Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 

Το μόνο ιδεολογικό σύστημα, που έχει πραγματικά τυλίξει στα δίχτυα του ακόμη και τις κυριαρχούμενες τάξεις, είναι ο καταναλωτισμός, επειδή είναι το μόνο που έχει φτάσει μέχρι τέλους, απ’όπου και παράγει μιαν ορισμένη επιθετικότητα, επειδή αυτή η συγκεκριμένη επιθετικότητα είναι απαραίτητη στην κατανάλωση. Αν κάποιος είναι αυθεντικά υποτακτικός, ακολουθεί το καθαρό ένστικτο της υποταγής σαν γέρος χωρικός που έσκυβε πάντα το κεφάλι του και τα παρατούσε όλα, πράγμα που είναι τόσο υψηλό, όσο και ο ηρωισμός. Τώρα αυτό το πνεύμα της παραίτησης, της υποταγής, δεν υπάρχει πια, γιατί αλλιώς τι είδους καταναλωτής είναι αυτός που παραιτείται και αποδέχεται την αρχαϊκή και οπισθοδρομική κατάστασή του, που δεν πάει πιο κάτω; Ο καταναλωτής οφείλει να παλέψει για να ανεβάσει την κοινωνική του θέση. «Κλίνω την κεφαλή μου εν ονόματι Κυρίου» είναι πολύ σπουδαία πρόταση. Σήμερα όμως ο καταναλωτής δεν ξέρει καθόλου πώς να κλίνει… πώς να σκύβει την κεφαλή του, και στην πραγματικότητα πιστεύει ανόητα ότι το σκύβει μεν, αλλά διατηρεί τα δικαιώματά του. Στην πραγματικότητα είναι πάντα εκεί, απαιτεί τα δικαιώματά του, πιστεύει σε αυτά, πλην όμως είναι ένας φουκαράς ηλίθιος.

Δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει ποτέ κοινωνία, στην οποία ο άνθρωπος θα είναι ελεύθερος. Επομένως, είναι μάταιο να ελπίζουμε.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Πηγή: "Conversazioni con Gideon Bachmann", Cinecittà, 28 Απριλίου 1975, και στο Pier Paolo Pasolini: Polemica, politica, potere, Chiarelettere (2015), pp.125-133.

 

ΤΑΛΕΜΠ ΑΛ-ΡΕΦΑΙ


 

Αναμνηστική φωτογραφία μετά την παρουσίαση του βιβλίου του Τάλεμπ Αλ_Ρεφάι στο 54ο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως.
Από αριστερά προς τα δεξιά: Βασίλης Κατσικέας, εγώ, Τάλεμπ Αλ_Ρεφάι, Κωνσταντίνος Κατσικέας, Ρόνι Μπου Σάμπα.






Το βιβλίο του Τάλεμπ Αλ-Ρεφάι, η αφιέρωση σε εμένα και τα καλούδια από το Κουβέιτ: βασιλικοί χουρμάδες γεμιστοί με χλωρό ακόμα καρύδι!

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΡΗΜΟΣ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΡΗΜΟΣ

 

Καμία έρημος δεν θα είναι ποτέ πιο έρημη από ένα σπίτι, από μια πλατεία, από έναν δρόμο όπου ζουν άνθρωποι το χίλια εννιακόσια εβδομήντα μετά Χριστόν. Εδώ βρίσκεται η μοναξιά. Βρίσκεσαι να στρυμώχνεσαι με τον γείτονά σου, που ψωνίζει στα ίδια πολυκαταστήματα μ’ εσένα, πελάτης όντας και αυτός στα στα ίδια καταστήματα μ’ εσένα, αναγνώστης των ίδιων εφημερίδων μ’ εσένα, θεατής της ίδιας τηλεόρασης μ’ εσένα – και παντού σιωπή. Για την έρημο  δεν υπάρχει άλλη μεταφορά από την καθημερινή ζωή. Και είναι μη αναπαραστάσιμη, ακριβώς επειδή είναι η σκιά της ζωής: και οι σιωπές της είναι σιωπές εσωτερικές. Είναι αγαθό ειρήνης. Μόνο που η ειρήνη δεν είναι πάντοτε καλύτερη από τον πόλεμο. Σε μια ειρήνη κυριαρχούμενη από την εξουσία μπορεί κανείς να διαμαρτυρηθεί με το να μη θέλει να υπάρχει άλλο.

