Σάββατο 11 Απριλίου 2026

ΤΟ ΙΣΠΑΧΑΝ — IN NUCE



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΤΟ ΙΣΠΑΧΑΝ — IN NUCE

 

... vers l’azur noire

où tremble la mer de topazes

Arthur Rimbaud

 

Ἐντὸς τῆς κάμαρας νωθρὰ σαλεύει

τὸ κύμα τὸ γαλάζιο πού ᾽χει φτάσει

τοπάζια μελανὰ νὰ κατεβάσει

στὸ ἡμίφως, σ᾽ ἕνα δάσος ἀπὸ σκεύη

 

πού ᾽χαν ταιριάσει ἀπάντεχα μὲ τὰ ὅσα

ἐπινοοῦν τὰ βλέμματα στὰ βάθη

τῶν ὁραμάτων. Ἂν ἐκεῖ τὸ ἀγκάθι

τοῦ ρόδου, ὡς ἀντανάκλαση βοώσα

 

τοῦ ἀρχετύπου τῶν κήπων τῆς γαλήνης

καὶ τῆς τρυφῆς, τρυπήσει τῶν ὀνείρων

τὰ δάχτυλα, τὰ κύματα τῶν μύρων

θὰ σπᾶνε ὡς φλοῖσβος στὶς ἀκτὲς τῆς κλίνης

 

καὶ ἡ στέγη, ὡσὰν τὸν ἀστερόεντα αἰθέρα,

στὴ νύχτα μέσα θ᾽ ἀπαστράφτει ὡς μέρα.


Ο ΑΛΒΕΡΤΙ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ ΓΕΦΤΟΥΣΕΝΚΟ

 




Ο ΡΑΦΑΕΛ ΑΛΒΕΡΤΙ ΚΑΙ Η ΜΑΡΙΑ ΤΕΡΕΣΑ ΛΕΟΝ

ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΥΝ ΕΥΓΕΝΙΟ ΓΕΦΤΟΥΣΕΝΚΟ


¡La mitad no quiero de nada!

La mitad no quiero de nada!
¡Que sea mío el cielo todo!
¡La tierra toda, mía!
Mares y ríos, el torrente de la montaña,
¡míos! No los comparto.

No me seducirás, vida, con una parte.
¡Será todo o nada! ¡Yo podré con todo!
N o quiero ni la felicidad
ni el dolor a medias.

¡Quiero, sí, la mitad de la almohada
donde, pegado a tu mejilla,
como una pobre estrella fugaz,
fulgure el anillo de tu dedo...

Versión de Rafael Alberti y María Teresa León

Η ΑΔΗΜΟΝΙΑ

 


ΓΕΒΓΕΝΗ ΓΕΦΤΟΥΣΕΝΚΟ

 

Η ΑΔΗΜΟΝΙΑ

 

Θὰ ἔρθει ἡ ἀγάπη μου, θὰ ἔρθει

καὶ θ’ ἀνοίξει μεμιᾶς τὴν ἀγκαλιά της

νὰ μ’ ἀγκαλιάσει· εὐθὺς θὰ καταλάβει

τοὺς φόβους μου, θὰ δεῖ τὶς ἀλλαγές μου.

 

Ἀπ’ τὴ μαύρη τὴ βροχή, κι ἀπ’ τὸ πυκνὸ σκοτάδι,

χωρὶς κὰν νὰ κλείσει τὴν πόρτα τοῦ ταξί,

θ’ ἀνεβεί· θ’ ἀνεβεῖ ἀπ’ τὴν παλιὰ τὴ σκάλα —

θὰ καίει ὁλόκληρη ἀπὸ ἀγάπη, θὰ καίει ἀπὸ χαρά.

