Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Ο ΧΟΡΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 351-487)

Ο ΧΟΡΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 

Γυναίκα, γνωστικὰ μιλᾶς, σὰν ἄντρας φρόνιμος.

Ἐγώ, ποὺ μόλις ἄκουσα τὶς πειστικές σου ἀποδείξεις,

ἕτοιμος εἶμαι κιόλας τοὺς θεοὺς νὰ ὑμνήσω·

ἀντάξια ἀνταμοιβὴ μᾶς δώσανε

γιὰ τοὺς μεγάλους μας τοὺς κόπους.

 

Ὦ Δία βασιλιὰ καὶ ὦ Νύχτα ἀγαπημένη,

τὸν κόσμο τὸν μεγάλο τ’ οὐρανοῦ μᾶς χάρισες.

Τῆς Τροίας τὸ κάστρο ἐτύλιξες

μὲ δίχτυ ἄσπαστο, πυκνό. Κανένας ἄντρας,

οὔτε μικρὸς οὔτε μεγάλος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ περάσει,

ἀπ’ τὴν πελώρια ἀπόχη τῆς δουλείας νὰ ξεφύγει —

μι’ ἀπόχη ποὺ ὅλα πάντα τὰ τσακώνει.

Τὸ μέγα ξένιο Δία σέβομαι ποὺ ἔκανε τὰ πάντα,

καὶ στὸν Πάρη ἐνάντια

ἀπὸ καιρὸ πολὺ

τὸ τόξο του σωστὰ ἐτάνυζε,

γιὰ νὰ μὴν πάει τὸ βέλος του χαμένο:

οὔτε ριγμένο πρόωρα

οὔτε ψηλὰ πρὸς τ’ ἄστρα.

 

Τοῦ Δία —λέν— τὸ χτύπημα καὶ τὴν πληγὴ

πολὺ εὔκολα τὰ βλέπεις.

Καὶ ὅπως ὅρισε, ἔπραξε.

Καὶ ὅποιος εἶπε πὼς οἱ θεοὶ γιὰ τοὺς θνητοὺς δὲν νοιάζονται,

ὅταν οἱ θεοὶ τοὺς βλέπουν ν’ ἀσεβοῦν

μπροστὰ σ’ αὐτὰ ποὺ ὀφείλουν σέβας,

αὐτὸς εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος ἀσεβὴς ἀπ’ ὅλους.

Οἱ ἀπόγονοι καλὰ τὸ ξέρουν

πὼς φέρνει συμφορὲς

ὅποιος μοχθηρός, μὲ θράσος ὁπλισμένος,

πόλεμο ἄδικο κι ἀνώφελο ζητᾶ νὰ κάνει,

κι ἂς εἶν’ τὸ σπίτι του γεμάτο μ’ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ

τοῦ φτάνουν καὶ τοῦ περισσεύουν.

Ὁ φρόνιμος ποὺ ἔχει λίγα, μὰ τοῦ φτάνουνε,

μακάρι στὴ ζωὴ κακὸ καὶ συμφορὰ νὰ μὴ γνωρίσει.

Ὅποιος γιὰ πλούτη πλεονεκτεῖ καὶ δὲν χορταίνει,

ὅποιος κλοτσάει καὶ γκρεμίζει

τῆς Δίκης τὸν βωμὸ τὸν σεβαστὸ

ν’ ἀφανιστεῖ τοῦ ’ναι γραμμένο.

 

Ἡ πανάθλια Πειθώ, ἡ θυγατέρα ἡ φριχτὴ τῆς Ἄτης,

ποὺ σκέφτεται πρὶν ἀπ’ αὐτόν,

τὸν χαμό του ἔχει προγράψει·

κι ὅλα τὰ γιατρικὰ εἶναι μάταια, γιατὶ

τὸ κακὸ πιὰ νὰ κρυφτεῖ δὲν γίνεται·

ἡ συμφορά του λάμπει μ’ ἕνα φῶς τρομαχτικό·

καὶ ὅπως ὁ χαλκὸς τοῦ κίβδηλου νομίσματος

ἀπ’ τὰ πολλὰ τὰ χέρια ποὺ τὸ πιάνουνε

μαυρίζει, καὶ μαυρίζει ὁλοένα πιὸ πολύ,

ἔτσι κι αὐτός —ποὺ σὰν παιδάκι

πουλιὰ νὰ πιάνει στὸν ἀέρα ἐγύρευε—

κίβδηλος ἀποδείχνεται καὶ σκάρτος·

τὴν πόλη του σὲ ὄνειδος βαρὺ τὴ ρίχνει… ἀβάσταχτο.

