ΣΑΠΦΩ
[ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ]
[...] καὶ κάτω ἀπ’ τὶς
φτεροῦγες του
γλυκὸ τραγούδι ἁπλώνεται
εὐθὺς μόλις
τὸ τελευταῖο φῶς στερεύει,
κι ἐκεῖνο
κλαδὶ βρίσκει καὶ λαλεῖ μὲς
στὸ σκοτάδι […].
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ]
[...] καὶ κάτω ἀπ’ τὶς
φτεροῦγες του
γλυκὸ τραγούδι ἁπλώνεται
εὐθὺς μόλις
τὸ τελευταῖο φῶς στερεύει,
κι ἐκεῖνο
κλαδὶ βρίσκει καὶ λαλεῖ μὲς
στὸ σκοτάδι […].
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[Η ΜΟΔΑ ΤΩΝ ΙΩΝΩΝ]
Χειρόμακτρα καὶ ὑφάσματα
εὐωδιαστὰ καὶ βαθυπόρφυρα
μᾶς τά ’στειλε ἡ Μνάση ἀπὸ
τὴ Φώκαια.
Πολύτιμα τὰ δῶρα της, ἀγαπημένα,
ἐνδύματα τῆς μόδας τῶν Ἰώνων
ποὺ φτάνουν ὣς τὰ γόνατά
μας.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΟΙ ΝΑΥΤΕΣ]
[…] ἡ τύχη ἡ καλὴ νὰ
λάμψει στὸ λιμάνι
κι ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς
μαύρης γῆς νὰ φέρει
τοὺς κουρασμένους ναῦτες
ποὺ γλυτῶσαν
ἀπ’ τῶν ἀνέμων τὴ μανία […]
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΣΤΗΝ ΗΡΑ]
Ὡς παραστάτρια, στ’ ὄνειρό
μου εἴθε, ἂς ἐρχόταν,
σεβάσμια Ἥρα, ἡ ὡραία, ἡ
πάγκαλη μορφή σου·
ἐσένα ἀλήθεια ἱκέτεψαν καὶ
οἱ ἔνδοξοι Ἀτρεῖδες
νὰ τοὺς βοηθήσεις.
Τὴν Τροία κι ἂν τὴν ἅλωσαν,
γενναῖοι ὡς ἦσαν,
στὴ θάλασσα ἔπειτα εἶχαν
μείνει κολλημένοι,
καὶ δὲν μποροῦσαν τὸ
ταξίδι τους νὰ ξεκινήσουν —
τὸν νόστο ἐχάναν,
γι’ αὐτὸ καὶ κάλεσαν βοηθὸ
τρανὸ τὸν Δία
καὶ τῆς Θυώνης τὸ παιδί,
τὸ ἐκλεκτὸ τῶν πόθων.
Κι ἐγὼ ἔτσι τώρα σὲ καλῶ,
Ἥρα, ὅπως καὶ πρῶτα
νὰ μὲ συνδράμεις.
Καλὲς, ἁγνὲς οἱ πράξεις
μου στὴ Μυτιλήνη
ἂς εἶν’ μαζὶ μὲ τὰ
κορίτσια ποὺ χορεύουν.
