Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΝ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΕΦΑΛΟ

 


ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (329d9-330c9)

 

ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΝ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΕΦΑΛΟ

 

Τὸν ἄκουσα τὸν Κέφαλο καὶ θαύμασα τὰ λόγια του. Θέλοντας, ὅμως, νὰ τὸν βάλω νὰ πεῖ κι ἄλλα τὸν παρακίνησα λέγοντάς του: «Γνώμη μου εἶναι, Κέφαλε, ὅτι, ὅταν λὲς ὅ,τι λές, οἱ πολλοὶ δὲν τ’ ἀποδέχονται, καὶ νομίζουν ὅτι τὰ γηρατειά σου τὰ ὑπομένεις ἄνετα, ὄχι ἐπειδὴ ξέρεις πῶς νὰ φέρεσαι μὲ τὸν ἰδιαίτερό σου τρόπο, μὰ ἐπειδὴ διαθέτεις μεγάλη περιουσία. Διότι γιὰ τοὺς πλούσιους, καθὼς λένε, πάμπολλες πηγὲς παρηγοριᾶς ὑπάρχουν».

Μὲ ἄκουσε καὶ μοῦ ἀπάντησε: «Σωστὰ καὶ ἀληθινὰ μιλᾶς· ὄντως δὲν τ’ ἀποδέχονται. Καὶ βέβαια αὐτὸ ποὺ ὑποστηρίζουν ναὶ μὲν στέκεται, ἀλλὰ ὄχι καὶ τόσο ἀκλόνητα ὅσο νομίζουν. Ἐδῶ κολλάει καλὰ αὐτὸ ποὺ εἶπε κάποτε ὁ Θεμιστοκλῆς σ’ ἕναν ἀπ’ τὴ Σέριφο ποὺ τὸν λοιδοροῦσε λέγοντας ὅτι τὴν καλή του φήμη δὲν τὴ χρωστοῦσε στὶς ἱκανότητές του, ἀλλὰ στὴν πόλη τῆς καταγωγῆς του. Ὁ Θεμιστοκλῆς, λοιπόν, τοῦ ἀντεῖπε ὅτι, ἂν τύχαινε νὰ κατάγεται ἀπ’ τὴ Σέριφο, δὲν θά ’ταν ὀνομαστός, πράγμα ποὺ θὰ συνέβαινε καὶ ἀντίστροφα: ὀνομαστὸς δὲν θά ’ταν οὔτε ὁ Σερίφιος, ἂν εἶχε τυχὸν γεννηθεῖ Ἀθηναῖος. Ἡ κουβέντα αὐτὴ ταιριάζει καὶ σὲ ὅλους ὅσοι δὲν εἶναι πλούσιοι καὶ δὲν τὴν παλεύουνε εὔκολα μὲ τὰ γεράματά τους. Οὔτε ὁ βολικὸς ἄνθρωπος θὰ ὑπέφερε ἄνετα τὰ γηρατειά του, ἂν ἤτανε φτωχός, οὔτε καὶ ὁ ἀναποδιάρης ἄνθρωπος θὰ εὐκόλυνε καθόλου τὴ ζωή του, ἔτσι τυχὸν καὶ πλούτιζε».

Τοῦ εἶπα τότε ἐγώ: «Γιά νὰ σὲ ρωτήσω τώρα κάτι, Κέφαλε: Ἀπ’ ὅσα ἔχεις, τὰ πιὸ πολλὰ τὰ βρῆκες ἕτοιμα ἢ τ’ ἀπέκτησες ἐσὺ καὶ τὰ πρόσθεσες στ’ ἄλλα;»

«Τί ν’ ἀποκτήσω καὶ νὰ προσθέσω ἐγώ, Σωκράτη μου;» μοῦ εἶπε. «Σὲ σύγκριση μὲ τὸν παπποῦ καὶ τὸν πατέρα μου καὶ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ἐγὼ βρίσκομαι κάπου ἐκεῖ στὴ μέση. Ὁ παπποῦς μου, ποὺ εἴμαστε καὶ συνονόματοι, κληρονόμησε ἀπ’ τὸν πατέρα του περίπου ὅση περιουσία ἔχω ἐγὼ τώρα… τὴν κληρονόμησε καὶ τὴ μεγάλωσε, τὴν πολλαπλασίασε· ἀντίθετα ὁ Λυσανίας, ὁ δικός μου ὁ πατέρας, μοῦ ἄφησε πιὸ λίγα κι ἀπ’ ὅσα ἔχω τοῦ λόγου μου τώρα. Προσωπικὰ θὰ εἶμαι ἱκανοποιημένος, ἂν τὴν περιουσία μου δὲν τὴν ἀφήσω στὰ παιδιά μου, ποὺ μᾶς ἀκοῦνε ἐδῶ, λιγότερη, μὰ καὶ λίγο περισσότερη ἀπ’ ὅσην παρέλαβα ἐγώ».