Κανεὶς θεὸς δὲν ἀκούει τότε ἱκεσίες·

τὸν ἄδικο τὸν ἄντρα, τὸν θνητό,

ποὺ μόνο ἀδικίες στὸν νοῦ του ἔχει νὰ τελεῖ,

τὸν τελειώνει.

Ἔτσι ἄδικος ἤτανε κι ο Πάρης:

σὰν ἦρθε στῶν Ἀτρειδῶν τ’ ἀνάκτορα,

ἐμπῆκε καὶ ἀτίμασε τὸ φιλόξενο τραπέζι, ποὺ στρωμένο τοῦ ’χαν,

τὴ γυναίκα τοῦ σπιτιοῦ ἁρπάζοντας.

 

Κι ἐκείνη, φεύγοντας, στῆς πόλης τοὺς κατοίκους ἄφησε…

πίσω της ἄφησε μόνο τῶν ἀσπίδων κρότους,

τοὺς λόχους καὶ τὰ ὅπλα τῶν ναυτῶν· καὶ στὸ Ἴλιο…

στὸ Ἴλιο, ἀντί τὴν προίκα της, τὸν ὄλεθρο ἐκουβάλησε·

κι ἀφοῦ μὲ πόδι γρήγορο δρασκέλισε τίς πόλεις,

τολμώντας ὅ,τι ἀτόλμητο,

τῶν ἀνακτόρων οἱ προφῆτες βαριανάστεξαν καὶ εἶπαν:

«Ἂχ παλάτια… ἂχ παλάτια ἐσεῖς καὶ ἄρχοντες,

ἂχ κλίνες τοῦ ἔρωτα μὲ χνάρια τῆς γυναίκας πού, ἄχ, ἐπάνω σας ἔγειρε,

τοὺς ἄντρες ποθώντας καὶ ἀγαπώντας σφόδρα.

Θὰ δεῖτε… τὸν ἄντρα θὰ δεῖτε,

βουτηγμένον στὴ σιωπὴ καὶ στὴ ντροπή,

νὰ μἠ μιλάει…

πικρὸ στὰ χείλη λόγο νὰ μὴν ἔχει·

καὶ τὴ γυναίκα, ποὺ ἔφυγε καὶ θάλασσες πολλὲς ἐπέρασε,

θὰ τόνε δεῖτε βαριὰ νὰ λαχταρᾶ, καὶ νὰ θαρρεῖ

πὼς τὸ παλάτι τώρα τὸ φάντασμά της διοικεῖ.

Τ’ ἀγάλματά της τὰ ὑπέροχα, μ’ ὅλη τὴ χάρη τους,

χαρὰ καμία τώρα πλέον δὲν τοῦ δίνουν·

ἀφοῦ δὲν τήνε βλέπουν πιὰ τὰ μάτια του,

ὁ ὅποιος πόθος γιὰ ἐρωτικὴ συνεύρεση τοῦ ἔχει φύγει.

 

Στὸν ὕπνο του ὁ ἄντρας πένθιμα ὄνειρα ὅλο βλέπει·

χαρὲς χαραμισμένες ἔρχονται

νὰ τοῦ θυμίζουν — μάταια ὅλα,

γιατὶ καὶ ὄνειρα εὐχάριστα ἂν τύχει νά ’χει δεῖ,

ἀπὸ τὰ χέρια του μεμιᾶς τοῦ φεύγει ἡ χαρά, τὴ χάνει,

στοὺς δρόμους χάνεται τοῦ ὕπνου — ἀλλάζει ἡ εἰκόνα».

