Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

ΠΟΥΛΙΑ ΔΙΑΒΑΤΑΡΙΚΑ

 


ATTILIO BERTOLUCCI

 

ΠΟΥΛΙΑ ΔΙΑΒΑΤΑΡΙΚΑ

 

Γρήγορα περνούν οι όμορφες μέρες,

κι έρχεται το φθινόπωρο.

 

Θα την θυμάσαι άραγε τούτη τη γλυκύτητα

που φλομώνει του μεσημεριανού αέρα την αύρα

έτσι όπως χαϊδεύει την τελευταία στάλα του ιδρώτα στην όψη σου –

θα την θυμάσαι τάχα σε ό,τι απομένει από τούτη τη χρονιά

και από την παρατεινόμενη γαλήνια αγωνία της;

 

Ω, να φεύγεις μακριά, όταν στο αιώνιο ροδόχρωμα

της επερχόμενης εσπέρας

φεύγουν και τα διαβατάρικα πουλιά

κουβαλώντας στα φτερά τους τα ιριδίζοντα

το ύστατο φως της μέρας –

ω, εσύ να φεύγεις για χώρες μακρινές

 

όπου τα γαλήνια παράθυρα σφαλίζονται

στ’ ουρανού τα συντρίμμια επάνω.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

ΜΠΟΡΧΕΣ


 

JORGE LUIS BORGES

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

στὴν ποιητικὴ συλλογὴ «Θἄτερον, Ταὐτόν» («El Otro, el Mismo»)

 

Ἀπὸ τὰ πολλὰ ποιητικὰ βιβλία, ποὺ γράφτηκαν ἐντελῶς πρόχειρα λόγῳ τῆς παραίτησής μου, τῆς ἀμέλειάς μου καὶ μερικὲς φορὲς τοῦ πάθους μου, τὸ Θἄτερον, Ταὐτὸν εἶναι αὐτὸ ποὺ προτιμῶ. Ἐκεῖ ὑπάρχουν τὸ «Ἄλλο ποίημα τῶν δώρων», τὸ «Ποίημα εἰκοτολογικό», τὸ «Ρόδο τοῦ Μίλτωνος» καὶ τὸ «Χουνίν», τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν μὲ ξεγελάει ἡ προκατάληψή μου, δὲν μὲ προσβάλλουν. Ἐκεῖ ὑπάρχουν καὶ οἱ συνήθειές μου: τὸ Μπουένος Ἄιρες, ὁ σεβασμὸς στοὺς προγόνους, οἱ γερμανικὲς σπουδές, ἡ ἀντίφαση τοῦ χρόνου ποὺ περνάει καὶ τῆς ταυτότητας ποὺ ἐπιμένει, ἡ ἔκπληξή μου ποὺ ὁ χρόνος, ἡ ἴδια μας ἡ οὐσία, μπορεῖ νὰ μοιράζεται μὲ ἄλλους.

Τὸ ἐν λόγῳ βιβλίο δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπὸ μιὰ ποιητικὴ συλλογή. Τὰ κομμάτια του γράφτηκαν μὲ διαφορετικὲς moods (διαθέσεις) καὶ σὲ διαφορετικὲς στιγμές, καὶ πάντως ὄχι γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἔκδοση ἑνὸς τόμου. Ἐξ οὗ καὶ ἡ προβλέψιμη μονοτονία, ἡ ἐπανάληψη λέξεων καὶ ἴσως καὶ ὁλόκληρων στίχων. Στὸν στενὸ λογοτεχνικό του κύκλο τῆς ὁδοῦ Βικτώρια, ὁ συγγραφέας —ἂς τὸν ὀνομάσουμε ἔτσι— Ἀλβέρτο Ἰδάλγο παρατήρησε τὴ συνήθειά μου νὰ γράφω τὴν ἴδια σελίδα δύο φορές, μὲ ἐλάχιστες παραλλαγές. Λυπᾶμαι ποὺ τοῦ ἀπάντησα ὅτι κι ἐκεῖνος δὲ ἦταν λιγότερο δυαδικός, ἐξαιρουμένου τοῦ ὅτι στὴ δική του περίπτωση ἡ πρώτη ἐκδοχὴ ἦταν κάποιου ἄλλου. Τέτοιοι ἦταν οἱ ἀξιοθρήνητοι τρόποι ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, τοὺς ὁποίους πολλοὶ ἀναπολοῦν μὲ ἔντονη νοσταλγικὴ διάθεση. Ὅλοι μας θέλαμε νὰ εἴμαστε ἥρωες ἀσήμαντων ἀνεκδότων. Ἡ παρατήρηση τοῦ Ἰδάλγο ἦταν σωστή. Τὸ «Ἀλέξανδρος Σέλκιρκ» δὲν διαφέρει αἰσθητά ἀπὸ τὴν «Ὀδύσσεια, ραψωδία εἰκοστὴ τρίτη». Τὸ «Μαχαίρι» προαναγγέλλει τὴ μιλόνγκα ποὺ ἔχω τιτλοφορήσει «Ἕνα στιλέτο στὰ Βόρεια Προάστια» καὶ ἴσως τὴν ἱστορία «Τὸ ἀντάμωμα». Τὸ περίεργο, αὐτό ποὺ δὲν καταλαβαίνω ἀκριβῶς, εἶναι ὅτι οἱ ἑκάστοτε δεύτερες ἐκδοχές μου, σὰν πνιγμένες καὶ ἀκούσιες ἀντηχήσεις, εἶναι συνήθως κατώτερες τῶν πρώτων. Στὸ Λοῦμποκ τοῦ Τέξας, στοῦ διαόλου τὴ μάνα, μιὰ ψηλὴ νεαρὴ γυναίκα μὲ ρώτησε μήπως ἂν, γράφοντας τὸ «Γκόλεμ», εἶχα ἁπλῶς ἐπιχειρήσει νὰ κάνω μιὰ παραλλαγὴ τῶν «Κυκλικῶν Ἐρειπίων». Τῆς ἀπάντησα ὅτι ἔπρεπε νὰ διασχίσω ὁλόκληρη τὴν ἤπειρο γιὰ νὰ προσλάβω καὶ νὰ αἰσθανθῶ αὐτὴ τὴν ἀποκάλυψη, πράγμα ποὺ ἦταν ἀλήθεια. Ἀμφότερες οἱ συνθέσεις, ἄλλωστε, ἔχουν τὶς διαφορές τους. Στὸ σύντομο πεζὸ κείμενο γίνεται λόγος γιὰ τὸν ὀνειρευτὴ ποὺ ὀνειρεύεται, ἐνῶ τὸ μεταγενέστερο ποίημα πραγματεύεται τὴ σχέση Θεοῦ καὶ Ἀνθρώπου, ἴσως δὲ καὶ τὴ σχέση τοῦ ποιητῆ μὲ τὸ ἔργο του.

