Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Ο ΜΠΕΡΝΑΡΝΤΟ ΠΕΝΤΕ ΕΤΩΝ

 


ATTILIO BERTOLUCCI

 

Ο ΜΠΕΡΝΑΡΝΤΟ ΠΕΝΤΕ ΕΤΩΝ

 

Ο πόνος είναι στο ντροπαλό σου μάτι,

στο παιδικό σου χέρι που χαιρετάει άχαρα,

κι ο πόνος των ημερών που έρχονται

βαραίνει κιόλας το εύθραυστο κορμί σου.

 

Σε μια φθινοπωρινή μέρα που ξετυλίγει ήσυχα

τα νήματα της ομίχλης στον ήλιο

το παιχνίδι σταμάτησε ξαφνικά

και σ’ άφησε μόνο σου εκεί που τελειώνει ο δρόμος

 

ο υπέροχος με τόσα πολλά φύλλα πεσμένα

μέσα σε μια νύχτα, ναι, κι έτσι σ’  όλους εδώ

πέρασε μια σκέψη απ’ το μυαλό τους

για την εποχή που πλησιάζει γρήγορα-γρήγορα.

 

Χαιρέτησες με νεύμα αδύναμο

και είχες πόνο στο χαμόγελο, έμεινες

σκιά στη σκιά μιας στιγμής, και τώρα τρέχεις

να βρεις στην αγωνία μας μέσα καταφύγιο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

ΠΕΡΙ ΚΟΛΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ



JORGE LUIS BORGES

 

ΠΕΡΙ ΚΟΛΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

 

Τοῦ Θεοῦ ἡ Κόλαση καθόλου δὲν χρειάζεται

τὴ λάμψη τῆς φωτιᾶς. Τοῦ Σύμπαντος τὴν Κρίση

σὰν θ’ ἀναγγείλουν σάλπιγγες καὶ ἡ γῆ σκιστεῖ γιὰ

ν’ ἀποκαλύψει τὰ φριχτὰ ἐντόσθιά της,

τὰ δὲ ἔθνη σηκωθοῦν ἀπ’ τὴ βαριὰ τὴ σκόνη,

γιὰ νὰ ὑπακούσουν στὴν ἀνέκκλητη τὴν Κρίση,

τὰ μάτια δὲν θὰ δοῦνε τοὺς ἐννέα κύκλους

τοῦ ἀντεστραμμένου ὄρους οὔτε τὸν χλομὸ τὸν

λειμώνα μὲ τοὺς αἰωνόβιους ἀσφοδέλους,

ὅπου ἡ σκιὰ τοῦ τοξότη παίρνει καταπόδι

τὴ σκιὰ τῆς ἐλαφίνας πάντα, εἰς τοὺς αἰῶνας·

οὔτε τὴ λύκαινα τὴ φλογερὴ τοῦ ἐσχάτου

πατώματος τῶν μουσουλμανικῶν κολάσεων

νὰ προηγεῖται τῶν ποινῶν τοῦ Ἀδὰμ θὰ δοῦνε·

μὰ οὔτε καὶ βίαια μέταλλα θὰ δοῦν, οὔτε ἴσως

τὸν ὁρατό, τὸν μαῦρο ζόφο τοῦ Τζὼν Μίλτον.

Κανένας μισητὸς λαβύρινθος μὲ σίδερα

τριπλὰ καὶ μὲ πυρὲς ὀδύνης δὲν θὰ κάμψει

τὶς ἔκπληκτες ψυχὲς τῶν καταδικασμένων.

 

Τὰ βάθη τῶν ἐτῶν, τῶν αἰώνων, δὲν διασώζουν

τὸν μακρινὸ πιὰ κῆπο. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη

νὰ χαίρεται μὲ τὰ προσόντα τῶν δικαίων —

μὲ σφαῖρες φωτεινές, μὲ ὁμόκεντρες θεωρίες

γιὰ θρόνους, ἐξουσίες, χερουβεὶμ καὶ ἀγγέλους,

ἢ μὲ τῆς μουσικῆς τοὺς ἀπατηλοὺς καθρέφτες,

ἢ ἐπίσης μὲ τ’ ἀπύθμενα τῶν ρόδων βάθη,

ἢ μὲ τὴ λάμψη τὴ δυσοίωνη ἑνὸς μόνο

ἀπὸ τοὺς τίγρεις του, ἢ μὲ τὴ γοητεία ποὺ ἔχει

στὴν ἔρημο τὸ κίτρινο τὸ λιόγερμα, ἢ καὶ

μὲ τὴ γενναία τοῦ νεροῦ γενέθλια γεύση.

Στὸ ἔλεός Του μέσα δὲν ὑπάρχουν κῆποι

ἢ κάποιο τὴς ἐλπίδας φῶς, ἢ φῶς τῆς μνήμης.