Τέτοια… τέτοια θλίψη

ἔχει πέσει μέσα στὸ παλάτι… τέτοια… —

ὑπάρχει ὡστόσο καὶ βαρύτερή της.

Σὲ ὅσους ἀπ’ τὴ χώρα τὴν ἑλληνικὴ

ἐκίνησαν μαζὶ ν’ ἁλώσουνε τὴν Τροία

πένθος ἔπεσε βαρὺ

καὶ σ’ ὅλων τους τὰ σπίτια βασιλεύει·

πολλὰ τὰ βάσανα ποὺ σφίγγουνε καὶ πνίγουν τὴν καρδιά τους.

Καθένας ξέρει, ναί, ποιούς ἔστειλε στὴν Τροία·

μὰ ἀντὶ γι’ ἀνθρώπους

στοῦ καθενὸς τὸ σπίτι

ὑδρίες τώρα ἔρχονται —

νεκρικὲς ὑδρίες γεμάτες τέφρα.

 

Ὁ Ἄρης, ποὺ κουφάρια ἀλλάζει μὲ χρυσάφι,

καὶ νίκη ἢ ἣττα δίνει στὰ δόρατα τῆς μάχης,

ἀπὸ τὴν Τροία τώρα

στοὺς συγγενεῖς τῶν μαχητῶν

δὲν στέλνει πίσω ἄντρες,

μὰ στάχτη ἀπὸ τὴ ταφικὴ πυρά, ναί, στάχτη,

στάχτη πικρή, στάχτη πικρὰ κλαμένη —

γεμάτες στάχτη ἔρχονται οἱ νεκρικὲς ὑδρίες,

οἱ σὰν φτερὰ ἐλαφρές, οἱ τόσο μὰ τόσο ἀνάλαφρες.

Θρῆνοι κι ἐγκώμια ἀκούγονται γιὰ τοὺς χαμένους —

γιὰ τὸν ἕνανε λὲν πὼς ἦταν λέοντας στὴ μάχη,

καὶ γιὰ τὸν ἄλλον ὅτι ἔπεσε ἡρωικῶς μαχόμενος

«γιὰ μιὰ γυναίκα ξένη».

Λόγια τέτοια μουρμουρίζουν ὅλοι —

καὶ ἄφατη… ἄφατη εἶναι ἡ θλίψη τους,

καὶ μέσα τους ὁ φθόνος τὴν καρδιά τους καίει γιὰ τοὺς Ἀτρεῖδες

ποὺ ἐκδίκηση στὸ Ἴλιο νὰ πάρουν πῆγαν.

Καὶ γύρω ἀπὸ τὰ τρωικὰ τὰ τείχη

ὑπάρχουν κι ἄλλοι ποὺ τὰ πτώματά τους

—ποὺ ἦταν κάποτε ὄμορφα κορμιά—

ἡ γῆς ἡ ἐχθρικὴ τὰ σκέπασε καὶ τά ’κανε δικά της.

 

Βαριὰ εἶναι τοῦ λαοῦ ἡ ὀργή·

τῆς δικιᾶς του κατάρας τὸ χρέος πληρώνεται.

Μὲς στὸ σκοτάδι βρίσκομαι τώρα

καὶ ἀπὸ τὴν ἀγωνία λειώνω

μαντάτο μὴν ἀκούσω μαῦρο.

Τοὺς φοβεροὺς φονιάδες οἱ θεοί… —

ποτέ… τὸ μάτι τῶν θεῶν καθόλου δὲν ξεχνάει·

θὲ νά ’ρθει ὥρα ποὺ οἱ ζοφερὲς οἱ Ἐρινύες

ὅποιον εὐτύχησε ἄδικα ἀπὸ τὴ δυστυχία τῶν ἄλλων

στὴ δυστυχία θὰ τὸν ρίξουν·

καὶ ὅποιον ἐπέταξαν ἐκεῖ

κανεὶς καὶ τίποτα κατόπιν δὲν τὸν σώζει.

Φιλοδοξία ὑπέρμετρη βάρος εἶναι μέγα, ἀσήκωτο.

