ARTHUR RIMBAUD
ΠΟΛΕΙΣ (1)
Είναι πόλεις! Είναι λαός
που για χάρη του υψώθηκαν τούτα τ’ Αππαλάχια Όρη όπως κι εκείνοι οι ονειρώδεις
Λίβανοι! Βουνόσπιτα κρυστάλλινα και ξύλινα που κινούνται πάνω σε ράγες και με
τροχαλίες αόρατες. Παλαιότατοι κρατήρες ζωσμένοι κολοσσούς και μπρούντζινα
φοινικόδεντρα βρυχώνται μελωδικά ριγμένοι στις φωτιές. Γιορτές ερωτικές
αντηχούν πάνω απ’ τα κανάλια που κρέμονται πίσω απ’ τα βουνόσπιτα. Το κυνήγι μιας
συστοιχίας κωδώνων φωνάζει στα φαράγγια. Συντεχνίες γιγαντόσωμων τραγουδιστών χιμούν
ντυμένες για την περίσταση και κρατώντας λάβαρα λαμπρά όσο και των βουνοκορφών τα
φώτα. Επί των εξεδρών και στη μέση των βαράθρων οι Ρολάνδοι αναγγέλλουν με
τρόπους μουσικούς την ανδρεία τους. Στα διάσελα της αβύσσου και στις στέγες των
πανδοχείων η λαύρα τ’ ουρανού πιάνει και σημαιοστολίζει τ’ άλμπουρα. Η
κατάρρευση των αποθεώσεων ενώνεται με τα υψίπεδα όπου πλήθος κενταύρισσες
σεραφικές ελίσσονται στις χιονοστιβάδες ανάμεσα. Υπεράνω των υψηλοτέρων ακρωρειών
μια θάλασσα τεταραγμένη απ’ την αιώνια γέννηση της Αφροδίτης, και ζαλωμένη στόλους
ωδικούς και τον φλοίσβο των μαργαριταριών και των πολύτιμων κοχυλιών, — ναι, υπάρχουν φορές που η θάλασσα αυτή μελανιάζει
με αστραπές προοιωνιζόμενες θάνατο. Στις πλαγιές, βρυχώνται οι σοδειές των λουλουδιών,
σοδειές τόσο μεγάλες, όσο τα όπλα μας εμάς και τα κύπελά μας. Πομπές από βασίλισσες
των ξωτικών, περιβεβλημένες οπάλινες εσθήτες πυρρόχρωμες, βγαίνουν
αναρριχώμενες μέσ’ από κάτι άγριες ρεματιές. Εκεί πάνω ψηλά, πατώντας μες στον
καταρράκτη και στα βάτα, τα ελάφια βυζαίνουν την Άρτεμη. Των προαστίων οι
Βάκχες κλαίνε με λυγμούς, το δε φεγγάρι ζεματάει και ουρλιάζει. Η Αφροδίτη
μπαίνει στις σπηλιές των σιδεράδων και των ερημιτών. Ομάδες κωδωνοστασίων
τραγουδούν των λαών τις ιδέες. Από κάστρα χτισμένα με κόκαλα προβαίνει μουσική
άγνωστη, ανήκουστη. Οι θρύλοι όλοι εξορμούν, και οι παρορμήσεις ορμούν στις κωμοπόλεις.
Των καταιγίδων καταρρέει ο παράδεισος. Οι άγριοι χορεύουν χωρίς σταματημό την
εορτή της νύχτας. Κι εγώ κάποια στιγμή κατέβηκα στην κίνηση μιας λεωφόρου της
Βαγδάτης όπου, μες στη σύμπυκνη αύρα, κάτι κομπανίες τραγουδούσαν τη χαρά της καινούργιας
δουλειάς, κι εκεί κυκλοφορούσα χωρίς να μπορώ να ξεφύγω απ’ τα μυθικά φαντάσματα
των ορέων, όπου πρέπει μάλλον να ’χαμε ξανασυναντηθεί
Ποιά
γλυκιά αγκάλη και ποιά όμορφη ώρα θα μου δώσουν εμένα πίσω τούτο τον τόπο, απ’ όπου
κατάγονται και τα όνειρά μου και κάθε μου κίνηση;
Μετάφραση:
Γιώργος Κεντρωτής.

