 

Στὸν κρύσταλλο κάποιου ὄνειρου εἶχα ἐγὼ διακρίνει

ὑπόσχεση καὶ Κόλασης καὶ Παραδείσου·

ὅταν ἡ Κρίοση θ’ ἀντηχεῖ ἀπ’ τὶς τελευταῖες

σάλπιγγες, γιὰ νὰ σβήσει ὁ χιλιετὴς πλανήτης

ἀπρόσμενα ἐντελῶς στῶν χρόνων τὴ συντέλεια…

ὦ Χρόνε ἐσύ!... οἱ ἐφήμερές σου πυραμίδες,

τὰ χρώματα καὶ οἱ γραμμὲς τοῦ παρελθόντος

θὰ καθορίσουν μὲς στὸ σκότος μιάν ὄψη

κοιμώμενη, ἀσάλευτη, πιστή, ἀναλλοίωτη

(αὐτὴ ἴσως τῆς ἀγαπημένης, ἴσως ὅμως

καὶ τὴ δική σου), μιὰ ὄψη ἐνατενίσεων, ὄψη

ἀτέρμονη, ἄμεση, ἄθικτη, ἄφθαρτη τελείως:

γιὰ τοὺς ἀπόβλητους θὰ εἶναι ἡ ἴδια ἡ Κόλαση

καὶ γιὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς θὰ εἶναι ὁ Παράδεισος.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΙΕΡΑ ΜΑΕΣΤΡΑ

 


PABLO NERUDA

 

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΙΕΡΑ ΜΑΕΣΤΡΑ

 

Αν κρατιέται ενός λεπτού σιγή για ν’ αποχαιρετήσουμε

τους αγαπημένους μας που γυρνούν πίσω, στο χώμα,

εγώ θα ζητήσω να σηκωθεί

ενός λεπτού ήχος δυνατός, μελωδικός,

και θα ζητήσω της Αμερικής ν’ ακουστεί

για μια φορά όλη, σύμπασα η φωνή,

για να υψωθεί μόνο ένα λεπτό με βαθυστόχαστο τραγούδι,

και το ζητώ για να τιμήσουμε τη Σιέρα Μαέστρα.

Ας ξεχάσουμε προς στιγμήν τους ανθρώπους

και ας τιμήσουμε τούτη τη γη,

μια γη ανάμεσα στις τόσες άλλες,

που φύλαξε στο μυστικό βουνό της μέσα

τη σπίθα που θα ’κανε τον κάμπο να φουντώσει.

Των δέντρων γιορτάζω τ’ άγρια, τα πυκνά κλαδιά,

την κλίνη τη σκληρή των λιθαριών και των βράχων,

τη νύχτα των διστακτικών, αναποφάσιστων ψιθύρων

με τις μαρμαρυγές των αστεριών,

τη σιωπή τη γυμνωμένη των βουνών,

το αίνιγμα ενός λαού χωρίς σημαίες:

αυτά όλα μέχρι τη στιγμή εκείνη

που άρχισαν τα πάντα να δονούνται, να πάλλονται —

και όλα έγιναν έπειτα φωτιά και πυρκαγιά.

Οι αήττητοι γενειοφόροι κατέβηκαν

να εδραιώσουν στη γη επάνω την ειρήνη,

και τώρα πια είν’ όλα φωτεινά — πριν όμως

ήταν σκοτεινά και άραχλα στη Σιέρα Μαέστρα.

Γι’ αυτό και ζητώ ομοφωνία στο να κρατηθεί ενός λεπτού φωνή

να τραγουδήσουμε μαζί τούτο το Επικό Τραγούδι·

ξεκινάω με αυτά εδώ τα λόγια, και ζητάω

απ’ όλη η Αμερική να τα επαναλάβει:

«Τα μάτια σας ανοίχτε, λαοί ταπεινωμένοι!

Παντού είναι και παντού υπάρχει Σιέρα Μαέστρα».

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




ΑΥΡΙΟ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗ


PABLO NERUDA

 

ΑΥΡΙΟ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗ

 

Νεολαία αγνή τούτης της ματωμένης θάλασσας,

νέοι κομμουνιστές αυτής της εποχής, αυτής της μέρας:

θα γινόσαστε ολοένα περισσότεροι για να καθαρίσετε

τη γη μας απ’ την τυραννία,

και μια μέρα θα μπορέσουμε να συναντηθούμε,

οπότε ελεύθερα η ποίησή μου

θα ξανατραγουδήσει ανάμεσά σας.

Να ξέρατε, σύντροφοι, πώς την περιμένω εγώ ετούτη τη χαρά!

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΣΙΜΩΝΙΔΗ

 


ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (331e1-332c3)

 

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΣΙΜΩΝΙΔΗ

 

«Για λέγε, λοιπόν», τοῦ εἶπα ἐγώ, «ἐσύ, τοῦ λόγου κληρονόμε, τί ἐννοεῖς, ὅταν λὲς ὅτι ὁ Σιμωνίδης μιλάει σωστὰ γιὰ τὴ δικαιοσύνη;»

Μοῦ ἀποκρίνεται ὁ Πολέμαρχος: «Ἐννοῶ ὅτι εἶναι δίκαιο νὰ ἐπιστρέφεις στὸν καθένα ὅ,τι τοῦ ὀφείλεις. Καὶ γνώμη μου εἶναι ὅτι σωστὰ μιλάει ὁ Σιμωνίδης, ποὺ τὸ λέει».