Μὲς στὸ παλάτι

πέφτει τοῦ Δία ὁ κεραυνός.

Τὴν εὐτυχία προτιμῶ ποὺ δὲν γεννάει φθόνο·

οὔτε ἐπιθυμῶ ν’ ἁλώσω πόλεις,

μὰ οὔτε καὶ τὴ ζωή μου νὰν τὴ δῶ

σκλάβα νά ’ναι σ’ ἄλλους θὰ ἤθελα.

 

Ἡ φλόγα μὲ τὴ χαρμόσυνη εἴδηση γυρνάει γοργοπόδαρη

σ’ ὅλους τῆς πόλης μας τοὺς δρόμους·

ἀλήθεια νά ’ναι ἢ τάχα κάποιου θεοῦ τὸ ψέμα;

Καὶ ποιός νὰ ξέρει;… ποιός νὰ ξέρει;

Ποιός ἔχει ὅμως τὸ μυαλὸ παιδιοῦ ἢ κουνημένες φρένες

κι ἀφήνει τὴν καρδιά του ν’ ἀνάβει ἀπ’ τὴν ἐλπίδα

καὶ ὕστερα… ὕστερα ν’ ἀλλάζουν τὰ σημάδια

καὶ νὰ τὸν τρώει ἡ θλίψη; Μόνο οἱ γυναῖκες!...

Μόνο αὐτὲς πιστεύουν ὅ,τι τοὺς ἀρέσει,

ἀκόμα καὶ προτοῦ φανεῖ ἂν εἶναι ἀλήθεια.

Πολὺ εὐκολόπιστες εἶναι οἱ γυναῖκες — πολύ·

ὁ νοῦς τους τρέχει γρήγορα. Μὰ ἡ φήμη,

ποὺ γρήγορα ἀπ’ τὸ στόμα τους πετιέται,

ἀκόμα γρηγορότερα χάνεται καὶ σβήνει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

ΟΙ ΗΡΩΕΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΟΙ ΗΡΩΕΣ

 

Σ’ αυτό εδώ το πλοίο του ματωμένου βάλτου,

πολλοί λαβώθηκαν, πολλοί έπεσαν·

όλους τους κατάπιε η άθλια άβυσσος

με τα βασανιστήρια και με τους φυλακισμένους της.

Γι’ αυτό το κάστρο της απανθρωπίας έχουν

στην Ουάσινγκτον και σφαίρες και χρήμα· εκεί

ο υιός Τρουχίγιο τον ζεν πρεμιέ επαγγέλλεται:

χολιγουντιανός σωστός, και κύριος καθώς πρέπει.

Αλλά οι φοιτητές που το κακό πυροβολούν

—μόνοι, ολομόναχοι, διασκορπισμένοι—

δεν θα ’βρουν στην Πρεσβεία άσυλο,

ούτε στο λιμάνι θα τους περιμένει πλοίο,

ούτε κι αεροπλάνο να τους πάει σε άλλο τόπο,

μα μόνο εκεί όπου θε να ζήσουνε μαρτύρια.

Στη Νέα Υόρκη θα τους αρνηθούν τη βίζα

με τα πλέον πειστικά επιχειρήματα,

και ο εκτός νόμου νεαρός ήρωας,

αφού θα προδοθεί, έπειτα θα συλληφθεί:

στις κόγχες μάτι δεν θα του αφήσουν,

ένα-ένα θα του τσακίσουνε τα κόκαλά του.

Στον ΟΗΕ μετά θα καμαρώνουν σαν παγόνια

γι’ αυτόν τον Κόσμο τον Ελεύθερο που έχουμε·

θα αγορεύει μάλιστα και ο βορειοαμερικάνος Υπουργός,

και νέα όπλα θε να στέλνει στον Τρουχίγιο.

Φρίκη σκέτη τούτ’ η ιστορία. Και αν τυχόν συμβαίνει

να σας στενοχωρώ, συγγνώμη μεν, μα δεν το μετανιώνω.