 

Θὰ μπεῖ στὸ σπίτι δίχως νὰ χτυπήσει,

θὰ μοῦ χαϊδεύει τό κεφάλι μὲ τὰ χέρια της·

μὲ χάρη θὰ πέσει τὸ μπλὲ γούνινο παλτό της

γλιστρώντας ἀπὸ τὴν καρέκλα ποὺ τό ’χε πεταμένο.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής


Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΚΕΝΤΡΩΤΙΚΟΝ

 


ΝΙΚΟΣ ΚΑΣΣΙΟΣ

 

ΚΕΝΤΡΩΤΙΚΟΝ

 

Τὰ σύμφωνα ἀφουγκράζεται μὲ λύσσα

νηφάλιου ἑνὸς ὠτακουστῆ, ποὺ ξέρει

πώς, πρὶν στηθεῖ στὸ θήραμα καρτέρι,

ζυγίζονται τὰ βέλη, νά ’ναι ἴσα

 

μὲ τοὺς κρυφοὺς ἀνασασμοὺς τοῦ στόχου.

Τ ό τ ε τοξεύει. Ἀλλὰ ἡ βολὴ ὅπου πάει

χοροὺς χαρᾶς ἀντὶ γιὰ χάρου χάη

ἀνοίγει: Στὴν ἀρχὴ μ’ ἐντολοδόχου

 

μιὰ ὑπακοή (ἄκου) ἀκκίζεται τὸ «θύμα»

–κ’ εἶν’ οἱ ἀκκισμοὶ χαριτωμένοι αἶνοι–,

ὥσπου φυσάει κάνα φωνῆεν πρίμα,

 

κι ἀσύλληπτη ὅλο ἡ συλλαβή (ἄκου) δένει

μὲ ν(ο)ήματα τ’ ἄρρητο μὲ τὸ ρῆμα.

Ἔ, τ ό τ ε εἶν’ ἡ βολὴ πετυχημένη.

ΜΕ ΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΜΕ ΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ

 

Ἑνδεκασύλλαβο τὸ σιντριβάνι

ἀπ᾽ τοῦ χεριοῦ τὴ ρύμη μὲ τὶς ρίμες

τὶς ἄρρητες καὶ τὶς ἀφράτες φῆμες

τινάζεται ψηλὰ καὶ καθιζάνει

 

σὰν στήλη ἁπτοῦ φωτὸς στοῦ στίχου τὰ ὅρια,

ἀφοῦ ὁλοκληρωθεῖ τὸ πέταγμά του

ὡς ἔπους στὸ σκοτάδι. Τὰ φτερά του

βρεγμένα, δροσερά, τὴν ὑποδόρια

 

ἀνατριχίλα σημειώνουν μὲ ὅση

ἀκρίβεια δύνανται: τὸ ὡραῖο ρίγος

τῶν ἀσπασμῶν μὲ τῶν τομῶν τὸ σφρίγος

στὰ μέλη πού ᾽χουν βυθιστεῖ στὴ γνώση.

 

Μεγαλυνάρια γιὰ τὴ φύση πᾶσα

ἐτόνωνε τῆς Καλλονῆς ἡ ἀνάσα.


Εἰκονογράφηση: Βασίλης Γραβαρίτης.


ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΣΕ ΣΤΙΓΜΗ ΑΠΡΟΣΦΟΡΗ

 


ALBERTO LAISECA

 

ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΣΕ ΣΤΙΓΜΗ ΑΠΡΟΣΦΟΡΗ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

Λίγα ατυχήματα μπορούν να είναι τόσο τρομερά,

όσο το να φας γλίστρα στον χρόνο.

Πέντε χρόνια μπορεί να είναι ό,τι λείπει

για να διαγνωσθεί η διαφορά φρίκης και ευτυχίας.

 

Χο Γουάν Τσεν. Θρυλική Δυναστεία.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 





ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ



Κυκλοφόρησε το νέο ΚΟΡΑΛΛΙ.

Πλουσιότατη ύλη, συμβολή στη λογοτεχνία και στα γράμματα.
Δημοσιεύονται και τρία δικά μου ποιήματα.