«Μὰ καὶ βέβαια», τοῦ εἶπα· «δὲν εἶναι δὰ κι εὔκολο νὰ μὴν πιστέψουμε τὸν Σιμωνίδη, ἄνθρωπο σοφὸ καὶ θεϊκό. Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ λέει ἐσύ, Πολέμαρχε, μπορεῖ νὰ τὸ γνωρίζεις· ἐγὼ πάντως τὸ ἀγνοῶ. Διότι ὁλοφάνερο εἶναι ὅτι δὲν ἐννοεῖ αὐτὸ ποὺ μόλις τώρα λέγαμε: νὰ ἐπιστρέφουμε, δηλαδή, σὲ κάποιον κάτι ποὺ μᾶς τὸ ἐμπιστεύθηκε νὰ τοῦ τὸ φυλάξουμε καὶ ποὺ μᾶς τὸ ζητάει πίσω, ἐνῶ δὲν στέκει καλὰ στὰ μυαλά του. Τοῦτο δέ, μολονότι ὀφείλουμε νὰ τοῦ ἐπιστρέψουμε ὅ,τι μᾶς ἔχει ἐμπιστευθεῖ. Μιλάω σωστά;»

«Ναί».

«Δὲν πρέπει, ὡστόσο, ἐπ’ οὐδενὶ νὰ τοῦ ξαναδώσουμε ὅ,τι μᾶς ζητάει, ὅταν δὲν στέκει καλὰ στὰ μυαλά του — τὰ λέω καλά;»

«Καλὰ τὰ λές», μοῦ εἶπε.

«Ὁπότε, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, κάτι ἄλλο —καὶ ὄχι αὐτό— ἐννοεῖ ὁ Σιμωνίδης, ὅταν λέει ὅτι εἶναι δίκαιο νὰ ἐπιστρέφονται τὰ ὀφειλόμενα».

«Ναί, μὰ τὸν Δία, κάτι ἄλλο ἐννοεῖ», εἶπε· θεωρεῖ ὅτι οἱ φίλοι ὀφείλουν νὰ κάνουν καλὸ στοὺς φίλους τους — ποτὲ κακό!

Τοῦ λέω τότε ἐγώ: «Ἀπ’ τὰ λόγια σου καταλαβαίνω ὅτι, ἂν κάποιος ἐπιστρέφει σὲ κάποιον τὰ χρήματα ποὺ τοῦ εἶχε ἐμπιστευθεῖ, καθόλου μὰ καθόλου δὲν ἐπιστρέφει τὰ ὀφειλόμενα, ἐφόσον ἡ ἐπιστροφὴ καὶ ἡ παραλαβὴ ἀποβαίνουν βλαβερὲς καὶ ἐφόσον αὐτὸς ποὺ ἐπιστρέφει τὰ χρήματα καὶ αὐτὸς ποὺ τὰ παραλαμβάνει συμβαίνει εἶναι φίλοι — αὐτὸ δὲν ὑποστηρίζεις ὅτι ἐννοεῖ ὁ Σιμωνίδης;»

«Μάλιστα».

«Καὶ δὲν μοῦ λές;: μὲ τοὺς ἐχθροὺς τί γίνεται; Πρέπει νὰ τοὺς ἐπιστρέφουμε ὅ,τι τυχὸν τοὺς ὀφείλουμε;»

«Μὰ καὶ βέβαια ναί!» μοῦ εἶπε. «Τοὺς ἐπιστρέφεται ὁτιδήποτε πραγματικὰ τοὺς ὀφείλεται. Καὶ ἔχω τὴ γνώμη ὅτι ὁ ἐχθρὸς ὀφείλει στὸν ἐχθρὸ ὅ,τι πραγματικὰ τοῦ πρέπει: κάτι κακό».

Τοῦ λέω τότε ἐγώ: «Ὁ Σιμωνίδης προέβη —ἔτσι μοιάζει—σ’ ἕναν ποιητικὸ ὑπαινιγμὸ σχετικὰ μὲ τὸ τί εἶναι δίκαιο. Θεωροῦσε, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, ὅτι δίκαιο εἶναι νὰ ἀποδίδεις στὸν καθένα ὅ,τι τοῦ πρέπει — καὶ αὐτὸ τὸ ὀνόμασε ὀφειλόμενο».

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

 

ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ

 


ATTILIO BERTOLUCCI

 

ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ 


Δεν είχα ξαναδεί γλάρους στις όχθες του Τίβερη

ν’ αλλάζουν φτερά και νερά στου χειμώνα τα τέλη.