Ἐγὼ χορὸ τοὺς δίδαξα καλὸ
νὰ σέρνουν,
νὰ λὲν τραγούδια.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΤΟ ΓΛΥΚΟΜΗΛΟ]
Καθὼς τὸ μηλαράκι τὸ γλυκὸ
στὴν ἄκρη τοῦ κλαδιοῦ ὡριμάζει,
ψηλὰ-ψηλὰ στὸν τελευταῖο
κλῶνο,
τ’ ἀφῆσαν ἄκοπο οἱ
μηλομαζῶχτρες,
ὄχι γιατὶ τὸ ξέχασαν ἢ δὲν
τὸ εἶδαν,
ἀλλὰ γιατὶ δὲν τό ’φταναν
κεῖ πάνω.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΕΠΙΘΑΛΑΜΙΟ]
[…] δέκα, καὶ καθεμιᾶς ὁ
πρῶτος […]
Τὰ λόγια αὐτὰ εἶπε τότε ἐκεῖ
στὴ νύφη
μὲ τ’ ἀπαράμιλλα ὡραῖα
πόδια:
στὴν κόρη τοῦ Κρονίδη τὴν
πανέμορφη
ποὺ χίλιοι ἀκμαῖοι
μενεξέδες τῆς ἐστόλιζαν
βαθιὰ καὶ τρίσβαθα τὸν
κόρφο καὶ τὸν κόλπο,
καὶ μοιάζαν ὅλα ὡσὰν νά
’ταν σὲ μία μόνο κόρη
οἱ ἁγνὲς οἱ Χάριτες καὶ οἱ
Πιερίδες Μοῦσες
σὰν ὅμιλος τοῦ κάλλους
συναγμένες […]
Μελωδικὰ τραγούδια ἔτερπαν
τὶς φρένες
τοῦ γαμπροῦ καὶ φθόγγοι
λιγερόκρουστοι· […]
φρεσκοκομμένοι ἀγριόναρδοι
τὴν κόμη τοῦ ἐστολίζαν
πλεγμένοι ἔτσι ὡς νὰ σοῦ
θυμίζουν λύρα […]
κι ἡ χρυσοπέδιλη Αὐγὴ μὲ
τῆς πορφύρας χρώματα
στίχους ἔγραφε στὸν οὐρανὸ
ἐπιθαλάμιους
πολὺ καλύτερους ἀπ’ ὅσους
σὲ παπύρους πάνω
διαβάζουμε γραμμένους […]
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ
ΤΗΣ]
Σταμάτα νὰ μοῦ λὲς ὁ
Χάραξος πὼς θά ’ρθει
μὲ πλοῖο φορτωμένο μὲ ἀγαθά.
Μονάχα
ὁ Δίας καὶ οἱ θεοὶ τὸ
ξέρουν. Ἔλα, πάψε
νὰ λέγεις τέτοια.
Τὴν ἐντολή σου δῶσε: πὲς νὰ
μὲ καλέσουν
νὰ πάω ἱκέτις στὴ
βασίλισσα θεὰ Ἥρα
νὰ φέρει τὸ καράβι καὶ τὸν
Χάραξό μας
γερὸ καὶ σῶο
καὶ σώους νὰ μᾶς βρεῖ κι ἐμᾶς.
Τὰ ὑπόλοιπα ὅλα
τ’ ἀφήνουμε στὰ χέρια τῶν
θεῶν μὲ πίστη.
Μετὰ τὴν τρικυμία πάντα ἔρχεται
ἡ γαλήνη —
καλὰ τὸ ξέρεις.
Σ’ ὅσους νὰ σώσει θέλει ὁ
βασιλιὰς τοῦ Ὀλύμπου
βοηθό τους κάποιον
δαίμονα ἐξαρχῆς τοὺς στέλνει
στὰ δύσκολα νὰν τοὺς
συντρέχει, καὶ πολυόλβους
γι’ αὐτὸ τοὺς λένε:
πανευτυχεῖς!
Κεφάλι ὁ Λάριχος σὰν γίνει
νὰ ὑψώσει κάποτε, σὰν θά ’χει
ἀντρέψει πλέον,
κι ἐμεῖς εὐθὺς ἀπ’τὰ βαριὰ
τὰ βάσανά μας
θ’ ἀπαλλαγοῦμε.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΣΕ ΞΟΡΚΙΖΩ, ΓΟΓΓΥΛΑ]
Σὲ ξορκίζω, Γογγύλα,
βγὲς νὰ σὲ δῶ,
βγές, ἔλα, φανερώσου.
Ὁλόγυρά σου, σὰν τὸ
πουλί,
χτυπάει ὁ πόθος μου καὶ πάλι τὰ
φτερά του
καὶ λάμπει, λάμπει.
