Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

ΚΛΟΤΣΟΠΑΤΙΝΑΔΑ ΣΤΗΝ ΠΙΕΤΡΑΛΑΤΑ


 

PIER PAOLO PASOLINI

 

[ΚΛΟΤΣΟΠΑΤΙΝΑΔΑ ΣΤΗΝ ΠΙΕΤΡΑΛΑΤΑ]

(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα «Βίος βίαιος»)

 

Ὁ Τομάζο τὴ σκηνὴ τὴ θυμόταν σὰ νά ’χε γίνει μόλις τώρα: τὸ ξύλο πού ’χε πέσει!... τὴ μπουρδελοκατάσταση ὅλη ὅπως εἶχε ἐξελιχτεῖ! Σὰν νὰ τσακώνονταν τίποτα γερο-μεθύστακες στὸ πτωχοκομεῖο κι ἀκόμα χειρότερα! Ἦταν αὐγουστιάτικο βράδυ, σὰν κι αὐτὸ τώρα, ζεστό, κι ἔμοιαζε μέρα. Τὸ φεγγάρι ἤτανε σὰν νά ’χε πιάσει πυρκαγιά, μιὰ πυρκαγιὰ βιολετιά, πού ’βαφε βιολετιὰ τὰ πάντα: σκόνη, σκουπίδια, παραγκόσπιτα. Ὁ κόσμος τριγύρναγε ἔξω μισόγυμνος. Στοὺς συνοικισμούς, στὰ παλιοχώραφα — ὁ κόσμος ἔμοιαζε καταυλισμὸς τσιγγἀνων. Παράθυρα καὶ πόρτες, ὅλα ὀρθάνοιχτα καὶ μ’ ὅλη τὴν κουρελαρία τους σὲ πάγκοινη θέα. Ἄλλος γέλαγε, ἄλλος ἔκλαιγε, στὴ μιὰ παράγκα εἶχαν ξεφάντωμα, στὴν ἄλλη ψυχομαχητό. Καὶ παντοῦ συντροφιὲς παιδιῶν ποὺ βολοδέρνανε τραγουδώντας, μὲ τὶς φανελίτσες τους ν’ ἀνεμίζουν ἔξω ἀπ’ τὰ παντελόνια τους.

Οἱ γέροι κάθονταν κάτω ἀπ’ τὶς κληματαριές, ἀνάμεσα στὶς καλαμωτές, στὶς ταβερνοῦλες. Ἀνάμεσά τους κι ὁ Πασαλάκουα.

Αὐτὸς κι ἕνας ἄλλος, κανονικὸς γερο-χωριάταρος, εἶχαν πιάσει κουβέντα τὴν κουβέντα νὰ μαλώνουν γιὰ τὰ ζωντανά τους. Ἀγωγιάτες ἤτανε κι οἱ δυό τους, καὶ μουλαρωμένος ὁ καθένας τους ἔλεγε καὶ ξανάλεγε ὅτι τὸ δικό του ἀβασταγὸ ἐτράβαγε καλύτερα τὴν καρότσα στὴν ἀνηφόρα τοῦ ἀναχώματος, ὅπου δουλεύανε — ἀναχώματος φτιαγμένου ἀπὸ μπάζα. Ἡ μιὰ κουβέντα φέρνει τὴν ἄλλη, καὶ ξανὰ-μανὰ τὴν παράλλη, καὶ δῶσ’ του ὅλο πεῖσμα καὶ γινάτι κουβέντα τὴν κουβἐντα, μὰ καὶ συνάμα τύφλα κι οἱ δυό τους στὸ μεθύσι, πράγμα ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ τὰ βλέπουν ὅλα διπλά, ἄρχισαν νὰ πλακώνονται στὰ μπουνίδια.

Ἄρχισαν ἀπ’ τὴν ταβέρνα, μ’ ὅλα τ’ ἄλλα γερόντια ἀπὸ γύρω τους, στουπὶ κι αὐτὰ στὸ μεθύσι, νὰ πολεμᾶν νὰ τοὺς χωρίσουνε. Κάποια στιγμὴ ἐφάνηκε πὼς θέλησαν νὰ σταματήσουν, ἀλλὰ μόλις βγῆκαν ἔξω — μὲ τὴ γεροντοκομπανία σὲ ὁλομέλεια, μὲ τ’ ἄσπρα τὰ μαλλιὰ ἢ μὲ τὶς φαλάκρες τους— ξανάπιασαν τὸν καβγά μπρὸς στὴν πόρτα τοῦ μαγαζιοῦ μὲ τὸ ἠλεκτρικὸ γλομπάκι νὰ ἔχει τὸ φῶς του ξεθωριασμένο καθὼς τὸ θάμπωνε τὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ.