«Σὲ ρώτησα, ξέρεις», τοῦ εἶπα, «ἐπειδὴ μοῦ ἔχεις δώσει τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν τὰ πολυαγαπᾶς τὰ χρήματα, κάτι ποὺ συνήθως συμβαίνει μὲ ὅσους δὲν τὰ ἔχουν ἀποκτήσει μόνοι τους. Ἀντίθετα, ὅσοι τά ’χουν ἀποκτήσει μόνοι τους τὰ ἀγαποῦν διπλὰ καὶ τρίδιπλα σὲ σύγκριση μὲ τοὺς ἄλλους. Διότι ὅπως οἱ ποιητὲς ἀγαποῦν τὰ ποιήματά τους καὶ οἱ πατεράδες τὰ παιδιά τους, ἔτσι καὶ ὅσοι ἀπέκτησαν χρήματα ἀσχολοῦνται συνέχεια μὲ αὐτά, ἐπειδὴ τὰ ἀποκτήματά τους εἶναι τὸ δικό τους ἔργο, πέραν τοῦ ὅτι τὰ χρησιμοποιοῦν ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἰ ἄλλοι ἄνθρωποι. Ἡ συναναστροφὴ μαζί τους δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη, καθὼς τὴ μόνη καλὴ κουβέντα ποὺ θὰ σοῦ ποῦν εἶναι γιὰ τὸν πλοῦτο».

«Σωστὰ τὰ εἶπες», μοῦ εἶπε.

«Ναί, βεβαίως!» τοῦ εἶπα ἐγώ.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

ΣΤΟΝ ΒΟΡΕΙΟΑΜΕΡΙΚΑΝΟ ΦΙΛΟ ΜΟΥ

 



PABLO NERUDA

 

ΣΤΟΝ ΒΟΡΕΙΟΑΜΕΡΙΚΑΝΟ ΦΙΛΟ ΜΟΥ

 

Άνθρωπε του Βορρά, Αμερικάνε του Βορρά,

βιομηχανικέ κόφτη και συλλέκτη μήλων,

απλέ και μόνε σαν πεύκο μέσα σε πευκόδασο,

έλατο της Αλάσκας γεωγραφικό,

γιάνκη των μικρών χωριών και των εργοστασίων

με σύζυγο, με καθήκοντα και με παιδιά,

αλλά και όλοι εσείς οι εύφοροι μηχανικοί

που δουλεύετε στων αριθμών την αμετάβλητη ζούγκλα

ή στα ρολόγια και στους μηχανισμούς των εργοστασίων,

εργάτες ψωμωμένοι και ψηλοί και σκυμμένοι

ανάμεσα στους τροχούς και από πάνω από τις φλόγες,

σπαρακτικοί ποιητές που εχάσατε την πίστη

στην ανθρώπινη φυλή που είχε ο Γουίτμαν,

σ’ όλους εσάς τους Βορειοαμερικανούς λέω τί θέλω:

θέλω ό,τι αγαπώ και ό,τι μισώ

να είναι μες στα λόγια μου τελείως ξεκάθαρο.

Για το μόνο που σας μέμφομαι

είναι ότι η σιωπή σας δεν λέει, δεν σημαίνει τίποτα:

καλά-καλά δεν ξέρουμε τι σκέφτονται

οι Βορειομερικανοί στα σπίτια τους·

της οικογένειας το καταλαβαίνουμε το μέλι,

αλλά αγαπάμε και τη φωτιά·

κι όταν συμβαίνει κάτι σε αυτόν τον κόσμο, ενώ

θέλουμε να μοιραστούμε τα διδάγματα που προκύπτουν,

διαπιστώνουμε ότι δύο-τρεις άνθρωποι

σφαλίζουν τις βορειοαμερικανικές πόρτες

και ακούγεται μόνο η Φωνή της Αμερικής,

που όμως είναι σαν ν’ ακούς μιαν αλλόκοτη κότα.

Κατά τα λοιπά εγώ γιορτάζω εδώ  και χαιρετίζω

τα σημερινά και τ’ αυριανά σας επιτεύγματα,

και νομίζω ότι ο αργοπορημένος δορυφόρος

που εκτοξεύσατε κάποιο πρωί κάνει καλό

στην περηφάνεια σας και την ευεργετεί·

αλλά γιατί αλήθεια να είστε πάντα πρώτοι;

Σε τούτο εδώ της ζωής το πρωτάθλημα,

ο ουραγός για πάντα είναι η κομπορρημοσύνη —

έτσι μπορούμε να πάμε μαζί στον ήλιο

και να πιούμε κρασί από την ίδια κανάτα.

Αμερικανοί είσαστε κι εσείς, όπως κι εμείς,

και δεν σας αποκλείουμε από τίποτα·

θέλουμε όμως να διατηρήσουμε ό,τι έχουμε δικό μας.

Για τις ψυχές μας υπάρχει χώρος άφθονος

και μπορούμε να ζήσουμε χωρίς καταπίεση,

και με καθόλου θεριεμένο στόμφο, ωσπού να πούμε

ειλικρινώς και φάτσα-φάτσα ο ένας στον άλλον

πόσο μακριά έχουμε επιτέλους φτάσει.

Αλλάζει ο κόσμος, και δεν πιστεύουμε

πως πρέπει να νικάμε με βόμβες και σπαθιά.

Στη βάση αυτή θα καταλήξουμε να συνεννοηθούμε

χωρίς να σας προκαλέσουμε καθόλου πόνο:

δεν θα εκμεταλλευτούμε το πετρέλαιό σας,

στα τελωνεία σας δεν θα προβούμε σε κατασχέσεις,

δεν θα πουλήσουμε ρεύμα ηλεκτρικό

σε βορειοαμερικανικές πολίχνες·

είμαστε άνθρωποι ειρηνικοί, άνθρωποι

που τους φτάνουνε τα λίγα που κερδίζουν

και δεν θέλουν να υποβάλουν κανέναν

στων περιστάσεων την απληστία.

