Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

 
















ΚΑΛΕΣΜΑ

 


ΣΑΠΦΩ

 

[ΚΑΛΕΣΜΑ]

 

Αὐτὰ εἶναι γιὰ σένα, ὦ Καλλιόπη μούσα.

 

Ἐλᾶτε, ἐλᾶτε τώρα, Μοῦσες,

ἀφῆστε τὰ χρυσά σας δώματα!

 

Ἐλᾶτε Χάριτες ἁβρές,

καλλίκομες ἐλᾶτε Μοῦσες!

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΤΟ ΧΑΡΜΑ ΤΗΣ ΜΑΤΙΑΣ ΣΟΥ

 


ΣΑΠΦΩ

 

[ΤΟ ΧΑΡΜΑ ΤΗΣ ΜΑΤΙΑΣ ΣΟΥ]

 

Ἀπέναντί μου στάσου τώρα ἐδῶ ποὺ εἴμαστε,

σὰν ἄντρας φίλος στὴν καλή του φίλη ἀπέναντι,

καὶ τῆς βαθιᾶς ματιᾶς σου ἄνοιξε πλατιὰ τὸ χάρμα

ἁπλόχερα νὰν τῆς τὸ δώσεις, νὰν τῆς τὸ προσφέρεις.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΚΑΚΟ ΠΡΑΓΜΑ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ



ΣΑΠΦΩ

 

[ΚΑΚΟ ΠΡΑΓΜΑ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ]

 

Πράγμα κακὸ ὁ θάνατος, κακό —

κι αὐτή ’ναι τῶν ἀθάνατων θεῶν ἡ κρίση·

ἀλλιῶς κι αὐτοὶ θὰ πέθαιναν οἱ ἴδιοι.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΤΑ ΚΟΡΑΣΙΑ

 


ΣΑΠΦΩ

 

[ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΤΑ ΚΟΡΑΣΙΑ]

 

Ὑπῆρξαν χρόνοι ποὺ τῆς Κρήτης τὰ κοράσια

μὲ πέλματα γυμνὰ καὶ βήματα ἐναρμόνια

χοροὺς στὶς μύτες τῶν ποδιῶν τους ἔσερναν

πατώντας χλόες ἁπαλὲς καὶ τρυφερὰ  ἄνθη

τριγύρω στοὺς βωμοὺς τὶς ὧρες τῆς λατρείας.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 


ΕΝΑ ΚΟΡΑΣΙ

 


ΣΑΠΦΩ

 

[ΕΝΑ ΚΟΡΑΣΙ]

 

Ἕνα κοράσι τρυφερό, παντρύφερο,

τὸ εἶδα, τὸ καλόειδα καὶ ὥρα πολλὴ τὸ ἐκοίταγα

ποὺ λούλουδα ἔκοβε καλὰ στὸν κάμπο.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 















Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

 


ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ





ΜΕ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ


 

ΣΑΠΦΩ

 

[ΜΕ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ]

 

Ὅλα ὡραῖα, φίλες μου καλὲς κι ἀγαπημένες — ὅλα, ὅλα!

Μὰ ἦρθε ἡ ὥρα τὰ τραγούδια μας νὰ πάρουν τώρα τέλος.

Γλυκὸ τὸ ροδοχάραμα μᾶς φέρνει ὅπου νά ’ναι τὴν ἡμέρα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΥ ΝΤΡΕΠΕΤΑΙ

 


ΣΑΠΦΩ

 

[ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΥ ΝΤΡΕΠΕΤΑΙ]

 

Θέλω κάτι νὰ σοῦ πῶ —ναί, θέλω—,

μὰ μοῦ φράζει ἡ ντροπὴ τὸ στόμα.

 

Ὁ πόθος σου ἁγνὸς ἂν ἦταν, καὶ ἂν ἦταν καὶ καλός,

μὰ καὶ τὸ στόμα σου ἂν πράγματα κακὰ δὲν μελετοῦσε,

καμιὰ ντροπὴ δὲν θά ’κανε τὸ βλέμμα σου νὰ χαμηλώνει,

κι ἡ γλώσσα σου λυμένη τὸ σωστὸ θὲ νὰ λαλοῦσε τώρα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

ΚΟΡΔΕΛΑ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ


ΣΑΠΦΩ

 

[ΚΟΡΔΕΛΑ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ]

 

Αὐτὴ ποὺ μὲ γέννησε μοῦ ’λεγε:

Ὅσο εἶσαι ἀκόμα νέα νὰ πλέκεις

στὰ μαλλιά σου κόκκινη κορδέλα —

σὲ στολίζει, κι εἶναι πάντοτε στὴ μόδα.

