Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΟΝ ΜΟΝΟΛΟΓΟ ΤΟΥ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 22-39)

[Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΟΝ ΜΟΝΟΛΟΓΟ ΤΟΥ]

 

Ὦ τῆς νύχτας χαῖρε φλόγα,

ποὺ σὰν τῆς μέρας λάμπεις σὺ τὸ φῶς

καὶ πάμπολλους χοροὺς θὰ στήσεις σ’ ὅλο τὸ Ἄργος

γιὰ τὸ καλὸ μαντάτο ποὺ μᾶς φέρνεις.

Ἔι, ἔι! Δυνατὰ τὴ γυναίκα τοῦ Ἀγαμέμνονα φωνάζω·

ν’ ἀφήσει τὸ κρεβάτι της ἀμέσως τὴν καλῶ, νὰ σηκωθεῖ,

ν’ ἀντιλαλήσει ἀπ’ τὶς κραυγές της τὸ παλάτι

γιὰ τούτηνε τὴ φλόγα ποὺ ἐφάνηκε,

ἄν… ἐννοεῖται… ἂν

τῆς Τροίας ὄντως ἡ πόλη ἁλώθηκε

καταπῶς μᾶς λέει ξακάθαρα ὁ πυρσὸς ποὺ εἶδα,

ὁ ἀναμμένος.

 

Καὶ τὸ χορὸ τὸ γιορτινὸ ἐγὼ θὰ σύρω πρῶτος!

Τὶ τῶν ἀρχόντων τὴ χαρὰ ἐγὼ χαρὰ δική μου τὴν πιστεύω,

καὶ τούτ’ ἡ φρυκτωρία εἶναι σὰν νὰ ἔριξα τὰ ζάρια

καὶ νά ’φερα ἑξάρες τρεῖς: μεγάλη νίκη!

Μακάρι στὸ παλάτι νὰ γυρίσει ὁ βασιλιάς μας,

καὶ τοῦτα δῶ τὰ χέρια —νά!—

νὰ πιάσουν νὰ κρατήσουν τὰ δικά του:

τ’ ἀγαπημένα του τὰ χέρια νὰ κρατήσουν!

Γιὰ τ’ ἄλλα ὅλα ἐγὼ σωπαίνω — στὴ γλώσσα μου ἔχει μπεῖ

κι ἔχει καθίσει πάνω της ἕνα τεράστιο βόδι

καὶ μοῦ ’χει κόψει τὴ λαλιά μου·

μὰ τὸ παλάτι ἄν-ε μποροῦσε νὰ μιλήσει,

ξεκάθαρα πολὺ θὰν τά ’λεγε ὅλα.

Ἐγὼ σ’ ὅσους τὰ ξέρουν, ναί, μιλῶ…

μιλῶ καὶ θέλω νὰ μιλῶ·

σ’ ὅσους ὅμως δὲ νογᾶν δὲ λέω λέξη.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΣΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΤΩΝ ΑΤΡΕΙΔΩΝ


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 1-21)

[ΜΙΛΑΕΙ Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΣΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΤΩΝ ΑΤΡΕΙΔΩΝ]

 

Ἄχ, τοὺς θεοὺς παρακαλῶ

νὰ μ’ ἀπαλλάξουν ἀπὸ τοῦτα μου τὰ βάσανα.

Πάει χρόνος πιὰ ποὺ εἶμαι ἄγρυπνος φρουρός

—σὰν τὸ σκυλί—

στῶν Ἀτρειδῶν τὶς στέγες πάνω.

Τῶν ἀστεριῶν τῆς νύχτας τὴν ὁμήγυρη πολὺ καλὰ τὴν ξέρω,

καὶ τοὺς ἀστερισμοὺς ἔχω μάθει ἐγὼ τοὺς ἡγεμονικοὺς

ποὺ λάμπουν στοὺς αἰθέρες καὶ φέρνουν στοὺς θνητοὺς

καὶ καλοκαίρια καὶ χειμῶνες,

καὶ ξέρω τὸ βασίλεμά τους

καὶ πότε ἔπειτα ἀνατέλλουν.

