ΕΚ ΒΡΥΞΕΛΛΩΝ ΤΑ ΔΩΡΑ
(έχουμε φίλους εκεί που μας θυμούνται)ΒΡΑΔΙΝΟΣ ΚΑΦΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΖΩΡΖ ΜΠΡΑΣΕΝΣ
PIER
PAOLO PASOLINI
[Η ΑΣΤΥΝΟΜΙ ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΜΟΥ ΒΟΥΔΑ]
Ὁ Βούδας… ὁ ἐπιλεγόμενος Βούδας κοιμόταν κι ἐλόγου του ἥσυχα-ἥσυχα.
Εἶχε πέσει καὶ κοιμόταν μὲ τὰ ροῦχα, γιατί ’ταν κουρασμένος, ἀφοῦ πιὸ πρὶν τὸ βράδυ
τά ’χε ψιλοκοπανήσει. Φοροῦσε τὴ φόρμα του, κι ἀπ’ τὸ κεφάλι δὲν εἶχε βγάλει τὴν
τραγιάσκα, ποὺ τὴ φοροῦσε μάλιστα ναπολιτάνικα, κατεβασμένη ἴσαμε τὰ φρύδια, ἐνῶ
τ’ ἀκάλυπτα ἀπὸ πίσω σγουρά του μαλλιὰ εἶχαν μείνει ὄρθια. Ἔτσι κοιμόταν στὰ
πόδια ἑνὸς ἡμίδιπλου κρεβατιοῦ, πεσμένος κατὰ φάρδος, μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα καὶ τὰ
δυὸ παιδιά του. Στὸ ἄλλο ράντζο, ποὺ δὲν εἶχε στρῶμα, κοιμόταν ἡ μάνα του.
Ἔμενε σ’ ἕνα καλυβόσπιτο δίπλα στὶς λαϊκὲς πολυκατοικίες,
ἐκεῖ ποὺ ἄρχιζε ἡ ἐξοχὴ πρὸς τὴ μεριὰ τοῦ Ἀνιένε, στὸ Μέσι ντ’ ὄρο. Ὅλο τὸ δάπεδο
ἦταν ἄστρωτο, δίχως τοῦβλα· τὰ εἶχε πουλήσει ὅλα. Στὸ μεγάλο δωμάτιο ὑπῆρχαν
μόνο ἐκεῖνα τὰ δύο κρεβάτια, τὸ ἕνα κολλητὰ στὸν ἕναν τοῖχο καὶ τὸ ἄλλο κολλητὰ
στὸν ἄλλον, καὶ δυὸ καρέκλες γιὰ ν’ ἀκουμπᾶνε πάνω τους τὰ ροῦχα, τίποτ’ ἄλλο. Ὅλα
τὰ καλώδια τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἦταν ξηλωμένα· ὑπῆρχαν καὶ δυὸ χοντρὲς σταξιὲς ἀπὸ
κερὶ στὶς καρέκλες μπροστὰ ἀπὸ τὰ κρεβάτια, ἀφοῦ μὲς στὸ δωμάτιο ἔβλεπαν κρατώντας
κερί.
Στὸ σπίτι τοῦ Βούδα μπούκαραν μὲ τὴ μία — βρῆκαν ἀνοιχτὴ
τὴν πόρτα. Ἔριξαν φῶς μέσα κρατώντας καὶ τ’ αὐτόματα. Μετὰ ρώτησαν: «Ἐδῶ μένει ὁ
Ποστιλιόνε Βιρτζίνιο;» Ὁ Βούδας ξύπνησε, ἔτριψε τὰ μάτια του, ἀνεβοκατέβασε δυὸ-τρεῖς
φορὲς τὴν τραγιάσκα του ἀλλάζοντάς της συνέχεια θέση στὴ γκλάβα του, ὥσπου τὴν
ξανακατέβασε τόσο πολὺ μέχρι τὰ βλέφαρα, ποὺ γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ βλέπει ἔπρεπε νὰ κρατάει
τὸ σαγόνι του σηκωμένο ἀρκετὰ ψηλά. «Ὄχι, κοιτάξτε νὰ δεῖτε», εἶπε, «ἐδῶ δὲν
μένει κανένας Ποστιλιόνε, ἐδῶ μένει ὁ Ντὶ Σάλβο Τζοβάνι…» «Ἡ κυρία σας πῶς
λέγεται;» ρώτησαν μετὰ στρέφοντας τὰ ὅπλα πρὸς τὴ σύζυγό του.