Σεβόμαστε τον χώρο που έχει ο Λίνκολν

και του Πολ Ρόμπσον την καθαρή συνείδηση ​.

Σου μάθαμε ν’ αγαπάς τον Τσάρλι Τσάπλιν

(παρόλο που ελάχιστα την ευφυία του αντάμειψες).

Τόσα και τόσα πράγματα, σαν τη γεωγραφία

που μας ενώνει στ’ αγαπημένα μας χώματα…

όλα μου λέν να πω ακόμα μια φορά

ότι είμαστε και πλέουμε στο ίδιο σκαρί επάνω

και ότι η αλαζονεία θα μπορούσε να το βουλιάξει:

ας το φορτώσουμε ψωμί και μήλα,

ας το φορτώσουμε με λευκούς και μαύρους,

με συνεννόηση και ελπίδα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

 


ATTILIO BERTOLUCCI

 

ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

 

Οι  ακακίες των παιδικών μου χρόνων

με τα δροσερά τους φύλλα να τραγουδούν στο στόμα μου...

Περπατάς κατεβαίνοντας την ξερή όχθη του Τσίνγκιο,

και κάποιο μακρύ κλαδί χαϊδεύει

τη φλογισμένη σου όψη, και μετά, απομακρύνοντας

εκείνο το γλυκό και ενοχλητικό κλαδί,

με μιαν ασύνειδη διάθεση για εκδίκηση το γδέρνεις

και τινάζονται μια χούφτα φύλλα τρυφερά.

Διαλέγεις ένα, το ακουμπάς ίσα-ίσα

στα χείλη σου και τραγουδάει, όσο περπατάς,

έχοντας κιόλας ξεχάσει όλη την παρέα σου.

Από κείνο κει το μέρος περνούν πετώντας λιβελούλες,

ακούς από μακριά τις αλωνιστικές μηχανές,

ζεις σάμπως μέσα σ’ ένα όνειρο ζεστό.

Όταν των τζιτζικιών το τραγούδι παύει ν’ ακούγεται πιά,

έρχονται και με κατακλύζουν

τα πρώτα σκοτάδια και η σιωπή του βραδιού,

σχεδόν ξαφνικά – μια φρενίτιδα κυριεύει τα πόδια μου

και τρέχω μέχρι να μου κοπεί η ανάσα,

μες στο δροσερό απόβραδο,

πανευτυχής, κι ας είμαι φοβισμένος.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΣΕΛΙΔΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

 


ATTILIO BERTOLUCCI

 

ΣΕΛΙΔΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

 

Στη Μπολόνια, στο Σιντριβανάκι,

ένας σερβιτόρος φαλακρός,

με πονηρό χαμόγελο, χωρίς κουβέντα,

μας άνοιξε μια πορτούλα.

 

Άδειο το δωμάτιο και ηλιόλουστο

έβλεπε σ’ ένα κανάλι, όπου

ομοίως αμίλητες  κολύμπαγαν

κάτι πάπιες – στόλος ολόκληρος.

 

Χρυσό κρασί μες στα ποτήρια άστραφτε

και μας μεθούσε – κι άναψε

ο έρωτας στα μαύρα μάτια σου

σάμπως φωτιά σε ξέφωτο μεγάλο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

ΟΜΙΛΕΙ Ο ΓΕΡΩΝ ΚΕΦΑΛΟΣ


 

ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (329a1-329d8)


ΟΜΙΛΕΙ Ο ΓΕΡΩΝ ΚΕΦΑΛΟΣ

 

