ΑΙΣΧΥΛΟΣ
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 192-247)
ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ
ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ
Ὅταν ἀπὸ τὰ μέρη τοῦ
Στρυμώνα φυσήξανε ἄνεμοι,
οἱ ἄντρες ράθυμοι ἐγινῆκαν
ὅλοι… ἁπαξάπαντες…
καὶ πιάσαν νὰ χασομεροῦν
— τοὺς τσάκιζε ἡ πείνα·
δὲν μπόραγαν νὰ φύγουν τὰ
καράβια, τὰ σκοινιὰ κοβόντουσαν,
χανόταν χρόνος, τὸ ἄνθος
τῆς νεολαίας τῶν Ἀργείων μαραινόταν·
κι ἐκτὸς ἀπ’ τὴν πικρὴ
κακοκαιρία
στοὺς νέους
φάρμακο-φαρμάκι ὁ μάντης πρόσφερε
τῆς Ἄρτεμης τὸ ὄνομα
προφέροντας.
Μετὰ οἱ ἀρχηγοὶ πετάξανε
τὰ σκῆπτρα τους στὸ χῶμα·
τῶν Ἀτρειδῶν τὰ μάτια μὲς
στὰ δάκρυα ἐκολυμποῦσαν.
Τότε ὁ μεγαλύτερος στὴν ἡλικία
βασιλιὰς τὸ λόγο πῆρε καὶ εἶπε:
«Συμφορὰ θὰ μ’ εὕρει
μαύρη, ἐὰν δὲν ὑπακούσω·
μὰ μαύρη θά ’ν’ κι ἡ
συμφορά, ὀιμέ,
καὶ τὸ παιδί μου ἂν σφάξω
— τοῦ σπιτιοῦ μου τὸ στολίδι·
τὰ χέρια μου τὰ πατρικὰ θὰ
βάψω… θὰν τὰ μολύνω
μὲ τὸ παρθενικό της αἷμα
τὸ χυμένο δίπλα στὸν βωμό.
Καὶ ποιά ἀπ’ τὶς δύο τους
δὲν εἶναι τάχα μαύρη συμφορά;
Καὶ πῶς τὰ πλοῖα μου μπορῶ
ἐγὼ νὰ ἐγκαταλείψω;
Καὶ τοὺς συμμάχουν πῶς
μπορῶ ἐγὼ νὰ τοὺς προδώσω;
Ὄχι, καθόλου ἀθέμιτο δὲν
εἶναι νὰ ποθεῖς πολὺ
τοὺς ἄνεμους, ὅταν
λυσσομανοῦν, νὰ σταματήσεις…
μὲ μιὰ θυσία νὰ τοὺς
κάνεις πιὰ νὰ μὴ φυσᾶνε —
μ’ αἷμα ποὺ θὰ χυθεῖ
παρθενικό…
Μακάρι νά ’βγει τοῦτο σὲ
καλό, μακάρι».
Κι ἀφοῦ ἐμπῆκε στῆς ἀνάγκης
τὸν ζυγό,
ἄνεμος δυσεβὴς ἐφύσηξε καὶ
ἀνίερος,
καὶ τὰ μυαλὰ τοῦ πῆρε.
Τὴ γνώμη τότε ἀλλάζοντας,
μεμιᾶς ὁ νοῦς του
κατεβάζει
ὅ,τι πιὸ τολμηρό… ὅ,τι πιὸ
ἀπόκοτο
μπορεῖ κανεὶς νὰ φανταστεῖ…
—
ἀποθρασύνονται οἱ ἄνθρωποι,
ὅποτε σκέπτονται αἰσχρά:
παραφρονοῦν καὶ δυστυχοῦν,
τῶν συμφορῶν αὐτή ’ναι ἡ
πρώτη-πρώτη αἰτία.
Κι ἔτσι ἐτόλμησε…
τῆς κόρης του νὰ γίνει ὁ
θύτης ἀποτόλμησε
καὶ τοῦ πολέμου ἀρωγός:
νὰ τιμωρήσει τὴν ἀπαγωγὴ
κάποιας γυναίκας θέλησε…
μὲ τὴ θυσία τῆς κοπέλας
ζήτησε
ἄνεμο νὰ ἔχουνε τὰ πλοῖα
τοῦ στρατοῦ του οὔριο.
Ἐκεῖ οἱ φιλόμαχοι ἀρχηγοὶ δὲν ἄκουσαν καθόλου
τὶς ἱκεσίες, τὶς φωνὲς τῆς
κόρης στὸν πατέρα της,
οὔτε λογάριασαν τὰ
τρυφερά της νιάτα.
Μετὰ ἀπὸ τὶς εὐχὲς τοὺς
δούλους διέταξε ὁ πατέρας της,
χωρὶς στιγμὴ κὰν νὰ
διστάσει, νὰν τήνε πιάσουν
καὶ τυλιγμένη ὅπως ἤτανε
στὰ πέπλα της
νὰν τήνε πᾶνε τὴν κοπέλα
σηκωτὴ μπρὸς στὸν βωμὸ
καὶ σὰ σφαχτὸ νὰν τήνε
ρίξουν μπρούμυτα
καὶ νὰ τῆς ἔχουν τ’ ὄμορφό
της στόμα φιμωμένο.
Δὲν ἔπρεπε κατάρα τὸ παιδὶ
νὰ ξεστομίσει
ἐνάντια στοὺς δικούς του
— γι’ αὐτὸ τὸ φίμωσαν.
Μὲ στόμα φιμωμένο ἀδύνατο
εἶναι τώρα νὰ μιλήσει.
Τὸ πέπλο της, κροκάτο,
πέφτει ὕστερα στὸ χῶμα.
Μὲ βλέμμα, ποὺ τὸν οἶκτο ἐγεννοῦσε,
τοὺς δήμιους ἕναν-ἕνανε
τοξεύει.
Ἔμοιαζε ἐκείνη τὴ στιγμὴ
σὰν ζωγραφιὰ
ποὺ ἔδειχνε χείλη ἕτοιμα
ν’ ἀρχίσουν νᾶ μιλοῦν γλυκά… —
δὲν ἦταν δὰ καὶ λίγες οἱ
φορὲς
ποὺ τὸ κορίτσι ἐτραγουδοῦσε
στὸ παλάτι,
ὅταν τοὺς φίλους του ὁ
πατέρας της καλοῦσε.
Μὲ τὴν ἁγνὴ παρθενικὴ
φωνή της πάντα
τὴν τρίτη τοῦ καλότυχου
παιάνα τὴ σπονδὴ
ποὺ ἔκανε ὁ πατέρας της ὑοπέροχα
τιμοῦσε —
καὶ τὴν τιμοῦσε μὲ ὅλη τὴν
καρδιά της πάντα.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

























