Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΙΣΧΥΛΟΣ, ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

(ἀπόσπασμα, σττ. 437-474)

 

Ὁ Ἄρης, που κουφάρια ἀλλάζει μὲ χρυσάφι

καὶ νίκη ἢ ἥττα δίνει στῆς μάχης τὰ δόρατα,

ἀπὸ τὴν Τροία στοὺς συγγενεῖς τῶν μαχητῶν

δὲν στέλνει πίσω ἄντρες,

μὰ στάχτη ἀπὸ τὴ νεκρικὴ πυρά, ναί, στάχτη,

στάχτη πικρή, στάχτη πικρὰ κλαμένη —

γεμάτες στάχτη ἔρχονται οἱ νεκρικὲς ὑδρίες,

οἱ σὰν φτερὰ ἐλαφρές, οἱ τόσο μὰ τόσο πανάλαφρες.

Θρῆνοι κι ἐγκώμια ἀκούγονται γιὰ τοὺς χαμένους —

γιὰ τὸν ἕναν λὲν πὼς ἦταν λέοντας στὴ μάχη,

καὶ γιὰ τὸν ἄλλον ὅτι ἔπεσε σὲ ἀγώνα πολεμώντας

«γιὰ μιὰ γυναίκα ξένη».

Τέτοια μὲ ἄφατη θλίψη μουρμουρίζουνε ὅλοι

καὶ μέσα τους ὁ φθόνος τὴν καρδιὰ τοὺς καίει

γιὰ τοὺς Ἀτρεῖδες

ποὺ ἐκδίκηση στὸ Ἴλιο νὰ πάρουν πῆγαν.

Καὶ γύρω ἀπὸ τὰ τρωικὰ τὰ τείχη

ὑπάρχουν κι ἄλλοι ποὺ τὰ πτώματά τους

—ποὺ ἦταν κάποτε ὄμορφα κορμιά—

ἡ γῆς ἡ ἐχθρικὴ τὰ σκέπασε καὶ τά ’κανε δικά της.

 

Βαριὰ εἶναι τοῦ λαοῦ ἡ ὀργή·

τῆς δικιᾶς του κατάρας τὸ χρέος πληρώνεται.

Μὲς στὸ σκοτάδι βρίσκομαι τώρα

καὶ ἀπὸ τὴν ἀγωνία λειώνω

μαντάτο μὴν ἀκούσω μαῦρο.

Τοὺς φοβεροὺς φονιάδες οἱ θεοί… —

καθόλου τῶν θεῶν τὸ μάτι δὲν ξεχνάει·

θὲ νά ’ρθει ὥρα ποὺ οἱ ζοφερὲς οἱ Ἐρινύες

ὅποιον εὐτύχησε ἄδικα ἀπὸ τὴ δυστυχία τῶν ἄλλων

στὴ δυστυχία θὰ τὸν ρίξουν·

καὶ ὅποιον ἐπέταξαν ἐκεῖ

κανεὶς καὶ τίποτα πιὰ δὲν τὸν σώζει.

Φιλοδοξία ὑπέρμετρη βάρος εἶναι μέγα, ἀσήκωτο.

Μὲς στὸ παλάτι

πέφτει τοῦ Δία ὁ κεραυνός.

Τὴν εὐτυχία προτιμῶ ποὺ δὲν γεννάει φθόνο·

οὔτε ἐπιθυμῶ ν’ ἁλώσω πόλεις,

μὰ οὔτε καὶ τὴ ζωή μου νὰν τὴ δῶ

σκλάβα νά ’ναι σ’ ἄλλους θὰ ἤθελα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ, ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ


 

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

(ἀπόσπασμα 374-384)

 

Οἱ ἀπόγονοι καλὰ τὸ ξέρουν

πὼς φέρνει συμφορὲς

ὅποιος μοχθηρός, μὲ θράσος ὁπλισμένος,

πόλεμο ἄδικο κι ἀνώφελο ζητᾶ νὰ κάνει,

κι ἂς εἶν’ τὸ σπίτι του γεμάτο μ’ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ

τοῦ φτάνουν καὶ τοῦ περισσεύουν.

Ὁ φρὀνιμος ποὺ ἔχει λίγα, μὰ τοῦ φτάνουνε, μακάρι

στὴ ζωὴ κακὸ καὶ συμφορὰ νὰ μὴ γνωρίσει.

