου ανάμνηση ήλιε.
Ήλιε βασάνισε τον ισκιερό κατήφορό της,
όπου πυρώνουν δόντια της παραφοράς,
όπου αναζούν οι καθαρές
κινήσεις των μαστών των πράσινων
στην περιφέρεια του αδυσώπητου
φιλιού, στον κύκλο αυτής της τρομερής
γυμνότητας.
Λάμψε ήλιε των νεκρών
ποιητών.
φιλιού, στον κύκλο αυτής της τρομερής
γυμνότητας.
Λάμψε ήλιε των νεκρών
ποιητών.
Αχτιδοφόρος ήλιος της Ελλάδας είναι τώρα εδώ,
στον πείσμονα αρνητή της μαρτυρίας του χρόνου
στον ηττημένο από τη μέθη του κακού
παραμυθιού. Πάνω στα κέρδη λάμπει τα πολύτιμα,
πάρα πολύ πικρά που δεν υπάρχουν. Ήλιε,
λάμψε ήλιε της φανταστικής
Ελλάδας. Η πολυάνεμη,
η κόμη αυτή πολυάνεμη που κατεβαίνει ώς τις ρωγμές
του σώματος βαθύσκιωτη ανεμίζοντας
σκεπάζει ένα κεφάλι λευτεριάς
κι οδύνης. Ω καθάρισε
της ανηφορικής Ελλάδας ήλιε,
την άμπωτη τη σκοτεινή της νύχτας του αίματος,
τις ανεξήγητες φωνές των προπατόρων
ω του θανάτου αχτίδα αστραφτερή
στέμμα βαρύ της μνήμης μου ήλιε
πάνω σ’ αυτό το σώμα που μονάχο αμύνεται
χλοερές κοιλότητες μα πέτρινα
τα μέλη αστείρευτοι οι μηροί.
Λάμψε ήλιε της νεκρής Ελένης.
Η σάρκα αποχαιρέτησε την έκσταση.
Αιώνια κύματα σαρώνουν την ασήκωτη καρδιά.
Σώμα έρημο περίλυπο μέσα στην κάψα του ήλιου.
Κι εδώ στα δώματα η κραυγή μυρίζει ακόμα
τον έρωτα. Γαρίφαλα, γαρίφαλα
κηρύχνουν άλλη μια φορά μια ματωμένη ανάσταση.
Το πρόσωπο - αίνιγμα του πάθους ξαναγύρισε.
Ήλιε
λάμψε ήλιε των μηρών των ξάστερων
της ζωντανής Ελένης ω
μετέωρο πνεύμα δικαιοσύνη του φωτός
πυρπόλησε το κέντρο το νωπό των τρομερών κοιλάδων
κι’ ας ζήσει μόνο ο λόγος ο γυμνός
που ξέρει
ποιές παραισθήσεις ποιά όνειρα ποιές αναμνήσεις αθεράπευτες
ποιά δίψα μ’ έφερε ώς εδώ
τον έρωτα να δέσω και το ποίημα τούτο το παράφορο
με την νεκρήν Ελένη.
1955
Από το βιβλίο: Τάκης Σινόπουλος, «Συλλογή Ι, 1951-1964»,
Ερμής, Αθήνα 1976, σελ. 154-156.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΑΚΗΣ)
Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014
ΜΑΡΙΑ
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΑΡΙΑ
Του Δημήτρη
Δούκαρη
Έξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.
Θα τρελαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.
Έκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,
παράφορη, γυρίζοντας
με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα
σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.
Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.
Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.
Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα πες μου εσύ.
Πάντα γυμνή τόσο άμυαλη. Και ξάφνου
μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε
κι όρμησε πάνω του. Μα εκείνος
ήταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος
ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.
Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε
τα κόκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό
κατόπι μάς βασάνισε η ψυχή τους.
Θα τρελαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.
Έκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,
παράφορη, γυρίζοντας
με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα
σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.
Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.
Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.
Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα πες μου εσύ.
Πάντα γυμνή τόσο άμυαλη. Και ξάφνου
μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε
κι όρμησε πάνω του. Μα εκείνος
ήταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος
ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.
Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε
τα κόκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό
κατόπι μάς βασάνισε η ψυχή τους.
Από το βιβλίο: Τάκης Σινόπουλος, «Συλλογή Ι, 1951-1964», Ερμής,
Αθήνα 1976, σελ. 116.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΑΚΗΣ)
Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010
ΣΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑ

HENRI MICHAUX (1899-1984)
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Στο δρόμο του θανάτου
Η μάνα μου απαντήθηκε μ’ ένα παγόβουνο
Θέλησε να μιλήσει,
Μα ήταν αργά,
Ένα μπαμπακωτό παγόβουνο
Μας κοίταξε κι εμένα και τον αδερφό μου
Κατόπιν έκλαψε.
Της είπαμε –ψέμα χαζό– πως καταλάβαμε.
Και τότε χαμογέλασε τόσο χαριτωμένα σαν κορίτσι δροσερό,
Που ήτανε πάντα,
Μ’ ένα χαμόγελο τόσο όμορφο, περίπου κατεργάρικο.
Κι ύστερα χάθηκε μέσα στη Σκοτεινιά.
Μετάφραση: Τάκης Σινόπουλος.
Ετικέτες
ΓΑΛΛΟΦΩΝΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΑΚΗΣ),
MICHAUX (HENRI)
Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010
Η ΛΥΠΗΜΕΝΗ

YVES BONNEFOY (1923)
ΟΙ ΛΑΜΠΕΣ
Η Ιζόλδη κατοικεί μες στην υπόγεια μισοσκότεινη αίθουσα.
Το φόρεμά της έχει χρώμα ίδιο με των νεκρών την προσμονή,
είναι το πιο σβησμένο θαλασσί τούτου του κόσμου,
φθαρμένο, αποκαλύπτοντας την ώχρα των γυμνών βράχων.
Η Ιζόλδη είναι μονάχη, εκείνοι που έρχονται είναι σκοτεινοί,
σκύβουν με λάμπες πάνω απ’ το κορμί της.
Στ’ αλήθεια λένε, η Ιζόλδη πέθανε,
η Ιζόλδη η λυπημένη πέθανε, έτσι λένε.
Mετάφραση: Τάκης Σινόπουλος.
Ετικέτες
ΓΑΛΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΑΚΗΣ),
BONNEFOY (YVES)
Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009
ΜΑ ΑΠΟΨΕ
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (1917-1981)
ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΩΠΟΥ
Tί σκέφτεσαι;
Tί σκάβεις συνέχεια το πρόσωπό σου στον καθρέφτη;
όπως η μέρα φεύγει ή κάποτε
στη μνήμη ακούς τον ήχο των παρωχημένων.
Tόσα χρόνια περπατάς, ονειρεύεσαι στο ίδιο κορμί.
Στο ίδιο σκοτάδι τη νύχτα χωνεύεις. Mα απόψε,
τα σημάδια που ψάχνεις και βρίσκεις,
απ’ το πρόσωπο πέφτει ο ασβέστης
και το πρόσωπο τρίζει.
Από τη συλλογή "Πέτρες", Κέδρος, Αθήνα 1972.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΑΚΗΣ)
Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008
ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΤΡΙΣΤΑΝΟ

YVES BONNEFOY (1923)
ΟΙ ΛΑΜΠΕΣ
Η Ιζόλδη κατοικεί μες στην υπόγεια μισοσκότεινη αίθουσα.
Το φόρεμά της έχει χρώμα ίδιο με των νεκρών την προσμονή,
είναι το πιο σβησμένο θαλασσί τούτου του κόσμο,
φθαρμένο, αποκαλύπτοντας την ώχρα των γυμνών βράχων.
Η Ιζόλδη είναι μονάχη, εκείνοι που έρχονται είναι σκοτεινοί,
σκύβουν με λάμπες πάνω απ’ το κορμί της.
Στ’ αλήθεια λένε, η Ιζόλδη πέθανε,
η Ιζόλδη η λυπημένη πέθανε, έτσι λένε.
Mετάφραση: Τάκης Σινόπουλος.
Ετικέτες
ΓΑΛΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΑΚΗΣ),
BONNEFOY (YVES)
Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2008
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΑΙΩΝΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟ

JACQUES PRÉVERT
Ο ΚΗΠΟΣ
Χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια
Δε θά ’φταναν
Ν’ ανιστορήσω
Το μικρό αιώνιο δευτερόλεπτο
Που με φίλησες
Που σε φίλησα
Ένα πρωί μέσα στο ηλιόφως του χειμώνα
Στο πάρκο Μονσουρί
Στο Παρίσι
Στο Παρίσι
Πάνω στη γή
Τη γη που είναι ένα αστέρι.
Μετάφραση: Τάκης Σινόπουλος.
Από το βιβλίο: «Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικανικής Ποιήσεως», Εκλογή και επιμέλεια Κλέωνος Β. Παράσχου, Πρόλογος Νάσου Βαγενά, Εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα 1999, σελ. 180.
Το ποίημα μάς το έστειλε η εικονιζόμενη κυρία με το ψευδώνυμο Pecorella Nera και επιθυμεί να κρατήσει την ανωνυμία της.
Ετικέτες
ΓΑΛΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΑΚΗΣ),
PRÉVERT
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)