Τώρα φρουρῶ καὶ καρτερῶ τῆς φρυκτωρίας τὸ μήνυμα:

τὴ λάμψη τῆς φωτιᾶς ποὺ ἔρχεται ἀπ’ τὴν Τροία

τὴν είδηση νὰ φέρει ἡ πόλη ὅτι ἁλώθηκε.

Τὶς διαταγὲς ἐδῶ ἐκτελῶ μιᾶς

γυναίκας ποὺ νοῦ ἔχει ἀντρικὸ καὶ

καρδιὰ γεμάτη ἐλπίδες.

Κι ὅταν τὴ νύχτα ἐγὼ νὰ κοιμηθῶ παλεύω,

στὸ μουσκεμένο μου τὸ στρῶμα ἀπ’ τὶς δροσιές,

τὰ ὄνειρα οὔτε κὰν ποὺ μὲ κοντοζυγώνουν —

τὸν φόβο πάντοτε ἔχω —οὐδέποτε τὸν ὕπνο— παραστάτη·

τὰ βλέφαρά μου μένουν ἀνοιχτά· ἀδύνατον νὰ κλείσω μάτι.

Κι ἂν κάποτε στὸν νοῦ μου ’ρθεῖ νὰ τραγουδήσω

ἢ κάποιονε σκοπὸ σιγά, μουρμουριστὰ νὰ πῶ,

ἀντίδοτο μὲ τὴ φωνή μου ψάχνοντας νὰ βρῶ στὴ νύστα,

συμβαίνει τότε ἀκόμα καὶ τὰ κλάματα νὰ βάλω

καὶ νὰ στενάζω γιὰ ὅσες ἔχουν πέσει συμφορὲς στὸ σπίτι τοῦτο

ποὺ τώρα πιά, ὄχι!, καθόλου καλὰ δὲν κουμαντάρεται,

ἐνῶ παλιά… ἐνῶ παλιὰ εὐημεροῦσε.

Νὰ μ’ ἀπαλλάξει ἀπὸ τοῦτα μου τὰ βάσανα, ἄχ,

ναί, ἂς ἐρχότανε, ἄχ, ἡ λύτρωση

μὲ τοῦ νυχτερινοῦ πυρσοῦ τὴ φλόγα

καὶ τὶς χαρμόσυνες εἰδήσεις ποὺ θὰ λέει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Ο ΚΗΡΥΚΑΣ ΑΝΑΓΓΕΛΛΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 503-537)

Ο ΚΗΡΥΚΑΣ ΑΝΑΓΓΕΛΛΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑ

 

Ὦ χῶμα πατρικὸ τῆς γῆς τοῦ Ἄργους

μετὰ ἀπὸ δέκα χρόνια, ἰδού,

ξημέρωσε τοῦ γυρισμοῦ μου ἡ μέρα.

Πολλὲς ἐλπίδες μου συντρίφτηκαν,

μὰ μία ἀλήθεψε:

ποτέ μου δὲν ἐτόλμησα εὐχὴ νὰ κάνω 

— σὰν θὰ πεθάνω, ὤ, ἐδῶ, στὰ χώματα τοῦ Ἄργους,

τὸν γλυκὸ ἂχ νά ’βρισκα ἐγὼ τὸν τάφο.

Τώρα χαῖρε, ὦ χώρα μου, χαῖρε, ὦ φῶς τοῦ ἥλιου,

τῆς χώρας χαῖρε ὦ Δία ὕψιστε καὶ Πόθιε βασιλὰ Ἀπόλλωνα,

ποὺ πλέον ἔπαψες τὰ βέλη σου ἐπάνω μας νὰ ρίχνεις·

στὰ μέρη τοῦ Σκαμάνδρου φοβερὴ μᾶς εἶχες δείξει ἔχθρα.

Τώρα γίνε πάλι καὶ γιατρός μας καὶ σωτήρας,

ὦ βασιλιὰ Ἀπόλλωνα. Σ’ ὅλους τῆς πόλης τοὺς θεοὺς

προσπέφτω καὶ τοὺς ἱκετεύω —

κι ἐσὲ προστάτη μου Ἑρμῆ,

ἀγαπημένε κήρυκά μας, τῶν κηρύκων τὸν πανσέβαστο ἱκετεύω.