Ὅποιος γιὰ πλούτη πλεονεκτεῖ καὶ δὲν χορταίνει,

ὅποιος κλοτσάει καὶ γκρεμίζει

τῆς Δίκης τὸν βωμὸ τὸν σεβαστὸ

ν’ ἀφανιστεῖ τοῦ ’ναι γραμμένο.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Ο ΑΤΤΑΡ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗ ΜΟΥΣΑ ΤΟΥ...

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

Ο ΑΤΤΑΡ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗ ΜΟΥΣΑ ΤΟΥ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΕ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΙΣΠΑΧΑΝ εδώ

 

1.

Στὸ ποίημα ἐτοῦτο ἀνθίζουν κάτι λέξεις

παρατημένες ποὺ εἴχανε παγώσει

στῆς μνήμης το κελάρι. Μὰ ἦταν τόση

ἡ μέσα θέρμη τους νὰν τὶς διαλέξεις

 

ὡς σπόρο ἐσὺ καὶ νὰ τὶς ρίξεις σ’ ἕνα

παρτέρι μὲ ἄλλα ἄνθη τοῦ στόματός σου,

ποὺ ἐβλάστησαν σὰν ἄλλος ἑαυτός σου

μὲ ὅλα τῆς φαντασίας τὰ πλεγμένα

 

ἰαμβεῖα καὶ τὶς αἰώνιες προσηλώσεις

τῶν ποιητῶν. Στῆς γλώσσας σου τὸν κῆπο

λαλοῦν τὰ ρήματά μου, Ρίτα. Οἱ γνώσεις

 

βλασταίνουν καὶ μὲ βάζουν νὰ προείπω

τὶς σκέψεις σου σὰν μεταφράσεις ρόδων

ἢ σὰν σονέτα λυρικῶν ἐφόδων.

 

2.

Στῆς γλώσσας σου τὸν κῆπο, Ρίτα, οἱ κρίνοι,

τὰ ρόδα καὶ οἱ βιολέτες ζοῦν καὶ ἀρθρώνουν

ἀγάπης πνεύματα καὶ στελεχώνουν

εἱρμοὺς ποιητικοὺς ποὺ μὲ τὰ σμήνη

 

τῶν ἤχων φεύγουν καὶ πετοῦν σὲ σφαῖρες

τῶν λόγων ἄρρητες, κι ἂς τὶς θαυμάζεις —

θαυμάζεις μόνο αὐτὸ ποὺ δοκιμάζεις

στὸ ἀφτί. Τοῦ νοῦ οἱ ἕλικες μὲς στοὺς αἰθέρες

 

τυλίγονται εὐθυβόλων ἀρωμάτων,

ἀσπαίρουν καὶ ἐκτινάσσονται σὰν νά ’ναι

νερὰ πιδάκων καὶ ἁρμυρῶν κυμάτων

 

σελαγισμοί. Κι ἐκεῖ, καθὼς ξεσπᾶνε

οἱ λυρικοὶ ρυθμοί, ἔρχεσαι ἐσὺ πάλι

καὶ ὑπέροχη μοῦ μπαίνεις στὸ κεφάλι.

 

3.

Ὑπέροχη μοῦ μπαίνεις στὸ κεφάλι

καὶ μοῦ ζυμώνεις τοὺς ρυθμοὺς μὲ στίχους

παλιοὺς ποὺ σώζονται ὑγιεῖς στοὺς ἤχους

τοῦ παραδείσου ἐντός σου, Ρίτα. Ἡ ζάλη

 

τῶν ἀρωμάτων ἀπὸ τὴ λαλιά σου

εὐεργετεῖ τὶς ρίμες, τὶς εἰκόνες,

τῆς λύρας μου τὴ γλώσσα. Σὰν σηκώνεσ’

ὀρθόπλωρη, μὲς στὴν κορμοστασιά σου

 

συνεδριάζουν τὰ πουλιὰ τοῦ μύθου

ποὺ ἐτόνισα παλιὰ μ’ ἐξαίσιες λέξεις,

ἀπ’ τὰ φιλιά σου λεία. Ὅ,τι ἐσὺ ἐπιλέξεις

 

πάντα ἔχει ἀξία πολυτίμου λίθου

στὰ ποιήματά μου πού ’ναι καὶ δικά σου

σὰν να ’χουν χαραχτεῖ ἀπ’ τὰ δάχτυλά σου.

