ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (348b8-349c9)
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ
ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια
«Ἐμπρὸς τότε, Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα.
«Ξαναπιάνουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή, καὶ μᾶς ἀπαντᾶς. Ἐξακολουθεῖς νὰ ὑποστηρίζεις
ὅτι ἡ ἀδικία στὴν τέλεια ἐκδοχή της εἶναι λυσιτελέστερη… παναπεῖ ὠφελιμότερη
ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη;»
«Βεβαιότατα καὶ τὸ ὑποστηρίζω», μοῦ ἀπάντησε,
«καὶ σᾶς ἔχω ἐκθέσει καὶ τοὺς λόγους».
«Γιὰ πές μας τότε καὶ τὴ γνώμη σου γι’ αὐτὰ
τὰ δύο ποὺ συζητᾶμε: τὸ ἕνα, ἂς ποῦμε, τὸ χαρακτηρίζεις ἀρετὴ καὶ τὸ ἄλλο
κακία;»
«Ἔ, βέβαια!»
«Δηλαδὴ τὴ δικαιοσύνη τὴ λὲς ἀρετὴ
καὶ τὴν ἀδικία κακία; — ἢ ὄχι;» τὸν ρώτησα.
«Ἀκριβῶς ἔτσι, γλυκύτατέ μου ἄνθρωπε,
δεδομένου μάλιστα τοῦ ὅτι ὑποστηρίζω ὅτι ἡ μὲν ἀδικία λυσιτελεῖ,
τουτέστιν ὠφελεῖ, ἡ δὲ δικαιοσύνη ὄχι!»
«Γιά κάτσε», τοῦ εἶπα, «ἡ δικαιοσύνη τί εἶναι;»
«Τὸ ἀντίθετο», μοῦ ἀπάντησε.
«Δηλαδὴ μᾶς λὲς ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι
κακία;»
«Ὄχι! Σᾶς λέω ὅτι εἶναι γενναία εὐήθεια
— καὶ νὰ σᾶς τὸ πῶ κι ἀλλιῶς: εἶναι μιὰ ἠλιθιότητα ἀκατάβλητη!»
«Τὴν ἀδικία θὰ τὴν χαρακτήριζες δηλαδὴ
ὡς κακοήθεια;… ὡς ἀχρειότητα;»
«Ὄχι! Τὴν χαρακτηρίζω εὐβουλία: σωστὴ
σκέψη, δηλαδή, καὶ εὐθυκρισία».
«Καὶ ὄντως πιστεύεις, Θρασύμαχε, ὅτι οἱ ἄδικοι
εἶναι ἄνθρωποι ποὺ διαθέτουν φρονιμάδα καὶ ἀξιότητα;»
«Ὄχι ὅλοι», μοῦ εἶπε, «μὰ μόνο ὅσοι μποροῦν
νὰ κάνουν ἄδικες πράξεις στὴν τέλεια ἐκδοχή τους ὄντας μάλιστα ἱκανοὶ νὰ ὑποτάξουν
στὴ δύναμή τους καὶ πόλεις καὶ λαούς, νὰ ἀσκήσουν, μὲ ἄλλα λόγια, τὴν ἐξουσία
τους. Ἐσὺ τώρα ἴσως νομίζεις ὅτι ἐγὼ ὑπονοῶ τίποτα κλεφτρόνια καὶ πορτοφολάδες.
Ὠφελεῖ, βέβαια, καὶ αὐτό… λυσιτελεῖ πράγματι, φτάνει μονάχα νὰ μὴ σὲ κάνουν
τσακωτό! Δὲν ἀξίζει, ὡστόσο, τὸν κόπο ν’ ἀναλωνόμαστε σὲ κουβέντες γιὰ τέτοια
πράγματα. Νὰ μιλήσουμε μόνο γιὰ ὅσα ἔλεγα πρὶν ἀπὸ λίγο».
«Καταλαβαίνω», τοῦ εἶπα, «τί θέλεις
νὰ πεῖς, πλὴν ὅμως, νὰ σοῦ πῶ, παραξενεύτηκα μὲ αὐτὸ ποὺ κάνεις: τὴν ἀδικία τὴ
βάζεις στὴ μεριὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς σοφίας, ἐνῶ τὴ δικαιοσύνη στὰ ἀντίθετά
τους».
«Ἔτσι! Ἐκεῖ ἀκριβῶς τὶς βάζω».