Καὶ τοὺς παλιούς μας ἥρωες καλῶ,

ποὺ μᾶς ἐγκαρδιῶσαν στὸ κατευόδιό τους γιὰ τὸν πόλεμο,

μ’ εὐμένεια νὰ ὑποδεχθοῦν τοὺς μαχητὲς

ποὺ ἐγλύτωσαν ἀπὸ τὸν θάνατο.

Ὦ βασιλιάδων μέλαθρα κι ἀγαπημένα σπίτια,

ὦ θρόνοι σεβαστοὶ καὶ ἀγάλματα θεῶν

λουσμένα μὲς στὸ φῶς τοῦ ἥλιου,

δεχτεῖτε, ὅπως παλιά,

μὲ πρόσωπα χαρούμενα καὶ μὲ ὅλες τὶς τιμές,

ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια, ξανὰ τὸν βασιλιά σας.

Ἦρθε, ἔφτασε, καὶ μὲς στὴ νύχτα φῶς σᾶς φέρνει

—καὶ σ’ ἐσᾶς καὶ σ’ ὅλους τοὺς πολίτες—

ὁ βασιλιάς μας Ἀγαμέμνων.

Καλοδεχτεῖτε τον λοιπόν, καθὼς τοῦ πρέπει.

Αὐτός, κρατώντας τὴ σκαπάνη τοῦ Δία τοῦ τιμωροῦ,  

τὴν Τροία ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη ἐγκρέμισε,

τὰ χώματά της τά ’σκαψε ὅλα.

Βωμοὶ καὶ ἱερὰ θεῶν ἀφανιστήκανε,

τῆς χώρας ὅλοι οἱ καρποὶ καήκανε.

Τέτοιο ζυγὸ ἐπέρασε στὸν τράχηλο τῶν Τρώων,

καὶ τώρα, νά!, καλότυχος

γυρίζει στὴν πατρίδα ὁ βασιλιάς σας,

τοῦ Ἀτρέα ὁ πρωτότοκος ὁ γιός.

Τιμὲς τοῦ πρέπουν πιὸ πολλὲς ἀπ’ ὅλους ὅσοι ἐσώθηκαν.

Οὔτε ὁ Πάρης οὔτε ἡ πόλη του ὅλη

θὰ καυχηθοῦν ποτέ πὼς περισσότερα ἔπραξαν καλὰ

ἀπ’ τὰ κακὰ ποὺ ἐπάθανε· τὴν ἁρπαγὴ καὶ τὴν κλοπή του ἐπλήρωσε,

οἱ θησαυροὶ ποὺ ἅρπαξε χαθῆκαν, ἡ χώρα του ἀφανίστηκε

καὶ τοῦ πατέρα του τ’ ἀνάκτορα ἐγίναν ἕνα μὲ τὸ χῶμα —

διπλὰ τὰ κρίματά τους οἱ Πριαμίδες πλήρωσαν… διπλά.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΙΣΧΥΛΟΣ, ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

(ἀπόσπασμα, σττ. 437-474)

 

Ὁ Ἄρης, που κουφάρια ἀλλάζει μὲ χρυσάφι

καὶ νίκη ἢ ἥττα δίνει στῆς μάχης τὰ δόρατα,

ἀπὸ τὴν Τροία στοὺς συγγενεῖς τῶν μαχητῶν

δὲν στέλνει πίσω ἄντρες,

μὰ στάχτη ἀπὸ τὴ νεκρικὴ πυρά, ναί, στάχτη,

στάχτη πικρή, στάχτη πικρὰ κλαμένη —

γεμάτες στάχτη ἔρχονται οἱ νεκρικὲς ὑδρίες,

οἱ σὰν φτερὰ ἐλαφρές, οἱ τόσο μὰ τόσο πανάλαφρες.

Θρῆνοι κι ἐγκώμια ἀκούγονται γιὰ τοὺς χαμένους —

γιὰ τὸν ἕναν λὲν πὼς ἦταν λέοντας στὴ μάχη,

καὶ γιὰ τὸν ἄλλον ὅτι ἔπεσε σὲ ἀγώνα πολεμώντας

«γιὰ μιὰ γυναίκα ξένη».