 

4.

Ἄν, ὅπως μοῦ ’γραψες πρὶν λίγες μέρες

εἶναι ὄντως μαγικοὶ τοῦ ποιητῆ σου

οἱ στίχοι, τοῦτο μόνο συλλογίσου·

μὴν ἔστειλες ἐσὺ μὲ τοὺς ἀγέρες

 

τὰ λυρικὰ μηνύματα στὰ κέντρα

τοῦ νοῦ του καὶ στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του,

κι ἔτσι ἐγγυήθηκες τοῦ ἀναποδράστου

ἀποτελέσματος τὸν κῆπο. Δέντρα

 

καὶ πίδακες μὲ μουσικὲς ἐκκρίσεις

νὰ κρέμονται στὰ θεσπέσια χάη

τῆς φαντασίας καὶ νὰ μοῦ μηνάει

 

τῆς γλώσσας σου ἡ ἰσχὺς τὶς ἐφορμήσεις

τῶν νοητῶν στὰ φάσματα τοῦ ἀοράτου

μὲ μύθους καὶ ἦθος καιομένης βάτου.

 

5.

Τοῦ νοῦ τὰ κέντρα, τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα

φιλοξενοῦν τὰ ρόδα ἀπὸ τοὺς κήπους

ποὺ περπατᾶμε, Ρίτα, ὡς ὑποτύπους

δροσιᾶς ποὺ ζωογονεῖ τὴν ξεραΐλα

 

τῆς σήμερον ἡμέρας. Σιντριβάνια

οἱ μίσχοι τους τινάζουν τὰ νερά τους

στὰ δάχτυλά σου· ἀρδεύουν μὲ ἀθεάτους

σεισμοὺς τὴν τρυφερή τους ἐπιφάνεια,

 

νὰ γίνουν τ’ ἀκρωτήρϊά τους ζῶνες

ὑποδοχῆς κάτι ἥμερων λεόντων —

ναί, σ’ τό ’χω ξαναπεῖ. Τῶν ὄντως ὄντων

 

ἐκρήξεις στελεχώνουν τοὺς αἰῶνες.

Γυμνὰ στὶς χλόες πᾶν τὰ πέλματά σου

κι εἶν’ ἄτια μιᾶς ποιήσεως ἀτιθάσου.

 

6.

Μὲ τ’ ἄτια μιᾶς ποιήσεως ἀτιθάσου

κερδίζεται ὁ ρυθμὸς ποὺ σὲ ἀνεβάζει

στὰ ὑψίκρημνα τοῦ λόγου. Τὸ τοπάζι

ἰσορροπεῖ στὸ βάθος τῆς ματιᾶς σου

 

μὲ συλλαβὲς καὶ ρίμες πανσελήνου.

Τοῦ στίχου αὐτοῦ τὸ ρῆμα σ’ τὸ χαρίζω,

καὶ σοῦ χαράζω σὲ γρανίτη γκρίζο

ὀνόματα ποὺ θ’ ἀπηχοῦν ἐκείνου

 

τοῦ κάλλους σου τὴ ρύμη ποὺ εἰκονίσεις

διανοημάτων θὰ σκορπᾶ στὸν νοῦ μου

καλώντας σε ἀφειδῶς τοῦ ἀληθινοῦ μου

 

ἑαυτοῦ σταφύλια νά ’ρθεις νὰ τρυγήσεις.

Σὲ λυρικοὺς ἀσκοὺς φυλᾶς τὸν οἶνο

ποὺ ἐγὼ μὲ τὰ φιλιά σου πίνω.

 

7.