«Αὐτό, καλέ μου φίλε», τοῦ εἶπα ἐγώ, «εἶναι
ἤδη στερεότερο, καὶ δὲν εἶναι εὔκολο νὰ βρεῖ κανεὶς νὰ πεῖ κάτι. Διότι, ἂν ὑποστήριζες
ὅτι ἡ ἀδικία ναὶ μὲν εἶναι λυσιτελὴς καὶ σοῦ παρέχει ὠφέλεια, ἀλλὰ ἂν συνάμα
παραδεχόσουν ὅτι εἶναι κάτι κακὸ ἢ αἰσχρό, ὅπως τὸ παραδέχονται κάποιοι ἄλλοι,
τότε, ἐντάξει, θὰ μπορούσαμε νὰ ἐπιστρατεύσουμε τὶς συνήθεις ἀπόψεις καὶ νὰ ποῦμε
κάτι· τώρα, ὅμως, εἶναι πρόδηλο τί θὰ ὑποστηρίξεις: θὰ μᾶς πεῖς ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι
κάτι καλό, κάτι ὡραῖο δηλαδή, καὶ συνάμα ἰσχυρό, καὶ ὅτι ἐσὺ τῆς ἀποδίδεις
ὅλα
ὅσα συνδέουμε ἐμεῖς μὲ τὴ δικαιοσύνη, ἀκριβῶς ἐπειδὴ τόλμησες νὰ τοποθετήσεις τὴν
ἀδικία στὴ μεριὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς σοφίας».
«Σωστὰ τὸ μάντεψες», μοῦ εἶπε.
«Ὡστόσο», εἶπα ἐγώ, «δὲν θὰ διστάσω καὶ δὲν
πρέπει νὰ διστάσω νὰ ἐξετάσω τὸ ὅλον πράγμα ἐπιστρατεύοντας λογικὴ ἐπιχειρηματολογία,
διότι πλέον ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι ὅσα λὲς τώρα τὰ ἔχεις σκεφτεῖ πραγματικά. Ναί,
Θρασύμαχε, τώρα μοῦ δίνεις τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν μὲ κοροϊδεύεις καὶ ὅτι
πιστεύεις πραγματικὰ ὅ,τι παρουσιάζεις ὡς γνώμη σου».
«Κι ἐσένα τί σὲ νοιάζει», μοῦ εἶπε, «ἂν ἐγὼ
πιστεύω ἢ δὲν πιστεύω ὅ,τι λέω; Γιατὶ δὲν ἀρκεῖσαι στὸν ἔλεγχο τῶν ἐπιχειρημάτων
μου;».
«Καθόλου δὲν μὲ νοιάζει», τοῦ ἀποκρίθηκα.
«Κάνε, ὅμως, τὸν κόπο νὰ μοῦ δώσεις ἀπάντηση σ’ αὐτὸ ποὺ θὰ ρωτήσω: θὰ ἤθελε
ποτὲ δίκαιος ἄνθρωπος νὰ ἀδικήσει ἄλλον δίκαιο ἄνθρωπο γιὰ νὰ ἔχει παραπάνω ἀπὸ
ἐκεῖνον; — τὴ γνώμη σου θέλω».
«Μὲ κανέναν τρόπο», μοῦ ἀποκρίθηκε. «Διότι
τότε δὲν θὰ ἦταν οὔτε ἀστεῖος, ὅπως τώρα, οὔτε καὶ εὐήθης».
Τὸν ρωτάω τότε: «Καὶ τί θὰ ἤθελε; Νὰ ὑπερβεῖ
τὰ ὅρια τῆς δίκαιης πράξης;»
«Οὔτε κι αὐτό», μοῦ ἀπάντησε.
«Μήπως, ὅμως, ὁ δίκαιος ἀξίωνε νὰ ἔχει
περισσότερα ἀπὸ τὸν ἄδικο, καί, ἂν ναί, θὰ τὸ θεωροῦσε αὐτὸ δίκαιο ἢ ὄχι;» τὸν
ρώτησα.
«Καὶ θὰ τὸ ἀξίωνε καὶ θὰ τὸ θεωροῦσε
δίκαιο», μοῦ ἀπάντησε, «ἀλλὰ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει».
«Δὲν σὲ ρωτῶ αὐτό», τοῦ εἶπα. «Σὲ ρωτῶ ἂν
δέχεσαι αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ: ὁ δίκαιος ἄνθρωπος δὲν ἔχει τὴν ἀξίωση οὔτε καὶ θέλει
ποτὲ νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ἕναν ἄλλο δίκαιο ἄνθρωπο· ἀλλὰ ἀπὸ ἕναν ἄδικο τὸ
θέλει».
«Ἔτσι ὅπως τὸ λὲς εἶναι», εἶπε.
Τὸν ρωτῶ τότε: «Μὲ τὸν ἄδικο, ὅμως, τί
γίνεται; Θέλει ὁ ἄδικος καὶ ἀξιώνει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ τὸν δίκαιο καὶ νὰ ὑπερβαίνει
τὰ ὅρια τῆς δίκαιης πράξης;»
«Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν τὸ θέλει ὁ ἄνθρωπος
ἐκεῖνος ποὺ ἀξιώνει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους;» μοῦ ἀπάντησε.
«Συνεπῶς ὁ ἄδικος ἄνθρωπος», του εἶπα, θὰ
θέλει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον ἄδικο ἄνθρωπο, θὰ ὑπερβαίνει τὰ
ὅρια τῆς δίκαιης πράξης καὶ θὰ ἀνταγωνίζεται τοὺς πάντες, προκειμένου νὰ πάρει
τοῦ λόγου του περισσότερα ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἔτσι εἶναι;»
«Ναί, ἔτσι εἶναι», μοῦ εἶπε.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.