Τέτοια μὲ ἄφατη θλίψη μουρμουρίζουνε ὅλοι

καὶ μέσα τους ὁ φθόνος τὴν καρδιὰ τοὺς καίει

γιὰ τοὺς Ἀτρεῖδες

ποὺ ἐκδίκηση στὸ Ἴλιο νὰ πάρουν πῆγαν.

Καὶ γύρω ἀπὸ τὰ τρωικὰ τὰ τείχη

ὑπάρχουν κι ἄλλοι ποὺ τὰ πτώματά τους

—ποὺ ἦταν κάποτε ὄμορφα κορμιά—

ἡ γῆς ἡ ἐχθρικὴ τὰ σκέπασε καὶ τά ’κανε δικά της.

 

Βαριὰ εἶναι τοῦ λαοῦ ἡ ὀργή·

τῆς δικιᾶς του κατάρας τὸ χρέος πληρώνεται.

Μὲς στὸ σκοτάδι βρίσκομαι τώρα

καὶ ἀπὸ τὴν ἀγωνία λειώνω

μαντάτο μὴν ἀκούσω μαῦρο.

Τοὺς φοβεροὺς φονιάδες οἱ θεοί… —

καθόλου τῶν θεῶν τὸ μάτι δὲν ξεχνάει·

θὲ νά ’ρθει ὥρα ποὺ οἱ ζοφερὲς οἱ Ἐρινύες

ὅποιον εὐτύχησε ἄδικα ἀπὸ τὴ δυστυχία τῶν ἄλλων

στὴ δυστυχία θὰ τὸν ρίξουν·

καὶ ὅποιον ἐπέταξαν ἐκεῖ

κανεὶς καὶ τίποτα πιὰ δὲν τὸν σώζει.

Φιλοδοξία ὑπέρμετρη βάρος εἶναι μέγα, ἀσήκωτο.

Μὲς στὸ παλάτι

πέφτει τοῦ Δία ὁ κεραυνός.

Τὴν εὐτυχία προτιμῶ ποὺ δὲν γεννάει φθόνο·

οὔτε ἐπιθυμῶ ν’ ἁλώσω πόλεις,

μὰ οὔτε καὶ τὴ ζωή μου νὰν τὴ δῶ

σκλάβα νά ’ναι σ’ ἄλλους θὰ ἤθελα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ, ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ


 

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

(ἀπόσπασμα 374-384)

 

Οἱ ἀπόγονοι καλὰ τὸ ξέρουν

πὼς φέρνει συμφορὲς

ὅποιος μοχθηρός, μὲ θράσος ὁπλισμένος,

πόλεμο ἄδικο κι ἀνώφελο ζητᾶ νὰ κάνει,

κι ἂς εἶν’ τὸ σπίτι του γεμάτο μ’ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ

τοῦ φτάνουν καὶ τοῦ περισσεύουν.

Ὁ φρὀνιμος ποὺ ἔχει λίγα, μὰ τοῦ φτάνουνε, μακάρι

στὴ ζωὴ κακὸ καὶ συμφορὰ νὰ μὴ γνωρίσει.

Ὅποιος γιὰ πλούτη πλεονεκτεῖ καὶ δὲν χορταίνει,

ὅποιος κλοτσάει καὶ γκρεμίζει

τῆς Δίκης τὸν βωμὸ τὸν σεβαστὸ

ν’ ἀφανιστεῖ τοῦ ’ναι γραμμένο.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Ο ΑΤΤΑΡ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗ ΜΟΥΣΑ ΤΟΥ...

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

Ο ΑΤΤΑΡ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗ ΜΟΥΣΑ ΤΟΥ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΕ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΙΣΠΑΧΑΝ εδώ

 

1.