Οἱ ἀνθρώπειες γλῶσσες εἶναι παραδόσεις ποὺ συνεπάγονται κάτι μοιραῖο. Τὰ ἀτομικὰ πειράματα εἶναι στὴν πραγματικότητα ἐλάχιστα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν περίπτωση ἐκείνη ποὺ ὁ καινοτόμος ἐπινοητὴς παραιτεῖται ἀπὸ τὴ δημιουργία ἑνὸς μουσειακοῦ δείγματος, ἑνὸς ἔργου ποὺ προορίζεται γιὰ συζήτηση ἀπὸ τοὺς ἱστορικοὺς τῆς λογοτεχνίας ἢ γιὰ ἁπλὸ σκάνδαλο, ὅπως τὸ Finnegans Wake τοῦ Τζαίημς Τζόυς ἢ οἱ Soledades τοῦ Γκόνγκορα. Κάποτε μπῆκα στὸν πειρασμὸ νὰ μεταφράσω στὰ ἰσπανικὰ τὴ μουσικὴ τῆς ἀγγλικῆς καὶ τῆς γερμανικῆς γλώσσας. Ἂν εἶχε τελεσφορήσει αὐτὴ ἡ περιπέτεια, κάτι ἴσως παντελῶς ἀδύνατο, θὰ ἤμουν ἕνας μεγάλος ποιητής, σὰν ἐκεῖνον τὸν Γαρθιλάσο δὲ λὰ Βέγα ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴ μουσικὴ τῆς Ἰταλίας, ἢ σὰν ἐκεῖνον τὸν ἀνώνυμο Σεβιλιάνο ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴ μουσικὴ τῆς Ρώμης, ἢ σὰν τὸν Ρουβὲν Δαρίο, ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴ μουσικὴ τῆς Γαλλίας. Ποτέ μου δὲν κατάφερα νὰ πάω παραπέρα ἀπὸ κάτι σχέδια ὑφασμένα μὲ λίγες ὀλιγοσύλλαβες λέξεις, τὰ ὁποῖα, συνετῶς ποιῶν, φρόντισα νὰ τὰ καταστρέψω.

Περίεργη εἶναι τοῦ συγγραφέα ἡ μοίρα. Στὴν ἀρχὴ εἶναι μπαρόκ, ματαιόδοξα μπαρόκ, καὶ μετὰ ἀπὂ χρόνια μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει, ἂν τύχει νὰ εὐθυγραμμισθοῦν οἱ πλανῆτες, τὴν ἁπλότητα, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μέτρια καὶ μυστικὴ πολυπλοκότητα.

Πολὺ λιγότερο ἀπὸ τὰ σχολεῖα, μὲ ἐκπαίδευσε μιὰ βιβλιοθήκη — αὐτὴ τοῦ πατέρα μου. Παρά τὶς ἀντιξοότητες τοῦ χρόνου καὶ τῆς γεωγραφίας, τρέφω τὴν πεποίθηση ὅτι ἐκείνους τοὺς ἀγαπημένους τόμους δεν τοὺς ἐδιάβασα ματαίως. Στὸ «Ποίημα εἰκοτολογικὸ» ἡ ἐπιρροὴ τῶν δραματικῶν μονολόγων τοῦ Ρόμπερτ Μπράουνινγκ θὰ καταστεῖ ἀμέσως ἐμφανής· ὅπως σὲ ἄλλα ποιήματα θὰ φανεῖ ἡ ἐπίδραση τοῦ Λουγόνες καί, ἐλπίζω, τοῦ Οὐίτμαν. Ξαναγυρνώντας τοῦτες ἐδῶ τώρα τὶς σελίδες ἔνιωσα πιὸ κοντὰ στὸν Μοντερνισμὸ παρὰ στὶς μεταγενέστερες αἱρέσεις ποὺ ὁ ἴδιος μὲ τὴ διαφθορά του δημιούργησε καὶ ποὺ τώρα τὸν ἀρνοῦνται.

Ὁ Πέιτερ ἔραψε ὅτι ὅλες οἱ τέχνες τείνουν στὴ μουσική, ἴσως ἐπειδὴ σὲ αὐτὴν τὸ βαθὺ περιεχόμενο εἶναι ἀκριβῶς ἡ μορφή, ἀφοῦ δὲν μποροῦμε νὰ περιγράψουμε μιὰ μελωδία ὅπως μποροῦμε νὰ περιγράψουμε τὸ γενικὸ πλαίσιο μιᾶς ἱστορίας. Ἡ ποίηση, ἂν δεχθοῦμε αὐτή τὴν ἐκτίμηση, θὰ ἦταν τέχνη ὑβριδική: ἡ ὑποταγή ἑνὸς ἀφηρημένου συστήματος συμβόλων, δηλαδὴ τῆς γλώσσας, σὲ τέλη μουσικά. Γι’ αὐτὴ τὴ παρανόηση, γι’ αὐτὴ τὴν πλάνη φταῖνε τὰ λεξικά. Συνήθως λησμονοῦμε ὅτι δὲν πρόκειται παρὰ γιὰ τεχνητὰ ἀποθετήρια, πολύ μεταγενέστερα ἀπὸ τὶς γλῶσσες ποὺ ὀργανώνουν. Ἡ ρίζα τῆς γλώσσας εἶναι παράλογη καὶ ἔχει χαρακτήρα μαγικό. Ὁ Δανὸς ποὺ πρόφερε τὸ ὄνομα Thor (Θώρ) ἢ ὁ Σάξονας ποὺ πρόφερε τὸ ὄνομα Thunor (Θούνωρ) δὲν ἤξεραν ἂν αὐτὲς οἱ λέξεις σήμαιναν τὸν θεὸ τῆς βροντῆς ἢ τὸν βρυχηθμὸ ποὺ ἕπεται τῆς ἀστραπῆς. Ἡ ποίηση ἐπιδιώκει νὰ ἐπιστρέψει σὲ αὐτὴ τὴν ἀρχαία μαγεία. Χωρὶς προκαθορισμένους νόμους, λειτουργεῖ μὲ διστακτικὸ καὶ τολμηρὸ τρόπο, σὰν νὰ περπατάει στὸ σκοτάδι. Ἡ ποίηση εἶναι μιὰ μυστηριώδης παρτίδα σκάκι, στὴν ὁποία ἡ σκακιέρα καὶ τὰ πιόνια ἀλλάζουν σὰν σὲ ὄνειρο, ἐπάνω στὸ ὁποῖο θὰ ὑποκλιθῶ βαθιά, ἀφοῦ πεθάνω.