Έτσι ακριβώς διαιωνίζονται οι αχρείοι:

αυτή είναι η πραγματικότητα, και ψέματα εγώ δεν λέω.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ

 


PABLO NERUDA

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ

 

Τὸ μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι στὴν ἀναγκαία κορδιγιέρα,

κάτω ἀπ’ τὸ ἑφτάγλωσσο ἡφαίστειο, ἐκεῖ

ὅπου ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη ροβόλαγε ἡ ἰλιγγιώδης φωνὴ

τοῦ νεροῦ, ἡ κόρη μὲ τὶς πυκνὲς χιονονιφάδες,

τίποτ’ ἄλλο δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ γεννηθεῖ

ἐκτὸς ἀπ’ τὶς μέρες στὸ δάσος, ναί,

μὰ κι αὐτὲς θὰ τρέμουν ἀπ’ τὴ δροσιὰ κι ἀπὸ τὸν ἄνεμο.

 

Τῶν κινητήρων ἡ θέληση εἶχε σβήσει μακριά:

τῶν τρένων ὁ καπνὸς τραβοῦσε πρὸς τὶς πόλεις,

κι ἐγώ, ὁ πεισματάρης ἄνθρωπος,

τῆς σιωπῆς ἐγὼ ὁ ἀνθρακωρύχος,

τὴ ζώνη βρῆκα τῶν ἴσκιων, τὴν ἡμέρα μηδέν,

ὅπου ὁ χρόνος ἔμοιαζε νὰ ἐπιστρέφει

σὰν γέρικος ἐλέφαντας, ἢ καὶ νὰ σταματᾶ,

ἴσως γιὰ νὰ πεθάνει, ἴσως καὶ γιὰ νὰ συνεχιστεῖ,

ἀλλὰ μπορεῖ ἀκόμα, ἀπὸ τὴ μιὰ νύχτα στὴν ἄλλη,

καὶ γιὰ νὰ προετοιμάσει τὴ νέα ἑπόμενη μέρα,

τὴ μέρα τὴν ἑπόμενη σὰν φτυστὴ νεροσταγόνα.

 

Καὶ τώρα, ἀπὸ ἐδῶ, ἀρχίζει τούτη ἡ μαύρη σονάτα μου.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΓΡΟΥΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΓΡΟΥΣ

 

Νέγροι της ηπείρου, στον Νέο Κόσμο

εδώσατε το αλάτι που του ’λειπε.

Δίχως νέγρους δεν αναπνέουν τα τύμπανα,

δίχως νέγρους δεν παίζουνε οι κιθάρες.

Ασάλευτη ήταν η Αμερική μας η χλωρή, η πράσινη,

ίσαμε που εσάλεψε σαν φοίνικας, όταν γεννήθηκε

ο χορός του αίματος και ο χορός της χάρης —

ένα ζευγάρι νέγρων οι γονείς του.

Και αφού υπέφεραν τόσα βάσανα και τόσες δυστυχίες,

να κόβουνε ζαχαροκάλαμα μέχρι να πεθάνουν,

και να φυλάνε αγριόχοιρους στο δάσος,

και να κουβαλάνε πέτρες βαριές, ασήκωτες,

και να πλένουν ρούχα στοίβες, ψηλές σαν πυραμίδες,

και ν’  ανεβαίνουν σκάλες ζαλωμένοι βάρη αβάσταχτα,

και να μην απαντούν ούτε ψυχή στο δρόμο,

και να μην έχουν ούτε πιάτο ούτε κουτάλι,

και να τρώνε ξύλο και όχι φαΐ απ’ τον ιδρώτα τους,

και να υπομένουν την πώληση της αδερφής τους,

και ν’  αλέθουν στάρι για έναν ολόκληρο αιώνα,

και να τρώνε μόνο μιαν ημέρα τη βδομάδα,

και να τρέχουνε ολόκληρη ζωή σαν άλογα,

για να μοιράζουν πάντοτε κιβώτια με σχοινοπάπουτσα,

ή να κρατούν τη σκούπα και το πριόνι,

ή να σκάβουνε βουνά και δρόμους,

κι έπειτα ψόφιοι από τον κάματο

να πέφτουνε για ύπνο με πλάι τους τον θάνατο,

και ν’  ανασταίνονται ξανά την άλλη μέρα τραγουδώντας

όπως κανένας άλλος δεν μπορεί να τραγουδάει, γιατί

οι νέγροι τραγουδούν με το κορμί και την ψυχή τους.