 

Μετάφραση:  Γιώργος Κεντρωτής.

Πηγή: «Appunti per un film su san Paolo», στο «Sceneggiature e trascrizioni», Per il cinema, τ. II, 1975.


Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ


 

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 84-139)

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 

Μὰ ἐσὺ τοῦ Τυνδάρεω κόρη, βασίλισσά μας Κλυταιμήστρα,

λέγε τί συμβαίνει; Τί νέα;… Ποιό μήνυμα σοῦ ’ρθε;

Τί ἄκουσες καὶ στέλνεις παντοῦ νὰ κάνουνε θυσίες;

Τῶν θεῶν τῶν πολιούχων ὅλων οἱ βωμοί

—καὶ τῶν ὕψιστων, καὶ τῶν χθόνιων,

καὶ τῶν οὐράνιων, καὶ τῶν διοικούντων τὴν ἀγορά—…

ὅλοι τους καῖνε μὲ τῶν θυσιῶν τὰ δῶρα.

Παντοῦ ἐλάμπανε φωτιές, παντοῦ,…

καὶ ἀνεβαίνουνε οἱ φωτιὲς στοὺς οὐρανοὺς

φουντωμένες ἀπὸ εὐωδιὲς ἁγνές, ἀπὸ μύρα ἁπαλά,

κι ἀπὸ τὸ λάδι ποὺ ἀπ’ τῶν ἀνακτόρων βγαίνει τὰ ὑπόγεια.

Σ’ αὐτὰ ποὺ εἶπα καὶ σὲ ρώτησα

ἀπάντηση παρακαλῶ νὰ δώσεις —

πές… πὲς ὅσα μπορεῖς,…

καὶ ὅ,τι ἐπιτρέπεται νὰ πεῖς σ’ ἐμένα πές το.

Τὴν ἄγνοια τώρα γιάτρεψέ μου, τὴν ἄγνοια

ποὺ τὴ μιὰ κακὰ μοῦ προμηνάει

καὶ τὴν ἄλλη μ’ ἐλπίδες, ἀπ’ τὶς θυσίες ποὺ ὅρισες, μὲ τρέφει —

ἐλπίδες ποὺ διώχνουνε μακριά, στοὺς πέντε ἀνέμους,

τὶς ἄπληστές μου μέριμνες καὶ τὴ βαθιὰ τὴ λύπη…

τὴ λύπη ποὺ μοῦ τρώει, μοῦ μασάει τὰ φυλλοκάρδια.

 

Καὶ ξέρω καὶ μπορῶ τὸν αἴσιο οἰωνὸ νὰ ψάλω τώρα·

τὸν εἶδαν, γιὰ πόλεμο ὅταν ἐκινήσανε, οἱ γενναῖοι ἄντρες·

γέρος ἐγὼ ξεγέρος, τὴν ἔχω ἀκόμα τὴ θεϊκὴ τὴν τέχνη

νὰ τραγουδῶ τραγούδια… νὰ τὰ λέω, καὶ νὰ πείθω.

Γι’ αὐτὸ θὰ ψάλω ἐδῶ τὸ τραγούδι αὐτὸ ποὺ λέει

ὅτι τὸ διπλόθρονο τῶν Ἀχαιῶν τὸ κράτος,

τοὺς δύο ἀχαιοὺς βασιλεῖς, ποὺ κυβερνοῦν τὰ νιάτα τῆς Ἑλλάδας,

τοὺς στέλνει τὸ ὄρνιο τοῦ πολέμου

στὴ γῆ νὰ πᾶν τῆς Τροίας καὶ νὰ πολεμήσουν

στὰ χἐρι τους κρατώντας ἀκόντια δυνατά —

νὰ πολεμήσουνε στὴν Τροία κι ἐκδίκηση νὰ πάρουν.