  

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ

 


ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (336b1-338a3)

 

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ

 

Κατ’ ἐπανάληψη, ὅση ὥρα συζητούσαμε, πεταγότανε ὁ Θρασύμαχος νὰ πάρει τὸν λόγο, μὰ τὸν ἐμπόδιζαν οἱ διπλανοί του ποὺ ἤθελαν ν’ ἀκούσουν τὰ λόγια τὰ δικά μας ὣς τὸ τέλος. Ὅταν τελειώσαμε τὴν ἐπιχειρηματολογία καὶ ἔχοντας ἐγὼ πεῖ ὅ,τι εἶπα, ἐκεῖ ποὺ κάναμε ἕνα διάλειμμα, αὐτὸς ὄχι μόνο δὲν ἠρέμησε, ἀλλά, ἔχοντας πρῶτα συμμαζέψει τὶς θηριώδεις δυνάμεις του, τινάχτηκε κατὰ πάνω μας κοντεύοντας νὰ μᾶς κατασπαράξει.

Ἀπ’ τὴν τρομάρα μας κι ἐγὼ κι ὁ Πολέμαρχος, τί νὰ λέμε, ἐπτοηθήκαμε… τὰ χρειαστήκαμε κανονικά. Αὐτὸς πάλι, ὄντας ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους, ἄρχισε νὰ φωνάζει: «Τόση ὥρα, καλά, δὲ βαρεθήκατε, ρὲ Σωκράτη, νὰ φλυαρεῖτε καὶ νὰ μὴν λέτε νὰ τελειώσ’τε;! Καὶ πόσο ἀνόητοι γινόσαστε μ’ αὐτὲς τὶς ὅλο εὐγένεια μεταξύ σας παραχωρήσεις καὶ ὑποχωρήσεις! — τί τὶς θέλετε, δηλαδή; Τοῦτο θὰ σοῦ πῶ μόνο: ἂν πράγματι θὲς νὰ μάθεις τί εἶναι τὸ δίκαιο, μὴν κάνεις ἐρωτήσεις καὶ ξανὰ-μανὰ ἐρωτήσεις καὶ μὴν καταφεύγεις συνέχεια στὸν ἔλεγχο τῶν ἀπαντήσεων, ποὺ σοῦ δίνονται. Ἐπειδὴ πολὺ καλὰ τὸ ξέρεις ὅτι εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ ρωτᾶς  παρὰ ν’ ἀπαντᾶς, γι’ αὐτὸ σοῦ λέω κι ἐγὼ νὰ μᾶς δώσεις ἐσὺ τὴν ἀπάντησή σου στὸ ἐρώτημα τί εἶναι τὸ δίκαιο. Μὰ μὴν ἀρχίσεις νὰ μοῦ λὲς ὅτι εἶναι τὸ δέον, οὔτε ὅτι εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι ὠφέλιμο ἢ τὸ ἀποτελεσματικὸ ἢ τὸ ἐπικερδὲς ἢ τὸ συμφέρον — ὄχι τέτοια! Σοῦ ζητῶ νὰ μοῦ πεῖς μὲ σαφήνεια καὶ ἀκρίβεια ὅ,τι ἔχεις νὰ μοῦ πεῖς· καὶ ξέρε ὅτι τὶς γνωστὲς σου καὶ γεμάτες σάλια παρλαπίπες ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ τὶς δεχτῶ».

Ἐγώ, λοιπόν, ἐκεῖ ποὺ τὸν ἄκουγα, τά ’χασα, κι ὅσο τὸν κοίταζα στὰ μάτια, ὅλο καὶ μεγάλωνε ὁ φόβος μου. Ἔχω —νὰ σᾶς πῶ, μάλιστα— τὴ γνώμη ὅτι, ἂν δὲν εἶχα προλάβει νὰ τὸν δῶ πρῶτος ἐγώ, προτοῦ δηλαδὴ μὲ δεῖ ἐκεῖνος, θὰ μοῦ ’χε σίγουρα κοπεῖ ἡ μιλιά. Μὲ τὸ ποὺ ἄρχισε νὰ ἀγριεύει ἀπὸ τὰ διαμειβόμενα στὴ συζήτηση, ἔτυχε νὰ ρίξω πρῶτος ἐγὼ τὸ βλέμμα μου σὲ αὐτὸν κι ἔτσι κατάφερα νὰ τοῦ ἀπαντήσω καὶ νὰ τοῦ πῶ σχεδὸν τρέμοντας: «Μὴ μᾶς ξεσυνερίζεσαι, Θρασύμαχε, καὶ μὴν ὀργίζεσαι! Ἂν κατὰ τὸν ἔλεγχο τοῦ πράγματος κάναμε κάποιο λάθος, θέλω νὰ ξέρεις ὅτι δὲν τὸ κάναμε ἐπίτηδες. Καὶ σκέψου αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ πῶ: ἂν τυχὸν ψάχναμε νὰ βροῦμε χρυσάφι, ξέρεις ὅτι ποτὲ δὲν θὰ κάναμε παραχωρήσεις καὶ ὑποχωρήσεις ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, καὶ μάλιστα μὲ τὴ θέλησή μας ἔτσι, ὥστε νὰ παρακωλύουμε καὶ νὰ ματαιώνουμε τὴν πρόοδο τῆς εὕρεσής του· καὶ τώρα ποὺ ψάχνουμε νὰ βροῦμε τί εἶναι ἡ δικαιοσύνη, πράγμα πολὺ πιὸ πολύτιμο κι ἀπ’ ὅλα μαζὶ τὰ χρυσάφια, ἔλα, καλέ μου Θρασύμαχε, τί φαντάζεσαι δηλαδή;: ὅτι εἴμαστε τόσο ἀνόητοι νὰ πλακωθοῦμε στὶς ἀμοιβαῖες ὑποχωρήσεις καὶ νὰ μὴ νοιαζόμαστε, καὶ δὴ μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις, γιὰ τὸ πῶς θὰ ἐξακριβώσουμε τὸ τί εἶναι ἡ δικαιοσύνη;… πῶς θὰ βροῦμε ποιά εἶναι ἡ οὐσία της; Θέλω νὰ μὲ πιστέψεις ὅτι τὸ ψάχνουμε, τὸ προσπαθοῦμε. Μὰ γνώμη μου εἶναι ὅτι δὲν καταφέρνουμε καὶ σπουδαῖα πράγματα. Γι’ αὐτὸ λέω ὅτι μᾶλλον νὰ μᾶς συμπονᾶτε πρέπει ὅλοι ἐσεῖς οἱ δυνατοὶ στὴ σκέψη παρὰ νὰ ὀργίζεστε μαζί μας».

