Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΙΣΧΥΛΟΣ, ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 192-247)

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 

Ὅταν ἀπὸ τὰ μέρη τοῦ Στρυμώνα φυσήξανε ἄνεμοι,

οἱ ἄντρες ράθυμοι ἐγινῆκαν ὅλοι… ἁπαξάπαντες…

καὶ πιάσαν νὰ χασομεροῦν — τοὺς τσάκιζε ἡ πείνα·

δὲν μπόραγαν νὰ φύγουν τὰ καράβια, τὰ σκοινιὰ κοβόντουσαν,

χανόταν χρόνος, τὸ ἄνθος τῆς νεολαίας τῶν Ἀργείων μαραινόταν·

κι ἐκτὸς ἀπ’ τὴν πικρὴ κακοκαιρία

στοὺς νέους φάρμακο-φαρμάκι ὁ μάντης πρόσφερε

τῆς Ἄρτεμης τὸ ὄνομα προφέροντας.

Μετὰ οἱ ἀρχηγοὶ πετάξανε τὰ σκῆπτρα τους στὸ χῶμα·

τῶν Ἀτρειδῶν τὰ μάτια μὲς στὰ δάκρυα ἐκολυμποῦσαν.

 

Τότε ὁ μεγαλύτερος στὴν ἡλικία βασιλιὰς τὸ λόγο πῆρε καὶ εἶπε:

«Συμφορὰ θὰ μ’ εὕρει μαύρη, ἐὰν δὲν ὑπακούσω·

μὰ μαύρη θά ’ν’ κι ἡ συμφορά, ὀιμέ,

καὶ τὸ παιδί μου ἂν σφάξω — τοῦ σπιτιοῦ μου τὸ στολίδι·

τὰ χέρια μου τὰ πατρικὰ θὰ βάψω… θὰν τὰ μολύνω

μὲ τὸ παρθενικό της αἷμα τὸ χυμένο δίπλα στὸν βωμό.

Καὶ ποιά ἀπ’ τὶς δύο τους δὲν εἶναι τάχα μαύρη συμφορά;

Καὶ πῶς τὰ πλοῖα μου μπορῶ ἐγὼ νὰ ἐγκαταλείψω;

Καὶ τοὺς συμμάχουν πῶς μπορῶ ἐγὼ νὰ τοὺς προδώσω;

Ὄχι, καθόλου ἀθέμιτο δὲν εἶναι νὰ ποθεῖς πολὺ

τοὺς ἄνεμους, ὅταν λυσσομανοῦν, νὰ σταματήσεις…

μὲ μιὰ θυσία νὰ τοὺς κάνεις πιὰ νὰ μὴ φυσᾶνε —

μ’ αἷμα ποὺ θὰ χυθεῖ παρθενικό…

Μακάρι νά ’βγει τοῦτο σὲ καλό, μακάρι».

 

Κι ἀφοῦ ἐμπῆκε στῆς ἀνάγκης τὸν ζυγό,

ἄνεμος δυσεβὴς ἐφύσηξε καὶ ἀνίερος,

καὶ τὰ μυαλὰ τοῦ πῆρε.

Τὴ γνώμη τότε ἀλλάζοντας,

μεμιᾶς ὁ νοῦς του κατεβάζει

ὅ,τι πιὸ τολμηρό… ὅ,τι πιὸ ἀπόκοτο

μπορεῖ κανεὶς νὰ φανταστεῖ… —

ἀποθρασύνονται οἱ ἄνθρωποι, ὅποτε σκέπτονται αἰσχρά:

παραφρονοῦν καὶ δυστυχοῦν,

τῶν συμφορῶν αὐτή ’ναι ἡ πρώτη-πρώτη αἰτία.

Κι ἔτσι ἐτόλμησε…

τῆς κόρης του νὰ γίνει ὁ θύτης ἀποτόλμησε

καὶ τοῦ πολέμου ἀρωγός:

νὰ τιμωρήσει τὴν ἀπαγωγὴ κάποιας γυναίκας θέλησε…

μὲ τὴ θυσία τῆς κοπέλας ζήτησε

ἄνεμο νὰ ἔχουνε τὰ πλοῖα τοῦ στρατοῦ του οὔριο.