Καρδιά μου, λέω ό,τι λέω εγώ τώρα εδώ,

και μου κόβονται μαζί η ζωή και η φωνή μου

και δεν μπορώ να συνεχίσω, γιατί προτιμώ

να πηγαίνω με τους αφρικάνικες τις φοινικιές,

με τις νονές της γήινης μουσικής

που τώρα μπαίνει από το παράθυρό μου —

μπαίνει στο δωμάτιό μου και με ξεσηκώνει.

Ναι, και κατεβαίνω ευθύς στους δρόμους να χορέψω —

με τους νέγρους αδελφούς μου της Αβάνας να χορέψω.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Ο ΕΡΩΤΑΣ


PABLO NERUDA

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ

 

Κανεὶς δὲν ξέρει ἀκόμα πῶς γίνεται καὶ οἱ δύο μόνοι

(οἱ προορισμένοι, οἱ προτελευταῖοι, αὐτοὶ ποὺ βρέθηκαν

χωρίς νὰ μοιάζουν σὲ κανέναν παρ’ ἁπλῶς στὸν ἑαυτό τους)

κι οὔτε κανένας νὰ μπορεῖ

τὴ σκέψη του πιὸ πέρα ἀπὸ τὶς πρωταρχὲς νὰ πάει –  

πῶς γίνεται μιὰ γυναίκα κι ἕνας ἄντρας

νὰ ἔχουν μπόρεση ἱκανὴ τὴ γῆ νὰ ξαναχτίσουν.

 

Καὶ τὸ ζευγάρι αὐτό, στὴ μοναξιά του μέσα τὴν ἀπόλυτη,

ἐδέχτηκε τῆς φύσης τὸ μίσος καὶ ὅλες μαζὶ τὶς καταιγίδες της·

μὰ κι ἂν ὑπέφερε πολύ, συνέχισε κάτω ἀπ’ τὶς μαῦρες φυλλωσιές,

τὴν ἄπειρη ἀπ’ ἔξω διαύγεια νὰ ζητάει,

μέχρι ποὺ μόνο μέσα τους καὶ μέσα στὴ φωτιά τους,

σῶμα μὲ σῶμα, καὶ μὲ κρούσεις χεριῶν καὶ φιλιῶν,

βρῆκαν μιὰ σήραγγα μακριὰ σὰν τὴ ζωή·

ἡ σήραγγα τοὺς σφράγισε, τοὺς ἕνωσε σ’ ἕνα μόνο μονοπάτι,

ἀνήσυχους καὶ λαβωμένους· τὸ δάσος, σὰν κατάσκοπος,

καραδοκοῦσε ἐκεῖ μὲ τὰ κακόβουλά του μάτια,

τοὺς ἀκολούθαγε ὅσο αὐτοὶ συνέχιζαν νὰ πέφτουν στὴ χαρά,

ὅλο τῆς γῆς τὸ βάρος κουβαλώντας μὲς στὰ κόκαλά τους.

 

Ὁ φόβος, ἡ ἀγάπη, ὁ πόνος τοὺς χτυποῦσαν,

καὶ ἀπὸ τὴ μία φλόγωση στὴν ἄλλη ἐξύπνησαν·

περιπλανιόντουσαν χωρὶς νὰ ξέρουν ποῦ πηγαῖναν,

ὥσπου ἔφτασαν στὸ τέλος νὰ χαθοῦνε.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΙΑΣ ΔΙΩΡΥΓΑΣ



PABLO NERUDA

 

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΙΑΣ ΔΙΩΡΥΓΑΣ

 

Το νερό σε τρυπάει σαν μαχαίρι

και σε δύο ημίση χωρίζει την αγάπη,

με των δολαρίων το ψύχος να χώνεται

ίσαμε τη λαβή μες στις κηρήθρες σου.