Αὐτὸς τότε, σὰν ἄκουσε τὰ λόγια μου, ἐκάγχασε μὲ τὸ πιὸ σαρδόνιο γέλιο καὶ εἶπε: «Νά ’τηνε κι ἐδῶ πάλι, μὰ τὸν Ἡρακλῆ, ἡ συνηθισμένη εἰρωνεία τοῦ Σωκράτη: Ἀμ’ τὰ ξέρω ἐγὼ καλὰ τὰ χούγια σου, καὶ τοὺς τό ’χα πεῖ ὅτι δὲν θὰ θελήσεις νὰ δώσεις ἀπαντήσεις, ὅτι θὰ εἰρωνεύεσαι βεβαίως καὶ ὅτι θὰ κάνεις ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ ἀπαντᾶς στὶς ἐρωτήσεις ποὺ θὰ σοῦ κάνουνε».

«Σοφὸς ἄνθρωπος εἶσαι, Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα τότε ἐγώ, «γι’ αὐτὸ καὶ ἤξερες πώς, ἂν ρωτοῦσες κάποιον πόσο εἶναι τὸ δώδεκα, καὶ μὲ τὸ ποὺ τοῦ ’κανες τὴν ἐρώτηση, τοῦ ἔλεγες καπάκι “Κοίτα, ἄνθρωπέ μου, μὴ μοῦ πεῖς ὅτι τὸ δώδεκα εἶναι δύο φορὲς τὸ ἕξι ἢ τρεῖς φορὲς τὸ τέσσερα ἢ ἕξι φορὲς τὸ δύο ἢ τέσσερις φορὲς τὸ τρία, διότι ἐγὼ τέτοιες φλυαρίες δὲν θὰ τὶς δεχτῶ”, νομίζω ὅτι τὸ καταλαβαίνεις: κανένας δὲν θ’ ἀπαντοῦσε, ἂν τὸν ρωτοῦσαν ἔτσι, μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ἀλλά, ἂν σοῦ ἔλεγε “Τί ἀκριβῶς ἐννοεῖς, Θρασύμαχε, καὶ πῶς; Νὰ μὴν ἔχω ὡς ἀπάντηση τίποτα ἀπ’ ὅσα ἤδη ἀνέφερες; Καὶ πῶς θὰ γίνει αὐτό, ὑπέροχε ἄνθρωπε; Δηλαδὴ νὰ πῶ ἐγὼ κάτι ἄλλο, ἀκόμα κι ἂν κάποια ἀπὸ ὅσα ἀπέκλεισες εἶναι σωστά; Πές μου τί ἐννοεῖς!”… Ἄν, λοιπόν, σοῦ ’λεγε κάποιος αὐτά, ἐσὺ τί θὰ τοῦ ἀποκρινόσουν;»

«Ὤ, ναί;» μοῦ εἶπε· «αὐτὰ τὰ δύο εἶναι, δηλαδὴ, γιὰ σένα ὅμοια…»

«Τίποτα δὲν τὰ ἐμποδίζει νὰ εἶναι», τοῦ εἶπα· «ἀλλά, ἀκόμα καὶ ἂν δὲν εἶναι ὅμοια, πλὴν ὅμως φαίνονται ὅμοια σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἐρωτήθηκε, ἔχεις τώρα ἐσὺ τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν θὰ ἀπαντήσει ὅ,τι αὐτὸς νομίζει ὅτι εἶναι σωστό εἴτε τοῦ τὸ ἀπαγορεύσουμε ἐμεῖς εἴτε ὄχι;»

«Μήπως μοῦ ἑτοιμάζεσαι κι ἐλόγου σου», μοῦ εἶπε, «νὰ κάνεις τὸ ἴδιο καὶ νὰ δώσεις γι’ ἀπάντησή σου κάτι ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἐγὼ ἀπέκλεισα;»

«Δὲν θὰ παραξενευόμουν πάντως», τοῦ εἶπα, «ἄν, ἀφοῦ πρῶτα τὸ σκεπτόμουν, μοῦ φαινόταν ὕστερα ὅτι εἶναι σωστό».

«Γιά πές μου, λοιπόν», μοῦ εἶπε, «ἂν ἐγὼ σοῦ δώσω γιὰ τὴ δικαιοσύνη ἀπάντηση διαφορετικὴ καὶ καλύτερη ἀπ’ ὅλες αὐτές, ἐσένα μετὰ τί θὰ σοῦ ἄξιζε νὰ πάθεις;»

«Μὰ τί ἄλλο», τοῦ εἶπα, «ἀπὸ ὅ,τι ταιριάζει στὸν ἄνθρωπο τὸν ἀμαθή; Καὶ στὸν ἀμαθὴ ταιριάζει νὰ μάθει ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ξέρει τὰ πράγματα καλά. Γνώμη μου, λοιπόν, εἶναι ὅτι μοῦ ἀξίζει αὐτὸ νὰ πάθω».

«Σκέτη γλύκα εἶσαι», μοῦ εἶπε. «Ναί, ἀλλὰ γιὰ νὰ μάθεις, πρέπει καὶ νὰ τὰ σκάσεις. Ἀκούμπα μου, λοιπόν, τὰ ὄβολα!»

«Εὐχαρίστως νὰ τὸ κάνω», τοῦ εἶπα, «ἀλλὰ ὅταν θὰ τά ’χω νὰ τ’ ἀκουμπήσω».

«Τὸ χρῆμα ὑπάρχει», εἶπε ὁ Γλαύκων. «Λέγε, λοιπόν, ἐσὺ Θρασύμαχε, καὶ θὰ πληρωθεῖς. Γιὰ τὸν Σωκράτη θὰ συμβάλουμε ὅλοι».

«Καθόλου δὲν ἀμφιβάλλω γι’ αὐτό», εἶπε ὁ Θρασύμαχος. «Γιὰ νὰ ἔχουμε ἔπειτα τὸν Σωκράτη νὰ κάνει αὐτὰ ποὺ συνηθίζει: ὁ ἴδιος νὰ μὴν ἀπαντᾶ, ἀλλὰ νὰ πιάνεται ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις τοῦ ἄλλου καὶ νὰ τὶς ἐλέγχει ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ κι ἀπὸ παντοῦ».

«Μὰ πῶς, καλέ μου ἐσὺ ἄνθρωπε, πῶς…», τοῦ εἶπα, «πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἀπαντάει κάποιος πού, κατὰ πρῶτον, δὲν γνωρίζει οὔτε ἰσχυρίζεται ὅτι γνωρίζει τίποτα καὶ πού, κατὰ δεύτερον, ἀκόμα κι ὅταν ἔχει μιὰ κάποια γνώμη σχετικὰ μὲ κάτι, τοῦ εἶναι ἀπαγορευμένο, καὶ μάλιστα ὄχι ἀπὸ τὸν πιὸ ἀσήμαντο ἄνθρωπο τοῦ κόσμου, νὰ τὴν ἐκφέρει τὴ γνώμη του αὐτή. Ὁπότε τὸ πλέον εὔλογο εἶναι νὰ μιλήσεις ἐσύ. Ἐξάλλου ἐσὺ λὲς ὅτι ξέρεις καὶ ὅτι μπορεῖς νὰ ἀπαντήσεις. Ἔλα, λοιπόν, σὲ προσκαλῶ καὶ σὲ παρακαλῶ, ἀπάντησε! Μὴ στερήσεις τὸν Γλαύκωνα ἀπὸ δῶ καὶ ὅλους τοὺς παρευρισκόμενους ἀπὸ τὴ διδασκαλία σου… μετάδωσέ τους τὶς γνώσεις σου!»

