Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΑΣΕΒΕΔΟ



JORGE LUIS BORGES


ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΑΣΕΒΕΔΟ

Γεγονός είναι ότι περί αυτού αγνοώ τα πάντα
–εκτός από τόπων ονόματα και ημερομηνίες:
απάτες των λέξεων, δόλους–
αλλά μετ’ ευλαβείας και φόβου διέσωσα την τελευταία του μέρα,
όχι ό,τι είδαν οι άλλοι, αλλά κάτι τελείως δικό του,
και θέλω από το πεπρωμένο μου να βγω και να το γράψω.

Εθισμένος στη διάλεκτο του πόκερ που μιλάνε στο Μπουένος Άιρες,
του Αλσίνα οπαδός, γεννήθηκε στην καλή πλευρά του Αρρόγιο δελ Μέδιο,
επιθεωρητής γεωργίας στην παλιά αγορά του Όνσε,
αστυνομικός επιθεωρητής στο Τρίτο Διαμέρισμα,
πολέμησε όποτε τον εκάλεσε η πατρίδα:
στη Σεπέδα, στο Παβόν και στην παραλία των Κορράλες.

Ναι, άλλα η φωνή μου δεν πρέπει να υποθέτει τις μάχες,

που είχε αυτός αρπάξει και βάλει σ’ ένα όνειρο ουσιαστικό.

Ακριβώς όπως άλλοι γράφουνε στίχους,
έτσι κι ο παππούς μου έπλασε ένα όνειρο.

Όταν μια πνευμονική τον έφαγε συμφόρηση
και του αλλοίωσαν οι παραισθήσεις και ο πυρετός την όψη,
συγκέντρωσε της μνήμης του τα ζέοντα αρχεία
και τ’ όνειρό του σφυρηλάτησε.

Συνέβη σ’ ένα σπίτι της οδού Σερράνο,
το καυτό καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια πέντε.

Δύο ονειρεύτηκε στρατούς

πως μπήκαν στη σκιά μιας μάχης·
τις εντολές, τις σημαίες, τις μονάδες απαρίθμησε.

«Οι αξιωματικοί να ξαναδούν τα σχέδιά τους για τη μάχη»,
είπε με φωνή που ακούστηκε,
και για να τους δει, να σηκωθεί προσπάθησε.

Έκανε μια στρατολόγηση απ’ την πάμπα:

έψαξε εδάφη ακανόνιστα να κρατηθεί το πεζικό,
και πεδιάδα ίσια να επελαύνει το ιππικό ανίκητο.

Έκανε και μια τελευταία στρατολόγηση,

συγκέντρωσε τα τόσες χιλιάδες πρόσωπα που ξέρει ο άνθρωπος,
χωρίς πραγματικά να το γνωρίζει στο τέλος της ζωής του:
πρόσωπα με γενειάδες που θα ξεθωριάζουνε σε δαγκεροτυπίες,
πρόσωπα που έζησαν δίπλα του και πέθαναν δίπλα του
στις μάχες της Σεπέδα και της Πουέντε Αλσίνα.

Λεηλάτησε τις μέρες του,

να υπαρασπιστεί οραματικά την πατρίδα που χρειαζόταν
η πίστη του, όχι αυτή που του επέβαλε ο πυρετώδης ζήλος του·
τα φαντάσματα του Μπουένος Άιρες έκανε στρατό
να πάει να σκοτωθεί στη μάχη.

Κι έτσι, στο υπνοδωμάτιο με θέα στον κήπο,

πέθανε μέσα σ’ ένα όνειρο για την πατρίδα.