«Ἐγώ, Σωκράτη, μὰ τὸν Δία», εἶπε, «θὰ σ’ τὴν πῶ τὴ γνώμη μου. Πολλὲς φορὲς μαζευόμαστε κάποιοι, ποὺ ἔχουμε τὴν ἴδια πάνω-κάτω ἡλικία, καὶ ἐπαληθεύουμε τὴν παλιὰ παροιμία: Ἧλιξ ἥλικα τέρπει, γέρων δὲ τέρπει γέροντα, δηλαδή: Ὁ συνομίληκος εὐχαριστεῖ τὸν συνομίληκο καὶ ὁ γέροντας τὸν γέροντα. Σὲ τοῦτες τὶς μαζώξεις μας, λοιπόν, οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς κλαῖνε καὶ ὀδύρονται, διότι νοσταλγοῦν τὶς ἀπολαύσεις τῆς νιότης καὶ ἀναπολοῦν τὶς σωματικὲς ἡδονές, τὰ μεθύσια, τὰ φαγοπότια καὶ ὅ,τι ἄλλο συναφές, ἀλλὰ καὶ ἀγανακτοῦν λὲς κι ἔχουν κάτι πολὺ σπουδαῖο στερηθεῖ, καθὼς θεωροῦν ὅτι τότε ζοῦσαν πολὺ καλά, ἐνῶ τώρα αὐτὸ ποὺ ζοῦν δὲν εἶναι πιὰ ζωή. Ὑπάρχουν ἐκεῖ καὶ κάμποσοι ποὺ ὀδύρονται γιὰ ὅσους προπηλακισμοὺς εἰσπράττουν γιὰ τὰ γηρατειά τους ἀπὸ δικούς τους ἀνθρώπους, καὶ ποὺ στιγμὴ δὲν σταματοῦν νὰ λένε, καὶ μάλιστα σὲ ὅλους τοὺς τόνους, ὅτι ἡ αἰτία ὅλων τῶν κακῶν εἶναι τὰ γεράματα. Ἐγώ, πάντως, Σωκράτη μου, ἔχω τὴ γνώμη ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κατηγοροῦν αὐτὸ ποὺ δὲν ἀποτελεῖ καθόλου πηγὴ τῶν ὅποιων κακῶν. Γιατὶ ἂν ἦταν αὐτὸ ἡ αἰτία, θὰ εἶχα πάθει κι ἐγὼ ἐξαιτίας τῶν γηρατειῶν τὰ ἴδια, καὶ μαζὶ μ’ ἐμένα κι ὅλοι οἱ ἄλλοι ποὺ ἔφτασαν αἰσίως στὰ χρόνια μου. Ἔχω, ἐντούτοις, συναντήσει κι ἄλλους, ποὺ δὲν ἔχουν περιέλθει στὴν κατάσταση αὐτή. Μιὰ φορά, μάλιστα, ἔτυχε νὰ βρεθῶ κοντὰ στὸν Σοφοκλῆ, τὸν ποιητή· ἐκεῖ κάποιος τὸν ρώτησε: “Πῶς τὰ πᾶς, Σοφοκλῆ, μὲ τὴν ἐρωτική ζωή; Καταφέρνεις ἀκόμα νὰ συνευρίσκεσαι μὲ γυναῖκες;” Τότε ὁ Σοφοκλῆς τοῦ εἶπε: “Ἄ, δὲν πᾶς καθόλου καλά, ἄνθρωπέ μου! Ποῦ νά ’ξερες πόσο πολὺ χαίρομαι ποὺ γλύτωσα ἀπ’ αὐτό… νιώθω σὰν νά ’χω ξεφύγει ἀπ’ τὰ νύχια ἄγριου καὶ λυσασμένου ἀφέντη!” Ἐμένα καὶ τότε μοῦ ἄρεσαν τὰ λόγια τῆς ἀπάντησής του ἐκείνης καὶ τώρα ἐξακολουθοῦν νὰ μοῦ ἀρέσουν, καὶ μάλιστα πιὸ πολὺ τώρα! Γιατὶ μὲ τὰ γεράματα ἡ ταραχὴ ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων γίνεται γαλήνη καὶ καταλήγει στὴν ἐλευθερία. Ὅταν οἱ ἐρωτικὲς ἐπιθυμίες καταλαγιάσουν καὶ καταπέσει ἡ ἔντασή τους, γίνεται ὅ,τι εἶπε ὁ Σοφοκλῆς: ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ πλείστους ὅσους καὶ μαινόμενους ἀφέντες. Ἀλλὰ καὶ γι’ αὐτὰ καὶ γιὰ ὅσα ἀφοροῦν τοὺς συγγενεῖς μας μία καὶ μόνο μία εἶναι ἡ αἰτία, καὶ ἡ αἰτία αὐτή, Σωκράτη μου, δὲν εἶναι βεβαίως τὰ γεράματα, ἀλλὰ ὁ τρόπος τῶν ἀνθρώπων, ἡ συμπεριφορά τους δηλαδή. Ἂν ἡ συμπεριφορά τους εἶναι εὐπρεπὴς καὶ οἱ ἴδιοι φέρονται κόσμια, τότε ναὶ μὲν ἀπαντῶνται δυσκολίες καὶ στὰ γηρατειά, ἀλλὰ εἶναι δυσκολίες ποὺ ὑποφέρονται· ἄν, ὅμως, δὲν εἶναι ἔτσι, τότε, Σωκράτη μου, στὸν ἀνάποδο ἄνθρωπο δὲν εἶναι μόνο τὰ γεράματά του κακὰ καὶ δύσκολα, ἀλλὰ καὶ ἡ νιότη του».

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

 



PABLO NERUDA

 

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΚΑΠΟΙΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

 

Στη Νέα Υόρκη, μι’ αδέσποτη κακοσμία τυριού

πλανιόταν επάνω από κάτι ψεύτικες γαρδένιες:

απ’  την 42η οδό ίσαμε το Λονγκ Άιλαντ

τα κατασκέπαζε όλα ο χειμώνας,

και η αίθουσα των μαθημάτων έτρεμε

από ζέστη ξαφνική και πεθαμένο κρύο.

Από εκεί εβγήκε ο φίλος μας

τυλιγμένος με αέρα πικρό σαν την εξορία του,

μα η βορειοαμερικανική μητρόπολη

τον είχε ήδη ντύσει με τη νέα της στολή,

και πίστεψε ότι αυτό θ’ απελευθέρωνε

των «Αναμνήσεών» του το προγονικό χαρτί.

Γαλίντες ήταν του καθηγητή μας το όνομα,

και το βράδυ εκείνο τον δρόμο επήρε για την κόλαση.