 

Έγειρα στον γρανίτινο φράχτη όπως κάνουν

όσοι ξενυχτάνε τη ζωή ή τον θάνατό τους καταβάλλοντας

 

υπέρμετρη υπομονή, αλλά τ’ αφηρημένα μου μάτια

ακολουθούσαν τ’ αρπαχτικά πλαναρίσματα των ασημόγκριζων πουλιών,

 

μέχρι να τους χορτάσουν τις κοιλιές τα κωνικά τους ράμφη

που ήδη αστραφτοκοπούσαν σε άλλα κύματα και με διαφορετικόν ήλιο

 

λόγω της αναπόδραστης ροής του χρόνου, οι δε κουρασμένες

αλλά και αδηφάγες ακόμα κόρες των ματιών μου στράφηκαν τώρα

 

στην κινητή αγορά των πολυσύχναστων δρόμων της Ρώμης

ν’  αναζητούν απεγνωσμένα κατά την ώρα της υπογλυκαιμίας

 

μιαν απρόβλεπτη τροφή που μόνο εγώ γνώριζα

σε μιαν εύθυμη και άγονη αποκάλυψη μες στο σκιόφως

 

που έσταζε αίμα από σοφίτες και γείσα μεσημβρινά

και κατακάπνιζε πάνω στους λόφους τα πράσινα κλαδιά των κλαδεμένων δέντρων

 

μέχρι να μαυρίσουν τα ελεήμονα της επιστροφής ουράνια.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

ΟΙΚΙΑΚΑ ΕΙΔΥΛΛΙΑ

 


ATTILIO BERTOLUCCI

 

ΟΙΚΙΑΚΑ ΕΙΔΥΛΛΙΑ

 

Ι

Αυτός είναι ο γλυκός χειμώνας εδώ

που φέρνει καπνούς ανάμεσα στις ακακίες, γέρους αλήτες

κάτω από τα Απέννινα στον δρόμο για την πόλη,

μια τόσο εύθυμη σιωπή παντού τριγύρω.

 

Με ήλιο ή με ομίχλη, δεν έχει σημασία, το γλυκό το βράδυ

βλέπει παιδιά να φωνάζουν παίζοντας παιχνίδια θλιβερά

σε όλο τον δυτικό ουρανό, τη μια σταχτή την άλλη χρυσαφένιο,

αργά, πολύ αργά, μέχρι ν’ ανάψουν τα φώτα.

 

II

Με τόση οικειότητα ξεκινάει η μέρα

στο γκρίζο φθινόπωρο, κι έτσι περνάει αργά 

το πρωί πέρα από τα καθαρά παράθυρα

που ρουφάνε το αργόσυρτο φως.

 

Αυτή η ασημένια σιωπή είναι η παρακμή

της χρονιάς, και τη ζωή μας την αλλάζουν

απλώς ανεπαίσθητα οι οδυνηρές γιορτές της καρδιάς,

οι αναμνήσεις που φεύγουνε μακριά σαν σύννεφα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΠΛΟΥΤΟΣ, ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ


 

ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (330d9-331d10)

 

ΠΛΟΥΤΟΣ, ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

 

«Πές μου, ὅμως, καὶ τοῦτο δῶ ποὺ θὰ σὲ ρωτήσω τώρα, Κέφαλε. Μὲ δεδομένο ὅτι ἔχεις ἀποκτήσει μεγάλη περιουσία, πές μου τί... ποιὸ εἶναι τὸ ἀγαθὸ ποὺ ἔχεις περισσότερο ἀπολαύσει ἀπ’ αὐτήν;»