Ταξιδιού μεταφορά μού είπαν ήτανε ο θάνατός του. Δεν το πίστεψα.
Ήμουν μικρό παιδί, δεν εγνώριζα τον θάνατο – αθάνατος ήμουν·
και τον έψαχνα μέρες πολλές στ’ αφώτιστα δωμάτια μέσα
να τον βρω πού είναι.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ


ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΓΟΝΣΑΛΟ ΡΟΧΑΣ



GONZALO ROJAS


LOS DÍAS VAN TAN RÁPIDOS

Los días van tan rápidos en la corriente oscura que toda salvación
se me reduce apenas a respirar profundo para que el aire dure en mis pulmones
una semana más, los días van tan rápidos
al invisible océano que ya no tengo sangre donde nadar seguro
y me voy convirtiendo en un pescado más, con mis espinas.

Vuelvo a mi origen, voy hacia mi origen, no me espera
nadie allá, voy corriendo a la materna hondura
donde termina el hueso, me voy a mi semilla,
porque está escrito que esto se cumpla en las estrellas
y en el pobre gusano que soy, con mis semanas
y los meses gozosos que espero todavía.

Uno está aquí y no sabe que ya no está, dan ganas de reírse
de haber entrado en este juego delirante,
pero el espejo cruel te lo descifra un día
y palideces y haces como que no lo crees,
como que no lo escuchas, mi hermano, y es tu propio sollozo allá en el fondo.

Si eres mujer te pones la máscara más bella
para engañarte, si eres varón pones más duro
el esqueleto, pero por dentro es otra cosa,
y no hay nada, no hay nadie, sino tú mismo en esto:
así es que lo mejor es ver claro el peligro.

Estemos preparados. Quedémonos desnudos
con lo que somos, pero quememos, no pudramos
lo que somos. Ardamos. Respiremos
sin miedo. Despertemos a la gran realidad
de estar naciendo ahora, y en la última hora.

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

Η ΜΥΘΙΚΗ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ



JORGE LUIS BORGES


Η ΜΥΘΙΚΗ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ

Λες τάχα απ’ το ποτάμι τούτο  με τις λάσπες και τη χαύνωση
οι πλώρες νά ’ρθαν που (έτσι λέγεται) ίδρυσαν την πόλη τη γενέθλιά μου;
Και πώς θα τραμπαλίζονταν μπογιατισμένες οι βαρκούλες
στις ρίζες των θαμνόδεντρων ανάμεσα, που βγαίνουνε στο μαύρο ρέμα…

Αν το καλοσκεφτούμε, θα υποθέσουμε πως το ποτάμι
νερά είχε τότε γαλανά, σαν νά ’ταν τ’ ουρανού προέκταση,
που με το κόκκινο αστεράκι του εσημάδευε ακριβώς το μέρος
που ενήστευε ο Χουάν Δίας και έτρωγαν οι Ινδιάνοι.

Η αλήθεια είναι ότι έφτασαν χίλιοι άντρες και άλλοι χίλιοι ακόμα
από μια θάλασσα που πέντε μέτραγε φεγγάρια πλάτος
και που την είχαν σπίτι τους γοργόνες και νερόφιδα
και μαγνητοκροκάλες από κείνες που τρελαίνουν την πυξίδα.

Κάτι ετοιμόρροπα καλύβια πιάσανε και στήσαν στην ακτή,
και άβολους τους ύπνους είχαν. Κι αν το λένε μοναχά για τον Ριατσουέλο,
τις ιστορίες τούτες τις σκαρφίστηκαν στη Μπόκα.
Ήτανε μπλοκ ολόκληρο στη γειτονιά μου: στο Παλέρμο.

Ολόκληρο βέβαια ένα μπλοκ, αλλά στων χωραφιών τη μέση,
και το προσέχανε χαράματα και μπόρες, μα κι ο σοροκολεβάντες.
Ίδιο κι απαράλλαχτο το μπλοκ στη γειτονιά μου μένει ακόμα:
Γουατεμάλα, Σερράνο, Παραγουάη, Γουρρουτσάγα.