 

Ἐκεῖ οἱ φιλόμαχοι  ἀρχηγοὶ δὲν ἄκουσαν καθόλου

τὶς ἱκεσίες, τὶς φωνὲς τῆς κόρης στὸν πατέρα της,

οὔτε λογάριασαν τὰ τρυφερά της νιάτα.

Μετὰ ἀπὸ τὶς εὐχὲς τοὺς δούλους διέταξε ὁ πατέρας της,

χωρὶς στιγμὴ κὰν νὰ διστάσει, νὰν τήνε πιάσουν

καὶ τυλιγμένη ὅπως ἤτανε στὰ πέπλα της

νὰν τήνε πᾶνε τὴν κοπέλα σηκωτὴ μπρὸς στὸν βωμὸ

καὶ σὰ σφαχτὸ νὰν τήνε ρίξουν μπρούμυτα

καὶ νὰ τῆς ἔχουν τ’ ὄμορφό της στόμα φιμωμένο.

Δὲν ἔπρεπε κατάρα τὸ παιδὶ νὰ ξεστομίσει

ἐνάντια στοὺς δικούς του — γι’ αὐτὸ τὸ φίμωσαν.

 

Μὲ στόμα φιμωμένο ἀδύνατο εἶναι τώρα νὰ μιλήσει.

Τὸ πέπλο της, κροκάτο, πέφτει ὕστερα στὸ χῶμα.

Μὲ βλέμμα, ποὺ τὸν οἶκτο ἐγεννοῦσε,

τοὺς δήμιους ἕναν-ἕνανε τοξεύει.

Ἔμοιαζε ἐκείνη τὴ στιγμὴ σὰν ζωγραφιὰ

ποὺ ἔδειχνε χείλη ἕτοιμα ν’ ἀρχίσουν νᾶ μιλοῦν γλυκά… —

δὲν ἦταν δὰ καὶ λίγες οἱ φορὲς

ποὺ τὸ κορίτσι ἐτραγουδοῦσε στὸ παλάτι,

ὅταν τοὺς φίλους του ὁ πατέρας της καλοῦσε.

Μὲ τὴν ἁγνὴ παρθενικὴ φωνή της πάντα

τὴν τρίτη τοῦ καλότυχου παιάνα τὴ σπονδὴ

ποὺ ἔκανε ὁ πατέρας της ὑοπέροχα τιμοῦσε —

καὶ τὴν τιμοῦσε μὲ ὅλη τὴν καρδιά της πάντα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ AMΠOY XAMINT ΑΛ-ΓΚΑΖΑΛΙ, 2



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ AMΠOY XAMINT ΑΛ-ΓΚΑΖΑΛΙ, 2

 

Α.

Νεκρὴ μιὰ φύση: λίγα φροῦτα στὸ τραπέζι,

κρασὶ σὲ δυὸ ποτήρια, μιὰ κιθάρα παίζει —

τὰ δάχτυλα τὴν κολακεύουν τῆς σελήνης

μὲ ἀκόρντα ἁβρότατης βροχούλας, κι ἐξαπίνης

ἀνθίζει τὸ δωμάτιο, γίνεται ὅλο κῆπος.

Στὴν ἀληθὴ τὴ φύση: ἐδῶ φρουμάζει ὁ ἵππος

τῶν πόθων χύνοντας καταιγισμοὺς ὀνείρων:

τῆς Καλλονῆς τὸ στόμα νὰ ὁμιλεῖ τῶν μύρων

τὴ γλώσσα· ἀπὸ τὰ βλέμματά της τὸ ποτάμι

νὰ λύνεται τῶν ἡδονῶν· μὲς στὴ θαλάμη

τῶν αἰσθημάτων ἕνα ἀργὸ νὰ τρέχει μέλι

καὶ νά ’ν’ ὁ στοχασμὸς σὰν ἥλιος ποὺ ἀνατέλλει.

 

Β.

Τοῦ Θεοῦ τὸ φίλημα, ποὺ νιώθω στὴν καρδιά μου,

τὸν ἄσχετο τὸν κόκκο, πού ’μαι ἐγώ, τῆς ἄμμου

τὸν κάνει βράχο στῆς ἀγάπης σου τὴν κλίνη,

ἀκόμα κι ὅταν ἀπουσιάζεις, καὶ στὴ δίνη

βουλιάζω ἐγὼ τῆς ὄρεξης, τῆς φαντασίας.

