Τρίτη 14 Απριλίου 2026

ΟΙ ΔΥΝΑΣΤΕΣ


PABLO NERUDA

 

ΟΙ ΔΥΝΑΣΤΕΣ

 

Απ’ τη σαπιοκοιλιά όμως που έπεσε

βγήκαν οι μικρούληδες Σομόσα:

δυο παλιάτσοι λεκιασμένοι μ’ αίμα·

δυο βατραχάκια γόνιμα απ’ το στυγνό βατράχι.

Κι ενώ ο πυόσακος εσάπιζε, είχαν

τα δυο στρατηγάκια αρχίσει ν’  ανεβαίνουν.

Ντύθηκαν φορώντας παντού διαμάντια,

εφ’  όρου ζωής ονομάστηκαν πρόεδροι,

μοίρασαν όλα τα χτήματα και τα τσιφλίκια,

πήραν τις πόζες των νεόπλουτων όλες

και του Βορειοαμερικάνου Πρεσβευτή

έγιναν οι ευνοούμενοι πολεμιστές.

Στα χώματά μας έτσι γράφεται η ιστορία·

έτσι διαιωνίζονται τα εγκλήματα·

κι όλο μακραίνει της ατιμίας η αλυσίδα,

κι όλο βαθαίνει των μαρτυρίων το στρατιωτικό πηγάδι.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

ΡΙΤΣΟΣ : Η ΠΡΑΓΑ

 




ΤΟ ΦΟΥΣΚΩΜΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΝΕΡΩΝ

 


ALBERTO LAISECA

 

ΤΟ ΦΟΥΣΚΩΜΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΝΕΡΩΝ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

Για σένα έχω γίνει υπερβολική

σαν άλλος ξένος διάβολος.

Κοιτώ τα μάτια σου

και βλέπω σκοτεινούς δρυμούς με κάτι κίτρινο.

Στήθη παιδικά, μα με θηλές τεράστιες·

πόδια μικροσκοπικά και τέλεια.

Ανάμεσα στα πόδια σου γυμνή μια μικρή Κινέζα Θεότητα.

Τι θόρυβο σηκώνει ο βλαστός του μπαμπού,

το ροδαλό σεντέφι,

που στεφανώνει τη θεότητα

ως θεϊκό χαρακτηριστικό!

Μα η μαύρη κόμη σου,

αντιστρατεύεται των τοιχοταπήτων τον φαιόχρωμο σπασμό.

Τα Μεγάλα Αφτιά όμως

ανιχνεύουν των δακτύλων το άγγιγμα

πριν προφτάσουν ν’ αγγίξουν το δέρμα.

Σε κοιτώ μπροστά στον κόσμο

και η ευπρέπειά μου κλονίζεται.

Πολύ καλά γνωρίζω

πως πλήθος μάτια το αντιλαμβάνονται,

όσην ώρα της ντροπής τα πράσινα νερά

να μας καταβροχθίσουν απειλούνε.

Δεν καταλαβαίνω γιατί,

λόγω της δικής μου γυναικείας κατάστασης

και της δικής σου Εξ Ουρανού Καταγωγής,

θα με αποδοκίμαζαν,

αν έλεγα ότι είσαι γητεύτρια απαράμιλλη.

 

Ποίημα αφιερωμένο στην Αυτοκράτειρα, γραμμένο από άγνωστη αυλική του ανακτόρου Νάντσια.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Κυριακή 12 Απριλίου 2026

ΔΙΑΘΗΚΗ



ELISEO DIEGO

 

ΔΙΑΘΗΚΗ

 

Παράξενο τὸ ἔλεός σας – εἶπε ὁ Σάντσο.

 

Ἔχοντας φτάσει στὰ χρόνια ποὺ

τὸ σκοτάδι δὲν μὲ παρηγορεῖ πλέον καθόλου

καὶ οἱ μικρὲς προφητεῖες μὲ φοβίζουν·

 

ἔχοντας φτἀσει στὰ χρόνια αὐτά·

 

κι ὅπως τοῦ καφὲ τὸ κατακάθι

ἀνοίγει τώρα ξαφνικὰ γιὰ μένα

τὸ στρογγυλὸ πικρό του στόμα·

 

ἔχοντας φτάσει στὰ χρόνια αὐτά·

 