Του έδωσαν χτυπήματα στο κεφάλι,

και αναίσθητο τον μετέφεραν

μέσ’ στη νύχτα, μέσ’ απ’ τους δρόμους,

μέσ’  απ’ τα εγκαταλελειμμένα αεροδρόμια,

στον Άγιο Δομίνικο, όπου βασιλεύει

ένας χλεμπονιάρης ρουφιάνος με γέρικη φάτσα,

ένας σατανικός πιθηκομούρης

που τον στηρίζει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Με δεμένα χέρια έφεραν τον καημένο τον καθηγητή,

στον θρόνο, παρέα με τις «Αναμνήσεις» του,

και κανείς δεν ξέρει αν εκάηκε ζωντανός,

εάν τον έγδαραν αργά-αργά και βασανιστικά,

αν τον έκοψαν κομματάκια, πολλά κομματάκια,

ή αν τον έβαλαν να βράζει στο αίμα μέσα άλλων νεκρών·

στη συνεδρίαση του δικαστηρίου

ο καθηγητής εβάδισε του μαρτυρίου του τον δρόμο

και βεβαίως ανταμείφθηκε αδρότατα ο πιλότος

(Βορειοαμερικανός, εννοείται)·

όσο δε για τον σατράπη… —

αυτός παρέμεινε να κυβερνάει στον Άγιο Δομίνικο.

Στη Νέα Υόρκη συνεχίζεται ο χειμώνας.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΠΛΑΤΩΝ : ΠΟΛΙΤΕΙΑ (327a-328b)




 

ΠΛΑΤΩΝ : ΠΟΛΙΤΕΙΑ (327a-328b)

Μιλάει ὁ Σωκράτης:

 

Κατέβηκα χτὲς στὸν Πειραιὰ μὲ τὸν Γλαύκωνα τὸν γιὸ τοῦ Ἀρίστωνα, ἐπειδὴ ἤθελα καὶ νὰ προσευχηθῶ στὴ θεά, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ δῶ πῶς θὰ τελοῦσαν τὴ γιορτή, ἀφοῦ θὰ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὴν ὀργάνωναν. Λοιπόν, ὡραία μοῦ φάνηκε ἡ πομπὴ τῶν ντόπιων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι κι αὐτὴ τῶν Θρακῶν καθόλου δὲν ὑστεροῦσε σὲ ὀμορφιά. Ἀφοῦ προσευχηθήκαμε καὶ τελειώσαμε μὲ τὴν παρακολούθηση τῶν ἑορταστικῶν πομπῶν, ἐπήραμε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στὴν Ἀθήνα. Μᾶς εἶδε, τότε, ἀπὸ μακριὰ ὁ Πολέμαρχος, ὁ γιὸς τοῦ Κέφαλου, νὰ γυρνᾶμε σπίτι μας, καὶ ἔδωσε ἐντολὴ στὸν δοῦλο του νὰ τρέξει νὰ μᾶς προλάβει, γιὰ νὰ μᾶς πεῖ νὰ κάτσουμε νὰ τὸν περιμένουμε. Προφτάνοντάς μας ὁ δοῦλος μοῦ ἐτράβηξε τὸ ροῦχο ἀπὸ πίσω καὶ μοῦ εἶπε: «Ὁ Πολέμαρχος σᾶς παρακαλεῖ νὰ τὸν περιμένετε». Γύρισα τότε καὶ τὸν ρώτησα ποῦ ἦταν, κι αὐτὸς μοῦ ἀπάντησε: «Νά τος, κεῖ πίσω εἶναι, κι ἔρχεται. Περιμένετέ τον!» Βεβαίως καὶ θὰ τὸν περιμένουμε, εἶπε τότε ὁ Γλαύκων.

Ὕστερα ἀπὸ λίγο μαζὶ μὲ τὸν Πολέμαρχο ἔφτασαν ὁ Ἀδείμαντος, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Γλαύκωνα, καὶ ὁ Νικήρατος, ὁ γιὸς τοῦ Νικία, ἀλλὰ καὶ μερικοὶ ἄλλοι ἀκόμα — ὅλοι τους ἐρχόμενοι ἀπὸ τὴν πομπή.  

Λέει τότε ὁ Πολέμαρχος: «Τὸ βάλατε κιόλας γιὰ τὴν Ἀθήνα, Σωκράτη — ἢ κάνω λάθος;» Κι ἐγὼ τοῦ ἀπαντάω: «Καθόλου δὲν λαθεύεις».

«Μᾶς βλέπεις πόσοι εἴμαστε;» μὲ ρωτάει.

«Καὶ γιατί, δηλαδή, νὰ μὴ σᾶς βλέπω;»

«Ἔ, ἀφοῦ μᾶς βλέπεις, σοῦ λέω ὅτι ἢ θὰ μᾶς νικήσετε ἐσεῖς οἱ δύο καὶ θὰ φύγετε ἢ θὰ μείνετε ἐκεῖ ποὺ εἴσαστε!»

«Ναί», εἶπα τότε ἐγώ, «ἀλλὰ ὑπάρχει κι ἄλλη μία δυνατότητα: νὰ σᾶς πείσουμε ὅτι πρέπει νὰ μᾶς ἀφήσετε νὰ φύγουμε — ἢ μήπως δὲν ὑπάρχει;»

Καὶ τί μοῦ ἀπαντάει αὐτός: «Δηλαδὴ μοῦ λὲς ὅτι θὰ μπορούσατε νὰ πείσετε ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἀκοῦνε;»

«Δὲν ὑπάρχει τρόπος», εἶπε ὁ Γλαύκων.