Θυμίσου τί εἶχα γράψει: Τὴν πνοή σου

νὰ τὴ ρυθμίζεις —δροσερή!— ὅπως τὰ ἄνθη

αὐτοῦ τοῦ κήπου. Καὶ τὸ νερατζάνθι

παράδειγμά σου κάν’ το στὴ ζωή σου:

 

γλυκόξινη ἔχει μοίρα, καὶ εἶναι χάδι

κρυφό, λυσιμελὲς τὸ νόημά του,

διαλεκτικὸ ἀποτύπωμα καμάτου

καὶ ρύμης, στὰ κατσάβραχα πετράδι,

 

πολύτιμη παλάμη σὰν ἀμπέλι,

βροχὴ ἀσπασμών ψιχαλιστὴ στὸ σκότος

σὰν τρύγος τῆς χαρᾶς, εὐρὺς σὰν Νότος

 

ποὺ βρίσκει τὸν Βορρᾶ σὲ μιὰ νεφέλη

μὲ τὸ Ἰσπαχάν της, καὶ τοὺς περιπάτους

τῶν δροσερῶν μας ρόδων ἀθανάτους.

 

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΜΑΡΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΔΦΟΣΦΑΙΡΟ

 





GABRIEL GARCÍA MÁRQUEZ

 

Ο ΟΡΚΟΣ

 

Έτσι τότε αποφάσισα να πάω στο γήπεδο. Και αφού ο αγώνας ήταν πολύ σπουδαιότερος από οποιονδήποτε άλλον στο παρελθόν, έπρεπε να ξεκινήσω από νωρίς-νωρίς. Ομολογώ ότι ποτέ στη ζωή μου δεν έφτασα τόσο πολύ νωρίς πουθενά, ούτε ότι έχω φύγει ποτέ από πουθενά τόσο εξαντλημένος. Ο Αλφόνσο και ο Χερμάν δεν ανέλαβαν ποτέ την πρωτοβουλία να με προσηλυτίσουν στην κυριακάτικη θρησκεία του ποδοσφαίρου, μολονότι μάλλον υποψιάζονταν ότι θα ερχόταν μέρα που εγώ θα γινόμουν ο φανατικότερος των φανατικών, ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως επίχρισμα πάνω τους, επίχρισμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το έσχατο λείψανο πολιτισμού, μιας και βρέθηκα χθες [14 Ιουνίου 1950] στις κερκίδες του δημοτικού σταδίου. Η πρώτη στιγμή, κατά την οποία συνειδητοποίησα πεντακάθαρα ότι είχα μετατραπεί σε οπαδό, ήταν όταν παρατήρησα ότι σε όλη μου τη ζωή είχα κάτι, για το οποίο συχνά καυχιόμουν, και το οποίο χθες με ενοχλούσε με τρόπο που δεν μπορούσα να αποδεχθώ: ήταν μια αίσθηση γελοιότητας. Τώρα πια καταλαβαίνω γιατί αυτοί οι κύριοι, οι συνήθως τόσο τυπικοί και κολλαριστοί, νιώθουν σαν ψάρια μέσα στο νερό, όταν φορούν, με τον δέοντα σεβασμό, φανέλες με διάφορα χρώματα.

Με αυτή τη μοναδική πράξη μεταμορφώνονται αυτόματα σε διαφορετικούς ανθρώπους, ωσάν η φανέλα να μην είναι τίποτα περισσότερο από τη στολή μιας νέας προσωπικότητας. Δεν ξέρω αν ο αριθμός μητρώου μου ως οπαδού είναι ακόμα πολύ φρέσκος, ​​για να μου επιτρέπει να κάνω ορισμένες προσωπικές παρατηρήσεις σχετικά με τον χθεσινό αγώνα, αλλά επειδή έχουμε ήδη συμφωνήσει ότι μία από τις ουσιώδεις προϋποθέσεις για να είσαι οπαδός είναι η πλήρης και αποδεκτή απώλεια κάθε αίσθησης του γελοίου, θα πω τι είδα –ή τι νόμιζα ότι είδα χθες το απόγευμα– για να δώσω στον εαυτό μου την πολυτέλεια να ξεκινήσω αμέσως να παραθέτω όσες αθλητικές γνώσεις κρατούσα εντός μου μυστικές. Στο πρώτο ημίχρονο μού φάνηκε ότι από την αρχή-αρχή η Τζούνιορ είχε πάρει τον αέρα των Μιγιονάριος. Αν η άσπρη γραμμή, που χωρίζει το γήπεδο στα δύο, σημαίνει κάτι, η προηγούμενη δήλωσή μου είναι σωστή και αληθινή, αφού στο πρώτο ημίχρονο σπανιότατα η μπάλα βρέθηκε στο μισό κομμάτι του γηπέδου που αναλογούσε στη Τζούνιορ. (Εντάξει με το ντεμπούτο μου ως σχολιαστή ποδοσφαίρου;)