«Σπιτσικίνι Τερέζα», εἶπε ὁ Βούδας· «αὐτὸς ποὺ ζητᾶτε δὲν
εἶναι ἐδῶ… ὄχι, δὲν εἶναι ἐδῶ! «Πῶς; Πῶς εἴπατε ὅτι λέγεσθε;» τὸν ρώτησε τότε ἕνας
δεκανέας. «Ντὶ Σάλβο Τζοβάνι», ἐπανέλαβε ὁ Βούδας. Ὁ δεκανέας τὸν κοίταξε
καλά-καλά. «Ἐλᾶτε, ἐλᾶτε κι ἐσεῖς!» εἶπε. «Πῶς; Τί;» εἶπε ὁ Βούδας γεμάτος ἔκπληξη
καὶ ἀθωότητα. Τὸν ἔπιασαν, ὅμως, δύο ἀστυνομικοί, ὁ ἕνας ἀπὸ δῶ κι ὁ ἄλλος ἀπὸ
κεῖ, κι ἔτσι ἀναγκαστικὰ ὁ Βούδας συμμορφώθηκε. Γύρισε στὴ γυναίκα του, ποὺ
καθόταν καὶ κοίταζε μὲ τὰ δυὸ ἀγοράκια τους, πού ’χανε στὸ μεταξὺ ξυπνήσει καὶ
κοίταζαν κι ἐκεῖνα τὸν πατέρα τους, καὶ εἶπε: «Καληνύχτα, καλή μου!»
Μετάφραση : Γιῶργος Κεντρωτής.
JORGE LUIS BORGES
ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ
Τὴ νύχτα, ποὺ εἶναι εὐνοϊκὴ πολὺ γιὰ τοὺς λεμούριους
καὶ τὶς προνύμφες ποὺ τοὺς
πεθαμένους βασανίζουν,
ματαίως οἱ οἰωνοὶ βγαίνουν
καὶ τετραγωνίζουν
βασίλεια τῶν ἄστρων ἀνοιχτὰ
καὶ ἀνέμους οὔριους.
Ὁ ταῦρος σφάχτηκε στῆς
χαραυγῆς τὸ μετερίζι·
στὰ σωθικά του μάταια ψάχνει
ὁ ἱερέας γιὰ νὰ μάθει
τὸ μέλλον· μάταια ὁ ἥλιος
σήμερα μὲ φῶς ραντίζει
τὸν ἔνοπλο πραιτωριανὸ καὶ
τὴν πιστή του σπάθη.
Στ’ ἀνάκτορά σου τὸ κορμί
σου τρέμει· περιμένει
νὰ φτάσει τὸ μαχαίρι. Καὶ
στὴν αὐτοκρατορία
ποὺ κυβερνοῦν οἱ
σάλπιγγές σου γράφεται ἱστορία
προοιωνιζόμενη ἱκεσίες καὶ
πυρὲς ἐν γένει.