Εγώ σου λέω τα βάσανα που νιώθω·

μα αν οι άλλοι τις συμφορές μου δεν τις βλέπουν,

υποχρεωτικά θα πω τότε κι εγώ

ότι είμαι χαμένος ή ότι κατέβασα

μπόλικα μπουκάλια στους πάγκους μες στα μπαρ σου·

μα τούτες εδώ οι κατασκευές, αυτές εδώ οι λίμνες,

αυτά τα γαλανά νερά των δύο ωκεανών

δεν πρέπει να είναι το σπαθί εκείνο που χωρίζει

τους ευτυχείς από τους εξαθλιωμένους —

η πόρτα θα ’πρεπε να ’ναι όλων των αφρών,

η μεγάλη ένωση δύο γαμήλιων κόσμων:

ένας μικρός δρόμος φτιαγμένος

για τους ανθρώπους, όχι για τους αλιγάτορες,

για την αγάπη και όχι για τα χρήματα,

όχι για το μίσος, μα για το ψωμί·

και πρέπει να πω ότι τούτη η διώρυγα

σ’ εσένα ανήκει, όπως όλες οι διώρυγες

που έχουν ανοιχτεί στην επικράτειά σου:

αυτές είναι οι ιερές πηγές σου.

Η πηγή της θάλασσας που σε κυκλώνει

είναι δική σου, είναι του αίματός σου φλέβα,

οι δε βρικόλακες που την ρουφάνε

να τα μαζεύουνε και να του δίνουν πρέπει·

και μόνο η ναυτική σου να μείνει σημαία

και να σειέται στο δειλινό αεράκι,

στην παναμέζικη την αύρα που ρωτάει

—σαν το παιδάκι που έχασε τη μάνα του—

πού είναι της πατρίδας του η σημαία.

Και περιμένει, περιμένει και όλο καρτερά.

Κι ο Παναμάς το ξέρει, το ξέρει.

Και όλοι εμείς οι Αμερικανοί

—απ’ την Παταγονία ως τον Ρίο Γκράντε—

το ξέρουμε: μόνο μία σημαία θα πρέπει

ν’ ανεμίζει στη διώρυγα, ν’  ανεμίζει

και να σκορπάει τις ευωδιές του ανθού της·

και δεν μπορεί να είναι σημαία πειρατών, όχι,

μα ένα ακόμα ρόδο του αίματός μας.

Και η πάναγνη του Παναμά σημαία

ηγεμονικά τη διέλευση των πλοίων θα ελέγχει.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Ο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» ΤΥΠΟΣ



 

PABLO NERUDA

 

Ο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» ΤΥΠΟΣ

 

Με διαπερνά ένα φευγαλέο ρίγος και θέλω να ιστορήσω

—χωρίς κακία, μάλλον με διάθεση χαρούμενη—

πως μια φορά η Αστυνομία στο Μπουένος Άιρες

με σήκωσε απ’  το κρεβάτι και μ’ έσυρε στη φυλακή.

Είχε βραδιάσει· είχαμε μόλις φτάσει απ’ τη Χιλή,

και, δίχως να μας πούνε λέξη,

βουτήξαν τα χαρτιά του φίλου μου,

βεβήλωσαν το σπίτι που κοιμόμουν.

Πετώντας η γυναίκα μου σπίθες απ’  τα μάτια

τους έδειξε την περιφρόνησή της,

αλλά οι εντολές ήταν εντολές

και να τις εκτελέσουν όφειλαν ·

στην κλούβα μέσα διασχίσαμε

της τυραννίας όλη τη μαύρη νύχτα.

Δεν ήταν τότε ο Περόν, ήτανε κάποιος άλλος,

ένας νέος αργεντινός ηγεμονίσκος,

που είχε δώσει εντολή κι άνοιξαν πόρτες,

κλειδαριές και κόντρα κλειδαριές

για να με καταπιούν ολόκληρον.

Περάσαμε από κάτι μεσαυλές,

από σαράντα κάγκελα κι απ’ το νοσοκομείο,

κι έπειτα με χώσανε σ’ ένα κελί — δεν υπήρχε

κελί πιο απροσπέλαστο και πιο καλοκρυμμένο:

μόνο εκεί επίστευαν πως θα ήτανε προστατευμένοι

απ’ τους ατμούς της ποίησής μου.