Ποὺ σ’ ἀγαπῶ μοῦ φτάνει πάντα, κι ἐξαιτίας

τῆς πλησμονῆς μου αὐτῆς ἀρκοῦμαι σὲ ὅ,τι ξέρω.

(Γιὰ τῶν αἰσθήσεων τὸν κόσμο τὸ ἀνωτέρω

ἰσχύει εἰς ὁλόκληρον καὶ ἀλληλεγγύως.)

Στὸν κῆπο σου βλασταίνει ὁ λυρικός μου βίος.

Τὸ ἐρατεινὸ κορμί σου ὁλόδροσο εἶναι ρόδο·

στὰ χέρια μου ἂν τό ’χω ἢ στὸν ὕπνο μου σὰν τό ’δω,

τὸ δρέπω, τὸ μυρίζω, καὶ μὲς στ’ ἀνθογυάλι

τῶν στίχων μου λαλεῖ σὰν Ἰσπαχὰν ποὺ θάλλει.

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ AMΠOY XAMINT ΑΛ-ΓΚΑΖΑΛΙ, 1



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ AMΠOY XAMINT ΑΛ-ΓΚΑΖΑΛΙ, 1


Παρακαλῶ, ἄκου με ποὺ σοῦ μιλῶ, ψυχή μου,

σ’ ἐσένα ρίμες στέλνω πού ’φτιαξε ἡ φωνή μου:

Ἔφτασε ἡ ὥρα ποὺ τραγούδια λέει ἡ σελήνη,

κι εἶν’ σὰν νὰ θέλει τοὺς καημούς μου ν’ ἁπαλύνει.

Τὸ στῆθος σου, ὀμορφιά μου, ἐλευθέρωσέ το·

τὸ μάγουλό σου τὸ ἀναμμένο ἀκούμπησέ το

στὸ θερινὸ ἁβροδίαιτο ἀγέρι. Κρυμμένη

στὴ νύχτα μέσα ἡ ἀγάπη μου σὲ περιμένει.

Κοιτάζω τὴ σελήνη —ὤ, τὶ θεσπεσία ἅλως!—

καὶ τὴν ἑνώνω με τὸ ὑπέρτατό σου κάλλος.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΕΝΑΝ ΦΑΣΙΣΤΑ


PIER PAOLO PASOLINI

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΕΝΑΝ ΦΑΣΙΣΤΑ

 

To 1961 στην επιθεώρηση Vie Nuove δημοσιεύεται μια επιστολή του καθηγητή Paolo Castruccio από τη Γένοβα, δεδηλωμένου φασίστα, που είναι γεμάτη από προσβλητικές εκφράσεις εναντίον του Παζολίνι. Ο Παζολίνι του απαντά, γράφοντας μεταξύ άλλων:

 

Εσείς, όπως και όλοι οι φασίστες του τύπου σας, είστε άνθρωπος που δεν ξέρει να αγαπάει: υπάρχει μια βαθιά αναστολή που σας εμποδίζει. Η επιθετικότητά σας είναι παθολογική, όπως ακριβώς και οι ηθικολογίζουσες διαμαρτυρίες σας. Για εσάς η ζωή αποτελείται από μια σειρά «ταμπού»: Πατρίδα, Θεός, Οικογένεια, Φύλο, Παράδοση – ταμπού, που τα έχετε αποδεχθεί με τον πλέον αμιγή κομφορμισμό: με τον κομφορμισμό που είναι χαρακτηριστικός των διακατεχόμενων από αναστολές, οι οποίοι διαμαρτύρονται λεκτικά ξιφουλκώντας υπέρ μιας υγείας που οι ίδιοι δεν έχουν. Έτσι ο ναρκισσισμός σας –που γίνεται συλλογικός– βρίσκει ικανοποιήσεις που, συν τοις άλλοις, δεν είναι αυθεντικές και δεν σας σώζουν. Το πρόβλημά σας παραμένει άλυτο. Τη θεραπεία θα τη βρείτε, μόνο αν χρησιμοποιήσετε τη λογική. Αντί γι’ αυτό, όμως, προστρέχετε –ίσως χωρίς να το συνειδητοποιείτε– στον παραλογισμό ως το μόνο μέσο σας, προκειμένου να κατακτήσετε και να κατανοήσετε την πραγματικότητα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Πηγή: P.P. PASOLINI, «I tabù del fascista, Dialoghi con Pasolini», στο: «Vie Nuove», 23 Σεπτεμβρίου 1961, σελ. 24.