Ἀπ’ τὰ βουνά σου ὁ ἱερὸς
τρόμος ἔχει πιὰ φουντώσει·
τὸν τίγρη τὸν χρυσὸ καὶ
σκοτεινὸ ἔχει βεβηλώσει.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ
ΣΟΝΕΤΟ 22 : ΕΝΩ ΖΟΥΣΕ Η
ΛΑΟΥΡΑ
Μονάχος καὶ σκεφτικὸς
μετρῶ τὰ πιὸ ἔρημα λιβάδια μὲ ἀργὰ βἠματα. Προσεχτικὰ κοιτάζω ποῦ ἀνθρώπινο
πόδι ἄφησε τ’ ἀχνάρια του γιὰ νὰ φύγω. Ἔτσι μόνο θὰ μποροῦσα νὰ κρυφτῶ ἀπὸ τοὺς
ἀνθρώπους. Γιατί στὸ ἐξωτερικό μου τὸ μελαγχολικό, διαβάζεται ἀμέσως ἡ φλόγα καὶ
καίει τὰ σωθικά μου. Τόσο ποὺ πιστεύω πιὰ πὼς τὰ βουνά, οἱ ἀχτές, τὰ ποτάμια καὶ
τὰ δάση ξέρουν ποιά εἶναι ἡ ζωή μου ποὺ στοὺς ἄλλους εἶναι ἄγνωστη. Μὰ μ’ ἢ αὐτὰ
δὲν ξέρω νὰ βρῶ τόσο ἀπάτητους κι ἄγριους δρόμους, ὥστε νὰ μὴ μὲ βρίσκει ὁ Ἔρωτας
γιὰ νὰ κουβεντιάζουμε μαζί.
Μετάφραση: Ἑπτανησία (=
Μαριέττα Γιαννοπούλου Μινώτου) .
Πηγή: Ἰόνιος Ἀνθολογία, Ἔτος
Αον, Ζάκυνθος, Ἀριθ. 1, Ἀπρίλιος 1927, σ. 23.
JORGE LUIS BORGES
ΙΛΑΡΙΩΝ ΑΣΚΑΣΟΥΒΙ
(1807-1875)
Ὑπῆρχε κάποτε εὐτυχία. Ὁ ἄνθρωπος
δεχόταν
τὸν ἔρωτα μὰ καὶ τὸν
πόλεμο κανονικῶς,
μὲ πλησμονὴ χαρᾶς. Ὁ
μέγας αἰσθηματικὸς
τῶν καθαρμάτων ὄχλος δὲν
σφετεριζόταν
τοῦ λαοῦ μας τὸ ὄνομα. Ἐκεῖνο
τὸ σημαδιακὸ
πρωινὸ ἐζοῦσε ὁ Ἀσκασούβι
καὶ μαχόταν ὄντας
ἀνάμεσα στοὺς γκάουτσος,
ποὺ τραγουδώντας
πολέμαγαν γιὰ κάποιον
πατριωτικὸ σκοπό.
Ἦταν πολλοὶ ἄντρες. Ἦταν ὁ
ἐκλεκτὸς τῆς μοίρας
ὡς ἀοιδός, καὶ στοῦ
χρόνου τὴ ροὴ ὡς Πρωτέας.
Πιστὸς στρατιώτης στὸ
Μοντεβιδέο ἕως κεραίας
ἐφάνη, καὶ στὴν
Καλιφόρνια ὡς χρυσοθήρας
ὑπῆρξε. Τότε τοῦ ’δινε ἡδονὴ
ἡ σπάθη.
Τώρα εἴμαστε στοῦ
σκοταδιοῦ τὸ κατακάθι.
1975
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
JORGE LUIS BORGES
ΣΤΟΝ ΚΑΡΟΛΟ ΙΒ΄
Ὦ Βίκινγκ τῶν στεπῶν,
Κάρολε γιώτα βήτα
τῆς Σουηδίας, ποὺ
διέσχισες τὸ μονοπάτι
ἀπ’ τὸν Βορρᾶ ὣς τὸν Νότο
τοῦ θεϊκοῦ προστάτη
Ὀντίν, προγόνου σου, ἡ
χαρὰ ἡ δική σου ἤτα-
νε τὰ ἔργα, οἱ κόποι ποὺ ὑποκινοῦν
τὴ μνήμη
τοῦ ἀνθρώπου στὸ
τραγούδι, στὴ θνητὴ τὴ μάχη,
στὴ φρίκη τῶν θραυσμάτων,
στὸ σκληρὸ νταμάχι,
στὸ ἀκράδαντο σπαθὶ καὶ
στοῦ αἵματος τὴ φήμη.
Ἐγνώριζες πὼς νικητὴς ἢ
νικημένος
εἶναι ὄψεις τῆς ἀδιάφοιρής
μας τύχης ἕως
ἐκεῖ, ὅπου μένει μία ἀρετή:
νά ’σαι γενναῖος·
κάτω ἀπ’ τὸ μάρμαρο ἐσαεὶ
εἶσαι ξεχασμένος.
