Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2019

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ







ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΤΟ ΒΕΡΝΙΚΩΜΕΝΟ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ



JORGE LUIS BORGES


ΤΟ ΒΕΡΝΙΚΩΜΕΝΟ ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ

Το ανακάλυψε η Μαρία Κοντάμα. Παρά την αυθεντία και την αντοχή του, είναι αξιοθαύμαστα ελαφρύ. Όποιοι το βλέπουν το παρατηρούν· όποιος το παρατηρήσει μια φορά το θυμάται.
Το κοιτάζω: νιώθω ότι είναι κομμάτι εκείνου του βασιλείου, του αχανούς μέσα στον χρόνο, που ύψωσε τείχη για να οικοδομήσει μαγική επικράτεια.
Το κοιτάζω: φέρνω στον νου μου εκείνον τον Τσιάνγκ Τσου που ονειρευόταν ότι είναι πεταλούδα και, όποτε ξύπναγε, δεν ήξερε ότι ήταν άνθρωπος που είχε ονειρευτεί ότι είναι πεταλούδα ή πεταλούδα που τώρα ονειρευότανε πως είναι άνθρωπος.
Το κοιτάζω: φέρνω στον νου μου τον βιοτέχνη που δούλευε το μπαμπουδοκάλαμο και το λύγιζε για να μπορεί το δεξί μου χέρι να πιάνει καλά τη λαβή του.
Δεν ξέρω αν ζει ή αν έχει πεθάνει.
Δεν ξέρω αν είναι ταοϊστής ή βουδιστής ή αν μελετά το βιβλίο με τα εξήντα τέσσερα εξάγραμμα.
Δεν θα ιδωθούμε ποτέ εμείς οι δύο.
Είναι χαμένος μέσα σε εννιακόσια τριάντα εκατομμύρια.
Κάτι άλλο, εν τούτοις, μας συνδέει.
Δεν είναι αδύνατον να έχει ήδη κάποιος προεικάσει τούτο τον δεσμό.
Δεν είναι αδύνατον να έχει το σύμπαν ανάγκη τούτο τον δεσμό.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2019

ΑΜΑ ΕΧΕΙΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΣΕ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ...


ΑΜΑ ΕΧΕΙΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΣΕ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ...

ΠΡΟΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΤΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ Κ.Κ.


ΝΙΚΟΣ ΚΑΣΣΙΟΣ


ΠΡΟΣ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΤΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ Κ.Κ.

Για κούρους και για σκάρους στιχουργούσε,
τι τέτοια στην ψυχή του είχε φυλάξει –
μήπως, για να σ’ αρέσει, να τ’ αλλάξει;
Οι κόποι του βοσκού και του γεωργού σε

πολιτικούς χυμένοι: α υ τ ά αγαπούσε,
κι ανάμεσα στων συλλαβών την τάξη
βροχή ηπειρώτικη λες κ’ είχε στάξει,
κ’ έβγαινε η οσμή του χώματος. Μα, πού ’σαι,

άκου, σα θες, και κάτι τελευταίο,
που, αν ούτε αυτό σ’ αρέσει, φταις, δε φταίω:
κάθε προτού πικρή μιλιά μιλήσεις,

κάθε προτού λόγο περίσσιο πεις,
προτίμα τη σιωπή σου να μη λύσεις.
Μια λύση είναι και η λύση της σιωπής.


ΑΠΕΥΘΥΝΟΜΑΙ Σ’ ΕΝΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΝΗΣΙ


JORGE LUIS BORGES


ΑΠΕΥΘΥΝΟΜΑΙ Σ’ ΕΝΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΝΗΣΙ

Πώς να σε υμνήσω, τρυφερή μου Αγγλία;
Προφανώς και δεν μου επιτρέπεται να δοκιμάσω
την επισημότητα και τον σάλο της ωδής,
που απάδει στη δική σου αιδημοσύνη.
Δεν θα μιλήσω για τις θάλασσές σου,
που είναι η Θάλασσα όλη,
ούτε για την αυτοκρατορία που κατίσχυσε, ω νησί μου οικείο,
επί της απειθείας των άλλων.
Απλώς και με χαμηλή τη φωνή μου
θ’ αναφέρω εν συνεχεία ορισμένα σύμβολα:
την Αλίκη, που υπήρξε όνειρο του Κόκκινου Βασιλιά,
που υπήρξε όνειρο του Κάρολ, που είμαι εγώ ως όνειρο,
τη γεύση του τσαγιού και των γλυκών,
έναν λαβύρινθο μέσα στον κήπο,
κάποιο ρολόι ηλιακό,
κάποιον άντρα που εκπλήσσεται (και σε κανέναν
δεν λέει πως εκπλήσσεται)
απ’ την Ανατολή και από τις παγωμένες μοναξιές
που ουδέποτε είδε ο Κόλριτζ
και τα έκλεισε όλα σε λέξεις μέσα ακριβέστατες,
τον θόρυβο της βροχής, που δεν αλλάζει,
το χιόνι στα μάγουλα,
τον ίσκιο του αγάλματος του Σάμιουελ Τζόνσον,
τον ήχο ενός λαούτου που επιμένει ν’ ακούγεται
ακόμα κι όταν κανείς δεν το ακούει,
το κρύσταλλο ενός καθρέφτη που αντικατόπτρισε
το τυφλό βλέμμα του Μίλτωνος,
την ασίγαστη αγρυπνία κάποιας πυξίδας,
το Βιβλίο των Μαρτύρων,
το χρονικό των ζοφερών γενεών,
τις τελευταίες σελίδας κάποιας Βίβλου,
τη σκόνη κάτω από το μάρμαρο,
των χαραμάτων τη μυστικοπάθεια.
Εδώ είμαστε οι δυό μας, ω νησί μυστικό,
κανείς δεν μας ακούει.
Μεταξύ λυκαυγούς και λυκόφωτος
σιωπηλά μοιραζόμαστε πράγματα αγαπημένα.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΚΑΦΕ "LUNATICO"


ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΚΑΦΕ "LUNATICO"

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2019

Η ΕΡΗΜΟΣ



JORGE LUIS BORGES


Η ΕΡΗΜΟΣ

Πριν μπούνε στην έρημο,
έπιναν για ώρα το νερό της στέρνας οι στρατιώτες.
Και είπε ο Ιεροκλής χύνοντας χάμω
το νερό του σταμνιού του:
Αν πρέπει να μπούμε στην έρημο,
εγώ όμως είμαι ήδη στην έρημο.
Κι αν με κάψει η δίψα,
μα με καίει κιόλας.
Για παραβολή βεβαίως πρόκειται.
Πριν γκρεμιστώ στην κόλαση,
ας μου επιτρέψουν του Θεού οι ραβδούχοι να δω ένα ρόδο.
Και το ρόδο εκείνο είναι τώρα το δικό μου μαρτύριο
στο σκοτεινό μέσα βασίλειο.
Κάποιον άνδρα τον εγκατέλειψε κάποια γυναίκα.
Και αποφάσισαν να διαψεύσουν μια τελευταία συνάντηση.
Ο άνδρας είπε:
Αν πρέπει να μπω στη μοναξιά
εγώ όμως είμαι ήδη μόνος μου.

Κι αν με κάψει η δίψα,
μα με καίει κιόλας.
Κι εδώ για παραβολή –γι’ άλλη παραβολή– πρόκειται.
Κανένας επάνω στη γη
δεν έχει το θάρρος να είναι αυτός ο άνδρας.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ







ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2019

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ




JORGE LUIS BORGES


Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Απευθύνω τούτο το ποίημα
(και για την ώρα ας δεχτούμε αυτή τη λέξη)
στον τρίτο άνθρωπο που αντάμωσα πριν πέσει η νύχτα,
και ήταν όχι λιγότερο μυστηριώδης απ’ όσο ο Αριστοτέλης.
Βγήκα έξω το Σάββατο.
Η νύχτα ήταν γεμάτη κόσμο· κι ανάμεσά τους
υπήρχε σίγουρα ένας τρίτος άνθρωπος,
όπως υπήρχε και ένας τέταρτος και ένας πρώτος.
Δεν ξέρω αν κοιταχτήκαμε καθόλου· εκείνος
πήγε προς την οδό Παραγουάης, εγώ προς την οδό Κόρδοβας.
Τον έχουνε σχεδόν γεννήσει αυτά τα λόγια·
ουδέποτε θα μάθει όμως τ’ όνομά του.
Ξέρω ότι προτιμάει μια συγκεκριμένη γεύση.
Ξέρω ότι κοίταζε αργά-αργά το φεγγάρι.
Δεν είναι απίθανο να έχει πια πεθάνει.
Θα διαβάσει αυτό που γράφω εγώ τώρα και δεν θα ξέρει
ότι αναφέρομαι σ’ εκείνον.
Μες στα κρυφά μελλούμενα
μπορούμε να είμαστε αντίπαλοι και να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον,
ή φίλοι και ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλον.
Έχω επιτελέσει μι’ ανεπανόρθωτη πράξη,
έχω δημιουργήσει έναν δεσμό.
Σε αυτόν τον καθημερινό κόσμο,
που μοιάζει τόσο
με το βιβλίο των Χιλίων και Μιας Νυχτών,
δεν υπάρχει ούτε μία πράξη που να μη διατρέχει κίνδυνο
να είναι λειτουργία της μαγείας,
δεν υπάρχει ούτε ένα γεγονός που να μη μπορεί σε μι’ άπειρη σειρά
νά ’ναι αυτό ακριβώς το πρώτο.
Κάθομαι κι αναρωτιέμαι τί ίσκιους θα ρίξουν
τούτες εδώ οι αργόσχολες αράδες.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.