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ




ΠΟΙΗΜΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΝΕΑ "ΤΥΡΒΗ", τχ. 26,

με αφιέρωμα στον "χαρτώο πολιτισμό".
Ευχαριστίες στα Γρεβενά.

ΣΚΕΡΤΣΟ

 


ATTILIO BERTOLUCCI

 

ΣΚΕΡΤΣΟ

 

Άγγελοι σταματημένοι στον αέρα

Με τις βαριές πνοές τους συννεφιάζουν

Τ’ άρρωστα κι ασημοκαπνισμένα ουράνια

 

Παχύσαρκοι σαν βαρέλια

Ασάλευτοι σαν μάρμαρο

Γλυκύτατοι σαν τα ποιήματά μου

 

Πέφτει μια υπνηλία σαν βροχή με κρίνους

Απ’ τις ταπεινωμένες βλεφαρίδες

Στις σώες και αβλαβείς καρδιές επάνω

 

Έναν παντέρημο ύμνο τραγουδάει

Η μικρή αναιμική σελήνη

Που την τρώει όλο τον μήνα το μαράζι

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ



PIER PAOLO PASOLINI

 

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

 

Ο άνθρωπος τείνει να αποκοιμιέται μέσα στην κανονικότητά του, ξεχνά να συλλογίζεται, χάνει τη συνήθεια να κρίνει τον εαυτό του και αγνοεί πια τον τρόπο να αναρωτιέται ποιος είναι. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να δημιουργηθεί με τρόπο τεχνητό μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης: την κατάσταση αυτή τη δημιουργούν οι ποιητές. Οι ποιητές, αυτοί οι αιθωνίως αγανακτισμένοι, αυτοί οι πρωταθλητές της διανοητικής οργής, της φιλοσοφικής μανίας.»

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

​

Πηγή: Pier Paolo Pasolini, «La rabbia», στην επιθεώρηση rivista «Vie nuove», τχ. 38, 20 Σεπτεμβρίου 1962.


Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

ΣΤΟΝ ΛΕΟΠΟΛΔΟ ΛΟΥΓΟΝΕΣ

 



JORGE LUIS BORGES

 

ΣΤΟΝ ΛΕΟΠΟΛΔΟ ΛΟΥΓΟΝΕΣ

 

Οἱ ἦχοι τῆς πλατείας σβήνουν, καθὼς μπαίνω στὴ Βιβλιοθήκη. Τρόπον τινὰ νιώθω μὲ τὸ σῶμα μου φυσιολογικὴ τὴν ἕλξη τῶν βιβλίων, τὴ γαλήνια ἀτμόσφαιρα τῆς τάξης, τὸν χρόνο ἀνατετμημένο καὶ μαγικὰ διατηρημένο. Ἀριστερὰ καὶ δεξιά, ἀπορροφημένα στὴ διαυγὴ ὀνειροπόλησή τους, τὰ φευγαλέα πρόσωπα τῶν ἀναγνωστῶν ἐμφανίζονται καὶ ξεχωρίζουν στὸ φῶς τῶν πορτατὶφ τοῦ ἀναγνωστηρίου, ὅπως στὴν ὑπαλλαγὴ τοῦ Μίλτωνος. Θυμᾶμαι ὅτι εἶχα ἤδη θυμηθεῖ αὐτὴ τὴ φιγούρα σὲ αὐτὸ τὸ μέρος, καὶ ἔπειτα αὐτὸ τὸ ἄλλο ἐπίθετο ὄνομα, ποὺ ὁρίζεται ἐπίσης ἀπὸ τὸ περίγραμμά της, τὴν ἄνυδρη καμήλα του Σεληνιάδας σας, καὶ ὕστερα αὐτὸ τὸ ἑξάμετρο ἀπὸ τὴν Αἰνειάδα, τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖ καὶ ξεπερνά τὴν ἴδια τεχνητὴ ἐπινόηση:

 

Ibant obscuri sola sub nocte per umbram.

 

Αὐτὲς οἱ σκέψεις μὲ ἀφήνουν στὴν πόρτα τοῦ γραφείου του. Μπαίνω· ἀνταλλάσσουμε μερικὰ συμβατικὰ καὶ ἐγκάρδια λόγια, καὶ τοῦ δίνω τὸ βιβλίο μου Ὁ Δημιουργός. Ἂν δὲν κάνω λάθος, δὲν μὲ ἀντιπαθούσατε, Λουγόνες, καὶ θὰ σᾶς ἄρεσε νὰ σᾶς ἀρέσει κάποιο ἀπὸ τὰ ἔργα μου. Αὐτὸ οὐδέποτε συνέβη στὸ παρελθόν, τὴ φορὰ αὐτὴ ὅμως γυρίζετε τὶς σελίδες καὶ διαβάζετε ἕναν στίχο μὲ τόνο ἐπιδοκιμαστικό, ἴσως ἐπειδή ἔχετε ἀναγνωρίσει τὴ δική σας φωνὴ σὲ αὐτόν, ἴσως καὶ ἐπειδή γιὰ ἐσᾶς ἡ ἐλλειματικὴ καὶ ἐσφαλμένη πρακτικὴ ἔχει λιγότερη σημασία ἀπό τὴν ὑγιή, τὴν ὀρθὴ θεωρία.

Στὸ σημεῖο αὐτό τὸ ὄνειρό μου διαλύεται, σὰν νερὸ μέσα σὲ νερό. Ἡ ἀπέραντη βιβλιοθήκη, ποὺ μὲ περιβάλλει, βρίσκεται στὴν ὁδὸ Μεξικοῦ, ὄχι στὴν ὁδὸ Ροδρίγες Πένια, καὶ ἐσεῖς, Λουγόνες, αὐτοκτονήσατε στὶς ἀρχὲς τοῦ 1938. Ἡ ματαιοδοξία μου καὶ ἡ νοσταλγία μου ἔχουν ἐκπονήσει καὶ στήσει μιὰν ἀδύνατη νὰ ἔχει συμβεῖ σκηνή. Ἔτσι θὰ γίνει (λέω στὸν ἑαυτό μου), ἀλλὰ αὔριο θὰ εἶμαι κι ἐγὼ νεκρός, και οἱ καιροί μας θ’ ἀνακατευτοῦνε μὲς στὴ θολούρα τους, καὶ ἡ χρονολογία θὰ χαθεῖ σ’ ἕναν κόσμο συμβόλων, καὶ μὲ κάποιον τρόπο θὰ εἶναι δίκαιο νὰ ποῦμε ἐπιβεβαιωτικὰ ὅτι ἐγὼ σᾶς ἔφερα αὐτὸ τὸ βιβλίο καὶ ὅτι ἐσεῖς τὸ δεχθήκατε.