Πιὸ μόνος κι ἀπ’ τὴν ἔρημο
καὶς ὅλως παγερός·
εἶν’ ἄφταστη ἡ ψυχή σου· ἐντούτοις
εἶσαι πιὰ νεκρός.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
CÉSAR CANTONI
23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
1951
Ήταν 6:45 μ.μ., όταν η μητέρα μου,
ξαπλωμένη σε ένα σιδερένιο κρεβάτι
στο Ισπανικό Νοσοκομείο της Λα Πλάτα,
γέννησε ένα ξανθό αγόρι
που εμφάνισε—το πρώτο σημάδι
της δυσφορίας του για τον κόσμο—
ένα ψυχαναγκαστικό τικ στην όψη.
Σήμερα το ίδιο αυτό αγόρι,
τόσο άβολο όσο και την ημέρα που γεννήθηκε,
σέρνει τούτες τις γραμμές με χέρια γέρου.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
JORGE
LUIS BORGES
ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΛΑΦΙΝΟΥΡ (1797-1824)
Τοῦ Λόκιου ὁ τόμος,
ὅλες οἱ βιβλιοθῆκες,
τὸ φῶς στῆς γλιστερῆς τῆς μεσαυλῆς τὸν τοῖχο,
τὸ χέρι ποὺ ἀργοσέρνει στὸ χαρτὶ τὸν στίχο:
Τὸ κρίνο τὸ χλομὸ στὶς δάφνες, στὶς ἐρεῖκες.
Τὸ σούρουπο, ὅταν ὀνειρεύομαι μεγάλη
τυχαία λιτανεία τῶν ἴσκιων μου, γυμνὰ τὰ
σπαθιὰ θωρῶ, καὶ διαλυμένα τὰ φουσάτα·
μαζί σου, Λαφινούρ, ἡ εἰκόνα γίνεται ἄλλη.
Σὲ βλέπω ἐδῶ νὰ συζητᾶς στὰ χάη τοῦ κενοῦ
μὲ τὸν πατέρα μου γιὰ τὴ φιλοσοφία,
κι ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἐσφαλμένη θεωρία
νὰ ἐπινοεῖτε γιὰ τὶς αἰώνιες μορφὲς τοῦ νοῦ.
Σὲ βλέπω νὰ διορθώνεις σχέδια σὲ ὅ,τι πέφτει
στὴν πίσω τὴν πλευρὰ τοῦ ἀβέβαιου καθρέφτη.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ
ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ
(στὰ πέριξ τοῦ Ἰσπαχάν)
Ἡ Καλλονὴ ἔχει ζώσει τὴ φωνή της
μὲ ἀηδόνια ἀπὸ τὶς ρεματιὲς τοῦ λόγου,
τὸν ἥλιο καὶ ὅσες λάμψεις ἀναλόγου
βεληνεκοῦς θὰ λύσει ὁ ὀνειροκρίτης
τῶν νοημάτων. Σὲ ὕδατα πιδάκων,
ποὺ συντονίστηκαν μὲς στὶς νεφέλες
τῶν καθαρμῶν, ξεχύνονται οἱ ἀγέλες
τῆς ἁρμονίας. Εἴτε ἑκὼν εἴτε ἄκων
στὸν κῆπο ὁ ποιητὴς τὸ ρόδο δρέπει
ποὺ ἑτοίμαζε ἐπὶ αἰῶνες τὸ ἄρωμά του
στὸ χῶμα τὸ βαθὺ μὲ τοῦ ἀθανάτου
ρυθμοῦ τὶς ὕλες. Τῆς χαρᾶς τὸ κρέπι
καινούργια σούρα ντύνει μὲ ἀναγνώσεις
τοῦ ἀρχαίου ρήματος καὶ ἐκμυστικεύσεις
πολυσημάντων στίχων. Μὲ ἐπιγεύσεις
φωτὸς ἀρτύνονται οἱ δεσμοὶ τῆς γνώσης.