Καὶ εἶπα κι ἐγώ: «Βάλ’τε το, λοιπόν, καλὰ στὸν νοῦ σας: δὲν θὰ σᾶς ἀκούσουμε».

Λέει τότε ὁ Ἀδείμαντος: «Νὰ ὑποθέσω, ἄραγε, ὅτι δὲν ξέρετε πὼς ἀπόψε ἔχει πρὸς τιμὴν τῆς θεᾶς ἀγώνα ἔφιππης λαμπαδηδρομίας;…»

«Ἐννοεῖς ἀγώνα μὲ καβαλάρηδες;» τὸν ρώτησα. «Καινούργιο πράμα αὐτό! Δηλαδὴ οἱ συναγωνιζόμενοι θὰ κρατοῦν δαυλούς, θὰ τρέχουν ἔφιπποι, καὶ θὰ δίνει ὁ καβαλάρης τὸν δαυλό του στὸν ἑπόμενο;… Αὐτὸ ἐννοεῖς;»

«Ἀκριβῶς», εἶπε ὁ Πολέμαρχος· καὶ πρόσθεσε: «Ἀφήνω ποὺ θὰ ὑπάρχει καὶ ὁλονυχτία… κι ἀξίζει τὸν κόπο νὰ τὴ δοῦμε. Θὰ δειπνήσουμε, κι ἔπειτα θὰ σηκωθοῦμε νὰ πᾶ’ νὰ τὴν παρακολουθήσουμε. Ἐκεῖ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ συναντήσουμε πολλὰ νέα παιδιά, θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ συζητήσουμε. Γι’ αὐτὸ σᾶς λέω μείνετε… μὴ φεύγετε».

Τότε μοῦ εἶπε ὁ Γλαύκων: «Πρέπει, μοῦ φαίνεται, νὰ μείνουμε… ἔτσι νομίζω».

«Ἔ, ἀφοῦ ἔτσι νομίζεις», εἶπα ἐγώ, «πρέπει νὰ κάνουμε ὅπως νομίζεις: Μένουμε!»

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Ο ΧΟΡΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 351-487)

Ο ΧΟΡΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 

Γυναίκα, γνωστικὰ μιλᾶς, σὰν ἄντρας φρόνιμος.

Ἐγώ, ποὺ μόλις ἄκουσα τὶς πειστικές σου ἀποδείξεις,

ἕτοιμος εἶμαι κιόλας τοὺς θεοὺς νὰ ὑμνήσω·

ἀντάξια ἀνταμοιβὴ μᾶς δώσανε

γιὰ τοὺς μεγάλους μας τοὺς κόπους.

 

Ὦ Δία βασιλιὰ καὶ ὦ Νύχτα ἀγαπημένη,

τὸν κόσμο τὸν μεγάλο τ’ οὐρανοῦ μᾶς χάρισες.

Τῆς Τροίας τὸ κάστρο ἐτύλιξες

μὲ δίχτυ ἄσπαστο, πυκνό. Κανένας ἄντρας,

οὔτε μικρὸς οὔτε μεγάλος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ περάσει,

ἀπ’ τὴν πελώρια ἀπόχη τῆς δουλείας νὰ ξεφύγει —

μι’ ἀπόχη ποὺ ὅλα πάντα τὰ τσακώνει.

Τὸ μέγα ξένιο Δία σέβομαι ποὺ ἔκανε τὰ πάντα,

καὶ στὸν Πάρη ἐνάντια

ἀπὸ καιρὸ πολὺ

τὸ τόξο του σωστὰ ἐτάνυζε,

γιὰ νὰ μὴν πάει τὸ βέλος του χαμένο:

οὔτε ριγμένο πρόωρα

οὔτε ψηλὰ πρὸς τ’ ἄστρα.

 

Τοῦ Δία —λέν— τὸ χτύπημα καὶ τὴν πληγὴ

πολὺ εὔκολα τὰ βλέπεις.

Καὶ ὅπως ὅρισε, ἔπραξε.

Καὶ ὅποιος εἶπε πὼς οἱ θεοὶ γιὰ τοὺς θνητοὺς δὲν νοιάζονται,

ὅταν οἱ θεοὶ τοὺς βλέπουν ν’ ἀσεβοῦν

μπροστὰ σ’ αὐτὰ ποὺ ὀφείλουν σέβας,

αὐτὸς εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος ἀσεβὴς ἀπ’ ὅλους.

Οἱ ἀπόγονοι καλὰ τὸ ξέρουν

πὼς φέρνει συμφορὲς

ὅποιος μοχθηρός, μὲ θράσος ὁπλισμένος,

πόλεμο ἄδικο κι ἀνώφελο ζητᾶ νὰ κάνει,

κι ἂς εἶν’ τὸ σπίτι του γεμάτο μ’ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ

τοῦ φτάνουν καὶ τοῦ περισσεύουν.

Ὁ φρόνιμος ποὺ ἔχει λίγα, μὰ τοῦ φτάνουνε,

μακάρι στὴ ζωὴ κακὸ καὶ συμφορὰ νὰ μὴ γνωρίσει.

Ὅποιος γιὰ πλούτη πλεονεκτεῖ καὶ δὲν χορταίνει,

ὅποιος κλοτσάει καὶ γκρεμίζει

τῆς Δίκης τὸν βωμὸ τὸν σεβαστὸ

ν’ ἀφανιστεῖ τοῦ ’ναι γραμμένο.