Πάρα πολὺ μοῦ ἀρεσε κι ἐμένα·

ἀλλὰ ὅποια ἔχει τὰ μαλλιά της πιὸ ξανθὰ

κι ἀπ’ του δαδιοῦ τὴ φλόγα, κι ἀκόμα πιὸ ξανθά,

εἶναι καλύτερα θαρρῶ νὰ τοὺς φορεῖ στεφάνι

μὲ λούλουδα φρεσκοκομμένα, δροσερά,

δεμένο μὲ πολύχρωμη κορδέλα φερμένη

ἀπὸ τὶς Σάρδεις ἢ ἀπ’ τὶς ἰωνικὲς τὶς πόλεις.

 

Γιὰ σένα Κλεΐδα μου καλή, κορδέλα ἐγὼ

ποῦ νὰ σοῦ παραγγείλω; Μακάρι νά ’ξερα…

Ποῦ νὰν τὴ βρῶ ἐδῶ, στὴ Μυτιλήνη; […]

Γιὰ τώρα πάρε τοῦτα δῶ τὰ σουβενίρ — αὐτὰ μπορῶ

ἡ φτωχιὰ νὰ σοῦ χαρίσω. Εἶν’ ἀναμνηστικὰ τῆς εξορίας μου

ἀπ’ τὸν Κλεανακτίδα. Τί τράβηξα; Τί τράβηξα νὰ δεῖς…

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΠΟΘΟΣ


ΣΑΠΦΩ

 

[ΠΟΘΟΣ]

 

Ποθῶ, ποθῶ, πάντα ποθῶ πολύ,

κι ὅλο γιὰ νέους πόθους τρέχω.

 

Ποιός ἄλλος ἄνθρωπος ἔχει

ὅσο ἐγὼ ποτέ του ἀγαπηθεῖ;

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΓΑΜΗΛΙΟ ΑΣΜΑ

 


ΣΑΠΦΩ

 

[ΓΑΜΗΛΙΟ ΑΣΜΑ]

 

Καλότυχε γαμπρέ, ἔγινε τώρα ὁ γάμος σου,

καὶ ταίρι ἔγινες μὲ τὴν κοπέλα ποὺ ποθοῦσες.

 

Στὴν ποθητή τῆς κόρης ὄψη ἔχει ἁπλωθεῖ

ἀκέραιη ὅλη τοῦ μελιοῦ ἡ χάρη.

 

Ὦ καλή μου ἐσὺ καὶ ὦ χαριτωμένη

στὸ πρόσωπό σου πάνω παίζουν

οἱ Χάριτες οἱ ροδόσφυρες

καὶ ἠ ὁλόχρυση.Ἀφροδίτη.

 

Ὦ χαριτωμένο πλάσμα ἐσύ,

μὲ τὰ μελιὰ τὰ μάτια,

νυφούλα ἐσὺ καλή, ὁ ἔρωτας

χυμένος εἶναι σ’ ὅλη σου τὴν ὄψη —

 

πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅλες ἐσένα ἔχει τιμήσει ἡ Ἀφροδίτη.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΠΥΡΓΩΝ

 



VÍTĔSLAV NEZVAL

 

Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΠΥΡΓΩΝ

 