Στοὺς δύο βασιλεῖς τῶν πλοίων

δύο βασιλεῖς πουλιῶν ἔδωσαν τὸ μήνυμα…

στὸ παλάτι δίπλα, ἀπ’ τὴ δεξιὰ μεριά, σὲ μέρος ἀνοιχτό…

ἕνα μελανὸ ἤτανε πουλί, μαῦρο, καταμέλανο,

καὶ τ’ ἄλλο ἤτανε μὲ τὴν οὐρά του ὁλόλευκη…

Ἐφάνηκαν καὶ κατασπάραξαν λαγίνα γκαστρωμένη,

καὶ τὰ παιδιά της δὲν προλάβανε νὰ φτάσουν ὣς στὴ γέννα.

Τραγούδι ψάλε θλιβερὸ καὶ μοιρολόι.

Ἡ νίκη ἂς εἶναι πάντα τοῦ καλοῦ.

 

Ὁ πάνσοφος ὁ μάντης τοῦ στρατοῦ,

τοὺς δύο λαγοφόνους ἀετοὺς σὰν εἶδε,

κατάλαβε πὼς εἶν’ οἱ δυὸ πολέμαρχοι Ἀτρεῖδες,

καὶ τὰ σημεῖα ἐξηγώντας εἶπε:

«Μὲ τὰ χρόνια ὁ στρατὸς ποὺ φεύγει τώρα

τοῦ Πρίαμου τὴν πόλη θὲ ν’ ἁλώσει·

τὰ πλούτη της τ’ ἀμύθητα, τὰ συναγμένα μὲς στοὺς πύργους,

ἡ Μοίρα μὲ τὴ βία θὰν τ’ ἁρπάξει. Φτάνει…

φτάνει μόνο μὴν καὶ κάποιος φθονερὸς θεὸς

τυλίξει μὲ σκοτάδια κι ἀφανίσει, πρὶν τὴν ὥρα ἐκείνη,

τὸν ἑλληνικὸ στρατό, καθὼς θὰ σφίγγει σὰν χαλκὰς τὴν Τροία…

Γιατὶ ἀπὸ οἶκτο ἐξάπτεται ἡ Ἄρτεμη, ἡ θεὰ ἡ παρθένα·

τὸ μίσος της ἐνάντια στρέφει στὰ πουλιά,

τὰ φτερωτὰ σκυλιὰ τοῦ Δία, τοῦ πατέρα της,

ποὺ κατασπάραξαν τὴ δύστυχη λαγίνα μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της,

πρὶν καλὰ-καλὰ ἀκόμα τὰ γεννήσει —

τῶν ἀετῶν μισεῖ ἡ θεὰ τ’ ἀπαίσια δεῖπνα».

Τραγούδι ψάλε θλιβερὸ καὶ μοιρολόι.

Ἡ νίκη ἂς εἶναι πάντα τοῦ καλοῦ.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΔΙΩΡΥΓΑΣ



PABLO NERUDA

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΔΙΩΡΥΓΑΣ

 

Παναμά, γη πανέμορφη, η γεωγραφία σού χάρισε

ένα δώρο που σε καμία άλλη χώρα δεν το ’δωσε:

δυό θάλασσες ξεκίνησαν να σ’  ανταμώσουν·

η παρθένα οροσειρά αποψιλώθηκε·

και αντί να σου φέρει μία θάλασσα, σου’ δωσε τα νερά

των δύο βασιλέων του αφρού, κι έτσι

από τη μια μεριά ο Ατλαντικός σε φιλάει με χείλη

συνηθισμένα να φιλούν σταφύλια,

κι από την άλλη ο Ειρηνικός τινάζει προς τιμήν σου

το κυκλώνειο ανάστημά του στον αέρα.

Κι έτσι, μικρή μου γη του Παναμά,

μικρή μου τρυφερή αδερφούλα, αρχίζουν

να με τρώνε εμένα τώρα οι πρώτες αμφιβολίες —

και θα σ’ τις πω ψιθυριστά στ’  αφτί, γιατί πιστεύω

την πίκρα ότι πρέπει να τη λέμε πάντα σιγανά,

κι αν μπορούμε μάλιστα με τη σιωπή μας.