Έν’ αλμασέν ροδόχρωμο σαν το απέξω τραπουλόχαρτου
έλαμψε ξάφνου, ενώ στην πίσω κάμαρα μιλούσανε για πόκερ.
Το ροζ το αλμασέν μετά άνθισε, μεγάλωσε σαν κούτσαβος,
και στη γωνία νταβατζής εγίνηκε, σκληρός, μνησίκακος.

Τερέτισε ατζαμήδικα το πρώτο τ’ οργανάκι στον ορίζοντα·
τη χαβανέρα του άπλωσε, μα και τ’ αμερικάνικά του.
Για πρόεδρο οι μάντρες όλες ψήφιζαν Ιππόλυτο Ιριγκογιέν,
και κάποιο πιάνο τάνγκο του Ενρίκε Σαβορίδο έπαιζε.

Κάποιο καπνοπουλειό σα ρόδο έχυνε ευωδιές, την ερημιά
να βάψει. Και θεμέλια το δείλι έσκαβε το χτες να χτίσει
Απατηλό ένα παρελθόν μοιράζονταν οι άνδρες.
Και μόνο ένα πράγμα έλειπε: το άλλο πεζοδρόμιο, απέναντι.

Πως είχε το Μπουένος Άιρες ποτέ του αρχή δεν το πιστεύω:
Αιώνιο εγώ το θεωρώ – αιώνιο σαν το νερό, σαν τον αέρα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



ΒΟΡΕΙΝΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ



JORGE LUIS BORGES


ΒΟΡΕΙΝΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

Τούτη δω η διακήρυξη λέει για ένα μυστικό
που το απαγορεύει η ματαιότητα και η ολιγωρία,
μυστικό χωρίς μυστήριο όμως ή όρκο
που μόνο στην αδιαφορία οφείλει ότι είναι μυστικό:
ανθρώπινες και βραδινές συνήθειες το φυλάνε,
η λήθη το κρατάει, που είναι και ο ελεεινότερος του μυστηρίου τρόπος.

Παλιά ήτανε φιλία αυτή εδώ η γειτονιά,
ήταν επιχείρημα για σιχασιές και συγκινήσεις,
όπως και όλα τ’ άλλα της αγάπης πράγματα·
τούτη η πίστη ωστόσο μόλις που αντέχει
σε κάτι γεγονότα μακρινά που θα πεθάνουν:
στις μιλόνγκες που θυμίζουν το περίφημο Πεντάγωνο,
στη μεσαυλή σαν ρόδο ασάλευτο μέσα σε τοίχους που όλο μεγαλώνουν,
στην ξεθωριασμένη πινακίδα που γράφει ακόμα Το Άνθος του Βορρά,
στα παιδιά με την κιθάρα, στις τράπουλες του αλμασέν,
στου τυφλού τη συγκρατημένη μνήμη.

Τούτ’ η σκόρπια αγάπη είναι το αποθαρρυμένο μυστικό μας.

Κάτι αόρατο απ’ τον κόσμο εξαφανίζεται,
μι’ αγάπη ούτε καν πλατύτερη απ’ τη μουσική.
Μας χωρίζει, ναι, η γειτονιά,
τα μικρά μαρμάρινα μπαλκόνια δεν μας βάζουνε στον ουρανό απέναντι.
Απρόθυμα η αγάπη μας, δειλά οπισθοχωρεί,
το αστέρι του αέρα στο Πεντάγωνο είναι τώρα άλλο.


Αθόρυβα όμως και πάντα,
σε μεμονωμένα πράγματα, χαμένα, όπως είναι πάντοτε τα πράγματα,
στο καουτσουκόδεντρο με τα διάστικτα της σκιάς του ουράνια,
στη λεκάνη που μαζεύει τον πρώτο και τον τελευταίο ήλιο,
παραμένει αυτό το γεγονός το φιλικό και πρόθυμο,
αυτή η σκοτεινή αφοσίωση που διακηρύσσει  ο λόγος μου:
η γειτονιά.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.