Ὦ ἑκατόπυργη Πράγα

μὲ δάχτυλα ὅλων τῶν ἁγίων

μὲ δάχτυλα ἐπίορκα

μὲ δάχτυλα φωτιᾶς

μὲ δάχτυλα ὀργανοπαικτῶν

μὲ δάχτυλα ποὺ σὲ τυφλώνουν πάνω στοὺς ὤμους ξαπλωμένων γυναικῶν

μὲ δάχτυλα ποὺ σέρνονται ἔναστρα

πάνω στὸ ἀβάκιο τῆς νύχτας

μὲ δάχτυλα ἀπ᾽ ὅπου κυλάει τὸ βράδυ μὲ σταυρωμένα δάχτυλα

μὲ δάχτυλα νηπίων καὶ θηλαζόντων καὶ τῶν ἀκρίδων τῆς χλόης

μὲ δάχτυλα νεκροταφεῖα μαγιάτικα

μὲ δάχτυλα γυναικῶν ποὺ ζητιανεύουν καὶ μιᾶς ὀλόκληρης τάξης

μὲ δάχτυλα τῆς ἀχρονίας τοῦ φθινόπωρου

μὲ δάχτυλα τοῦ Χρατσανιοῦ καὶ τῶν ὑπέργηρων ἁρπιστριῶν

μὲ δάχτυλα ὁλόχρυσα

μὲ δάχτυλα ὅπου λαλοῦν ὁ κότσυφας καὶ ἡ καταιγίδα

μὲ δάχτυλα πολεμικῶν λιμένων καὶ μαθημάτων χοροῦ

μὲ δάχτυλα αἰγυπτιακῶν σαρκοφάγων

μὲ δάχτυλα σπαράγγια

μὲ δάχτυλα τοῦ πυρετοῦ σαράντα

καὶ τοῦ ξυλιασμένου δάσους

μὲ δάχτυλα ὅπου πάει καὶ κάθεται κάποια μέλισσα

μὲ δάχτυλα κορυδαλλοὺς

μὲ δάχτυλα ποὺ ἀδράχνουν φραγγέλιο στὴν ὀρχήστρα τῆς νύχτας

μὲ δάχτυλα κομπιναδόρου καὶ κεντημένου μαξιλαριοῦ

μὲ δάχτυλα παραμορφωμένα ἀπὸ τοὺς ρευματισμοὺς

μὲ δάχτυλα φράουλες

μὲ δάχτυλα ἀνεμόμυλους καὶ κουφοξυλιὲς

μὲ δάχτυλα κεφαλοπηγῆς καὶ δάχτυλα ἀπὸ μπαμποὺ

μὲ δάχτυλα φύλλων καστανιᾶς καὶ παλαιῶν μοναστηρίων

μὲ δάχτυλα κιμωλίες

μὲ δάχτυλα χριστουγεννιάτικου δέντρου

μὲ δάχτυλα μέντιουμ

μὲ δάχτυλα ἀπειλητικὰ

μὲ δάχτυλα ποὺ τ᾽ ἀκούμπησε κάποιο πουλὶ ἀκόμα πετούμενο

μὲ δάχτυλα τοῦ ἑσπερινοῦ καὶ τοῦ ἐρειπωμένου περιστερεώνα

μὲ δάχτυλα τῆς Ἱερᾶς ἐξετάσεως

μὲ δάχτυλα νοτισμένα ποὺ γεύονται τὴν πνοὴ τοῦ ἀνέμου

μὲ δάχτυλα κενοτάφια

μὲ δάχτυλα ροδόδενδρα

μὲ δάχτυλα γυναικῶν περιπεσουσῶν ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις

μὲ δάχτυλα καμένα τοῦ γινωμένου κριθαριοῦ

μὲ δάχτυλα τῶν κοραλλιῶν αὐγερινὰ

μὲ δάχτυλα ποὺ δείχνουνε ψηλὰ τὸν οὐρανὸ

μὲ δάχτυλα τσακισμένα τῆς βροχῆς καὶ τοῦ Ναοῦ τῶν Προσόδων στὰ χειρόκτια τοῦ λυκόφωτος

μὲ ἐμπνεύσεως δάχτυλα

μὲ τὰ δάχτυλα ποὺ γράφω ἐγὼ τώρα τοῦτο τὸ ποίημα

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΤΘΙΔΑ

 


ΣΑΠΦΩ

 

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΤΘΙΔΑ

 

Ἐσένα Ἀτθίδα, ἡ ἀγαπητὴ Ἀνακτορία,

πέρα, μακριὰ πολὺ ἀπὸ τὶς Σάρδεις,

ὤ πόσες και πόσες φορὲς

δὲν σ’ ἔβαζε στὸν νοῦ της,

τότε ποὺ ζούσαμε μαζί, καὶ πάντα, ὢ πάντα,

ἐσένα σ’ εἶχε σὰν θεὰ καλή της καὶ προστάτιδα

καὶ μὲ τὸ τραγούδι σου βαθιὰ-βαθιὰ χαιρόταν;!

Τώρα, ἀνάμεσα ὄντας στὶς λυδὲς κυρίες, να τη

ξεχωρίζει, ὅπως μετὰ τὸ ἡλιβασίλεμα

ἡ ροδοδάκτυλη σελήνη ξεχωρίζει,

κάνοντας τ’ ἄστρα ὅλα νά ’ν’ χλομὰ

καὶ φῶς γλυκὸ νὰ στρώνεται καὶ στ’ ἁρμυρὰ πελάγη

καὶ στὶς στεριὲς τὶς πολυανθισμένες —

ὄμορφα χύνεται ἡ δροσιά, τὰ ρόδα θάλλουν,

ἀπὸ κοντὰ κι ὁ ἄνηθος ὁ τρανὰ ἁπαλός,

μαζὶ μὲ τ’ ἄλλα χόρτα καὶ τὸ τρυφερὸ τριφύλλι.

Πόσες και πόσες φορὲς στοὺς περιπάτους της

δὲν σὲ θυμήθηκε, ἀλήθεια, Ἀτθίδα; — κι ἄχ, ὁ ἵμερος

ἀνήμερος τῆς βάραινε τὰ τρυφερά της φυλλοκάρδια.

Ἐκεῖ νὰ πᾶμε μᾶς φωνάζει, μᾶς καλεῖ·

μὰ ἡ Νύχτα, κι ἂς ἔχει λεπτότατη τὴν ἀκοή,

καθόλου δὲν ακούει, κι ἔτσι δὲν φέρνει ἴσαμ’ ἐδῶ

τ’ ἀκούσματα: καλέσματα μαζὶ καὶ παρακάλια.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.