ΕΝΑ ΖΕΣΤΟ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΒΡΑΔΥ ΣΤΗ ΡΩΜΗ

 




PIER PAOLO PASOLINI

 

ΕΝΑ ΖΕΣΤΟ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΒΡΑΔΥ ΣΤΗ ΡΩΜΗ

 

Σκυφτὸς-σκυφτὸς ὁ Τομάζο κατέβαινε στὴν Πιάτσα ντὶ Σπάνια τὴ μία ράμπα τῶν σκαλιῶν κι ἔπειτα τὴν ἄλλη κι ὅλο ἔλεγε ἀπὸ μέσα του: «Γαμῶ τὸ σόι σας, κουφάλες! Στὸν τοῖχο θά πρεπε νὰ σᾶς εἴχανε στήσει! Τὶ σκατὰ κάνετε σὲ τούτονε τὸν κόσμο ρέ;… Ποῦ θὰ κονομήσω ἐγὼ ρὲ τὰ ὀχτὼ κατόμπαλα, ποῦἮταν ἀπελπισμένος, γιατὶ δὲν τά βλεπε καθόλου καλὰ γιὰ πάρτη του τὰ πράματα.

Στὸ μεταξὺ εἶχε πέσει κάπως δροσιά, ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὴ δροσιὰ 351 εἶχε ρθεῖ κι ἕνα παράξενα ζεστὸ ρεῦμα ἀέρα. Σὅλη τὴν κατεβασιὰ τῆς σκαλινάδας ἀέρας ἔφερνε διάφορα ἀρώματα ἀπὸ βρεγμένο χορτάρι, καψαλισμένο ξύλο καὶ ξεραμένη λάσπη ἀπὸ τὰ γύρω στενοσκόκακα.

Ὁ Τομαζίνο συνέχισε νὰ περπατάει. Τὰ παπούτσια του τὸν ἔσφιγγαν σὰν μέγγενη. Εἶχε κάλους στὰ δάχτυλα καὶ πίσω, ἡ ζερβή του φτέρνα, ἦταν ὅλη πληγιασμένη. Φαίνεται πὼς τὸ φαγωμένο πετσί, ψημένο ἀπ’ τὴ βροχὴ καὶ τὸν ἥλιο, εἶχε γίνει πιὸ σκληρὸ κι ἀπὸ σίδερο· τριβότανε πάνω στὸ δέρμα τοῦ ποδιοῦ του, ποὺ ἀνεβοκατέβαινε μέσα σ’ ἐκεῖνο τὸ  κατραμωμένο μπογαδάκι, ποὺ ἦταν τὸ παπούτσι του, σὲ χρῶμα κρεμμυδί, καὶ ποὺ τὰ κορδόνια του δὲν εἶχαν λυθεῖ ἐδῶ καὶ κάτι μῆνες ἔχοντας γίνει ἕνα μὲ τὸ πετσί.

Σέρνοντας ὁ Τομάζο κεῖνα τὰ κακόμοιρα τὰ πόδια του ἔκανε ὅλη τὴ βία Ματσέλι, μπῆκε στὴν πιάτσα Μπαρμπερίνι, μετὰ στὴ βία Μπισολάτι, καὶ ξαναγύρισε στὸ σταθμό, στὸ παρκάκι τῆς Πιάτσα Ἔξεντρα. Εἶχε ἀκόμα δέκα λιρέτες στὴν τσέπη, καὶ πῆγε σ’ ἕνα μπὰρ ν’ ἀγοράσει τὸ  τελευταῖο του τσιγάρο. Κόντεψε νὰ τοῦ ’ρθει λιποθυμιά, ὅταν πέρασε μπροστὰ ἀπὸ τὴ βιτρίνα μὲ τὶς πάστες — πρέπει νά ’χε νὰ βάλει μπουκιὰ στὸ στόμα του ἀπ’ τὸ προηγούμενο βράδυ.