Ντίρλα ὅπως ἤταναε βάραγαν ὅπου βρίσκανε συνεπαρμένοι ἀπ’ τὴν ὁρμή τους: ζντὰν μιὰ μπουνιὰ χωστὴ στὸ στομάχι, μπὰνφ μιὰ κλοτσιὰ ἴσια στ’ ἀρχίδια.

Ἔτσι, κοπανώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ οὐρλιάζοντας, πήγαιναν τὴ μιὰ ἀπὸ δῶ καὶ τὴν ἄλλη ἀπὸ κεῖ, ἐνῶ ἦταν ἀπὸ κοντὰ κι οἱ ἄλλοι ποὺ πάλευαν νὰ τοὺς χωρίσουνε καὶ τοὺς ἔλεγαν συμβουλευτικὰ νὰ πάρει ὁ καβγάς τους τέλος.

Φύγανε καὶ πήγανε σ’ ἄλλο μέρος: σὲ κάτι ὄχθες τοῦ Ἀνιένε, στὴν ἐξοχή· κι ἔπειτα ξαναγύρισαν στὴν ταβέρνα.

Εἶχε μαζευτεῖ κόσμος καὶ ντουνιάς —μαζὶ κι ἀγόρια, ἀπὸ κοντὰ καὶ πιτσιρίκια— καὶ κάθονταν νὰ βλέπουν ἢ νὰ τρέχουν ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ ἀνάλογοα μὲ τὸν τόπο ποὺ μετακινοῦνταν οἱ ἄλλοι, κι ἦταν σὰ μιὰ φούχτα ξερὰ φύλλα, ποὺ τὰ παράσερνε ὁ ἄνεμος, ἢ σὰν κανὰ σμάρι σπουργιτόπουλα. Ἀνάμεσά τους βρισκόταν κι ὁ Τομάζο, μισόγυμνος κι αὐτός, καὶ μαυρόπετσος σὰν ἀνδαλουσιάνος γύφτος.

Τώρα φαινόταν ὅτι εἶχαν κι οἱ δυό τους βαρεθεῖ, καὶ στέκονταν παράμερα, χωριστὰ μεταξύ τους, ὁ καθένας μὲ τοὺς πιὸ στενούς του φίλους, μὲ φάτσες κόκκινες σὰν αἷμα καὶ μὲ δόντια ξέσκεπα κάτω ἀπ’ τὰ γκρίζα κι ἀξύριστα γένια τους. Ξαφνικὰ ὁ Πασαλάκουα τινάχτηκε ἀπότομα κι ἔτρεξε σὰ δαιμονισμένος πρὸς τὴν ταβέρνα· ὁλόγυρα ὑπῆρχε ἕνας φράχτης ἀπὸ κάτι μισοσάπια καὶ μισοξεθαμμένα παλούκια. Βούτηξε ἕνα, τὸ κούνησε πέρα-δῶθε, τὸ ξερίζωσε κι ἄρχισε νὰ βαράει, στὰ τυφλά, κι ὅλοι το ’βαλαν στὰ πόδια, ἄλλος ἀπὸ δῶ κι ἄλλος ἀπὸ κεῖ. Ἀλλ’ ἀκόμα κι ὁ ἄλλος ἀγωγιάτης εἶχε βάλει τὴν οὐρὰ στὰ σκέλια κι ἔμοιαζε σὰ νά ’θελε, σιγά-σιγά, νὰ κόψει λάσπη. Σιγὰ ὅμως πού ’θελε! Ἔδραμε στὴν ταβέρνα, μπῆκε καί, ὅταν ξαναβγῆκε, ἐκράταγε μιὰ καρέκλα κι ἄρχισε νὰ κοπανάει, σὰν τρελὸς κι ἐλόγου του, καρεκλιὲς ἐδῶ κι ἐκεῖ στὴν τύχη. Μ’ ὅλο τοῦτο τὸ κλοτσομπουνίδι πού ’βλεπαν οἱ ἀπὸ γύρω τους, πότε νὰ κοπανάει ὁ ἕνας καὶ πότε ὁ ἄλλος, ναί,… οἱ παριστάμενοι ἦταν σὰ νὰ συμμετεῖχαν σὲ λιτανεία, ἀφοῦ πήγαιναν τὴ μιὰ φρτττ ἀπὸ δῶ καὶ τὴν ἄλλη χρτττ ἀπὸ κεῖ, προσπαθώντας μὲν κάπως νὰ τοὺς σταματήσουν, ἀλλὰ καὶ ἐλπίζοντας κάπως ὅτι κάποια στιγμὴ θ’ ἀπολαύσουν τὸ ὡραῖο θέαμα, ὁ ἕνας ἀπ’ τοὺς δυὸ ν’ ἀνοίξει στὰ δυὸ τὸ κεφάλι τοῦ ἄλλου.