 

Χ. Λ. ΜΠ.

Μπουένος Ἄιρες, 9 Αὐγούστου 1960

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Η ΧΡΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΧΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

 


ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (332c1-333d10)

 

Η ΧΡΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΧΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

 

Τοῦ λέω τότε ἐγώ: «Ὁ Σιμωνίδης προέβη —ἔτσι μοιάζει—σ’ ἕναν ποιητικὸ ὑπαινιγμὸ σχετικὰ μὲ τὸ τί εἶναι δίκαιο. Θεωροῦσε, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, ὅτι δίκαιο εἶναι νὰ ἀποδίδεις στὸν καθένα ὅ,τι τοῦ πρέπει — καὶ αὐτὸ τὸ ὀνόμασε ὀφειλόμενο».

«Ἐσένα ποιά εἶναι ἡ γνώμη σου;» μὲ ρώτησε.

«Νὰ σοῦ πῶ, μὰ τὸν Δία», τοῦ ἀπάντησα· «ἂν κάποιος πήγαινε τώρα καὶ ρωτοῦσε τὸν ποιητὴ “Σιμωνίδη, ποιά τέχνη, ποὺ δίνει σὲ κάποιους κάτι —καὶ τί;— ποὺ τοὺς ὀφείλεται καὶ τοὺς ταιριάζει καλεῖται ἰατρική;” ἐσὺ τί νομίζεις ὅτι θὰ τοῦ ἀπαντοῦσε;»

«Εἶναι ὁλοφάνερο», εἶπε· «εἶναι αὐτὴ ποὺ δίνει στὰ σώματα φάρμακα, τρόφιμα καὶ ποτά».

«Καὶ μαγειρικὴ καλεῖται ἡ τέχνη ἐκείνη ποὺ δίνει σὲ κάποιους κάτι —καὶ τί;— ποὺ τοὺς ὀφείλεται καὶ τοὺς ταιριάζει;»

«Αὐτή», εἶπε, «ποὺ δίνει στὰ φαγητὰ ὅ,τι τὰ κάνει νόστιμα».

«Ἔχει καλῶς. Ἡ τέχνη ποὺ δίνει τί καὶ σὲ ποιούς θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκληθεῖ δικαιοσύνη;»

«Ἄν, Σωκράτη, πρέπει», μοῦ εἶπε, «ν’ ἀκολουθήσουμε ὅ,τι ἔχουμε πεῖ μέχρι ἐδῶ, τότε εἶναι ἡ τέχνη ἐκείνη ποὺ ἀποδίδει στοὺς φίλους ὠφέλειες καὶ στοὺς ἐχθροὺς βλάβες».

«Δηλαδὴ ὁ ποιητὴς μᾶς λέει», τὸν ρώτησα, «ὅτι δικαιοσύνη εἶναι νὰ κάνεις καλὸ στοὺς φίλους σου καὶ κακὸ στοὺς ἐχθρούς σου;… αὐτὸ ἐννοεῖ;»

«Ἔτσι νομίζω».

«Καὶ ποιός ἔχει ἀναφορικὰ μὲ τὴν ὑγεία καὶ τὶς ἀσθένειες τὴ μεγαλύτερη ἱκανότητα νὰ κάνει καλὸ σὲ φίλους καὶ κακὸ σὲ ἐχθρούς, ὅταν τυχαίνει νὰ εἶναι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἄρρωστοι;»

«Κάποιος γιατρός».

«Καὶ ποιός, πές μου τώρα, κάνει τὰ ἴδια σὲ ὅσους βρίσκονται σὲ πλοῖο καὶ ἔχουν νὰ ἀντιμετωπίσουν κινδύνους στὴ θάλασσα;»

«Κάποιος πλοίαρχος».

«Καὶ μὲ τὸν δίκαιο τί γίνεται; Σὲ ποιά πράξη καὶ σὲ ποιό ἔργο ἔχει τὴ μεγαλύτερη ἱκανότητα νὰ ὠφελεῖ φίλους καὶ νὰ βλάπτει ἐχθρούς;»

«Στὸ νὰ διεξάγει πολέμους καὶ στὸ νὰ συνάπτει συμμαχίες — ἔτσι ἐμένα μοῦ φαίνεται».

«Πολὺ καλά. Πλὴν ὅμως, ἀγαπητέ μου Πολέμαρχε, σὲ ὅσους δὲν εἶναι ἄρρωστοι, ὁ γιατρὸς εἶναι ἄχρηστος».

«Ὄντως».

«Τὸ ἴδιο καὶ ὁ πλοίαρχος σὲ ὅσους δὲν ἀντιμετωπίζουν κίνδυνο στὴ θάλασσα».

«Ναί».

«Εἶναι ἄραγε ἄχρηστος καὶ ὁ δίκαιος σὲ ὅσους δὲν διεξάγουν πόλεμο;»

«Αὐτὸ δὲν μοῦ πολυφαίνεται σωστό».

«Ἑπομένως εἶναι καὶ στὸν καιρὸ τῆς εἰρήνης ἡ δικαιοσύνη χρήσιμη;»

«Χρήσιμη εἶναι».

«Καὶ ἡ γεωργία, ἔ; Ἢ ὄχι;»

«Χρήσιμη γιὰ νὰ ἔχουμε καρπούς;»

«Ναί».

«Τὸ ἴδιο ἰσχύει, φαντάζομαι, καὶ γιὰ τὴν τέχνη τοῦ ὑποδηματοποιοῦ».

«Ναί».

«Γιὰ νὰ ἔχουμε ὑποδήματα — αὐτὸ ὑποθέτω ὅτι θὰ μοῦ ἔλεγες. Ἢ ὄχι;»

«Καὶ βεβαίως ναί — αὐτό!»

«Γιὰ ποιάν ἀνάγκη ἢ γιὰ ποιά κτήση καὶ ποιοῦ ἀκριβῶς πράγματος, καὶ μάλιστα σὲ καιρὸ εἰρήνης, θὰ ἔλεγες ὅτι εἶναι χρήσιμη ἡ δικαιοσύνη;»

«Γιὰ τὶς συμφωνίες, Σωκράτη».

«Ὅταν λὲς συμφωνίες ἐννοεῖς τὶς ἐν γένει δοσοληψίες —αὐτὸ ποὺ λέμε κοινωνήματα— ἢ μήπως κάτι ἄλλο;»

«Τὶς δοσοληψίες… τὶς δοσοληψίες».