Η ΕΥΤΥΧΙΑ

 


ΤΑΟ ΓΟΥΑΝ ΜΙΝΓΚ

 

Η ΕΥΤΥΧΙΑ

 

Μελέτησα το χρονικό των πιο αρχαίων χρόνων.

Κοιτάζω τις εικόνες του τεράστιου κόσμου.

Στοχάζομαι και λέω ναι στο σύμπαν. Αν αυτό

δεν είναι η ευτυχία, αναρωτιέμαι: πού είναι η ευτυχία;

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΙ ΕΙΝΑΙ;

 


ΠΟ ΤΣΟΥ-ΓΙ

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ;

 

Λουλούδι θα το ’λεγες· ναι, μοιάζει, αλλά δεν είναι.

Ομίχλη θα το ’λεγες· ομίχλη μοιάζει, μα δεν είναι.

Το μεσονύχτι έρχεται, και φεύγει με το χάραμα.

 Σαν όνειρο έρχεται ανοιξιάτικο, για λίγο μόνο·

διαλύεται σαν σύννεφο, χωρίς να αφήνει χνάρια.

Τι είναι; Αχ, ποτέ δεν θα το βρείτε.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΣΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ ΠΙΝΩ ΜΟΝΟΣ ΔΙΧΩΣ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ

 


LI PO

 

ΣΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ ΠΙΝΩ ΜΟΝΟΣ ΔΙΧΩΣ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ

 

Ένα μπουκάλι με κρασί είναι στα λουλούδια ανάμεσα,
και πίνω μόνος, ολομόναχος, και η συντροφιά μού λείπει.
Σηκώνω το ποτήρι μου: Λαμπρό φεγγάρι, στην υγειά σου!
Εσύ, εγώ και ο ίσκιος μου – τρεις γίναμε οι συμπότες.

Μα το φεγγάρι, αλίμονο, κρασί πώς πίνουνε δεν ξέρει·
και ο ίσκιος μου είναι εδώ απλώς για νά ’ν’ μαζί μου.
Παρέα μου για λίγο γίνονται ο ίσκιος μου και το φεγγάρι.
Η άνοιξη μάς βλέπει και μας λέει πάντα να χαιρόμαστε.

Όταν αρχίζω εγώ να τραγουδώ, σειέται το φεγγάρι, τρεμουλιάζει·
κι όταν χορεύω, ο ίσκιος μου μπερδεύεται και χάνεται στη νύχτα.
Πριν πιούμε και μεθύσουμε, είμαστε συμπαίκτες στη χαρά,
μα σαν μεθύσουμε, ο καθένας μας τραβάει σ’  άλλο δρόμο.

Μακάρι να κρατήσει χρόνια τούτο το ταξίδι της φιλίας μας,
και ας ανταμώσουμε ξανά μακριά, πολύ μακριά, στον γαλαξία.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΠΕΤΡΑΤΟ

 



ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΠΕΤΡΑΤΟ

Συνάντηση στο Americano στον Κορυδαλλό.
Ατζέντα: Ποίηση (Καρούζος, Καρυωτάκης, Δημήτρης Χριστοδούλου), Μετάφραση, Παραστάσεις Καραγκιόζη (παίξαμε κι έναν διάλογο με τον Νιόνιο και τον Καραγιόζη ξεματιαστή του έρωτα), Αλητοδημοσιογραφία και βεβαίως Ολυμπιακός.