Κάποια στιγμὴ ἐκεῖ, καθὼς ἔτρεχε κι ὁ Τομάζο πάνω-κάτω, εἶδε στὸ χῶμα ἕκα κουβαράκι ροῦχα: τὸ σακάκι καὶ τὸ μπερεδάκι τοῦ Πασαλάκουα. Ἔσκυψε, κοίταξε τριγύρω, τὰ βούτηξε καὶ δρόμο.

Κάποιος, ὅμως, ποὺ τὸν ἤξερε, τὸν εἶχε πάρει μάτι ἀπὸ κάποια ξώπορτα. Καί, καθὼς οἱ καβγατζῆδες εἴχανε πιὰ φιλιώσει, ἐνημέρωσε σχετικὰ τὸν Πασαλάκουα πού ’ψαχνε ἐκεῖ γύρω νὰ βρεῖ τὰ πράγματά του: «Ὁ κανακάρης τοῦ Τορκουάτο σ’ τὰ πῆρε!» Ὁ Πασαλάκουα κι ὁ ἄλλος πῆγαν τότε στὴν παράγκα τοῦ Τομαζίνο . Ὁ Τομαζίνο ἦταν μέσα, ἡ μάνα του στὴν αὐλίτσα. «Μέσα εἶν’ ὁ γιός σας;» τὴ ρώτησε ὁ Πασαλάκουα καὶ τὸ μάτι του εἶχε γίνει μελιτζανί. «Πρέπει νά ’χει τὸ σακάκι καὶ τὸ καπέλο μου!»

Ἀκούγοντας τὶς φωνὲς ὁ Τομαζίνο μπῆκε ἀμέσως στὸ νόημα καὶ βγῆκε ἔξω ἔχοντας τὰ πράγματα στὰ χέρια του. «Στὸ χῶμα τά ’δα», εἶπε κάνοντας τὸ καλὸ κι ἀθῶο παιδάκι, «δὲν ἤξερα ὅτ’ ἦταν δικά σας, καὶ τά ’μασα. Εἶδα καὶ τὸ ξύλο πού ’πεφτε καὶ τρόμαξα. Καὶ τά ’φερα δῶ… ἐδῶ τά ’φερα!»

«Καὶ πολὺ καλὰ ἔκανες, μπράβο σου!» εἶπε ὁ Πασαλάκουα. Καὶ τοῦ ’δωσε καὶ πεντακόσιες λιρέτες, κι ἔπειτα ἤθελε νὰ τὸν πάρει μὲ τὸ ζόρι νὰ πᾶ’ νὰ πιοῦν κανὰ ποτήρι: «Ἄκου λέει τρόμαξα!» τοῦ εἶπε· «Στ’ ἀστεῖα τὸ κάναμε! Ἄντε ἔλα, πᾶμε! Πᾶ’ νὰ πιοῦμε καμιὰ γουλιά! Τὸ κρασὶ διώχνει τὶς σκέψεις!»

 

Μετάφραση; Γιῶργος Κεντρωτής.

 


Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

ΝΙΚΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ





 

Η ΔΥΣΠΙΣΤΙΑ ΩΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ ΣΟΦΙΑΣ

 


ALBERTO LAISECA

 

 

Η ΔΥΣΠΙΣΤΙΑ ΩΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ ΣΟΦΙΑΣ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

Η αμφιβολία περικλείει την πιθανότητα,

τον κύκλο και τη δυνατότητα κάθε επανεμφάνισης.

Έχω έναν φίλο

που δεν ζει παρά μόνο για να προδοθεί.