Στὸ ποίημα ἐτοῦτο ἀνθίζουν κάτι λέξεις

παρατημένες ποὺ εἴχανε παγώσει

στῆς μνήμης το κελάρι. Μὰ ἦταν τόση

ἡ μέσα θέρμη τους νὰν τὶς διαλέξεις

 

ὡς σπόρο ἐσὺ καὶ νὰ τὶς ρίξεις σ’ ἕνα

παρτέρι μὲ ἄλλα ἄνθη τοῦ στόματός σου,

ποὺ ἐβλάστησαν σὰν ἄλλος ἑαυτός σου

μὲ ὅλα τῆς φαντασίας τὰ πλεγμένα

 

ἰαμβεῖα καὶ τὶς αἰώνιες προσηλώσεις

τῶν ποιητῶν. Στῆς γλώσσας σου τὸν κῆπο

λαλοῦν τὰ ρήματά μου, Ρίτα. Οἱ γνώσεις

 

βλασταίνουν καὶ μὲ βάζουν νὰ προείπω

τὶς σκέψεις σου σὰν μεταφράσεις ρόδων

ἢ σὰν σονέτα λυρικῶν ἐφόδων.

 

2.

Στῆς γλώσσας σου τὸν κῆπο, Ρίτα, οἱ κρίνοι,

τὰ ρόδα καὶ οἱ βιολέτες ζοῦν καὶ ἀρθρώνουν

ἀγάπης πνεύματα καὶ στελεχώνουν

εἱρμοὺς ποιητικοὺς ποὺ μὲ τὰ σμήνη

 

τῶν ἤχων φεύγουν καὶ πετοῦν σὲ σφαῖρες

τῶν λόγων ἄρρητες, κι ἂς τὶς θαυμάζεις —

θαυμάζεις μόνο αὐτὸ ποὺ δοκιμάζεις

στὸ ἀφτί. Τοῦ νοῦ οἱ ἕλικες μὲς στοὺς αἰθέρες

 

τυλίγονται εὐθυβόλων ἀρωμάτων,

ἀσπαίρουν καὶ ἐκτινάσσονται σὰν νά ’ναι

νερὰ πιδάκων καὶ ἁρμυρῶν κυμάτων

 

σελαγισμοί. Κι ἐκεῖ, καθὼς ξεσπᾶνε

οἱ λυρικοὶ ρυθμοί, ἔρχεσαι ἐσὺ πάλι

καὶ ὑπέροχη μοῦ μπαίνεις στὸ κεφάλι.

 

3.

Ὑπέροχη μοῦ μπαίνεις στὸ κεφάλι

καὶ μοῦ ζυμώνεις τοὺς ρυθμοὺς μὲ στίχους

παλιοὺς ποὺ σώζονται ὑγιεῖς στοὺς ἤχους

τοῦ παραδείσου ἐντός σου, Ρίτα. Ἡ ζάλη

 

τῶν ἀρωμάτων ἀπὸ τὴ λαλιά σου

εὐεργετεῖ τὶς ρίμες, τὶς εἰκόνες,

τῆς λύρας μου τὴ γλώσσα. Σὰν σηκώνεσ’

ὀρθόπλωρη, μὲς στὴν κορμοστασιά σου

 

συνεδριάζουν τὰ πουλιὰ τοῦ μύθου

ποὺ ἐτόνισα παλιὰ μ’ ἐξαίσιες λέξεις,

ἀπ’ τὰ φιλιά σου λεία. Ὅ,τι ἐσὺ ἐπιλέξεις

 

πάντα ἔχει ἀξία πολυτίμου λίθου

στὰ ποιήματά μου πού ’ναι καὶ δικά σου

σὰν να ’χουν χαραχτεῖ ἀπ’ τὰ δάχτυλά σου.

 

4.

Ἄν, ὅπως μοῦ ’γραψες πρὶν λίγες μέρες

εἶναι ὄντως μαγικοὶ τοῦ ποιητῆ σου

οἱ στίχοι, τοῦτο μόνο συλλογίσου·

μὴν ἔστειλες ἐσὺ μὲ τοὺς ἀγέρες

 

τὰ λυρικὰ μηνύματα στὰ κέντρα

τοῦ νοῦ του καὶ στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του,

κι ἔτσι ἐγγυήθηκες τοῦ ἀναποδράστου

ἀποτελέσματος τὸν κῆπο. Δέντρα

 

καὶ πίδακες μὲ μουσικὲς ἐκκρίσεις

νὰ κρέμονται στὰ θεσπέσια χάη

τῆς φαντασίας καὶ νὰ μοῦ μηνάει

 

τῆς γλώσσας σου ἡ ἰσχὺς τὶς ἐφορμήσεις

τῶν νοητῶν στὰ φάσματα τοῦ ἀοράτου

μὲ μύθους καὶ ἦθος καιομένης βάτου.