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 140-191)

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 

«Ἡ θεὰ ἡ καλὴ ἡ πονόψυχη

μὲ τοὺς ἀδύναμους τοὺς σκύμνους τῶν ἄγριων λεόντων

καὶ μ’ ὅλα ἐκεῖ τὰ βυζανιάρικα τῶν ἀγριμιῶν τοῦ λόγγου,

ζητάει σημάδια ν’ ἀληθέψουν τῶν πουλιῶν, ποὺ

τὴ μιάνε δείχνονται καλὰ κι εὐνοϊκὰ καὶ ποὺ

τὴν ἄλλη πάλι μαῦρα προμηνοῦν μαντάτα.

Ἀπ’ τὸν Ἀπόλλωνα, τῆς Ἄρτεμης τὸν ἀδελφό,

ποὺ τὸν καλῶ βοηθό μου,

ζητάω νὰ μὴ στείλει ἡ θεὰ στοὺς Δαναοὺς ἀντίθετους ἀνέμους,

ποὺ θὰ κρατοῦσουν τὰ καράβια

καιρὸ πολύ δεμένα στὸ λιμάνι

κι οὔτε ν’ ἀπαιτήσει κι ἄλληνε θυσία ἄνομη κι ἐνάντια στὰ ἤθη,

ποὺ αἰτία συμφορῶν θὰ γίνει στὸν οἶκο τοῦ Ἀτρέα,

ὅταν τοῦ ἄντρα ὁ φόβος θά ’χει πιὰ ἐκλείψει.

Γιατὶ κεῖ μέσα μένει ἡ τεκνόποινη Ὀργὴ καὶ κυβερνάει,

ἡ φοβερὴ καὶ δόλια, ποὺ ὅλα τὰ θυμᾶται,

καὶ γιὰ τοῦ παιδιοῦ τὸν φόνο ἐκδίκηση θὰ λάβει».

Τῆς μοίρας τὰ γραμμένα τοῦτα

καθὼς καὶ κάποια ἄλλα αἴσια μαντάτα

γιὰ τὸν βασιλικὸ τὸν οἶκο μας

ὁ Κάλχας τὰ διαλάλησε, κι ἐξήγησε τοὺς οἰωνοὺς

γιὰ τὸ ταξίδι ποὺ ἦταν ν’ ἀρχινήσει.

Μὲ τρόπο ταιριαστὸ τραγούδι ψάλε θλιβερὸ καὶ μοιρολόι.

Ἡ νίκη ἂς εἶναι πάντα τοῦ καλοῦ.

 

Ὁ Δίας, ὅποιος κι ἂν εἶναι, ἢ

ἂν Δία τοῦ ἐρέσει νὰ τὸν λένε,

ἔτσι —Δία— ἐγὼ τὸν κράζω…

Καὶ ὅσο κι ἂν ἔψαξα ἢ καὶ ὅπου δὲν ἔψαξα

κι ἀφοῦ τὰ πάντα πολὺ καλὰ τὰ ἐζύγιασα,

ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Δία

ἐγὼ δὲν βρῆκα ἄλλον γιὰ βοηθό  μου

τὸ μάταιο τῆς θλίψης βάρος ἀπ’ τὸ στῆθος μου νὰ βγάλω,.

 

Οὔτε γι’ αὐτὸν ποὺ πρῶτα ἤτανε μεγάλος καὶ τρανὸς

κι ὅλο ἐφούσκωνε ἀπ’ τὸ ἀλαζονικό του θράσος

θὰ ποῦνε αὐτὸς

πὼς ἔζησε ποτέ·

κι αὐτὸς ποὺ τὸν διαδέχτηκε

κι ἔπειτα νικημένος ἔφυγε

ἀπ’ τὸν καλύτερό του ἀντίπαλο,

μὰ κι ὅποιος ψάλει τωραδὰ μὲ τὴν καρδιά του

τοῦ Δία τὴ μεγάλη νίκη

μὲ φρόνηση πολλὴ θὰ ἐνεργεῖ.

 

Τῆς φρόνησης τὸν δρόμο γιὰ τὸν ἄνθρωπο

ὁ ἴδιος ὁ Δίας τὸν ἐχάραξε

καὶ νόμο ἀπαρασάλευτον ἐθέσπισε: ὁ παθὸς μαθός!