Από την άλλη μεριά, αν οι παίκτες της Τζούνιορ δεν ήταν παίκτες αλλά συγγραφείς, μου φαίνεται ότι ο Δάσκαλος Ελένο θα ήταν ένας εξαιρετικός συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Η υπολογιστική του διαίσθηση, οι μετρημένες ερευνητικές του κινήσεις και, τέλος, οι γρήγορες και απροσδόκητες ανατροπές της πλοκής τού δίνουν όση αξία επαρκεί, για να είναι ο δημιουργός ενός νέου αστυνομικού μυθιστορήματος για το αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο Αρόλδο, από τη μεριά του, θα ήταν ένα είδος Μαρσελίνιο Μενέντες υ Πελάγιο, μ’ εκείνη την βραζιλιάνικη ικανότητά του να βρίσκεται την ίδια στιγμή παντού και συνάμα να εργάζεται παντού, φροντίζοντας έντεκα κυρίους ταυτόχρονα, σαν ο στόχος να μην ήταν να σκοράρει ένα γκολ, αλλά να γράψει όλους τους ογκώδεις τόμους που έγραψε ο δον Μαρσελίνιο. Ο Βερασκοτσέα θα ήταν, ούτε λίγο ούτε πολύ, ένας παραγωγικός συγγραφέας, αλλά ακόμα κι αν είχε γράψει επτακόσιους τόμους, όλοι θα αφορούσαν τη σημασία που έχουν τα καρφιτσοκέφαλα. Και τι σπουδαίος κριτικός τέχνης θα ήταν ο Ντος Σάντος –που χθες συμπεριφέρθηκε σαν εντελώς ανόητος–, κόβοντας τον δρόμο όσων των συγγραφίσκων έβαζαν όλες τους τις δυνάμεις για να σκοράρουν παραβιάζοντας την εστία της αθανασίας. Ο Δε Λατούρ θα είχε γράψει στίχους. Εμπνευσμένα, μεγάλου μήκους ποιήματα, κάτι που δεν θα μπορούσε να λεχθεί ποτέ για τον Άρυ. Διότι τίποτα δεν μπορεί να λεχθεί για τον Άρυ, αφού οι συμπαίκτες του στη Τζούνιορ δεν του έδωσαν την ευκαιρία να δείξει ούτε το πιο ταπεινό λογοτεχνικό του ταλέντο.

Και τούτο χωρίς καν να αναφέρουμε τους Μιγιονάριος, στους οποίους ο μέγας Αλφρέδο ντι Στέφανο, αν ξέρει κάτι, ξέρει ρητορική.

Δεν νομίζω ότι έχασα τίποτα με αυτή την αμετάκλητη είσοδο που κάνω σήμερα –δημόσια– στην ιερή αδελφότητα των οπαδών. Το μόνο που επιθυμώ τώρα είναι να βρω κάποιον και να τον προσηλυτίσω. Και πιστεύω ότι αυτός ο κάποιος θα είναι ο εκλεκτός φίλος μου, ο δόκτωρ Αδαλβέρτο Ρέγιες, τον οποίο θα προσκαλέσω στις κερκίδες του Δημοτικού Σταδίου την πρώτη αγωνιστική του δεύτερου γύρου για να μην είναι άλλο πια –από αθλητικής απόψεως– μαύρο πρόβατο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Ο Gabriel García Márquez, εργαζόμενος ως δημοσιογράφος, παρακολούθησε στις 14 Ιουνίου 1950 τον αγώνα ανάμεσα στην Atlético Junior de Barranquilla (γνωστή και απλώς ως Τζούνιορ) εναντίον της Millonarios Fútbol Club, την οποία και νίκησε με 2-1, αποτέλεσμα που ήταν πολὺ μεγάλη έκπληξη. Την ημέρα εκείνη ο Μάρκες έγινε οπαδός της Τζούνιορ. Η Millonarios Fútbol Club (Μιγιονάριος, δηλαδή Εκατομμυριούχοι), με έδρα την Μπογκοτά, είναι μία από τις πιο δημοφιλείς και ιστορικές ομάδες της Κολομβίας. Στα 1950 η Μιγιονάριος διέθετε μια από τις κορυφαίες ομάδες στον κόσμο, καθώς μάλιστα την περίοδο εκείνη είχε στη σύνθεσή της τον θρυλικό Αλφρέδο ντι Στέφανο, έναν από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Στη Τζούνιορ αγωνιζόταν ο βραζιλιάνος Ελένο ντε Φρέιτας που, πριν από την εμφάνιση του Πελέ, εθεωρείτο ο πρώτος μεγάλος «σταρ» της Βραζιλίας. Ο Αρόλδο και ο Βερασκοτσέα παραπέμπουν στον μεγάλο ούγγρο ποδοσφαιριστή Μπέλα Σάροσι (Béla Sárosi). Ο Ντος Σάντος, ο Δε Λατούρ και ο Άρυ ήσαν ποδιοσφαιριστές της Τζούνιορ. Ο Μαρσελίνιο Μενέντες υ Πελάγιο (Marcelino Menéndez Pelayo (1856- 1912) υπήρξε μέγας ισπανός φιλόλογος, φιλόσοφος, ιστορικός, καθώς και πολιτικός.