Να λοιπόν τι ακριβώς συνέβη, μικρή αδερφή μου.

Έκοψαν τ’  όμορφο σχήμα σου σαν να’ τανε κεφαλοτύρι·

μετά σε φάγαν και ύστερα σε παρατήσανε

σαν λιοκούκουτσο ροκανισμένο.

Τι έγινε το έμαθα αργότερα· η διώρυγα

σαν ποταμός του φεγγαριού εφτιάχτηκε·

ο κόσμος το ποτάμι τούτο πλέοντας

θα πέρναγε από τη μία θάλασσα στην άλλη

σκορπίζοντας στις αμμουδιές σου χρήματα και τύχη·

έλα όμως που κάποιοι κύριοι, από αλλού φερμένοι,

έβαλαν τα όπλα τους επάνω στο κορμί σου,

κι αφού υποθήκευσαν τη λυγερή σου μέση,

έπειτα σε πότιζαν ουίσκι, μόνο ουίσκι.

Και όλα συνεχίζονται όπως τα είχε σχεδιάσει

ο Σατανάς και οι πιστοί του απατεώνες:

με τα δικά τους τα λεφτά έφτιαξαν τη διώρυγα,

με το δικό σου το αίμα έσκαψαν τα χώματά σου,

και τώρα στέλνουν τα δολάρια καραβιές στη Νέα Υόρκη,

ενώ εσένα σου αφήνουνε τους τάφους.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 


Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΝΗΜΗ ΟΡΘΗ

 


ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΑΤΟΣ

 

ΜΝΗΜΗ ΟΡΘΗ

 

Στη μνήμη του Σπύρου Χαλβατζή

 

Είναι η μνήμη

που μένει ορθή…

 

Άγρυπνη…

Στα χείλη των συντρόφων

καθώς η στάλα του νερού

σε γη ξερή…

 

Ζώσα…

Καθώς μια φλόγα

αιώνια νέα…

πάνω σε τρίποδα

πανάρχαιο…

 

Κόκκινη μνήμη

καθώς η γραφή

ΚΚΕ

σ’  ένα μαντρότοιχο

λευκό αποβραδίς.

 

Μάχιμη μνήμη

σαν βηματισμός

συντεταγμένων συντρόφων

στο συλλαλητήριο…

 

Μνήμη τραχιά

με τις φωνές

των άδικα νεκρών

σε ατέλειωτους πολέμους.

 

Μνήμη

καθώς σφυρήλατο ατσάλι

που ανοίγει δρόμους

σκίζοντας ώρες σκοτεινές.

 

Μνήμη

από βλέμμα και χαμόγελο

κι από φωνή

αντρίκια, βέβαιη και

καρτερική που ’λεγε:

«Για τη νίκη,

Συντρόφισσες και σύντροφοι!»


ΕΝΑ ΜΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΣΑΑΔΗ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΕΝΑ ΜΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΣΑΑΔΗ

 

Τελείως άγονο είναι (θα το δεις) της αρετής το μάθημα,

όταν στον δρόμο σου απαντήσεις φύσεις μοχθηρές, αχρείες.

Στο δέντρο το άκαρπο κοίτα μην κόψεις μόνο τον κορμό·

τις ρίζες να του βγάλεις πρέπει – το χώμα ν’  ανασάνει.

Την ώρα που θα σβήνεις τη φωτιά τη θεριεμένη,

τις μικροσπίθες αν αφήσεις αναμμένες, δουλειά μισή θα κάνεις.

Να σου το πω κι αλλιώς, καλά για να το καταλάβεις: το φίδι

το σκοτωμένο είναι ζωντανό, αν δεν σκοτώσεις τα φιδόπουλά του.

Τον χαλασμένο άνθρωπο δεν γίνεται να τον αλλάξεις – άσ’ τον!

Ούτε  τ’ οποιοδήποτε καλάμι γίνεται να βγάζει ζάχαρη.