Εἶχε πάει κιόλας ἕντεκα. Ἀλλὰ μέσα στὸ παρκάκι, μὰ κι ἀκόμα παρακάτω, γύρω ἀπ’ τὸ φωτισμένο σιντριβάνι, ὑπῆρχε ἀκόμα κόσμος. Ἦταν ἡ πρώτη ζεστὴ βραδιὰ τοῦ χρόνου. Μιᾶς κι ἦταν κοντὰ ὁ σταθμὸς    καὶ ἡ αφερητία τῶν τρὰμ τῆς Στέφερ, πάντοτε ὑπῆρχε κίνηση. Στοὺς καμπινέδες συνέχιζε ν’ ἀνεβοκατεβαίνει κόσμος, ἀρκετός μάλιστα· τὴν ὥρα αὐτή, ὅμως, δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ περιμένει κανεὶς στὴν οὐρά.

Ὁ Τομάζο κατέβηκε, ἔκανε σοβαρὸς-σοβαρὸς ὅ,τι ἔπρεπε νὰ κάνει, κι ἂς μὴν τό ’χε καὶ τόσο ἀνάγκη, μὰ δὲν βρῆκε κανέναν καὶ τίποτα, καὶ ξανανέβηκε.

Στὸ παγκάκι ἐκεῖ κοντά, πλάι σὲ μιὰ πρασιά, κομμάτι παράμερα, κάθονταν κάμποσοι μαζί, στὴ σειρά, καὶ δυὸ-τρεῖς ἄλλοι στέκονταν ὄρθιοι.

Τσαντισμένος ὁ Τομάζο πλησίασε νὰ κόψει κίνηση. Οἱ καθιστοὶ πρέπει νά ’ταν ὅλοι τους τεκνά· οἱ ὄρθιοι ἦταν τρεῖς ἀδελφές, ἕτοιμες νὰ τοῦ δίνουν. Πράγματι, ὅταν ὁ Τομάζο βρέθηκε ἐκεῖ δίπλα, αὐτὲς εἶπαν   «Τσάο, τσάο», κι ἔφυγαν σὲ μιὰ τρελὴ βιασύνη, σὰν νά ’ταν τίποτα κοριτσάκια ποὺ τὰ περιμένει σπίτι ἡ μαμά τους νὰ τὰ κατσαδιάσει ποὺ ἄργησαν.  

 

Περικοπὴ ἀπὸ τὸ πέμπτο κεφάλαιο τοῦ μυθιστορήματος «Βίος βίαιος» («Una vita violenta»), ποὺ θὰ ἐκδοθεῖ ἀπὸ τὸν Gutenberg τὸ 2027.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Μ’ ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΠΕΤΡΑΡΧΗ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

Μ’ ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΠΕΤΡΑΡΧΗ

 

Τῆς Καλλονῆς τὸ γέλιο σὰν δενδρύλλιο

τὰ φύλλα του ἅπλωσε μὲ δρόσου κράση.

Λεπτῆς ἀνάσας γάζα στὸ κεράσι

τῶν δυὸ χειλῶν της κάλεσε τὸν ἥλιο

 

νὰ πλέξει ρίμες. Τῶν φιλιῶν ἀχτίδες

κελάρυζαν τὴ ρώμη τους στὸ στόμα

σὰν δάσος ἤχων ποὺ ἦρθαν ἀπ᾽ τὸ χῶμα

 

τῆς ὕπαρξης θνητοί· μὰ ἐσὺ τοὺς εἶδες

ν᾽ ἀθανατίζονται ὄντας ἐν διεγέρσει.

 

Nulla al mondo e che non possano i versi.

 

Στὸν κόσμο τίποτα δὲν θὰ σοῦ τύχει

νὰ μὴ μποροῦν νὰ σοῦ τὸ ποῦν οἱ στίχοι.

 

Ἡ εἰκονογράφηση εἶναι τοῦ Βασίλη Γραβαρίτη.


Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

ΛΥΡΑ ΕΝΑΡΕΤΗ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΛΥΡΑ ΕΝΑΡΕΤΗ

 

Τοῦ ἀπροσδοκήτου μιὰ ἔλευση ραγδαία

βροχὴ ποτιστικὴ ἔγινε στὸ χῶμα

καὶ τῶν γκρεμῶν ἀνοίχτηκε τὸ στόμα

κι ἐλάλησε ὡς ἀμφίστομη ρομφαία.

 

Τῶν ζόφων λύθηκε μεμιᾶς τὸ κλίμα

καὶ ἡ κλίμακα μὲ χίλια βάλε-βγάλε

ὑψώθηκε ὡσἀν μοτέτο τοῦ Μοντάλε,

 

σὰν σπείρα ἐκτινασσόμενη ἀπὸ κύμα.

La tua voce è quest’anima diffusa

 

παράδεισο ποὺ κάνει τὴ χαβούζα.


Τὸ σχέδιο εἶναι τοῦ Βασίλη Γραβαρίτη.

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 










ΣΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΤΟ ΔΕΛΤΑ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΣΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΤΟ ΔΕΛΤΑ

(μπαγκατέλα)

 

Μιὰ συμμορία ἀσπασμῶν τώρα ἐνεδρεύει

νὰ πιάσει ἀλάλητους ἀκόμα πόθους

στὰ ἠχεῖα τῶν στομάτων

 

Τῶν ἤχων θραύσματα περνοδιαβαίνουν

ἀπ᾽ τὰ πεδία τῶν δεινῶν διαλόγων

καὶ τῶν διανοημάτων

 

Ἀπ᾽ τῶν βοτάνων τὶς στενὲς κυψέλες

σταλάζουν μόχθοι ἁβροὶ καθὼς συσπᾶται

τὸ μέλι τῶν σωμάτων


Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

ΣΙΩΠΗ ΩΡΥÓΜΕΝΗ


 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΣΙΩΠΗ ΩΡΥÓΜΕΝΗ

 

Τραγούδι μέσα στὴ σιωπὴ κρυβόταν

καὶ μι᾽ ἁρμονία ἄκτιστη λυνόταν, ὅταν

μιὰ στάλα ἀπὸ φιλιὰ ἔπεφτε στὴ λίμνη

τὴν ἄηχη, ὅπου λημεριάζουν σκύμνοι

 

ὑμνολογοῦντες φάσεις καὶ ἐντυπώσεις

τῆς φαντασίας. Τῆς ὅποτε ἐνεστώσης

χαρᾶς σφυγμοὶ ἐχωροῦσαν τὶς ἐκρήξεις

τοῦ ἀμίλητου κενοῦ, τὶς ἀντιστίξεις

 

τοῦ λόγου τοῦ πεπληρωμένου μέναν

πνοὲς νὰ σημειώνουν, κι ἕναν-ἕναν

μικρὸ ἦχο νὰ ἑρμηνεύουν ὡσὰν λάλο

νερὸ ποὺ μὲς στῶν πόθων ζεῖ τὸν σάλο.

 

Ἀπὸ τὸ τζάμι ἐγλίστραγε ἡ σελήνη

μὲ φῶς πού, ὅπου σὲ δένει, ἐκεῖ σὲ λύνει.

Δεσμώτη ἐλεύθερο σὲ σπρώχνει χέρι

ἁβρὸ νὰ μπεῖς στῶν σκύμνων τὸ λημέρι.


Κυριακή 5 Απριλίου 2026

ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ




ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ


Ένα σπάνιο βιβλίο, ένα αριστούργημα: Τα "Μαθήματα Ηθικής Θεολογίας" του Νεόφυτου Βάμβα.
Οφείλουμε δυσεξαρίθμητες χάριτες στον ακάματο Παναγή Δ. Αλιπράντη για τη γενναία προσφορά του.