Ὁ Κέφαλος μοῦ ἀπάντησε καὶ μοῦ εἶπε: «Εἶναι κάτι πού, ἂν τὸ ἔλεγα, δὲν θὰ ἔπειθα καὶ πάρα πολλούς. Σ’ τὸ λέω νὰ τὸ ξέρεις, Σωκράτη, ὅτι, ὅταν κάποιος φτάσει νὰ πιστέψει πὼς εἶναι κοντὰ στὸν θάνατο, ἀρχίζουν νὰ τὸν τρῶνε ὁ φόβος καὶ ἡ ἔγνοια γιὰ ὅ,τι δὲν τὸν ἀπασχολοῦσε πρωτύτερα. Τοὺς μύθους, φέρ’ εἰπεῖν, ποὺ λένε γιὰ ὅσα συμβαίνουν στὸν Ἄδη, ὅτι δηλαδὴ ὅποιος διαπράττει ἀδικήματα ἐδῶ πάνω θὰ πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ ἐκεῖ κάτω… τοὺς μύθους αὐτούς, ἐνῶ πρὶν τοὺς κορόιδευε, τώρα τοὺς ὑπολογίζει· τοῦ ταράζουν τὴν ψυχὴ μὴν τυχὸν καὶ εἶναι ἀληθινοί. Αὐτός, πάλι, ὁ ἴδιος —μὰ ἀπὸ γεροντικὴ ἀδυναμία, μὰ ἐπειδὴ βρίσκεται πιὰ πολὺ-πολὺ κοντὰ στὸν κάτω κόσμο—, ἔτσι καθὼς βλέπει τώρα τὰ πράγματα καθαρότερα, γεμίζει ὣς πάνω-πάνω τὸν νοῦ του μὲ ὑποψίες καὶ φόβους κι ἀρχίζει νὰ ξανασκέφτεται καὶ νὰ ἐπανεξετάζει μήπως ποτέ του ἀδίκησε κανέναν σὲ κάτι. Ὅποιος, λοιπόν, διαπιστώνει ὅτι στὴ ζωή του ἔχει κάνει πολλὰ ἀδικήματα τινάζεται πολὺ συχνὰ στὸν ὕπνο του, κατατρομαγμένος σὰν τὰ παιδάκια, καὶ ζεῖ ἀπελπισμένος περιμένοντας τὰ κακὰ ποὺ μέλλονται νὰ τοῦ ’ρθουν. Ὅποιος, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, γνωρίζει ὅτι δὲν ἔχει διαπράξει ἀδικίες, ἔ, αὐτὸς ποτέ του δὲν χάνει τὴ γλυκιά του ἐλπίδα, ποὺ εἶναι, καταπῶς λέει κι ὁ Πίνδαρος, ἀγαθὴ γηροτρόφος. Μὰ δὲς μὲ πόση, στ’ ἀλήθεια, χάρη τό ’πε, Σωκράτη μου, ὁ ποιητής γιὰ ὅποιον περάσει τὴ ζωή του μὲ δικαιοσύνη καὶ εὐσέβεια:

 

Γλυκὰ τοῦ παραστέκεται ἡ ἐλπίδα

καὶ τοῦ φτερώνει τὴν καρδιὰ καὶ τὸ φρόνημα —

ἡ ἐλπίδα ποὺ τὸν γηροκομεῖ καὶ κυβερνάει

τὴ γνώμη τῶν θνητῶν τὴν πολύστροφη.

 

Σωστὰ τὰ λέει ὁ ποιητής καὶ μὲ στίχους ὑπέροχους! Ἐδῶ ἀκριβῶς, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἔγκειται καὶ ἡ μεγάλη ἀξία τῆς ἀπόκτησης χρημάτων, ὄχι βέβαια γιὰ τὸν ὁποιονδήποτε, ἀλλὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὸν βολικό, τὸν σωστὸ καὶ κόσμιο. Τὸ νὰ ξεκινᾶς γιὰ ἐκεῖ, γιὰ τὸν κάτω κόσμο, χωρὶς τὸν φόβο ὅτι ἐξαπάτησες ἢ ξεγέλασες ἀνθρώπους, ἔστω καὶ ἀθέλητα, ἢ ὅτι ὀφείλεις θυσίες σὲ θεὸ ἢ χρήματα σὲ ἄνθρωπο, πολὺ τὸ βοηθάει ἡ ἀπόκτηση πλούτου. Τὰ χρήματα, ὡστόσο, ἔχουν καὶ πολλὲς ἄλλες χρήσεις. Ἀλλὰ ἐξετάζοντας ἐγώ, Σωκράτη μου, τὰ πράγματα ἕνα-ἕνα καὶ ἀντιπαραβολικά, λέω ὅτι γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὸν μυαλωμένο ὁ πλοῦτος ὄχι μόνο δὲν ἀποτελεῖ τὴν τελευταία-τελευταία μέριμνά του, ἀλλὰ καὶ ὅτι τοῦ εἶναι χρησιμότατος».

Τότε τοῦ εἶπα κι ἐγώ: «Πάρα πολὺ ὄμορφα τὰ λές, Κέφαλε! Γιὰ τὴ δικαιοσύνη, ὡστόσο, θὰ ποῦμε ἁπλῶς ὅτι ταυτίζεται μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ μὲ τὸ νὰ ἐπιστρέφουμε πάντοτε ὅτι ἔχουμε πάρει ἀπὸ κάποιον ἢ θὰ σκεφτοῦμε ὅτι καὶ οἱ πράξεις αὐτὲς μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλοτε δίκαιες καὶ ἄλλοτε ἄδικες; Θέλω νὰ πῶ τοῦτο δηλαδή: ἂν κάποιος ἔχει ἕναν φίλο μὲ σῶες τὶς φρένες κι ἔχει πάρει ἀπὸ αὐτὸν τὸν φίλο του ὅπλα γιὰ νὰ τοῦ τὰ φυλάξει, καὶ ἂν κατόπιν ὁ φίλος του αὐτός, ποὺ ἔχει ἐν τῶ μεταξὺ παραφρονήσει, τοῦ τὰ ζητήσει πίσω, ὅλοι θὰ συμφωνούσαμε στὸ ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ τοῦ ἐπιστρέψει τὰ φυλαγμένα ὅπλα καὶ στὸ ὅτι δὲν θὰ ἦταν δίκαιος ὅποιος τὸ ἔπραττε, ἀλλὰ καί, βεβαίως, καὶ στὸ ὅτι δὲν ὀφείλει νὰ πεῖ ὅλη τὴν ἀλήθεια σὲ κάποιον ποὺ βρίσκεται σὲ τέτοια κατάσταση».