ΚΑΘ’ ΥΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΑΑΔΗ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΚΑΘ’  ΥΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΑΑΔΗ

 

Μάταια ελπίζεις πως με παλιοσίδερα

θα γίνει υπέροχο ποτέ να φτιάξεις γιαταγάνι.

Δεν φτάνουν μόνο το σχολείο και ο δάσκαλος

σοφό για να σε κάνουν – δεν το μπορούν.

Η ίδια βροχή στον αμπελώνα τρέφει κλήματα

και στον χερσότοπο ταΐζει αγκάθια να θεριέψουν.

Ποτέ υάκινθους μη σπείρεις σε χώμα άγονο,

ο σπόρος δεν θα πιάσει –τον καιρό σου χάνεις.

Σε φαύλους και κακούς μια χάρη αν κάνεις,

τη δυστυχία ευνοείς των δίκαιων και των καλών ανθρώπων.

Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ



PIER PAOLO PASOLINI

 

Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ

 

Ο δάσκαλος οφείλει να αφυπνίζει στον μαθητή το πώς θα συνειδητοποιεί τη νοημοσύνη του. Από αυτή τη συνειδητοποίηση θα του γεννηθεί η επιθυμία για μελέτη και σπουδές. Ο δάσκαλος πρέπει να ερεθίζει την περιέργεια του μαθητή, έτσι ώστε ο οποιοσδήποτε στόχος του μαθητή να είναι καλός και εφικτός: να μάθει τους χρόνους του λατινικού ρήματος videor, όπως και τη σχέση ανάμεσα στα φύλα, να κατανοήσει το a priori του Καντ όπως και τις χορεύτριες του βαριετέ. 

Είναι εύκολο να αντιληφθούμε ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος του εκπαιδευτικού/δασκάλου: πρέπει να είναι ένα έργο απελευθέρωσης και διύλισης ή κάθαρσης (γι' αυτό και η υποχρεωτική διδασκαλία των Θρησκευτικών είναι παράλογη: η θρησκεία είναι επίτευγμα, δεν είναι κεκτημένο: παναπεί κατακτάται, δεν αποκτάται). Γι’  αυτό και στον προέφηβο ανακαλείται η αληθινή του φύση με αναδρομή στις κρυσταλλώσεις της αυθεντίας, που είναι και εξουσία.

 

Μετάφραση:  Γιώργος Κεντρωτής.

 


Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ ΣΤΟ ΙΝΣΤΑΓΚΡΑΜ







 

ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...












 

ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ : ΑΣΜΑΤΟΛΟΓΙΟ



ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ : ΑΣΜΑΤΟΛΟΓΙΟ


Τελευταία διόρθωση, τελευταῖες ματιές.
490 σελίδες: θὰ βρεθοῦν σίγουρα λαθάκια, ὅλο καὶ κάποια ἀλλαγὴ θά (χρειαστεῖ νά) γίνει.

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ



ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΝΩΝ (σττ. 40-83)

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

 

Περάσαν κιόλας δέκα χρόνια

ἀπ’ ὅταν τοῦ Πριάμου ὁ ἐχθρὸς ὁ μέγας,

ὁ βασιλιὰς Μενέλαος… μαζὶ του καὶ ὁ Ἀγαμέμνων,

οἱ δύο γιοὶ τοῦ Ἀτρέα οἱ δυνατοί, ποὺ ἐπῆραν

δυὸ θρόνους καὶ δυὸ σκῆπτρα ἀπὸ τὸν Δία,

τὰ χίλια πλοῖα τοῦ στόλου τῶν Ἀργείων

ἀπὸ τούτη μας ἐδῶ τὴ χώρα ἔλυσαν,

τὰ φόρτωσαν στρατὸ καὶ σάλπαραν

τὸ δίκιο τους νὰ πᾶν νὰ βροῦνε. Τὸν Ἄρη, τὸν θεό,

καλοῦσαν μὲ κραυγὲς ὡσὰν τοὺς γύπες,

ποὺ μὲ ὀδύνη γιὰ τοὺς χαμένους νεοσσούς τους,

γύρους γράφουνε συνέχεια πάνω ἀπ’ τὶς φωλιές τους

χτυπώντας τὰ φτερά τους σὰν κουπιά,

γιατὶ δὲν ἔχουν πιὰ σιμά τους τὰ μικρά τους

νὰ τὰ φροντίζουν καὶ νὰ τ’ ἀναθρέφουν.