χαμένη εἶναι πιὰ κάθε ἐλπίδα γιὰ

μιὰν ἄνοδο ποὺ νὰ φτουράει, ἀπ’ τὸ

νὰ βλέπω τῆς σκιᾶς τὴ γαλήνια ἐκτίναξη,

καὶ μὴν κατέχοντας εἰμὴ μόνο τοῦτα τὰ χρόνια·

 

μὴν κατέχοντας ἐν τέλει ἄλλο τι

πέρ’ ἀπ’ τὴ μνήμη μου τῶν νυχτῶν καὶ

τὴν τεράστια δονούμενη λεπτότητά της·

 

μὴν κατέχοντας τίποτ’ ἄλλο

μεταξὺ γῆς καὶ οὐρανοῦ ἐκτὸς

ἀπ’ τὴ μνήμη μου, ἐκτὸς ἀπ’ αὐτὰ τὰ χρόνια·

 

ἀποφασίζω νὰ κάνω τὴ διαθήκη μου,

Εἶναι

αὐτή: σᾶς ἀφήνω

 

τὸν χρόνο, τὸν χρόνο ὁλόκληρο.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.








ΡΗΤΑ, ΡΗΤΟΤΑΤΑ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΡΗΤΑ, ΡΗΤΟΤΑΤΑ

 

Οἱ λέξεις εἶναι τῆς σιωπῆς φτεροῦγες:

μιλοῦν πετώντας, μεταφράζουν ἤχους

ἀνήκουστους σὲ στόματα κλεισμένους.

Εἶναι καὶ θραύσματα ἀσπασμῶν τοῦ λόγου

μὲ τῆς ψυχῆς εἰκόνες μὲς στῆς φύσης

τὰ εἰκάσματα, στοῦ νοῦ τὶς δόξες. Ὅταν

συνάζονται, πετοῦν οὐράνια τόξα.

Ὀνείρων χρώματα καὶ πράξεων κράσεις

σὰν σιντριβάνια ἀνοίγονται σὲ πτήσεις

πάνω ἀπὸ κλίνες καὶ ὄνυχες μὲ φῶτα,

μὲ μίσχους, μὲ στελέχη, μὲ ἀκρωτήρια

σὲ χερσονήσουν ἥμερων λεόντων.

 

 

Εἰκονογράφηση: Βασίλης Γραβαρίτης.


Σάββατο 11 Απριλίου 2026

ΤΟ ΙΣΠΑΧΑΝ — IN NUCE



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΤΟ ΙΣΠΑΧΑΝ — IN NUCE

 

... vers l’azur noire

où tremble la mer de topazes

Arthur Rimbaud

 

Ἐντὸς τῆς κάμαρας νωθρὰ σαλεύει

τὸ κύμα τὸ γαλάζιο πού ᾽χει φτάσει

τοπάζια μελανὰ νὰ κατεβάσει

στὸ ἡμίφως, σ᾽ ἕνα δάσος ἀπὸ σκεύη

 

πού ᾽χαν ταιριάσει ἀπάντεχα μὲ τὰ ὅσα

ἐπινοοῦν τὰ βλέμματα στὰ βάθη

τῶν ὁραμάτων. Ἂν ἐκεῖ τὸ ἀγκάθι

τοῦ ρόδου, ὡς ἀντανάκλαση βοώσα

 

τοῦ ἀρχετύπου τῶν κήπων τῆς γαλήνης

καὶ τῆς τρυφῆς, τρυπήσει τῶν ὀνείρων

τὰ δάχτυλα, τὰ κύματα τῶν μύρων

θὰ σπᾶνε ὡς φλοῖσβος στὶς ἀκτὲς τῆς κλίνης

 

καὶ ἡ στέγη, ὡσὰν τὸν ἀστερόεντα αἰθέρα,

στὴ νύχτα μέσα θ᾽ ἀπαστράφτει ὡς μέρα.


Ο ΑΛΒΕΡΤΙ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ ΓΕΦΤΟΥΣΕΝΚΟ

 




Ο ΡΑΦΑΕΛ ΑΛΒΕΡΤΙ ΚΑΙ Η ΜΑΡΙΑ ΤΕΡΕΣΑ ΛΕΟΝ

ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΥΝ ΕΥΓΕΝΙΟ ΓΕΦΤΟΥΣΕΝΚΟ


¡La mitad no quiero de nada!

La mitad no quiero de nada!
¡Que sea mío el cielo todo!
¡La tierra toda, mía!
Mares y ríos, el torrente de la montaña,
¡míos! No los comparto.