«Σωστά», εἶπε.

«Τῆς δικαιοσύνης ὅρος εἶναι, ἑπομένως, νὰ λὲς τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ ἐπιστρέφεις ὅ,τι ἔχεις πάρει — ἔτσι δεν εἶναι;»

«Βεβαίως καὶ εἶναι Σωκράτη», εἶπε παρεμβαίνοντας ὁ Πολέμαρχος, «ἂν πρέπει νὰ δώσουμε βάση στὸν Σιμωνίδη».

«Ὁπότε τώρα σᾶς ἀφήνω ἐγὼ νὰ συζητήσετε ἐσεῖς», εἶπε ὁ Κέφαλος, «γιατὶ πρέπει νὰ φροντίσω τὰ σχετικὰ μὲ τὴ θυσία».

Εὐθὺς τότε τοῦ λέει ὁ Πολέμαρχος: «Ἐγὼ εἶμαι, ἑπομένως, τῆς περιουσίας σου ὁ κληρονόμος!»

Γελώντας ὁ Κέφαλος τοῦ εἶπε «Βεβαίως» καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὸ μέρος τῆς θυσίας.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 


Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΝ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΕΦΑΛΟ

 


ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (329d9-330c9)

 

ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΝ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΕΦΑΛΟ

 

Τὸν ἄκουσα τὸν Κέφαλο καὶ θαύμασα τὰ λόγια του. Θέλοντας, ὅμως, νὰ τὸν βάλω νὰ πεῖ κι ἄλλα τὸν παρακίνησα λέγοντάς του: «Γνώμη μου εἶναι, Κέφαλε, ὅτι, ὅταν λὲς ὅ,τι λές, οἱ πολλοὶ δὲν τ’ ἀποδέχονται, καὶ νομίζουν ὅτι τὰ γηρατειά σου τὰ ὑπομένεις ἄνετα, ὄχι ἐπειδὴ ξέρεις πῶς νὰ φέρεσαι μὲ τὸν ἰδιαίτερό σου τρόπο, μὰ ἐπειδὴ διαθέτεις μεγάλη περιουσία. Διότι γιὰ τοὺς πλούσιους, καθὼς λένε, πάμπολλες πηγὲς παρηγοριᾶς ὑπάρχουν».

Μὲ ἄκουσε καὶ μοῦ ἀπάντησε: «Σωστὰ καὶ ἀληθινὰ μιλᾶς· ὄντως δὲν τ’ ἀποδέχονται. Καὶ βέβαια αὐτὸ ποὺ ὑποστηρίζουν ναὶ μὲν στέκεται, ἀλλὰ ὄχι καὶ τόσο ἀκλόνητα ὅσο νομίζουν. Ἐδῶ κολλάει καλὰ αὐτὸ ποὺ εἶπε κάποτε ὁ Θεμιστοκλῆς σ’ ἕναν ἀπ’ τὴ Σέριφο ποὺ τὸν λοιδοροῦσε λέγοντας ὅτι τὴν καλή του φήμη δὲν τὴ χρωστοῦσε στὶς ἱκανότητές του, ἀλλὰ στὴν πόλη τῆς καταγωγῆς του. Ὁ Θεμιστοκλῆς, λοιπόν, τοῦ ἀντεῖπε ὅτι, ἂν τύχαινε νὰ κατάγεται ἀπ’ τὴ Σέριφο, δὲν θά ’ταν ὀνομαστός, πράγμα ποὺ θὰ συνέβαινε καὶ ἀντίστροφα: ὀνομαστὸς δὲν θά ’ταν οὔτε ὁ Σερίφιος, ἂν εἶχε τυχὸν γεννηθεῖ Ἀθηναῖος. Ἡ κουβέντα αὐτὴ ταιριάζει καὶ σὲ ὅλους ὅσοι δὲν εἶναι πλούσιοι καὶ δὲν τὴν παλεύουνε εὔκολα μὲ τὰ γεράματά τους. Οὔτε ὁ βολικὸς ἄνθρωπος θὰ ὑπέφερε ἄνετα τὰ γηρατειά του, ἂν ἤτανε φτωχός, οὔτε καὶ ὁ ἀναποδιάρης ἄνθρωπος θὰ εὐκόλυνε καθόλου τὴ ζωή του, ἔτσι τυχὸν καὶ πλούτιζε».