JORGE LUIS
BORGES
ΡΑΦΑΕΛ ΚΑΝΣΙΝΟΣ-ΑΣΕΝΣ
Η εἰκόνα ἐκείνου τοῦ λαοῦ, τοῦ λιθοβολημένου,
κατάρατου καὶ ἀθάνατου, μονίμως σὲ ἀγωνία,
τὸν τράβαγε γερὰ σὲ κάθε μαύρη του ἀγρυπνία
μὲ κάποιο εἶδος τρόμου οἱονεὶ καθοσιωμένου.
Σὰν κεῖνον ποὺ κρασὶ πίνει βαθύ, εἶδε σὰν ποτό του
τοῦ Ψαλμωδοῦ τὸ ποίημα καὶ τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων.
Τότε,
αἰσθάνθηκε ὅτι τοῦ οἴνου ἡ γλύκα εἶναι δική του, ὁπότε
κι ἐκεῖνο τὸ βαρὺ τὸ πεπρωμένο εἶναι δικό του.
Τὸν κάλεσε ὁ Ἰσραήλ. Ἐνορατικά, ὄντας ἀπὸ κάτω,
τὸν ἄκουσε ὁ Κανσίνος, ὅπως ἄκουσε ὁ προφήτης
στὴ μυστικὴ κορφὴ φωνή, ποὺ ἡ μυστικὴ κορφή της
ἦταν ὁ Κύριος μέσ’ ἀπὸ τὴν καιομένη βάτο.
Ἡ μνήμη του εἴθε νὰ μὲ συνοδεύει ἐσαεί — μακάρι·
τὰ ὑπόλοιπα ὅλα ἡ δόξα θὰν τὰ πεῖ κομψά, μὲ χάρη.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
PABLO NERUDA
ΤΟ ΕΠΟΣ
Κι αν η θάλασσα η βαθιά
τα βάσανά της έπνιγε,
τις ελπίδες η στέρεη γη ψηλά
τις σήκωνε
και στο γιαλό ερίχνανε άγκυρα·
ήταν μπράτσα γερά,
γροθιές μαχητικές·
ο Φιντέλ Κάστρο με
δεκαπέντε δικούς του
και με την ελευθερία δίπλα
του επάτησε την άμμο.
Κι αν το νησί ήταν
σκοτεινό κι έμοιαζε με πένθος,
εκείνοι ύψωσαν το φως σαν
νά ’τανε μπαντιέρα,
κι όπλο δεν είχαν άλλο εξόν
απ’ την αυγή
που όμως εκοιμότανε ακόμα
κάτω από το χώμα·
άρχισαν τότε με απόλυτη
σιωπή την πάλη
παίρνοντας το δρόμο που
οδηγεί στ’ αστέρια.
Κατάκοποι και φλογεροί
προχώραγαν στον πόλεμο
για την τιμή και για το
χρέος,
με τελευταίο τους όπλο το
αίμα τους.
Προχώραγαν γυμνοί όπως είχαν
γεννηθεί.
Έτσι γεννήθηκε η
ελευθερία της Κούβας:
από μια χούφτα άντρες στου
γιαλού την άκρη.
Έπειτα των γυμνών η
αξιοπρέπεια
τους έντυσε με τα ρούχα
των βουνών,
τους τάισε με το άγνωρο ψωμί,
τους όπλισε με μυστικό
μπαρούτι·
μαζί τους ξύπνησαν κι
εκείνοι που εκοιμούνταν,
πετάχτηκαν οι προσβολές και
βγήκαν από τους τάφους,
οι μάνες ξεπροβόδησαν τους
γιούς τους,
ο αγρότης έκανε τους κόπους
του γνωστούς,
και η αλέκιαστη στρατιά
των πάμπτωχων ανθρώπων
μεγάλωνε συνέχεια και
συνέχεια κι έγινε πανσέληνος·
στη μάχη δεν εχάθηκαν στρατιώτες·
στην καταιγίδα αυγάτιζαν οι
καλαμιώνες·
παράτησε ο εχθρός τον
οπλισμό του,
τον πέταξε στους δρόμους
και στις στράτες·
οι δήμιοι έτρεμαν και
πέφτανε
εξαρθρωμένοι όλοι από την
άνοιξη
με μια ριπή που κάρφωνε
στο τέλος
τον θάνατο παράσημο στα
πουκάμισά τους,
ενώ το κίνημα των ελευθέρων
σαν άνεμος περνούσε απ’ τα χωράφια
και τ’ αυλάκια του νησιού
συγκλόνιζε
πηδώντας σαν πλανήτης επάνω
από τη θάλασσα.