No me seducirás, vida, con una parte.
¡Será todo o nada! ¡Yo podré con todo!
N o quiero ni la felicidad
ni el dolor a medias.

¡Quiero, sí, la mitad de la almohada
donde, pegado a tu mejilla,
como una pobre estrella fugaz,
fulgure el anillo de tu dedo...

Versión de Rafael Alberti y María Teresa León

Η ΑΔΗΜΟΝΙΑ

 


ΓΕΒΓΕΝΗ ΓΕΦΤΟΥΣΕΝΚΟ

 

Η ΑΔΗΜΟΝΙΑ

 

Θὰ ἔρθει ἡ ἀγάπη μου, θὰ ἔρθει

καὶ θ’ ἀνοίξει μεμιᾶς τὴν ἀγκαλιά της

νὰ μ’ ἀγκαλιάσει· εὐθὺς θὰ καταλάβει

τοὺς φόβους μου, θὰ δεῖ τὶς ἀλλαγές μου.

 

Ἀπ’ τὴ μαύρη τὴ βροχή, κι ἀπ’ τὸ πυκνὸ σκοτάδι,

χωρὶς κὰν νὰ κλείσει τὴν πόρτα τοῦ ταξί,

θ’ ἀνεβεί· θ’ ἀνεβεῖ ἀπ’ τὴν παλιὰ τὴ σκάλα —

θὰ καίει ὁλόκληρη ἀπὸ ἀγάπη, θὰ καίει ἀπὸ χαρά.

 

Θὰ μπεῖ στὸ σπίτι δίχως νὰ χτυπήσει,

θὰ μοῦ χαϊδεύει τό κεφάλι μὲ τὰ χέρια της·

μὲ χάρη θὰ πέσει τὸ μπλὲ γούνινο παλτό της

γλιστρώντας ἀπὸ τὴν καρέκλα ποὺ τό ’χε πεταμένο.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής


Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΚΕΝΤΡΩΤΙΚΟΝ

 


ΝΙΚΟΣ ΚΑΣΣΙΟΣ

 

ΚΕΝΤΡΩΤΙΚΟΝ

 

Τὰ σύμφωνα ἀφουγκράζεται μὲ λύσσα

νηφάλιου ἑνὸς ὠτακουστῆ, ποὺ ξέρει

πώς, πρὶν στηθεῖ στὸ θήραμα καρτέρι,

ζυγίζονται τὰ βέλη, νά ’ναι ἴσα

 

μὲ τοὺς κρυφοὺς ἀνασασμοὺς τοῦ στόχου.

Τ ό τ ε τοξεύει. Ἀλλὰ ἡ βολὴ ὅπου πάει

χοροὺς χαρᾶς ἀντὶ γιὰ χάρου χάη

ἀνοίγει: Στὴν ἀρχὴ μ’ ἐντολοδόχου

 

μιὰ ὑπακοή (ἄκου) ἀκκίζεται τὸ «θύμα»

–κ’ εἶν’ οἱ ἀκκισμοὶ χαριτωμένοι αἶνοι–,

ὥσπου φυσάει κάνα φωνῆεν πρίμα,

 

κι ἀσύλληπτη ὅλο ἡ συλλαβή (ἄκου) δένει

μὲ ν(ο)ήματα τ’ ἄρρητο μὲ τὸ ρῆμα.

Ἔ, τ ό τ ε εἶν’ ἡ βολὴ πετυχημένη.

ΜΕ ΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΜΕ ΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ

 

Ἑνδεκασύλλαβο τὸ σιντριβάνι

ἀπ᾽ τοῦ χεριοῦ τὴ ρύμη μὲ τὶς ρίμες

τὶς ἄρρητες καὶ τὶς ἀφράτες φῆμες

τινάζεται ψηλὰ καὶ καθιζάνει

 

σὰν στήλη ἁπτοῦ φωτὸς στοῦ στίχου τὰ ὅρια,

ἀφοῦ ὁλοκληρωθεῖ τὸ πέταγμά του

ὡς ἔπους στὸ σκοτάδι. Τὰ φτερά του

βρεγμένα, δροσερά, τὴν ὑποδόρια

 

ἀνατριχίλα σημειώνουν μὲ ὅση

ἀκρίβεια δύνανται: τὸ ὡραῖο ρίγος

τῶν ἀσπασμῶν μὲ τῶν τομῶν τὸ σφρίγος

στὰ μέλη πού ᾽χουν βυθιστεῖ στὴ γνώση.