 

Ἡ πανάθλια Πειθώ, ἡ θυγατέρα ἡ φριχτὴ τῆς Ἄτης,

ποὺ σκέφτεται πρὶν ἀπ’ αὐτόν,

τὸν χαμό του ἔχει προγράψει·

κι ὅλα τὰ γιατρικὰ εἶναι μάταια, γιατὶ

τὸ κακὸ πιὰ νὰ κρυφτεῖ δὲν γίνεται·

ἡ συμφορά του λάμπει μ’ ἕνα φῶς τρομαχτικό·

καὶ ὅπως ὁ χαλκὸς τοῦ κίβδηλου νομίσματος

ἀπ’ τὰ πολλὰ τὰ χέρια ποὺ τὸ πιάνουνε

μαυρίζει, καὶ μαυρίζει ὁλοένα πιὸ πολύ,

ἔτσι κι αὐτός —ποὺ σὰν παιδάκι

πουλιὰ νὰ πιάνει στὸν ἀέρα ἐγύρευε—

κίβδηλος ἀποδείχνεται καὶ σκάρτος·

τὴν πόλη του σὲ ὄνειδος βαρὺ τὴ ρίχνει… ἀβάσταχτο.

Κανεὶς θεὸς δὲν ἀκούει τότε ἱκεσίες·

τὸν ἄδικο τὸν ἄντρα, τὸν θνητό,

ποὺ μόνο ἀδικίες στὸν νοῦ του ἔχει νὰ τελεῖ,

τὸν τελειώνει.

Ἔτσι ἄδικος ἤτανε κι ο Πάρης:

σὰν ἦρθε στῶν Ἀτρειδῶν τ’ ἀνάκτορα,

ἐμπῆκε καὶ ἀτίμασε τὸ φιλόξενο τραπέζι, ποὺ στρωμένο τοῦ ’χαν,

τὴ γυναίκα τοῦ σπιτιοῦ ἁρπάζοντας.

 

Κι ἐκείνη, φεύγοντας, στῆς πόλης τοὺς κατοίκους ἄφησε…

πίσω της ἄφησε μόνο τῶν ἀσπίδων κρότους,

τοὺς λόχους καὶ τὰ ὅπλα τῶν ναυτῶν· καὶ στὸ Ἴλιο…

στὸ Ἴλιο, ἀντί τὴν προίκα της, τὸν ὄλεθρο ἐκουβάλησε·

κι ἀφοῦ μὲ πόδι γρήγορο δρασκέλισε τίς πόλεις,

τολμώντας ὅ,τι ἀτόλμητο,

τῶν ἀνακτόρων οἱ προφῆτες βαριανάστεξαν καὶ εἶπαν:

«Ἂχ παλάτια… ἂχ παλάτια ἐσεῖς καὶ ἄρχοντες,

ἂχ κλίνες τοῦ ἔρωτα μὲ χνάρια τῆς γυναίκας πού, ἄχ, ἐπάνω σας ἔγειρε,

τοὺς ἄντρες ποθώντας καὶ ἀγαπώντας σφόδρα.

Θὰ δεῖτε… τὸν ἄντρα θὰ δεῖτε,

βουτηγμένον στὴ σιωπὴ καὶ στὴ ντροπή,

νὰ μἠ μιλάει…

πικρὸ στὰ χείλη λόγο νὰ μὴν ἔχει·

καὶ τὴ γυναίκα, ποὺ ἔφυγε καὶ θάλασσες πολλὲς ἐπέρασε,

θὰ τόνε δεῖτε βαριὰ νὰ λαχταρᾶ, καὶ νὰ θαρρεῖ

πὼς τὸ παλάτι τώρα τὸ φάντασμά της διοικεῖ.

Τ’ ἀγάλματά της τὰ ὑπέροχα, μ’ ὅλη τὴ χάρη τους,

χαρὰ καμία τώρα πλέον δὲν τοῦ δίνουν·

ἀφοῦ δὲν τήνε βλέπουν πιὰ τὰ μάτια του,

ὁ ὅποιος πόθος γιὰ ἐρωτικὴ συνεύρεση τοῦ ἔχει φύγει.

 

Στὸν ὕπνο του ὁ ἄντρας πένθιμα ὄνειρα ὅλο βλέπει·

χαρὲς χαραμισμένες ἔρχονται

νὰ τοῦ θυμίζουν — μάταια ὅλα,

γιατὶ καὶ ὄνειρα εὐχάριστα ἂν τύχει νά ’χει δεῖ,

ἀπὸ τὰ χέρια του μεμιᾶς τοῦ φεύγει ἡ χαρά, τὴ χάνει,

στοὺς δρόμους χάνεται τοῦ ὕπνου — ἀλλάζει ἡ εἰκόνα».

Τέτοια… τέτοια θλίψη

ἔχει πέσει μέσα στὸ παλάτι… τέτοια… —

ὑπάρχει ὡστόσο καὶ βαρύτερή της.

Σὲ ὅσους ἀπ’ τὴ χώρα τὴν ἑλληνικὴ

ἐκίνησαν μαζὶ ν’ ἁλώσουνε τὴν Τροία

πένθος ἔπεσε βαρὺ

καὶ σ’ ὅλων τους τὰ σπίτια βασιλεύει·

πολλὰ τὰ βάσανα ποὺ σφίγγουνε καὶ πνίγουν τὴν καρδιά τους.