«Γιὰ πές μου καὶ τοῦτο ποὺ θὰ σὲ ρωτήσω: καλὸς καὶ χρήσιμος κοινωνὸς καὶ συμπαίκτης στὸ παιχνίδι τῶν πεσσῶν εἶναι ὁ δίκαιος ἢ κάποιος ποὺ ξέρει νὰ παίζει καλά;»

«Κάποιος ποὺ ξέρει νὰ παίζει καλά».

«Στὴν τοποθέτηση λίθων καὶ πλίνθων εἶναι τάχα ὁ δίκαιος πιὸ καλὸς καὶ πιὸ χρήσιμος συνεργάτης ἀπὸ τὸν κτίστη;»

«Ὄχι, ἐπ’ οὐδενί!»

«Σὲ ποιά, τότε, κοινωνικὴ σχέση εἶναι ὁ δίκαιος καλύτερος συνεργάτης ἀπ’ τὸν χτίστη ἢ ἀπ’ τὸν κιθαρωδό, ποὺ εἶναι βέβαια καλύτερος ἀπ’ τὸν δίκαιο στοὺς ἤχους καὶ στοὺς τόνους;»

«Στὰ θέματα τὰ οἰκονομικά, νομίζω».

«Αὐτό, Πολέμαρχε, μπορεῖ νὰ συμβαίνει ἴσως στὴν περίπτωση ποὺ χρειάζεται νὰ χρησιμοποιήσουμε χρήματα γιὰ ν’ ἀγοράσουμε ἢ νὰ πουλήσουμε ἀπὸ κοινοῦ ἕνα ἄλογο, ἂν κι ἐδῶ —γνώμη μου εἶναι— καλύτερος εἶναι ὅποιος ξέρει ἀπὸ ἄλογα. Ἔτσι δὲν εἶναι;»

«Ἔτσι φαίνεται».

«Κι ἂν ποῦμε ὅτι πρόκειται γιὰ πλοῖο, ποιός εἶναι καλύτερος;: ὁ δίκαιος ἢ ὁ ναυπηγὸς καὶ ὁ πλοίαρχος;»

«Ὁ ναυπηγὸς καὶ ὁ πλοίαρχος».

«Τότε, λοιπόν, γιά πές μου, στὴν περίπτωση ποὺ θὰ χρησιμοποιήσουμε ἀπὸ κοινοῦ χρήματα ἢ χρυσάφι, πότε εἶναι ὁ δίκαιος χρησιμότερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους;»

«Στὴν περίπτωση ἐκείνη, Σωκράτη, ποὺ τὰ χρήματα ἢ τὸ χρυσάφι τὰ ἐμπιστεύεσαι καὶ τὰ παραδίδεις γιὰ νὰ φυλαχθοῦν και νὰ εἶναι ἐξασφαλισμένα».

«Ἐννοεῖς, μὲ ἄλλα λόγια, ὅταν δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ χρησιμοποιηθοῦν, ἀλλὰ νὰ βρίσκονται ἁπλῶς κάπου φυλαγμένα;»

«Ναί, ναί».

«Ἑπομένως σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ χρήματα μοῦ λὲς ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι χρήσιμη, ὅταν τὰ χρήματα παραμένουν ἀχρησιμοποίητα».

«Αὐτὸ προκύπτει».

«Κι ἂν χρειαστεῖ νὰ φυλαχτεῖ ἕνα δρεπάνι, καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ χρήσιμη θὰ εἶναι καὶ πάλι ἡ δικαιοσύνη — καὶ ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἀτομικά; Κι ἂν τὸ δρεπάνι πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθεῖ, τότε χρήσιμη θὰ εἶναι ἡ τέχνη τῆς ἀμπελουργίας… — τὰ λέω σωστά;»

«Ἔτσι φαίνεται».

«Για πές μου τώρα, θὰ ὑποστηρίξεις καὶ τοῦτο;: ὅτι, ἂν χρειάζεται νὰ φυλάξουμε μιὰν ἀσπίδα καὶ μιὰ λύρα, χωρὶς νὰ τὶς χρησιμοποιοῦμε, τότε χρήσιμη εἶναι ἡ δικαιοσύνη, ἐνῶ, ὅταν τὶς χρησιμοποιοῦμε, χρήσιμη στὴν περίπτωση αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ τέχνη τῶν ὅπλων καὶ ἡ μουσικὴ ἀντίστοιχα; Αὐτὸ ὑποστηρίζεις;»

«Ἀναγκαστικά».

«Καὶ σχετικὰ μὲ ὅποιο ἄλλο πράγμα —μὲ ὅλα τ’ ἄλλα πράγματα—, λὲς ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἄχρηστη, ὅταν τὰ χρησιμοποιοῦμε, καὶ χρήσιμη, ὅταν εἶναι σὲ ἀχρησία. Σωστά;»

«Ἔτσι φαίνεται».

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

 


Ο ΜΠΕΡΝΑΡΝΤΟ ΠΕΝΤΕ ΕΤΩΝ

 


ATTILIO BERTOLUCCI

 

Ο ΜΠΕΡΝΑΡΝΤΟ ΠΕΝΤΕ ΕΤΩΝ

 

Ο πόνος είναι στο ντροπαλό σου μάτι,

στο παιδικό σου χέρι που χαιρετάει άχαρα,

κι ο πόνος των ημερών που έρχονται

βαραίνει κιόλας το εύθραυστο κορμί σου.

 

Σε μια φθινοπωρινή μέρα που ξετυλίγει ήσυχα

τα νήματα της ομίχλης στον ήλιο

το παιχνίδι σταμάτησε ξαφνικά

και σ’ άφησε μόνο σου εκεί που τελειώνει ο δρόμος

 

ο υπέροχος με τόσα πολλά φύλλα πεσμένα

μέσα σε μια νύχτα, ναι, κι έτσι σ’  όλους εδώ

πέρασε μια σκέψη απ’ το μυαλό τους

για την εποχή που πλησιάζει γρήγορα-γρήγορα.