Αν για κάτι τον θαυμάζω,

είναι για την εμμονή του στην εμπιστοσύνη,

παρά τον δυσοίωνο τόνο της πρόβλεψης.

Σηκώνεται κάθε πρωί

και παραμένει σταθερά και άτρεπτα προσκολλημένος

στη θηλυκή μορφή της Γης.

 

Χουανγκ Χα Λι. Θρυλική Δυναστεία.

 

Μετάφραση; Γιώργος Κεντρωτής.



ΤΟ ΦΙΔΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ


 

ALBERTO LAISECA

 

ΤΟ ΦΙΔΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

Ο μεγαλύτερος εγκληματίας σε όλο το Φίδι των Ανέμων

είναι αυτός που σκοτώνει το ψέμα.

Γιατί οι μηχανές της αλήθειας

κατασκευάζουν όλο και μεγαλύτερα ψέματα.

Φεύγει η αθώα ποίηση – φεύγει,

και έρχεται ο ψεύτικος ρεαλισμός

που κρύβεται πίσω από θανατηφόρες παραβολές.

 

Τσουχ Φο. Δυναστεία Τσίνγκ.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

ΕΝΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ


PABLO NERUDA

 

ΕΝΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ

 

Ο Μπετανκούρ εκάθισε πάνω στις ελπίδες

της Βενεζουέλας, σαν βαρύ κι ασήκωτο φορτίο·

τετράγωνος ο εν λόγω κύριος απέξω

και από μέσα του θολός σαν το τυρί·

σπούδασε πάρα πολύ για Πρόεδρος

(άντρας να γίνει ποτέ καιρό δεν βρήκε).

Στο τέλος του απένειμαν στη Νέα Υόρκη τίτλους

που ειδικό τον έκαναν στους νόμους και στις κυβερνήσεις·

με συστάσεις από τον Μουνιός Μαρίν

οι γκρίνγκος τον προπόνησαν για λίγο ακόμα

και στο Καράκας τον απόθεσαν

με όλο των γνώσεών του το πακέτο:

έμαθε αγγλικά για να εκτελεί τις διαταγές τους,

στα πάντα υπήρξε συνεπής, τύπος ήταν και υπογραμμός·

μάτια είχε και αφτιά στη Βόρεια Αμερική στραμμένα,

για τη Βενεζουέλα ήτανε κουφός, ήτανε τυφλός,

κι από έναν βορειοαμερικάνο εμπορορράπτη εζήταγε

να του ράβει και στοχασμούς και παντελόνια·

μιλώντας έτσι με τη Φωνή του Κυρίου του

και τη Βενεζουέλα ξέχασε και τον λαό της.

Πολύ τον ενοχλούσε, τον δυσαρεστούσε η Κούβα,

και λόγω του Φιντέλ έχασε τον ύπνο του.

Μα όλες εκείνες οι μεταρρυθμίσεις… μα να πιάσει να δώσει τη γη

σ’  εκείνους που τη δούλευαν… — ω, τί ενοχλητικό!

Στους Κουβανούς να δώσει όλους σπίτια… —

κόλαση πια την καταντήσανε την Κούβα!

Να πουλάνε ζάχαρη σ’  όσους την αγοράζουν… —

τί αποκοτιά και τούτη ανυπόφορη!

Έτσι ο καημένος ο Μπετανκούρ έγινε

των δικών μας καιρών ο θλιβερός ο Κάιν.

Τότε στο Καράκας άνθισε

ένας ξεσηκωμός κάτι τρυφερών παιδιών:

εκείνοι οι φοιτητές οι ανυπόταχτοι

άσχημα του το φουσκώσαν το στομάχι.

Ο Μπετανκούρ, ο πολεμιστής, έστειλε αμέσως

τους αστυνομικούς και τα συντάγματά του,

τα τανκς, τ’  αεροπλάνα και τα τουφέκια του

κι εγάζωσε τα παιδιά τ’  ανυπεράσπιστα·

και μπροστά στις σχολές τους που πενθούσαν,

κι ανάμεσα στους μαυροπίνακες και στα τετράδιά τους

άφησε τούτος ο «βορειοαμερικάνος» δημοκράτης

ντουζίνες, πολλές ντουζίνες μικρών νεκρών.

Γι’  άλλη μια φορά η Βενεζουέλα επνίγηκε  στο αίμα.