Καὶ στὸν ὕπνο τους ἀκόμα τῶν ἀνθρώπων

σταλιὰ-σταλιὰ μὲς στὴν καρδιά τους πέφτει ὁ πόνος… —

ὁ πόνος πέφτει γιὰ νὰν τοὺς θυμίζει τὰ παλιὰ παθήματά τους,

κι ἔτσι, ἀθέλητα ἐντελῶς, τὴ φρόνησή τους βρίσκουν.

Σὲ ποιόν θεὸ οἱ θνητοί, λοιπόν,

ἐτούτη τὴ σκληρὴ χρωστᾶνε χάρη;

Σὲ ποιόν σεμνὸ θεό,

ποὺ κάθεται σὲ θρόνο σεβαστό,

ἀλήθεια τὴ χρωστᾶνε;

 

Καὶ τότε ὁ ἡγεμόνας ὁ πρεσβύτερος τοῦ στόλου τοῦ ἀχαϊκοῦ

δὲν ἔψεξε κανέναν μάντη·

στῆς τύχης τὶς ἀναποδιὲς ἔσκυψε τὸ κεφάλι,

ὅταν ἐνάντιοι ἄνεμοι τὰ πλοῖα ἐμπόδισαν νὰ φύγουν.

Τὸ στράτευμα τῶν Ἀχαιῶν τὸ ἔτρωγε ἡ πείνα

Στὸν τόπο πού ’χε μείνει: στὴ Χαλκίδα ἀπέναντι

καὶ στ’ ἀκρογιάλια τῆς Αὐλίδας τὰ πολύφλοισβα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 


ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 










Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 

Το μόνο ιδεολογικό σύστημα, που έχει πραγματικά τυλίξει στα δίχτυα του ακόμη και τις κυριαρχούμενες τάξεις, είναι ο καταναλωτισμός, επειδή είναι το μόνο που έχει φτάσει μέχρι τέλους, απ’όπου και παράγει μιαν ορισμένη επιθετικότητα, επειδή αυτή η συγκεκριμένη επιθετικότητα είναι απαραίτητη στην κατανάλωση. Αν κάποιος είναι αυθεντικά υποτακτικός, ακολουθεί το καθαρό ένστικτο της υποταγής σαν γέρος χωρικός που έσκυβε πάντα το κεφάλι του και τα παρατούσε όλα, πράγμα που είναι τόσο υψηλό, όσο και ο ηρωισμός. Τώρα αυτό το πνεύμα της παραίτησης, της υποταγής, δεν υπάρχει πια, γιατί αλλιώς τι είδους καταναλωτής είναι αυτός που παραιτείται και αποδέχεται την αρχαϊκή και οπισθοδρομική κατάστασή του, που δεν πάει πιο κάτω; Ο καταναλωτής οφείλει να παλέψει για να ανεβάσει την κοινωνική του θέση. «Κλίνω την κεφαλή μου εν ονόματι Κυρίου» είναι πολύ σπουδαία πρόταση. Σήμερα όμως ο καταναλωτής δεν ξέρει καθόλου πώς να κλίνει… πώς να σκύβει την κεφαλή του, και στην πραγματικότητα πιστεύει ανόητα ότι το σκύβει μεν, αλλά διατηρεί τα δικαιώματά του. Στην πραγματικότητα είναι πάντα εκεί, απαιτεί τα δικαιώματά του, πιστεύει σε αυτά, πλην όμως είναι ένας φουκαράς ηλίθιος.

Δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει ποτέ κοινωνία, στην οποία ο άνθρωπος θα είναι ελεύθερος. Επομένως, είναι μάταιο να ελπίζουμε.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Πηγή: "Conversazioni con Gideon Bachmann", Cinecittà, 28 Απριλίου 1975, και στο Pier Paolo Pasolini: Polemica, politica, potere, Chiarelettere (2015), pp.125-133.

 

ΤΑΛΕΜΠ ΑΛ-ΡΕΦΑΙ


 

Αναμνηστική φωτογραφία μετά την παρουσίαση του βιβλίου του Τάλεμπ Αλ_Ρεφάι στο 54ο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως.
Από αριστερά προς τα δεξιά: Βασίλης Κατσικέας, εγώ, Τάλεμπ Αλ_Ρεφάι, Κωνσταντίνος Κατσικέας, Ρόνι Μπου Σάμπα.