Στην πρώτη φωτογραφία είναι ο Μάρκες με μια μπάλα. Στη δεύτερη είναι ο Ντι Στέφανο με τη φανέλα των Μιγιονάριος. Στην Τρίτη βλέπουμε πανώ τοιων οπαδόν της Τζούνιορ αφιερωμένο στον Μάρκες.

 

EL JURAMENTO

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

IN MEDIA RES

 


ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΑΤΟΣ

 

IN MEDIA RES

 

… σφίξε τα δάχτυλά σου

 

Αίμα του βότρυ

σ’  ένα πήλινο τάσι

ώς πάνω…

 

Μέσα απ’  τ’  αμπέλια

προβάλλεις

Σεπτεμβρία ερωμένη

 

Αίμα του βότρυ

σ’  ένα πήλινο τάσι

ώς πάνω…

 

Ρώγες μοσχάτες

ιδρώνουν

Σαν τα φιλιά

Σαν τα σταφύλια…

 

Γυμνοί οι ταρσοί σου

πάνω στα κληματόφυλλα

 

Μέλισσες μεθυσμένες

βουλιάζουνε

στο μούστο

 

Κρύβονται

στο δασύ βουβώνα

της αυγής

 

Μετά κοιμούνται…

 

Αίμα του βότρυ

σ’  ένα πήλινο τάσι

ώς πάνω…

 

Κρατούν ακόμα οι σπονδές.

ΟΙ ΠΑΙΚΤΕΣ


 

PABLO NERUDA

 

ΟΙ ΠΑΙΚΤΕΣ

 

Παίζουν, παίζουν.

Όρθιοι και καθήμενοι, ζαρωμένοι, εξουθενωμένοι.

 

Αυτός εκεί ο βλοσυρός άντρας

δίπλα στις θάλασσες της πατρίδας του, πιο μακριά κι απ’ τον ήλιο,

τραγουδούσε τραγούδια όμορφα.

 

Τραγούδι της ομορφιάς της γης,

τραγούδι της ομορφιάς της αγαπημένης του,

τραγούδι, τραγούδι που δεν χρειάζεται τέλος.

 

Κι εκείνος ο άλλος, με το χέρι του στο μέτωπό του,

χλωμός σαν το τελευταίο φύλλο επάνω στο δέντρο,

πρέπει να έχει κόρες ξανθές

με σφιχτή σάρκα,

σαν ρόδι,

ροδαλή.

 

Παίζουν, παίζουν.

 

Τους παρακολουθώ ανάμεσα στην αόριστη ομίχλη του αερίου και του καπνού.

Κοιτάζοντας εγώ τους άντρες αυτούς ξέρω ότι η ζωή είναι θλιβερή.

 

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

LOS JUGADORES

Από την ποιητική συλλογή «Αμφιλύκη» (Crepusculario).

Ο πίνακας είναι του Carlo Carrà : Sintesi di una partita di calcio.