 

Χαιρέτησες με νεύμα αδύναμο

και είχες πόνο στο χαμόγελο, έμεινες

σκιά στη σκιά μιας στιγμής, και τώρα τρέχεις

να βρεις στην αγωνία μας μέσα καταφύγιο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

ΠΕΡΙ ΚΟΛΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ



JORGE LUIS BORGES

 

ΠΕΡΙ ΚΟΛΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

 

Τοῦ Θεοῦ ἡ Κόλαση καθόλου δὲν χρειάζεται

τὴ λάμψη τῆς φωτιᾶς. Τοῦ Σύμπαντος τὴν Κρίση

σὰν θ’ ἀναγγείλουν σάλπιγγες καὶ ἡ γῆ σκιστεῖ γιὰ

ν’ ἀποκαλύψει τὰ φριχτὰ ἐντόσθιά της,

τὰ δὲ ἔθνη σηκωθοῦν ἀπ’ τὴ βαριὰ τὴ σκόνη,

γιὰ νὰ ὑπακούσουν στὴν ἀνέκκλητη τὴν Κρίση,

τὰ μάτια δὲν θὰ δοῦνε τοὺς ἐννέα κύκλους

τοῦ ἀντεστραμμένου ὄρους οὔτε τὸν χλομὸ τὸν

λειμώνα μὲ τοὺς αἰωνόβιους ἀσφοδέλους,

ὅπου ἡ σκιὰ τοῦ τοξότη παίρνει καταπόδι

τὴ σκιὰ τῆς ἐλαφίνας πάντα, εἰς τοὺς αἰῶνας·

οὔτε τὴ λύκαινα τὴ φλογερὴ τοῦ ἐσχάτου

πατώματος τῶν μουσουλμανικῶν κολάσεων

νὰ προηγεῖται τῶν ποινῶν τοῦ Ἀδὰμ θὰ δοῦνε·

μὰ οὔτε καὶ βίαια μέταλλα θὰ δοῦν, οὔτε ἴσως

τὸν ὁρατό, τὸν μαῦρο ζόφο τοῦ Τζὼν Μίλτον.

Κανένας μισητὸς λαβύρινθος μὲ σίδερα

τριπλὰ καὶ μὲ πυρὲς ὀδύνης δὲν θὰ κάμψει

τὶς ἔκπληκτες ψυχὲς τῶν καταδικασμένων.

 

Τὰ βάθη τῶν ἐτῶν, τῶν αἰώνων, δὲν διασώζουν

τὸν μακρινὸ πιὰ κῆπο. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη

νὰ χαίρεται μὲ τὰ προσόντα τῶν δικαίων —

μὲ σφαῖρες φωτεινές, μὲ ὁμόκεντρες θεωρίες

γιὰ θρόνους, ἐξουσίες, χερουβεὶμ καὶ ἀγγέλους,

ἢ μὲ τῆς μουσικῆς τοὺς ἀπατηλοὺς καθρέφτες,

ἢ ἐπίσης μὲ τ’ ἀπύθμενα τῶν ρόδων βάθη,

ἢ μὲ τὴ λάμψη τὴ δυσοίωνη ἑνὸς μόνο

ἀπὸ τοὺς τίγρεις του, ἢ μὲ τὴ γοητεία ποὺ ἔχει

στὴν ἔρημο τὸ κίτρινο τὸ λιόγερμα, ἢ καὶ

μὲ τὴ γενναία τοῦ νεροῦ γενέθλια γεύση.

Στὸ ἔλεός Του μέσα δὲν ὑπάρχουν κῆποι

ἢ κάποιο τὴς ἐλπίδας φῶς, ἢ φῶς τῆς μνήμης.

 

Στὸν κρύσταλλο κάποιου ὄνειρου εἶχα ἐγὼ διακρίνει

ὑπόσχεση καὶ Κόλασης καὶ Παραδείσου·

ὅταν ἡ Κρίοση θ’ ἀντηχεῖ ἀπ’ τὶς τελευταῖες

σάλπιγγες, γιὰ νὰ σβήσει ὁ χιλιετὴς πλανήτης

ἀπρόσμενα ἐντελῶς στῶν χρόνων τὴ συντέλεια…

ὦ Χρόνε ἐσύ!... οἱ ἐφήμερές σου πυραμίδες,

τὰ χρώματα καὶ οἱ γραμμὲς τοῦ παρελθόντος

θὰ καθορίσουν μὲς στὸ σκότος μιάν ὄψη

κοιμώμενη, ἀσάλευτη, πιστή, ἀναλλοίωτη

(αὐτὴ ἴσως τῆς ἀγαπημένης, ἴσως ὅμως

καὶ τὴ δική σου), μιὰ ὄψη ἐνατενίσεων, ὄψη

ἀτέρμονη, ἄμεση, ἄθικτη, ἄφθαρτη τελείως:

γιὰ τοὺς ἀπόβλητους θὰ εἶναι ἡ ἴδια ἡ Κόλαση

καὶ γιὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς θὰ εἶναι ὁ Παράδεισος.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΙΕΡΑ ΜΑΕΣΤΡΑ

 


PABLO NERUDA

 

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΙΕΡΑ ΜΑΕΣΤΡΑ

 

Αν κρατιέται ενός λεπτού σιγή για ν’ αποχαιρετήσουμε

τους αγαπημένους μας που γυρνούν πίσω, στο χώμα,

εγώ θα ζητήσω να σηκωθεί

ενός λεπτού ήχος δυνατός, μελωδικός,

και θα ζητήσω της Αμερικής ν’ ακουστεί

για μια φορά όλη, σύμπασα η φωνή,

για να υψωθεί μόνο ένα λεπτό με βαθυστόχαστο τραγούδι,

και το ζητώ για να τιμήσουμε τη Σιέρα Μαέστρα.

Ας ξεχάσουμε προς στιγμήν τους ανθρώπους

και ας τιμήσουμε τούτη τη γη,

μια γη ανάμεσα στις τόσες άλλες,

που φύλαξε στο μυστικό βουνό της μέσα

τη σπίθα που θα ’κανε τον κάμπο να φουντώσει.

Των δέντρων γιορτάζω τ’ άγρια, τα πυκνά κλαδιά,

την κλίνη τη σκληρή των λιθαριών και των βράχων,

τη νύχτα των διστακτικών, αναποφάσιστων ψιθύρων

με τις μαρμαρυγές των αστεριών,

τη σιωπή τη γυμνωμένη των βουνών,

το αίνιγμα ενός λαού χωρίς σημαίες:

αυτά όλα μέχρι τη στιγμή εκείνη

που άρχισαν τα πάντα να δονούνται, να πάλλονται —

και όλα έγιναν έπειτα φωτιά και πυρκαγιά.

Οι αήττητοι γενειοφόροι κατέβηκαν

να εδραιώσουν στη γη επάνω την ειρήνη,

και τώρα πια είν’ όλα φωτεινά — πριν όμως

ήταν σκοτεινά και άραχλα στη Σιέρα Μαέστρα.

Γι’ αυτό και ζητώ ομοφωνία στο να κρατηθεί ενός λεπτού φωνή

να τραγουδήσουμε μαζί τούτο το Επικό Τραγούδι·

ξεκινάω με αυτά εδώ τα λόγια, και ζητάω

απ’ όλη η Αμερική να τα επαναλάβει:

«Τα μάτια σας ανοίχτε, λαοί ταπεινωμένοι!

Παντού είναι και παντού υπάρχει Σιέρα Μαέστρα».

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.