Κάποιος μέγιστος θεός ὅμως, ὁ Ἀπόλλων,

ἢ ὁ Πὰν ἢ καὶ αὐτὸς ἀκόμα ὁ Δίας,

ἀκούγοντας τὸν θρῆνο τοῦτο τὸν ὀξύβουο τῶν πουλιῶν,

ποὺ σπίτι  ἔχουνε κοινὸ μὲ αὐτοὺς ψηλὰ στὸν οὐρανό,

στέλνει στὴν ὥρα τὴ σωστὴ τὴν Ἐρινύα —

νὰ τιμωρήσει τήνε στέλνει τοὺς ἐνόχους.

Ὁ παντοδύναμος ὁ Ξένιος Δίας ἔτσι τοὺς Ἀτρεῖδες,

λόγω τῆς γυναίκας ποὺ εἶχε ἄντρες πλῆθος μέγα…

τοὺς Ἀτρεῖδες στέλνει, λέω, στὸν Πάρη ἐνάντια,

νὰ δώσουνε ἀγῶνες καὶ κόντρα ἀγῶνες, ποὺ

τὰ γόνατα λυγίζουν κάνοντάς τα μὲ τὸ χῶμα ἕνα,

ἀγῶνες ποὺ τ’ ἀκόντια ὅλα τὰ τσακίζουνε τὸ ἴδιο:

τῶν Τρώων καὶ τῶν Δαναῶν τὸ ἴδιο, τὸ ἴδιο… Τώρα,

τὰ πράγματα ὅπως κι ἂν ἔχουν, τὸ γραμμένο

νὰ γίνει θὰ γενεῖ… βεβαίως θὰ γενεῖ.

Οὔτε βάζοντας φωτιὰ οὔτε ρίχνοντας λάδι θ’ ἁπαλύνεις

τὴν ἄσβεστην ὀργὴ τῆς ἱερῆς θυσίας.

Ἐμεῖς ἐδῶ, τὰ γέρικα κορμιά, ποὺ πίσω μείναμε

καὶ δὲν ἐπήγαμε στὸν πόλεμο, στὶς μάχες,

σὲ τοῦτα τὰ ραβδιὰ στηρίζουμε τὰ χρόνια μας

λὲς κι εἴμαστε σὰν τίποτα παιδάκια ἀδύναμα.

Γιατὶ ἀπ’ τὰ στέρνα τῶν παιδιῶν καὶ τῶν γερόντων

ἡ ἴδια δύναμη πετιέται ἔξω· τοῦ πολέμου ἡ μανία

καθόλου, μήτε στάλα, δὲν ὑπάρχει ἐντός τους.

Σὰν ξεραθεῖ τὸ δέντρο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου

κι ἀρχίσουν νὰ τοῦ πέφτουνε τὰ φύλλα

καὶ μὲ τὰ τρία πόδια πιὰ βαδίζει, ὄντας γέρος,

δὲν εἶναι δυνατότερος ἀπὸ μικρὸ παιδί —

σὰν ὄνειρο πηγαίνει ποὺ τὸ βλέπεις μέρα μεσημέρι.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΙΣΧΥΛΟΣ : ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 551-582)

Ο ΚΗΡΥΚΑΣ ΟΜΙΛΕΙ ΣΤΟΝ ΧΟΡΟ

 

ΚΗΡΥΚΑΣ: Ὅλ’ αὐτὰ ἐτέλειωσαν καλά.

Ὅσο γιὰ κεῖνα, πού ’γιναν στὰ τόσα χρόνια μέσα,

ἄλλα θὰ πεῖ ὁ κόσμος πὼς ἔγιναν καλά

καὶ ἄλλα ὄχι, καὶ μᾶς ἐπόνεσαν. Μὰ δίχως βάσανα ζωὴ

( ποιός ἄλλος; ) μόνο οἱ θεοὶ ἔχουν — μόνο…

Ποῦ νὰ πιάσω νὰ σοῦ λέω τί τραβούσαμε

καὶ τί ζωή εἴχαμε στὰ πλοῖα,

ποὺ δὲν ὑπῆρχε στρῶμα νὰ πλαγιάσουμε

κι ὅλο ἂχ καὶ βὰχ στενάζαμε, στενάζαμε —

κι οὔτε μιὰ μέρα δὲν μᾶς ἔλειψαν οἱ βόγκοι.