Το βιβλίο του Τάλεμπ Αλ-Ρεφάι, η αφιέρωση σε εμένα και τα καλούδια από το Κουβέιτ: βασιλικοί χουρμάδες γεμιστοί με χλωρό ακόμα καρύδι!

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΡΗΜΟΣ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΡΗΜΟΣ

 

Καμία έρημος δεν θα είναι ποτέ πιο έρημη από ένα σπίτι, από μια πλατεία, από έναν δρόμο όπου ζουν άνθρωποι το χίλια εννιακόσια εβδομήντα μετά Χριστόν. Εδώ βρίσκεται η μοναξιά. Βρίσκεσαι να στρυμώχνεσαι με τον γείτονά σου, που ψωνίζει στα ίδια πολυκαταστήματα μ’ εσένα, πελάτης όντας και αυτός στα στα ίδια καταστήματα μ’ εσένα, αναγνώστης των ίδιων εφημερίδων μ’ εσένα, θεατής της ίδιας τηλεόρασης μ’ εσένα – και παντού σιωπή. Για την έρημο  δεν υπάρχει άλλη μεταφορά από την καθημερινή ζωή. Και είναι μη αναπαραστάσιμη, ακριβώς επειδή είναι η σκιά της ζωής: και οι σιωπές της είναι σιωπές εσωτερικές. Είναι αγαθό ειρήνης. Μόνο που η ειρήνη δεν είναι πάντοτε καλύτερη από τον πόλεμο. Σε μια ειρήνη κυριαρχούμενη από την εξουσία μπορεί κανείς να διαμαρτυρηθεί με το να μη θέλει να υπάρχει άλλο.

 

Μετάφραση:  Γιώργος Κεντρωτής.

Πηγή: «Appunti per un film su san Paolo», στο «Sceneggiature e trascrizioni», Per il cinema, τ. II, 1975.


Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ


 

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 84-139)

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 

Μὰ ἐσὺ τοῦ Τυνδάρεω κόρη, βασίλισσά μας Κλυταιμήστρα,

λέγε τί συμβαίνει; Τί νέα;… Ποιό μήνυμα σοῦ ’ρθε;

Τί ἄκουσες καὶ στέλνεις παντοῦ νὰ κάνουνε θυσίες;

Τῶν θεῶν τῶν πολιούχων ὅλων οἱ βωμοί

—καὶ τῶν ὕψιστων, καὶ τῶν χθόνιων,

καὶ τῶν οὐράνιων, καὶ τῶν διοικούντων τὴν ἀγορά—…

ὅλοι τους καῖνε μὲ τῶν θυσιῶν τὰ δῶρα.

Παντοῦ ἐλάμπανε φωτιές, παντοῦ,…

καὶ ἀνεβαίνουνε οἱ φωτιὲς στοὺς οὐρανοὺς

φουντωμένες ἀπὸ εὐωδιὲς ἁγνές, ἀπὸ μύρα ἁπαλά,

κι ἀπὸ τὸ λάδι ποὺ ἀπ’ τῶν ἀνακτόρων βγαίνει τὰ ὑπόγεια.

Σ’ αὐτὰ ποὺ εἶπα καὶ σὲ ρώτησα

ἀπάντηση παρακαλῶ νὰ δώσεις —

πές… πὲς ὅσα μπορεῖς,…

καὶ ὅ,τι ἐπιτρέπεται νὰ πεῖς σ’ ἐμένα πές το.

Τὴν ἄγνοια τώρα γιάτρεψέ μου, τὴν ἄγνοια

ποὺ τὴ μιὰ κακὰ μοῦ προμηνάει

καὶ τὴν ἄλλη μ’ ἐλπίδες, ἀπ’ τὶς θυσίες ποὺ ὅρισες, μὲ τρέφει —

ἐλπίδες ποὺ διώχνουνε μακριά, στοὺς πέντε ἀνέμους,

τὶς ἄπληστές μου μέριμνες καὶ τὴ βαθιὰ τὴ λύπη…

τὴ λύπη ποὺ μοῦ τρώει, μοῦ μασάει τὰ φυλλοκάρδια.