 

Μεγαλυνάρια γιὰ τὴ φύση πᾶσα

ἐτόνωνε τῆς Καλλονῆς ἡ ἀνάσα.


Εἰκονογράφηση: Βασίλης Γραβαρίτης.


ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΣΕ ΣΤΙΓΜΗ ΑΠΡΟΣΦΟΡΗ

 


ALBERTO LAISECA

 

ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΣΕ ΣΤΙΓΜΗ ΑΠΡΟΣΦΟΡΗ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

Λίγα ατυχήματα μπορούν να είναι τόσο τρομερά,

όσο το να φας γλίστρα στον χρόνο.

Πέντε χρόνια μπορεί να είναι ό,τι λείπει

για να διαγνωσθεί η διαφορά φρίκης και ευτυχίας.

 

Χο Γουάν Τσεν. Θρυλική Δυναστεία.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 





ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ



Κυκλοφόρησε το νέο ΚΟΡΑΛΛΙ.

Πλουσιότατη ύλη, συμβολή στη λογοτεχνία και στα γράμματα.
Δημοσιεύονται και τρία δικά μου ποιήματα.




ΕΝΑ ΖΕΣΤΟ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΒΡΑΔΥ ΣΤΗ ΡΩΜΗ

 




PIER PAOLO PASOLINI

 

ΕΝΑ ΖΕΣΤΟ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΒΡΑΔΥ ΣΤΗ ΡΩΜΗ

 

Σκυφτὸς-σκυφτὸς ὁ Τομάζο κατέβαινε στὴν Πιάτσα ντὶ Σπάνια τὴ μία ράμπα τῶν σκαλιῶν κι ἔπειτα τὴν ἄλλη κι ὅλο ἔλεγε ἀπὸ μέσα του: «Γαμῶ τὸ σόι σας, κουφάλες! Στὸν τοῖχο θά πρεπε νὰ σᾶς εἴχανε στήσει! Τὶ σκατὰ κάνετε σὲ τούτονε τὸν κόσμο ρέ;… Ποῦ θὰ κονομήσω ἐγὼ ρὲ τὰ ὀχτὼ κατόμπαλα, ποῦἮταν ἀπελπισμένος, γιατὶ δὲν τά βλεπε καθόλου καλὰ γιὰ πάρτη του τὰ πράματα.

Στὸ μεταξὺ εἶχε πέσει κάπως δροσιά, ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὴ δροσιὰ 351 εἶχε ρθεῖ κι ἕνα παράξενα ζεστὸ ρεῦμα ἀέρα. Σὅλη τὴν κατεβασιὰ τῆς σκαλινάδας ἀέρας ἔφερνε διάφορα ἀρώματα ἀπὸ βρεγμένο χορτάρι, καψαλισμένο ξύλο καὶ ξεραμένη λάσπη ἀπὸ τὰ γύρω στενοσκόκακα.

Ὁ Τομαζίνο συνέχισε νὰ περπατάει. Τὰ παπούτσια του τὸν ἔσφιγγαν σὰν μέγγενη. Εἶχε κάλους στὰ δάχτυλα καὶ πίσω, ἡ ζερβή του φτέρνα, ἦταν ὅλη πληγιασμένη. Φαίνεται πὼς τὸ φαγωμένο πετσί, ψημένο ἀπ’ τὴ βροχὴ καὶ τὸν ἥλιο, εἶχε γίνει πιὸ σκληρὸ κι ἀπὸ σίδερο· τριβότανε πάνω στὸ δέρμα τοῦ ποδιοῦ του, ποὺ ἀνεβοκατέβαινε μέσα σ’ ἐκεῖνο τὸ  κατραμωμένο μπογαδάκι, ποὺ ἦταν τὸ παπούτσι του, σὲ χρῶμα κρεμμυδί, καὶ ποὺ τὰ κορδόνια του δὲν εἶχαν λυθεῖ ἐδῶ καὶ κάτι μῆνες ἔχοντας γίνει ἕνα μὲ τὸ πετσί.