Κι ο Μπετανκούρ ως άλλος Ηρώδης σιγήν ετήρησε.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Ο ΕΡΩΤΑΣ

 


MANUEL ALTOLAGUIRRE

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ

 

Πως δεν θα υπήρχε δέντρο επίστευα

με τόσο βαθιές τις ρίζες του,

που θά ’παιρνε τροφή από εμένα.

 

Ήμουν τόσο καταποντισμένος,

που για ν’ ανατείλει η ψυχή μου

στις καταπράσινες

κορυφές της χαράς,

τα κλαδιά σου έπρεπε εσένα

να σηκώσουν στον αέρα

την ερειπωμένη μου αγαλλίαση.

 

Μέσα σου, τώρα, απλώνομαι,

παραδίνομαι, σε κυκλώνω,

και, σκοτεινά λαβωμένος,

άφησα τ’ όνειρό μου ν’ ανεβεί

στα κλαδιά σου επάνω.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΕΙΔΩΛΟ ΚΑΠΝΟΥ


 

MANUEL ALTOLAGUIRRE

 

ΕΙΔΩΛΟ ΚΑΠΝΟΥ

 

Πάνω από του νεογέννητου την κούνια

κάποιος έβαλε τη μικρούλα φωτογραφία

μιας πυρηνικής έκρηξης·

ένα είδωλο καπνού τόσο μικρό

όσο και η οργή των ισχυρών,

όσο και των ερωτευμένων η τύφλωση.

 

Έγειρα επάνω από την κούνια

και το κοίταξα βαθιά μες στα μάτια του.

 

Από μια πόλη,

μακρινή κάποτε παλιά,

μας ερχόταν η μουσική

που λικνίζει τον ύπνο και την ξαγρύπνια του.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ

 









ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ

 


MANUEL ALTOLAGUIRRE

 

ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ

Ούτ΄ ένα μούσκλι δεν κουνιέται

στη γρήγορη φυγή σου, ήσυχό μου σύννεφο·

δεν είσαι πια σαν το κορμί

το υγρό που πηδούσε

στη γη, όσο ζούσες,

δεν είσαι κύμα, ούτε ποτάμι,

είσαι ψυχή ή και άγγελος

που μ’  όλη του τη λευκότητα

είναι καταδικασμένος

να κάνει το χιτώνα του

βροχή, χιόνι, θρήνο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Η ΠΟΙΗΣΗ

 


MANUEL ALTOLAGUIRRE

 

Η ΠΟΙΗΣΗ

Τόσο καθαρή που, όντας αόρατη,

κρύβεται στον εαυτό της μέσα

όπως ο αέρας ή το νερό,

διάφανη και μυστική·

έρημη όχι, την αυλακώνουνε

πουλιά και ψάρια,

τη λαβώνουνε δέντρα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΦΙΛΙ

 


MANUEL ALTOLAGUIRRE

 

ΦΙΛΙ

Πόσο μόνη ήσουν από μέσα!
Στα χείλη σου  εγώ σαν ανάτειλα,
ένα τούνελ κόκκινο από το αίμα,
σκοτεινό και θλιμμένο, εβούλιαζε
ίσαμε της ψυχής σου τα έγκατα.
Κι όταν το  φιλί μου εχώθηκε,
με τη θέρμη του όλη μαζί και το φως του,
στην ξαφνιασμένη σου σάρκα,
ρίγη συνέχεια και αναβρασμοί πετάγονταν.
Από τότε τους δρόμους
που πάνε στην ψυχή σου
έρημους πια  δεν τους θέλεις άλλο νά ’ναι.
Ω, πόσα βέλη, πόσα ψάρια και πουλιά,
ω, πόσα χάδια και ω, πόσα φιλιά!

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 


























ΠÉΡΕΣ ΧΙΜÉΝΕΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΠÉΡΕΣ ΧΙΜÉΝΕΣ

 

Η ελευθερία με τον Μεδίνα Ανγκαρίτα

και η αξιοπρέπεια με τον Ρόμουλο Γαγιέγος

διέσχισαν τη Βενεζουέλα, επέταξαν: χάθηκαν

σαν πουλιά από άλλες χώρες, απλώς διαβατικά·

και ξαναπλάκωσαν του τρόμου τ’ άγρια θεριά

να σηκώσουν οπλές, να τινάξουν τις χαίτες τους.