Μπροστά σου ὅσες σὲ κοιτοῦν
ἀσπροεντυμένη
μεγάλο βγάζουν φθόνο. Ἐγὼ
ὅμως χαίρομαι
ποὺ ὄχι ἐγώ, μὰ ἡ θεὰ ἡ
Κυπρογένεια σὲ μαλώνει
γιὰ ὅλο τὸ θάμπος ποὺ
σκορπᾶς παντοῦ, Γογγύλα.
Σ’ αὐτὴν ξανὰ θὰ
παρακαλεστῶ
αὐτὸ ποὺ τόσο θέλω καὶ ποθῶ
μπροστά μου νὰ τὸ φέρει.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ
ΓΗΡΑΤΕΙΩΝ]
Ἐσεῖς, κορίτσια, πρέπει —μὴν
τὸ ἀμελεῖτε—
τὰ ὄμορφα νὰ χαίρεστε τὰ
δῶρα τῶν ἰοστεφῶν Μουσῶν,
μὰ καὶ τοὺς ἤχους ποὺ ἀπὸ
τῆς λύρας πέτονται τὰ νεῦρα
καὶ σᾶς καλοῦν γλυκὰ-γλυκὰ
νὰ τραγουδᾶτε. Ἐμένα
τὰ γηρατειὰ ἦρθαν καὶ μοῦ
ἐχάλασαν τὸ δέρμα τὸ ἁπαλό,
τὴ μαύρη μου τὴν κόμη
κάτασπρη τὴν κάμαν τώρα·
καθημερνὰ βαραίνει ἡ ψυχή
μου, λυγᾶν τὰ γόνατά μου,
δὲν μὲ βαστοῦν τὰ πόδια
μου, τὰ πρὶν ἐλαφροπάτητα,
ποὺ σὰν μικρὰ ἐλαφάκια ἀνέμελα
πηδοῦσαν στὸ χορό.
Συχνὰ-πυκνὰ στενάζω καὶ
θρηνῶ γιὰ ὅλα τοῦτα — μὰ
σὰν τί νὰ κάνω, ἀφοῦ γερνάει
ὁ ἄνθρωπος, γερνᾶ, γερνᾶ…
Πῶς γίνεται τὸ γῆρας ν’ ἀποτρέψεις;
Κι ἂν λέει ὁ μύθος
πὼς ἡ ροδόχερη Αὐγὴ τὸν
Τιθωνό, ποὺ ἀγάπησε μ’ ἔρωτα μεγάλο,
στὰ πέρατα τοῦ κόσμου τὸν
πῆρε καὶ τὸν πῆγε
ὄμορφο καὶ νέο πάντα καὶ
δικό της νὰ τὸν ἔχει,
τὸ ξέρουμε: ἀπ’ τὰ λευκὰ γεράματα
ὁ Τιθωνὸς δὲν γλύτωσε,
κι ἂς εἶχε πλάι του ἀθάνατη
θεὰ ὁμόκλινή του.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙ]
Πές μου, λοιπόν, ἀφέντρα
καὶ κυρά μου Κύπρι,
πῶς θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ
μὴ νιώθει
χορτασμένη κάθε τόσο τὴν
ψυχή του ἀπὸ τοὺς πόνους,
ὅταν ἐκεῖνον ποὺ ὑπεραγαπᾶ
συνέχεια τὸν καλεῖ καὶ τὸν
ξανακαλεῖ κοντά του νά ’ναι;
Ποιὸ σχέδιο ἔχεις, ἀλήθεια,
κατὰ νοῦν
καὶ στὶς φουρτοῦνες ἐμένα
τὴν ἀνήμπορη πετᾶς,
στὸν πόθο μέσα νὰ πνιγῶ,
νὰ κλυδωνίζομαι —
στὸν πόθο ποὺ καὶ γόνατα
καὶ χέρια λύνει;
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ]
Ἤσουν κάποτε κι ἐσὺ ἁβρὴ
παιδίσκη.