Τοῦ εἶπα τότε ἐγώ: «Γιά νὰ σὲ ρωτήσω τώρα κάτι, Κέφαλε: Ἀπ’ ὅσα ἔχεις, τὰ πιὸ πολλὰ τὰ βρῆκες ἕτοιμα ἢ τ’ ἀπέκτησες ἐσὺ καὶ τὰ πρόσθεσες στ’ ἄλλα;»

«Τί ν’ ἀποκτήσω καὶ νὰ προσθέσω ἐγώ, Σωκράτη μου;» μοῦ εἶπε. «Σὲ σύγκριση μὲ τὸν παπποῦ καὶ τὸν πατέρα μου καὶ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ἐγὼ βρίσκομαι κάπου ἐκεῖ στὴ μέση. Ὁ παπποῦς μου, ποὺ εἴμαστε καὶ συνονόματοι, κληρονόμησε ἀπ’ τὸν πατέρα του περίπου ὅση περιουσία ἔχω ἐγὼ τώρα… τὴν κληρονόμησε καὶ τὴ μεγάλωσε, τὴν πολλαπλασίασε· ἀντίθετα ὁ Λυσανίας, ὁ δικός μου ὁ πατέρας, μοῦ ἄφησε πιὸ λίγα κι ἀπ’ ὅσα ἔχω τοῦ λόγου μου τώρα. Προσωπικὰ θὰ εἶμαι ἱκανοποιημένος, ἂν τὴν περιουσία μου δὲν τὴν ἀφήσω στὰ παιδιά μου, ποὺ μᾶς ἀκοῦνε ἐδῶ, λιγότερη, μὰ καὶ λίγο περισσότερη ἀπ’ ὅσην παρέλαβα ἐγώ».

«Σὲ ρώτησα, ξέρεις», τοῦ εἶπα, «ἐπειδὴ μοῦ ἔχεις δώσει τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν τὰ πολυαγαπᾶς τὰ χρήματα, κάτι ποὺ συνήθως συμβαίνει μὲ ὅσους δὲν τὰ ἔχουν ἀποκτήσει μόνοι τους. Ἀντίθετα, ὅσοι τά ’χουν ἀποκτήσει μόνοι τους τὰ ἀγαποῦν διπλὰ καὶ τρίδιπλα σὲ σύγκριση μὲ τοὺς ἄλλους. Διότι ὅπως οἱ ποιητὲς ἀγαποῦν τὰ ποιήματά τους καὶ οἱ πατεράδες τὰ παιδιά τους, ἔτσι καὶ ὅσοι ἀπέκτησαν χρήματα ἀσχολοῦνται συνέχεια μὲ αὐτά, ἐπειδὴ τὰ ἀποκτήματά τους εἶναι τὸ δικό τους ἔργο, πέραν τοῦ ὅτι τὰ χρησιμοποιοῦν ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἰ ἄλλοι ἄνθρωποι. Ἡ συναναστροφὴ μαζί τους δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη, καθὼς τὴ μόνη καλὴ κουβέντα ποὺ θὰ σοῦ ποῦν εἶναι γιὰ τὸν πλοῦτο».

«Σωστὰ τὰ εἶπες», μοῦ εἶπε.

«Ναί, βεβαίως!» τοῦ εἶπα ἐγώ.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

ΣΤΟΝ ΒΟΡΕΙΟΑΜΕΡΙΚΑΝΟ ΦΙΛΟ ΜΟΥ

 



PABLO NERUDA

 

ΣΤΟΝ ΒΟΡΕΙΟΑΜΕΡΙΚΑΝΟ ΦΙΛΟ ΜΟΥ

 

Άνθρωπε του Βορρά, Αμερικάνε του Βορρά,

βιομηχανικέ κόφτη και συλλέκτη μήλων,

απλέ και μόνε σαν πεύκο μέσα σε πευκόδασο,

έλατο της Αλάσκας γεωγραφικό,

γιάνκη των μικρών χωριών και των εργοστασίων

με σύζυγο, με καθήκοντα και με παιδιά,

αλλά και όλοι εσείς οι εύφοροι μηχανικοί

που δουλεύετε στων αριθμών την αμετάβλητη ζούγκλα

ή στα ρολόγια και στους μηχανισμούς των εργοστασίων,

εργάτες ψωμωμένοι και ψηλοί και σκυμμένοι

ανάμεσα στους τροχούς και από πάνω από τις φλόγες,

σπαρακτικοί ποιητές που εχάσατε την πίστη

στην ανθρώπινη φυλή που είχε ο Γουίτμαν,

σ’ όλους εσάς τους Βορειοαμερικανούς λέω τί θέλω:

θέλω ό,τι αγαπώ και ό,τι μισώ

να είναι μες στα λόγια μου τελείως ξεκάθαρο.