Λεχώνα η νύχτα, και ήρθε η στιγμή που εγέννησε:

Πέρες Χιμένες λεγόταν ο βρικόλακας που ’βγαλε.

Είχε ολοστρόγγυλή ψυχή ο σαπιοκοιλιάς της,

ο αρχικακούργος, ο λήσταρχος, των κτηνών το κτήνος.

Σα χοντροβάρελο ήτανε η σαύρα ετούτη των βούρκων,

ήταν πίθηκος τρωκτικός, παπαγάλος ξιγκάτος,

πρόστυχος μαστρωπός, κακιά σπορά, η χειρότερη:

διασταύρωση καβουριού με βάτραχο,

μπάσταρδη γέννα του Τρουχίγιο και του Σομόσα,

απόγονος γνήσιος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ

προορισμένος για χρήση εσωτερική των μονοπωλίων:

αναδείχθηκε στο χλεμπονιάρικο ξεσκονιστήρι τους,

έγινε το αμφίβολο υποπροϊόν του πετρελαίου

και ο αδηφάγος καρχαρίας των κοπράνων,

διέπρεψε ως φρύνος που εσάλταρε μέσ’ απ’ τα τέλματα

κι αφοσιώθηκε στων προϋπολογισμών του τη μελέτη·

σωρός απ’ έξω τα μετάλλια και βουνό τα παράσημα

και από μέσα τσιφλίκια και δολάρια αμέτρητα·

ο άκαπνος αυτός καραβανάς εθρέφτηκε υπηρεσιακώς

μονάχα με παρ’ αξίαν απονομές βαθμών και διακρίσεων.

Μα σώνει ίσαμε δώ η κωμωδία που τώρα περιγράφω

για συμμετοχή στον διαγωνισμό γραφικότητας. Γιατί

ο Πέρες Χιμένες την εφυλάκισε τη Βενεζουέλα,

την εβασάνισε, και φίσκαρε με πόνο τα κελάρια της,

με τσακισμένα μέλη, με κόκαλα σπασμένα,

και τα μπουντρούμια της γι’ άλλη μια φορά

εγέμισαν απ’ τους πιο έντιμους ανθρώπους.

Έτσι ξαναγύρισε το παρελθόν στη Βενεζουέλα

να σηκώσει το ματοβαμμένο του μαστίγιο,

ώσπου μια μέρα μες στους δρόμους του Καράκας

έσμιξαν με τους ανέμους οι σάλπιγγες,

εγκρέμισαν στο χώμα τα τείχη του τύραννου,

κι απελευθέρωσε ακέραιο ο λαός το μεγαλείο του.

Τα επόμενα γίνονται ξανά όπως εγίνονταν παλιά,

η ίδια και η ίδια των θλιβερών καιρών μας ιστορία:

ώς το Μαϊάμι ελάκισε ο μεγαλοπρεπέστατος σατράπης

πηδώντας δώθε-κείθε σαν αληθινό υπνοβατικό κουνέλι·

έχει ανάκτορο εκεί, όπου και τον περιμένει

ο Ελεύθερος Κόσμος με ολάνοιχτες αγκάλες.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΦΟΡΛΑΝΙΝΙ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

[ΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΦΟΡΛΑΝΙΝΙ]

(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα «Βίος βίαιος» / «Una vita violenta»)

 

Στὸ μεταξὺ μιὰ ὁμάδα ἀπὸ νοσοκόμους τοῦ σανατόριου, ποὺ γιὰ τὴν πάρτη τους εἶχε γίνει ὅλο τοῦτο τὸ νταβαντούρι, πῆγαν στὴ Διεύθυνση νὰ μιλήσουν μ’ αὐτὸν τὸν περιβόητο Φάνι καὶ μὲ κάτι ἄλλους ἐκεῖ, λέγοντάς τους ὅτι θὰ ἔκαναν ἀναστολὴ τῆς ἀπεργίας τους, φτάνει οἱ ἀστυνομικοὶ νά ’φευγαν καὶ νὰ γύρναγαν στὴ δουλειά τους. Τοὺς εἶπαν ὄχι, δὲ γίνεται, δε μποροῦσαν, τὸν ἔλεγχο τοῦ Φορλανίνι τὸν εἶχε ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας. Ὕστερα, ὅμως, μεσολάβησαν ἄλλα γεγονότα καί, γιὰ νὰ μὴν τὰ πολυλογοῦμε, τράβα κι ἄσε ὁ ἕνας ἀπὸ δῶ, τράβα κι ἄσε ὁ ἄλλος ἀπὸ κεῖ, κατέληξαν σὲ κάποια συμφωνία: οἱ ἀστυνομικοὶ τὴν ἔκαναν ὄμορφα κι ὡραῖα ἀδειάζοντας τὴ μεγάλη πλατεία, καὶ οἱ νοσηλευόμενοι, ὁλοένα καὶ πιὸ ἱκανοποιημένοι, γύρισαν ἄλλοι στὰ τμήματά τους, γιὰ νὰ ξαπλώσουν στὰ κρεβάτια τους καὶ νὰ ξεκουραστοῦν ὅσο νά ’ναι, κι ἄλλοι ἔμειναν μαζεμένοι ἐκεῖ, μπροστὰ στὴν εἴσοδο.