Αυτή την τσακισμένη νύχτα έμαθα

ότι είχαν τρεις χιλιάδες μπαγλαρώσει

εκείνη μόνο την ημέρα: τους ρίξανε

στις φυλακές, στο κάτεργο,

και σαν να μην έφτανε αυτό, τους φόρτωσαν

σε πλοία που θα πήγαιναν σε άγνωστη κατεύθυνση,

— και άνδρες και γυναίκες,

τον ανθό και το καμάρι της αργεντίνικης ψυχής.

Και ίσαμ’ εδώ κάτι λέει η ιστορία μου,

και εδώ θα έπρεπε να τελειώσει:

τα υπόλοιπα είναι ιστορία συλλογική.

 Θέλησα να τη διαβάσω στην εφημερίδα

«Ο Τύπος» (την τόσο ενημερωμένη και κατατοπιστική),

αλλά ο κύριος Γαΐνσα Πας δεν ξέρει

αν της Αργεντινής οι φυλακές είναι γεμάτες.

Είναι μεν της «ελευθεροτυπίας» υπέρμαχος, αλλά,

αν τις κομμουνιστικές εφημερίδες τις κλείνουνε,

η εξοχότητά του το αγνοεί

και ούτε γράφει επ’ αυτού μια λέξη.

Ούτε παπούτσια έχει να τρέξει ούτε μάτια για να δει.

Το αν οι εργάτες πάνε φυλακή,

το ξέρει ο κόσμος όλος, εκτός από τον Γαΐνσα·

οι πάντες αγοράζουν εφημερίδες για να μάθουν,

μα τα «μεγάλα» φύλλα δεν δημοσιεύουν τίποτα

για τούτες και για τις παρόμοιες ανόητες ιστορίες.

Ο «Τύπος» ήταν τρομερά θορυβημένος και ανήσυχος

για το πρόσφατο διαζύγιο που βγήκε στο Χόλιγουντ,

και χώρισαν δυο διάσημοι σταρ του σινεμά·

κι ενώ στα συνδικάτα μπήκε χτες λουκέτο,

ο «Τύπος» και το «Έθνος» καταπιάνονται με θέματα μεταφυσικά.

Αχ, βοά η σιωπή τούτου του παχύδερμου τύπου,

όποτε σαπίζουν τον λαό στο ξύλο!

Όταν όμως πέσει καμιά τουφεκιά στην Κούβα

και τήνε φάει κανά τσακάλι του Μπατίστα,

τα εκδοτικά τραστ της φτωχής Αμερικής μας

στρώνουν τα κατεβατά και τις ιερεμιάδες τους,

σηκώνουν με απελπισία τα χέρια τους ως στους κροτάφους,

και τότε, ξαφνικά, ναι, ναι, τότε ξέρουν

τι έγινε, πώς έγινε και το δημοσιεύουν.

Συνέρχονται αυθωρεί το ΣΙΠ, το ΣΟΠ, το ΣΕΠ,

συνέρχονται για να σώσουν τα όσια και ιερά που κινδυνεύουν

και, σπεύδοντας στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης,

ζητούν να θεσπισθούν κατεπειγόντως

ουσιαστικά και ακράδαντα κίνητρα

υπέρ της «ελευθερίας» που σθεναρώς υποστηρίζουν.

Τούτα τα αδιάντροπα πλατύποδα πλάσματα

βρίθουν σ’  όλη τη Λατινική Αμερική:

φιλάνε τον Τσαμούδες στο Σαντιάγο,

και στη Λίμα τα καρτεράει να πάνε ο Ιούδας Ραβίνες·

πλούσια έπειτα και κατενθουσιασμένα

για την υπέροχη ελευθερία τους,

ακούνε ροκ εν ρολ απ’ την Ουάσινγκτον,

και χορεύουν όλο χάρη και χαρά

παρέα με τον Γαΐνσα και με τους διαφόρους Ντιμπουάδες.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.