Για το μόνο που σας μέμφομαι

είναι ότι η σιωπή σας δεν λέει, δεν σημαίνει τίποτα:

καλά-καλά δεν ξέρουμε τι σκέφτονται

οι Βορειομερικανοί στα σπίτια τους·

της οικογένειας το καταλαβαίνουμε το μέλι,

αλλά αγαπάμε και τη φωτιά·

κι όταν συμβαίνει κάτι σε αυτόν τον κόσμο, ενώ

θέλουμε να μοιραστούμε τα διδάγματα που προκύπτουν,

διαπιστώνουμε ότι δύο-τρεις άνθρωποι

σφαλίζουν τις βορειοαμερικανικές πόρτες

και ακούγεται μόνο η Φωνή της Αμερικής,

που όμως είναι σαν ν’ ακούς μιαν αλλόκοτη κότα.

Κατά τα λοιπά εγώ γιορτάζω εδώ  και χαιρετίζω

τα σημερινά και τ’ αυριανά σας επιτεύγματα,

και νομίζω ότι ο αργοπορημένος δορυφόρος

που εκτοξεύσατε κάποιο πρωί κάνει καλό

στην περηφάνεια σας και την ευεργετεί·

αλλά γιατί αλήθεια να είστε πάντα πρώτοι;

Σε τούτο εδώ της ζωής το πρωτάθλημα,

ο ουραγός για πάντα είναι η κομπορρημοσύνη —

έτσι μπορούμε να πάμε μαζί στον ήλιο

και να πιούμε κρασί από την ίδια κανάτα.

Αμερικανοί είσαστε κι εσείς, όπως κι εμείς,

και δεν σας αποκλείουμε από τίποτα·

θέλουμε όμως να διατηρήσουμε ό,τι έχουμε δικό μας.

Για τις ψυχές μας υπάρχει χώρος άφθονος

και μπορούμε να ζήσουμε χωρίς καταπίεση,

και με καθόλου θεριεμένο στόμφο, ωσπού να πούμε

ειλικρινώς και φάτσα-φάτσα ο ένας στον άλλον

πόσο μακριά έχουμε επιτέλους φτάσει.

Αλλάζει ο κόσμος, και δεν πιστεύουμε

πως πρέπει να νικάμε με βόμβες και σπαθιά.

Στη βάση αυτή θα καταλήξουμε να συνεννοηθούμε

χωρίς να σας προκαλέσουμε καθόλου πόνο:

δεν θα εκμεταλλευτούμε το πετρέλαιό σας,

στα τελωνεία σας δεν θα προβούμε σε κατασχέσεις,

δεν θα πουλήσουμε ρεύμα ηλεκτρικό

σε βορειοαμερικανικές πολίχνες·

είμαστε άνθρωποι ειρηνικοί, άνθρωποι

που τους φτάνουνε τα λίγα που κερδίζουν

και δεν θέλουν να υποβάλουν κανέναν

στων περιστάσεων την απληστία.

Σεβόμαστε τον χώρο που έχει ο Λίνκολν

και του Πολ Ρόμπσον την καθαρή συνείδηση ​.

Σου μάθαμε ν’ αγαπάς τον Τσάρλι Τσάπλιν

(παρόλο που ελάχιστα την ευφυία του αντάμειψες).

Τόσα και τόσα πράγματα, σαν τη γεωγραφία

που μας ενώνει στ’ αγαπημένα μας χώματα…

όλα μου λέν να πω ακόμα μια φορά

ότι είμαστε και πλέουμε στο ίδιο σκαρί επάνω

και ότι η αλαζονεία θα μπορούσε να το βουλιάξει:

ας το φορτώσουμε ψωμί και μήλα,

ας το φορτώσουμε με λευκούς και μαύρους,

με συνεννόηση και ελπίδα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

 


ATTILIO BERTOLUCCI

 

ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

 

Οι  ακακίες των παιδικών μου χρόνων

με τα δροσερά τους φύλλα να τραγουδούν στο στόμα μου...

Περπατάς κατεβαίνοντας την ξερή όχθη του Τσίνγκιο,

και κάποιο μακρύ κλαδί χαϊδεύει

τη φλογισμένη σου όψη, και μετά, απομακρύνοντας

εκείνο το γλυκό και ενοχλητικό κλαδί,

με μιαν ασύνειδη διάθεση για εκδίκηση το γδέρνεις

και τινάζονται μια χούφτα φύλλα τρυφερά.

Διαλέγεις ένα, το ακουμπάς ίσα-ίσα

στα χείλη σου και τραγουδάει, όσο περπατάς,

έχοντας κιόλας ξεχάσει όλη την παρέα σου.

Από κείνο κει το μέρος περνούν πετώντας λιβελούλες,

ακούς από μακριά τις αλωνιστικές μηχανές,

ζεις σάμπως μέσα σ’ ένα όνειρο ζεστό.

Όταν των τζιτζικιών το τραγούδι παύει ν’ ακούγεται πιά,

έρχονται και με κατακλύζουν

τα πρώτα σκοτάδια και η σιωπή του βραδιού,

σχεδόν ξαφνικά – μια φρενίτιδα κυριεύει τα πόδια μου

και τρέχω μέχρι να μου κοπεί η ανάσα,

μες στο δροσερό απόβραδο,

πανευτυχής, κι ας είμαι φοβισμένος.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.