Σέρνοντας ὁ Τομάζο κεῖνα τὰ κακόμοιρα τὰ πόδια του ἔκανε ὅλη τὴ βία Ματσέλι, μπῆκε στὴν πιάτσα Μπαρμπερίνι, μετὰ στὴ βία Μπισολάτι, καὶ ξαναγύρισε στὸ σταθμό, στὸ παρκάκι τῆς Πιάτσα Ἔξεντρα. Εἶχε ἀκόμα δέκα λιρέτες στὴν τσέπη, καὶ πῆγε σ’ ἕνα μπὰρ ν’ ἀγοράσει τὸ  τελευταῖο του τσιγάρο. Κόντεψε νὰ τοῦ ’ρθει λιποθυμιά, ὅταν πέρασε μπροστὰ ἀπὸ τὴ βιτρίνα μὲ τὶς πάστες — πρέπει νά ’χε νὰ βάλει μπουκιὰ στὸ στόμα του ἀπ’ τὸ προηγούμενο βράδυ.

Εἶχε πάει κιόλας ἕντεκα. Ἀλλὰ μέσα στὸ παρκάκι, μὰ κι ἀκόμα παρακάτω, γύρω ἀπ’ τὸ φωτισμένο σιντριβάνι, ὑπῆρχε ἀκόμα κόσμος. Ἦταν ἡ πρώτη ζεστὴ βραδιὰ τοῦ χρόνου. Μιᾶς κι ἦταν κοντὰ ὁ σταθμὸς    καὶ ἡ αφερητία τῶν τρὰμ τῆς Στέφερ, πάντοτε ὑπῆρχε κίνηση. Στοὺς καμπινέδες συνέχιζε ν’ ἀνεβοκατεβαίνει κόσμος, ἀρκετός μάλιστα· τὴν ὥρα αὐτή, ὅμως, δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ περιμένει κανεὶς στὴν οὐρά.

Ὁ Τομάζο κατέβηκε, ἔκανε σοβαρὸς-σοβαρὸς ὅ,τι ἔπρεπε νὰ κάνει, κι ἂς μὴν τό ’χε καὶ τόσο ἀνάγκη, μὰ δὲν βρῆκε κανέναν καὶ τίποτα, καὶ ξανανέβηκε.

Στὸ παγκάκι ἐκεῖ κοντά, πλάι σὲ μιὰ πρασιά, κομμάτι παράμερα, κάθονταν κάμποσοι μαζί, στὴ σειρά, καὶ δυὸ-τρεῖς ἄλλοι στέκονταν ὄρθιοι.

Τσαντισμένος ὁ Τομάζο πλησίασε νὰ κόψει κίνηση. Οἱ καθιστοὶ πρέπει νά ’ταν ὅλοι τους τεκνά· οἱ ὄρθιοι ἦταν τρεῖς ἀδελφές, ἕτοιμες νὰ τοῦ δίνουν. Πράγματι, ὅταν ὁ Τομάζο βρέθηκε ἐκεῖ δίπλα, αὐτὲς εἶπαν   «Τσάο, τσάο», κι ἔφυγαν σὲ μιὰ τρελὴ βιασύνη, σὰν νά ’ταν τίποτα κοριτσάκια ποὺ τὰ περιμένει σπίτι ἡ μαμά τους νὰ τὰ κατσαδιάσει ποὺ ἄργησαν.  

 

Περικοπὴ ἀπὸ τὸ πέμπτο κεφάλαιο τοῦ μυθιστορήματος «Βίος βίαιος» («Una vita violenta»), ποὺ θὰ ἐκδοθεῖ ἀπὸ τὸν Gutenberg τὸ 2027.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Μ’ ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΠΕΤΡΑΡΧΗ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

Μ’ ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΠΕΤΡΑΡΧΗ

 

Τῆς Καλλονῆς τὸ γέλιο σὰν δενδρύλλιο

τὰ φύλλα του ἅπλωσε μὲ δρόσου κράση.

Λεπτῆς ἀνάσας γάζα στὸ κεράσι

τῶν δυὸ χειλῶν της κάλεσε τὸν ἥλιο

 

νὰ πλέξει ρίμες. Τῶν φιλιῶν ἀχτίδες

κελάρυζαν τὴ ρώμη τους στὸ στόμα

σὰν δάσος ἤχων ποὺ ἦρθαν ἀπ᾽ τὸ χῶμα

 

τῆς ὕπαρξης θνητοί· μὰ ἐσὺ τοὺς εἶδες

ν᾽ ἀθανατίζονται ὄντας ἐν διεγέρσει.

 

Nulla al mondo e che non possano i versi.

 

Στὸν κόσμο τίποτα δὲν θὰ σοῦ τύχει

νὰ μὴ μποροῦν νὰ σοῦ τὸ ποῦν οἱ στίχοι.

 

Ἡ εἰκονογράφηση εἶναι τοῦ Βασίλη Γραβαρίτη.