Γι’ αὐτό, λοιπόν, ἔμπρός,
τραγούδια τώρα πές μας!
Μ’ ἄλλες φωνὲς ὡραῖες νὰ ἑνωθεῖ
ἡ φωνή σου
καὶ ἀπὸ τὰ δῶρα σου νὰ εὐφρανθεῖ
ἡ καρδιά μας.
Σὲ γάμο πᾶμε τώρα, πολὺ
καλὰ τὸ ξέρεις.
Μηνύτορα ἀμέσως στεῖλε νά
’ρθοῦνε τ’ ἄλλα κορίτσια
[…] τὰ ὑπόλοιπα δουλειά εἶναι
τῶν θεῶν.
Πλὴν δρόμος ποὺ σὲ πάει
στὸν μέγα Ὄλυμπο
γιὰ τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους
δὲν ὑπάρχει.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[ΕΛΠΙΔΑ]
Μὲ τὶς μαῦρες σου φτεροῦγες
μ’ ἐπισκέπτεσαι, ὄνειρο,
εὐθὺς μόλις μὲ παίρνει
ὁ ὕπνος, ὁ γλυκὸς θεός.
Μὰ πῶς μπορεῖς, ἀλήθεια,
χώρια νὰ κρατᾶς τὰ βάσανα
τὴν πλήξη καὶ τὶς λύπες;
Ἐλπίζω — μὲ κυριεύει ἡ ἐλπίδα
νὰ μὴ μοῦ στείλουν τίποτα
ποτὲ
οἱ θεοὶ οἱ μακάριοι·
δὲν θά ’θελα, ὄχι, ποτὲ
νὰ καταντήσω ἄθυρμά τους.
Ἀλλὰ καὶ πάλι λέω — λέω
ὅ,τι εἶναι νὰ γίνει ἂς
γίνει.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΣΑΠΦΩ
[Ο ΟΡΚΟΣ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΗΣ]
[…] τὸν χρυσόμαλλο Φοῖβο,
ποὺ τὸν ἐγέννησε τοῦ Κοίου ἡ κόρη,
ὅταν ἔσμιξε μὲ τὸν γιὸ τοῦ
Κρόνου, τὸν ὑψινεφὴ καὶ μεγαλώνυμο.
Τότε ἡ Ἄρτεμη ἔδωσε τὸν ὅρκο
τῶν θεῶν τὸν μέγα:
«Δία, στὴν κεφαλή σου ὁρκίζομαι
ὅτι γιὰ πάντα παρθένα ἐγὼ θὰ μείνω,
κι ἀνέγγιχτη θὰ βγαίνω γιὰ
κυνήγι στὶς ἔρημες κορφὲς ἀπάτητων ὀρέων·
ἔλα καὶ δέξου αὐτὸ γιὰ χάρη
μου, καὶ κάνε μου νεῦμα ἀποδοχῆς».
Αὐτὰ τὰ λόγια εἶπε· ἔπειτα
μ’ ἕνα του νεῦμα ὁ Δίας,
τῶν μακάρων θεῶν ὁ
πατέρας, ἔδειξε τὴ συμφωνία του.
Παρθένα ἐλαφηβόλο
καὶ ἀγροτέρα —δυὸ ἐπωνύμια μέγιστα—
θὰν τήνε λένε τοῦ λοιποῦ καὶ
οἱ θεοὶ καὶ οἱ ἄνθρωποι:
ἐλαφοκυνηγήτρα παναπεῖ
τὸ ἕνα καὶ δασοδίαιτη τὸ ἄλλο.
Κι ὁ Ἔρως ὁ λυσιμελής,
αὐτὸς ποὺ τοῦ κορμιοοῦ τὰ μέλη λύνει,
ποτὲ τὴν Ἄρτεμη δὲν θὰ
ζυγώσει, οὐδέποτε θὰ τὴν πειράξει.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.