Θὰ πέρασε μισὴ ὡρούλα, θὰ πέρασε μιὰ ὥρα κι ἦρθε μεσημέρι· καὶ νά, ἐντελῶς στὰ καλὰ καθούμενα, ξαναφάνηκαν τὰ ὀχήματα τῆς ἀστυνομίας, μπούκαραν μὲ τὸ γκάζι τέρμα πατημένο  στὸ νοσοκομεῖο καὶ χωρὶς ν’ ἀφήσουν χρόνο νὰ διαδοθεῖ τὸ μαντάτο, μπῆκαν τὰ τζιπάκια της στὰ στρατηγικὰ σημεῖα κι ἔτσι καταλήφθηκε τὸ ἐσωτερικὸ τῶν τμημάτων.

Κάποιοι προσπάθησαν ν’ ἀντισταθοῦν, ἰδίως οἱ γυναῖκες, ποὺ ἦταν κι οἱ πιὸ φαρμακωμένες, ἀλλὰ οἱ ἀστυνομικοί, ποὺ σύμφωνα μὲ τὶς φῆμες ἔπαιρναν κατευθεῖαν ἐντολὲς ἀπ’ τὸν ἀστυνομικὸ διευθυντὴ Φοῦσκο, ἦταν ἀποφασισμένοι νὰ ξεμπερδεύουν μιὰ καὶ καλὴ μὲ τὴν ὅλη ἱστορία.

Μὲ τὴ μία πέρασε ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἡ φήμη ὅτι πιὰ δὲν γινότανε τίποτα κι ὅτι οἱ μπάτσοι ἦταν ἱκανοὶ ἀκόμα καὶ νὰ σκοτώσουν. Ἔλεγαν, μάλιστα, ὅτι μιὰν ἀσθενὴ στὸ χειρουργεῖο τὴν ἔσουρναν ἀπ’ τὰ μαλλιά, τῆς ξέσκισαν τὰ ροῦχα καὶ τὴν ἄφησαν μόνο μὲ τὰ κουρελιασμένα  ἐσώρουχά της.  Ἐλεγαν ἐπίσης ὅτι μιὰ ἄλλη τρόμαξε τόσο πολύ, ποὺ μουγκάθηκε καὶ δὲν μποροῦσε νὰ βγάλει κίχ. Καὶ γιὰ μιὰν ἄλλη μὲ πνευμονοθώρακα ἔλεγαν ὅτι τὴν εἶχαν ξωπετάξει μὲ ἀπανωτὲς ματσουκιές.

Τὸ πραγματικὸ γεγονὸς ἦταν ὅτι ὅλα τὰ τμήματα καταλήφθηκαν ἀπὸ τὴν ἀστυνομία· ὑπῆρχαν ἀπὸ δέκα ἴσαμε τριάντα μπατσόσκυλα σὲ κάθε τμῆμα. Κι ἔμειναν ἐκεῖ ὅλο τ’ ἀπόγευμα κι ὅλη τὴ νύχτα, ἐνῶ τὰ τζιπάκια περιπολοῦσαν στοὺς κήπους μὲ τοὺς προβολεῖς τους ἀναμμένους.

Οἱ μπάτσοι εἶχαν κατασκηνώσει ἐκεῖ μέσα κανονικά, ἐφοδιασμένοι μὲ δακρυγόνες βόμβες, μὲ αὐτόματα ὅπλα καὶ μὲ πιστόλια.  

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.