Ἀλλὰ καὶ στὴ στεριὰ καθόλου πιὸ καλὰ δὲν ἦταν.

Στὰ τείχη πλάι τῶν ἐχθρῶν κοιμόμασταν.

Ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κι ἀπ’ τοὺς ἀγροὺς μᾶς μούσκευαν

δροσιὲς καὶ πάχνες… τὸ ψύχος μᾶς περόνιαζε,

καὶ στὶς προβιές μας ποὺ φορούσαμε ἀγρίευαν οἱ τρίχες.

Μὴν πῶ γιὰ τὸν χειμώνα ποὺ πεθαίνει τὰ πουλιὰ

μὲ τὸ βαρὺ τὸ κρύο, μὲ τῆς Ἴδης τοὺς χιονιάδες.

Μὴν πῶ καὶ γιὰ τὴν κάψα στῶν μεσημεριῶν τὴν ὥρα

ποὺ ἡ θάλασσα ὅλη ἀκύμαντη κοιμότανε

στῆς νηνεμίας τὴν ἀγκάλη — μὴν πῶ… μήν…

Γιατί ὅμως νὰ στενοχωριέμαι γιὰ ὅλα τοῦτα; Τέλειωσαν…

τέλειωσαν τὰ βάσανα· τέλειωσαν, ἔληξαν, πᾶνε —

οὔτε πόνος πιὰ οὔτε θλίψη, οὔτε… Καὶ τίποτα…

τίποτα δὲν μέλλει τώρα τοὺς νεκρούς μας — ναί,

τί νὰν τοὺς μέλλει τάχα;: νά ’ρθουν πίσω στὴ ζωή;!

Ὅσο τώρα γιὰ ὅσους ἀπομείναμε ἀπ’ τῶν Ἀργείων τὸν στρατὸ

τὸ κέρδος πιὰ μετράει, καὶ τὸ κέρδος νικάει τὸ κακό.

Καὶ γιατί νὰ μετρᾶμε πρέπει τοὺς νεκρούς;

Κι οἱ ζωντανοὶ γιατί νὰ πονᾶμε πρέπει γιὰ τὰ κακὰ ποὺ πέρασαν;

Τὶς συμφορὲς τὶς στέλνω στὸ καλὸ νὰ πᾶνε… ναί, νὰ πᾶνε.

Καὶ φυσικὸ ἐγὼ τὸ βρίσκω —πέρα γιὰ πέρα φυσικό—

νὰ καυχιέμαι μπροστὰ στὸ φῶς τοῦ ἥλιου·

καὶ πάνω ἀπὸ τὴ γῆ κι ἀπὸ τὴ θάλασσα

μὲ κομπασμὸ νὰ λέω καὶ νὰ ξαναλέω:

«Τῶν Ἀργείων ὁ στόλος

ἐπῆγε τελικὰ στὴν Τροία

καὶ στῆς Ἑλλάδας τοὺς ναοὺς

τοῦτα δῶ τὰ λάφυρα οἱ γέροντες οἱ πιὸ παλιοὶ

προσφορά, στολίδια πάλλαμπρα, τὰ ἐκρέμασαν».

Μὲ τόσα καὶ τέτοια ποὺ ἀκούσατε

τὴν πόλη πρέπει καὶ τοὺς στρατηγούς της νὰ δοξάζετε·

μὰ καὶ τοῦ Δία τὴ χάρη νὰ τιμᾶτε πρέπει

πού τὰ ἔφτασε ὅλα αἴσια καὶ καλὰ ὣς τὸ τέλος.

Ὅ,τι εἶχα νὰ πῶ τὸ εἶπα· τὸ ἄκουσες.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.