 

5.

Τοῦ νοῦ τὰ κέντρα, τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα

φιλοξενοῦν τὰ ρόδα ἀπὸ τοὺς κήπους

ποὺ περπατᾶμε, Ρίτα, ὡς ὑποτύπους

δροσιᾶς ποὺ ζωογονεῖ τὴν ξεραΐλα

 

τῆς σήμερον ἡμέρας. Σιντριβάνια

οἱ μίσχοι τους τινάζουν τὰ νερά τους

στὰ δάχτυλά σου· ἀρδεύουν μὲ ἀθεάτους

σεισμοὺς τὴν τρυφερή τους ἐπιφάνεια,

 

νὰ γίνουν τ’ ἀκρωτήρϊά τους ζῶνες

ὑποδοχῆς κάτι ἥμερων λεόντων —

ναί, σ’ τό ’χω ξαναπεῖ. Τῶν ὄντως ὄντων

 

ἐκρήξεις στελεχώνουν τοὺς αἰῶνες.

Γυμνὰ στὶς χλόες πᾶν τὰ πέλματά σου

κι εἶν’ ἄτια μιᾶς ποιήσεως ἀτιθάσου.

 

6.

Μὲ τ’ ἄτια μιᾶς ποιήσεως ἀτιθάσου

κερδίζεται ὁ ρυθμὸς ποὺ σὲ ἀνεβάζει

στὰ ὑψίκρημνα τοῦ λόγου. Τὸ τοπάζι

ἰσορροπεῖ στὸ βάθος τῆς ματιᾶς σου

 

μὲ συλλαβὲς καὶ ρίμες πανσελήνου.

Τοῦ στίχου αὐτοῦ τὸ ρῆμα σ’ τὸ χαρίζω,

καὶ σοῦ χαράζω σὲ γρανίτη γκρίζο

ὀνόματα ποὺ θ’ ἀπηχοῦν ἐκείνου

 

τοῦ κάλλους σου τὴ ρύμη ποὺ εἰκονίσεις

διανοημάτων θὰ σκορπᾶ στὸν νοῦ μου

καλώντας σε ἀφειδῶς τοῦ ἀληθινοῦ μου

 

ἑαυτοῦ σταφύλια νά ’ρθεις νὰ τρυγήσεις.

Σὲ λυρικοὺς ἀσκοὺς φυλᾶς τὸν οἶνο

ποὺ ἐγὼ μὲ τὰ φιλιά σου πίνω.

 

7.

Θυμίσου τί εἶχα γράψει: Τὴν πνοή σου

νὰ τὴ ρυθμίζεις —δροσερή!— ὅπως τὰ ἄνθη

αὐτοῦ τοῦ κήπου. Καὶ τὸ νερατζάνθι

παράδειγμά σου κάν’ το στὴ ζωή σου:

 

γλυκόξινη ἔχει μοίρα, καὶ εἶναι χάδι

κρυφό, λυσιμελὲς τὸ νόημά του,

διαλεκτικὸ ἀποτύπωμα καμάτου

καὶ ρύμης, στὰ κατσάβραχα πετράδι,

 

πολύτιμη παλάμη σὰν ἀμπέλι,

βροχὴ ἀσπασμών ψιχαλιστὴ στὸ σκότος

σὰν τρύγος τῆς χαρᾶς, εὐρὺς σὰν Νότος

 

ποὺ βρίσκει τὸν Βορρᾶ σὲ μιὰ νεφέλη

μὲ τὸ Ἰσπαχάν της, καὶ τοὺς περιπάτους

τῶν δροσερῶν μας ρόδων ἀθανάτους.