PABLO NERUDA
Ο
ΤΙΓΡΗΣ
Γόμες
ήταν τ’ όνομα του κενού,
και Γόμες λεγόταν
κι εκείνος ο θάνατος.
Σε μισή ώρα μέσα
ξεπούλησε όλο το πετρέλαιο
σε βορειοαμερικανούς
εγκληματίες
κι απ’ τη στιγμή εκείνη
επλούτιζε όσο γούσταρε.
Κι έτσι σιγά-σιγά κι
αθόρυβα η Βενεζουέλα
μες στων φυλακών τα
σκοτάδια εβούλιαζε
κι αρρώσταινε από
μπουντρούμια κι από θέρμες.
Όσοι αργότερα θα ήταν τα
δικά μου τ’ αδέρφια
τράβηξαν-πήραν τους
τελείως άσπλαχνους δρόμους
σκάβοντας την πέτρα και
φορτώνοντας μέταλλα —
κι αιμορραγούσε η
καημένη, η φτωχή η Βενεζουέλα.
Μου εξιστορούσε ο
Γαλβαδόν πως άκουγε
κάποιον στο διπλανό κελί
του να πεθαίνει:
τον είχαν φάει τα
σκουλήκια ζωντανόν
κι άκουγε τον συγγενή του
να βογγάει
χωρίς να ξέρει τι
πραγματικά συμβαίνει,
μέχρι που κείνες οι
κοφτές άγριες φωνές κάποια στιγμή
σταμάτησαν. Κι ήταν η
σιωπή ετούτη
της Βενεζουέλας η σιωπή:
κανείς δεν απαντούσε.
Τα σκουλήκια ζούσαν μόνο
— τα σκουλήκια κι ο θάνατος.
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.















