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.
JORGE LUIS BORGES
Ο ΑΦΕΛΗΣ
Τὸ ροδοχάραμα (μᾶς λένε)
θαύματα ἐξυφαίνει
ποὺ καὶ τὴν τύχη νὰ
διαστρέψουν ἔχουνε τὴ χάρη·
ὑπάρχουν ἴχνη ἀνθρώπου ἐντυπωμένα
στὸ φεγγάρι,
κι ἐρήμους ἡ ἀυπνία χρόνια
καὶ ἀποστάσεις κατασταίνει.
Δημόσιοι ἐφιάλτες
στήνουνε στοὺς οὐρανοὺς καρτέρι —
τὴ μέρα σκοτεινιάζουν. Ὅλα
ἐδῶ στὴ γῆ εἶν’ καὶ κάτι
ἀλλιώτικο ἢ ἀντίθετο ἢ καὶ
τίποτα — μιὰ ὀφθαλμαπάτη.
Μὲ ἀναστατώνουν μόνο ἁπλὲς
ἐκπλήξεις σὰν μαχαίρι.
Μὲ ἐκπλήσσει πῶς μπορεῖ κάποιο
κλειδὶ ν’ ἀνοίγει θύρες·
μὲ ἐκπλήσσει ποὺ τὸ χέρι
μου εἶναι διακριτὸ καὶ πλῆρες·
μὲ ἐκπλήσσει ποὺ τὸ βέλος
τοῦ Ἐλεάτη (ἔχω ἐγὼ διαβάσει)
ποτέ του δὲν θ’ ἀξιωθεῖ
στὸν στόχο του νὰ φτάσει·
μὲ ἐκπλήσσει ποὺ ὄμορφη
μπορεῖ νὰ εἶναι μι’ ἀπαίσια σπάθη
καὶ ποὺ τὸ ρόδο ρόδου ἀρώματα
ἔχει καὶ ὡς ἀγκάθι.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.
JORGE LUIS
BORGES
Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ
Στα βάθη του ύπνου τρέχουν τα ὄνειρα, κι ἐκεῖ
φλοισβίζουν.
Τίς νύχτες θέλω νὰ χαθῶ στὰ σκοτεινὰ νερὰ
ποὺ ἀπὸ τὴ μέρα μὲ ξεπλένουν. Ὄντας καθαρὰ
νερὰ τὸ Τίποτα τὸ πρὶν τὸ τέλος μᾶς χαρίζουν,
μὰ κάτω τους τὸ αἰσχρὸ τὸ θαῦμα πάλλεται — στὰ ἐρέβη.
Καθρέφτης ἴσως νά ’ναι μὲ τὴν ὄψη διακριτή,
ἡ φυλακὴ ἴσως νά ’ν’ ποὺ ἀπὸ λαβύρινθο ἔχει βγεῖ
καὶ κῆπος ἴσως νά ’ναι. Τοῦ ἐφιάλτη εἶναι σκεύη.
Ἡ φρίκη του δὲν εἶναι αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀνωνυμία βαθιὰ
ἀπ’ τοῦ ὁμιχλώδους χθὲς τὸ μύθευμα μὲ προλαβαίνει·
στὸν ἀμφιβληστροειδὴ ἡ ἀπαίσια εἰκόνα παραμένει,
τὴν ἀγρυπνία μολύνει, ὅπως ἐμόλυνε καὶ τὴ σκιά.
Γιατί ἀπὸ μέσα μου ἄσχετο ἕνα ρόδο ξεφυτρώνει,
τὸ σῶμα μου ὅταν ξαλαφρώνει καὶ ἡ ψυχὴ εἶναι μόνη;
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.