Καθένας ξέρει, ναί, ποιούς ἔστειλε στὴν Τροία·

μὰ ἀντὶ γι’ ἀνθρώπους

στοῦ καθενὸς τὸ σπίτι

ὑδρίες τώρα ἔρχονται —

νεκρικὲς ὑδρίες γεμάτες τέφρα.

 

Ὁ Ἄρης, ποὺ κουφάρια ἀλλάζει μὲ χρυσάφι,

καὶ νίκη ἢ ἣττα δίνει στὰ δόρατα τῆς μάχης,

ἀπὸ τὴν Τροία τώρα

στοὺς συγγενεῖς τῶν μαχητῶν

δὲν στέλνει πίσω ἄντρες,

μὰ στάχτη ἀπὸ τὴ ταφικὴ πυρά, ναί, στάχτη,

στάχτη πικρή, στάχτη πικρὰ κλαμένη —

γεμάτες στάχτη ἔρχονται οἱ νεκρικὲς ὑδρίες,

οἱ σὰν φτερὰ ἐλαφρές, οἱ τόσο μὰ τόσο ἀνάλαφρες.

Θρῆνοι κι ἐγκώμια ἀκούγονται γιὰ τοὺς χαμένους —

γιὰ τὸν ἕνανε λὲν πὼς ἦταν λέοντας στὴ μάχη,

καὶ γιὰ τὸν ἄλλον ὅτι ἔπεσε ἡρωικῶς μαχόμενος

«γιὰ μιὰ γυναίκα ξένη».

Λόγια τέτοια μουρμουρίζουν ὅλοι —

καὶ ἄφατη… ἄφατη εἶναι ἡ θλίψη τους,

καὶ μέσα τους ὁ φθόνος τὴν καρδιά τους καίει γιὰ τοὺς Ἀτρεῖδες

ποὺ ἐκδίκηση στὸ Ἴλιο νὰ πάρουν πῆγαν.

Καὶ γύρω ἀπὸ τὰ τρωικὰ τὰ τείχη

ὑπάρχουν κι ἄλλοι ποὺ τὰ πτώματά τους

—ποὺ ἦταν κάποτε ὄμορφα κορμιά—

ἡ γῆς ἡ ἐχθρικὴ τὰ σκέπασε καὶ τά ’κανε δικά της.

 

Βαριὰ εἶναι τοῦ λαοῦ ἡ ὀργή·

τῆς δικιᾶς του κατάρας τὸ χρέος πληρώνεται.

Μὲς στὸ σκοτάδι βρίσκομαι τώρα

καὶ ἀπὸ τὴν ἀγωνία λειώνω

μαντάτο μὴν ἀκούσω μαῦρο.

Τοὺς φοβεροὺς φονιάδες οἱ θεοί… —

ποτέ… τὸ μάτι τῶν θεῶν καθόλου δὲν ξεχνάει·

θὲ νά ’ρθει ὥρα ποὺ οἱ ζοφερὲς οἱ Ἐρινύες

ὅποιον εὐτύχησε ἄδικα ἀπὸ τὴ δυστυχία τῶν ἄλλων

στὴ δυστυχία θὰ τὸν ρίξουν·

καὶ ὅποιον ἐπέταξαν ἐκεῖ

κανεὶς καὶ τίποτα κατόπιν δὲν τὸν σώζει.

Φιλοδοξία ὑπέρμετρη βάρος εἶναι μέγα, ἀσήκωτο.

Μὲς στὸ παλάτι

πέφτει τοῦ Δία ὁ κεραυνός.

Τὴν εὐτυχία προτιμῶ ποὺ δὲν γεννάει φθόνο·

οὔτε ἐπιθυμῶ ν’ ἁλώσω πόλεις,

μὰ οὔτε καὶ τὴ ζωή μου νὰν τὴ δῶ

σκλάβα νά ’ναι σ’ ἄλλους θὰ ἤθελα.

 

Ἡ φλόγα μὲ τὴ χαρμόσυνη εἴδηση γυρνάει γοργοπόδαρη

σ’ ὅλους τῆς πόλης μας τοὺς δρόμους·

ἀλήθεια νά ’ναι ἢ τάχα κάποιου θεοῦ τὸ ψέμα;

Καὶ ποιός νὰ ξέρει;… ποιός νὰ ξέρει;

Ποιός ἔχει ὅμως τὸ μυαλὸ παιδιοῦ ἢ κουνημένες φρένες

κι ἀφήνει τὴν καρδιά του ν’ ἀνάβει ἀπ’ τὴν ἐλπίδα

καὶ ὕστερα… ὕστερα ν’ ἀλλάζουν τὰ σημάδια

καὶ νὰ τὸν τρώει ἡ θλίψη; Μόνο οἱ γυναῖκες!...

Μόνο αὐτὲς πιστεύουν ὅ,τι τοὺς ἀρέσει,

ἀκόμα καὶ προτοῦ φανεῖ ἂν εἶναι ἀλήθεια.

Πολὺ εὐκολόπιστες εἶναι οἱ γυναῖκες — πολύ·

ὁ νοῦς τους τρέχει γρήγορα. Μὰ ἡ φήμη,

ποὺ γρήγορα ἀπ’ τὸ στόμα τους πετιέται,

ἀκόμα γρηγορότερα χάνεται καὶ σβήνει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.