 

Καὶ ξέρω καὶ μπορῶ τὸν αἴσιο οἰωνὸ νὰ ψάλω τώρα·

τὸν εἶδαν, γιὰ πόλεμο ὅταν ἐκινήσανε, οἱ γενναῖοι ἄντρες·

γέρος ἐγὼ ξεγέρος, τὴν ἔχω ἀκόμα τὴ θεϊκὴ τὴν τέχνη

νὰ τραγουδῶ τραγούδια… νὰ τὰ λέω, καὶ νὰ πείθω.

Γι’ αὐτὸ θὰ ψάλω ἐδῶ τὸ τραγούδι αὐτὸ ποὺ λέει

ὅτι τὸ διπλόθρονο τῶν Ἀχαιῶν τὸ κράτος,

τοὺς δύο ἀχαιοὺς βασιλεῖς, ποὺ κυβερνοῦν τὰ νιάτα τῆς Ἑλλάδας,

τοὺς στέλνει τὸ ὄρνιο τοῦ πολέμου

στὴ γῆ νὰ πᾶν τῆς Τροίας καὶ νὰ πολεμήσουν

στὰ χἐρι τους κρατώντας ἀκόντια δυνατά —

νὰ πολεμήσουνε στὴν Τροία κι ἐκδίκηση νὰ πάρουν.

Στοὺς δύο βασιλεῖς τῶν πλοίων

δύο βασιλεῖς πουλιῶν ἔδωσαν τὸ μήνυμα…

στὸ παλάτι δίπλα, ἀπ’ τὴ δεξιὰ μεριά, σὲ μέρος ἀνοιχτό…

ἕνα μελανὸ ἤτανε πουλί, μαῦρο, καταμέλανο,

καὶ τ’ ἄλλο ἤτανε μὲ τὴν οὐρά του ὁλόλευκη…

Ἐφάνηκαν καὶ κατασπάραξαν λαγίνα γκαστρωμένη,

καὶ τὰ παιδιά της δὲν προλάβανε νὰ φτάσουν ὣς στὴ γέννα.

Τραγούδι ψάλε θλιβερὸ καὶ μοιρολόι.

Ἡ νίκη ἂς εἶναι πάντα τοῦ καλοῦ.

 

Ὁ πάνσοφος ὁ μάντης τοῦ στρατοῦ,

τοὺς δύο λαγοφόνους ἀετοὺς σὰν εἶδε,

κατάλαβε πὼς εἶν’ οἱ δυὸ πολέμαρχοι Ἀτρεῖδες,

καὶ τὰ σημεῖα ἐξηγώντας εἶπε:

«Μὲ τὰ χρόνια ὁ στρατὸς ποὺ φεύγει τώρα

τοῦ Πρίαμου τὴν πόλη θὲ ν’ ἁλώσει·

τὰ πλούτη της τ’ ἀμύθητα, τὰ συναγμένα μὲς στοὺς πύργους,

ἡ Μοίρα μὲ τὴ βία θὰν τ’ ἁρπάξει. Φτάνει…

φτάνει μόνο μὴν καὶ κάποιος φθονερὸς θεὸς

τυλίξει μὲ σκοτάδια κι ἀφανίσει, πρὶν τὴν ὥρα ἐκείνη,

τὸν ἑλληνικὸ στρατό, καθὼς θὰ σφίγγει σὰν χαλκὰς τὴν Τροία…

Γιατὶ ἀπὸ οἶκτο ἐξάπτεται ἡ Ἄρτεμη, ἡ θεὰ ἡ παρθένα·

τὸ μίσος της ἐνάντια στρέφει στὰ πουλιά,

τὰ φτερωτὰ σκυλιὰ τοῦ Δία, τοῦ πατέρα της,

ποὺ κατασπάραξαν τὴ δύστυχη λαγίνα μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της,

πρὶν καλὰ-καλὰ ἀκόμα τὰ γεννήσει —

τῶν ἀετῶν μισεῖ ἡ θεὰ τ’ ἀπαίσια δεῖπνα».

Τραγούδι ψάλε θλιβερὸ καὶ μοιρολόι.

Ἡ νίκη ἂς εἶναι πάντα τοῦ καλοῦ.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.