Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια

 


ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (348e11-351b10)

 

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια

 

«Δὲν σὲ ρωτῶ αὐτό», τοῦ εἶπα. «Σὲ ρωτῶ ἂν δέχεσαι αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ: ὁ δίκαιος ἄνθρωπος δὲν ἔχει τὴν ἀξίωση οὔτε καὶ θέλει ποτὲ νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ἕναν ἄλλο δίκαιο ἄνθρωπο· ἀλλὰ ἀπὸ ἕναν ἄδικο τὸ θέλει».

«Ἔτσι ὅπως τὸ λὲς εἶναι», εἶπε.

Τὸν ρωτῶ τότε: «Μὲ τὸν ἄδικο, ὅμως, τί γίνεται; Θέλει ὁ ἄδικος καὶ ἀξιώνει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ τὸν δίκαιο καὶ νὰ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς δίκαιης πράξης;»

«Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν τὸ θέλει ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ ἀξιώνει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους;» μοῦ ἀπάντησε.

«Συνεπῶς ὁ ἄδικος ἄνθρωπος», του εἶπα, θὰ θέλει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον ἄδικο ἄνθρωπο, θὰ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς δίκαιης πράξης καὶ θὰ ἀνταγωνίζεται τοὺς πάντες, προκειμένου νὰ πάρει τοῦ λόγου του περισσότερα ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἔτσι εἶναι;»

«Ναί, ἔτσι εἶναι», μοῦ εἶπε.

Τοῦ εἶπα ἐγὼ μετά: «Ἂς τὸ ποῦμε τότε ὡς ἑξῆς: ὁ μὲν δίκαιος δὲν ζητᾶ νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ τὸν ὅμοιό του — ἀπὸ τὸν ἀνόμοιό του, ὅμως, ναί· ὁ ἄδικος, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ζητᾶ νὰ ἔχει περισσότερα καὶ ἀπὸ τὴν ὅμοιό του καὶ ἀπὸ τὸν ἀνόμοιό του».

«Ἄριστα τὸ διατύπωσες», μοῦ εἶπε.

«Γιά πές μου τώρα», τὸν ρώτησα ἐγώ: «εἶναι συνετὸς καὶ καλὸς ὁ ἄδικος, ἐνῶ ὁ δίκαιος δὲν εἶναι τίποτα ἀπ’τὰ δύο;»

«Καὶ αὐτὸ πολὺ καλὰ τὸ διατύπωσες», μοῦ ἀπάντησε.

«Ὁπότε ὁ μὲν ἄδικος μοιάζει μὲ τὸν συνετὸ καὶ καλὸ ἄνθρωπο, ὁ δὲ δίκαιος ὄχι — τὸ εἶπα καλά;» τὸν ρώτησα.

«Δὲν γίνεται ἀλλιῶς», μοῦ ἀπάντησε. «Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος θὰ εἶναι καὶ ὅμοιος μὲ ἀνθρώπους σὰν κι αὐτὸν, ἐνῶ ὁ ἄλλος δὲν θὰ εἶναι».

«Ἔχει καλῶς. Δηλαδὴ μοῦ λὲς ὅτι ὁ καθένας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύο θὰ εἶναι σὰν κι αὐτούς, μὲ τοὺς ὁποίους μοιάζει;»

«Καὶ σὰν τὶ ἄλλο, δηλαδή, θὰ εἶναι;» μοῦ εἶπε.

«Μάλιστα», τοῦ εἶπα. «Γιά πές μου, Θρασύμαχε, λὲς ἐσὺ γιὰ κάποιον ὅτι εἶναι μουσικὸς καὶ γιὰ κάποιον ἄλλον ὅτι εἶναι ἄμουσος;»

«Τὸ λέω».

«Καὶ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς δύο ποιός λὲς ὅτι εἶναι συνετὸς καὶ μὲ γνώση καὶ ποιός ἀσύνετος καὶ δίχως γνώση;»

«Λέω ὅτι ὁ μουσικός εἶναι συνετὸς καὶ μὲ γνώση, ἐνῶ ὀ ἄμουσος εἶναι ἀσύνετος καὶ δίχως γνώση».

«Ἑπομένως τὸν χαρακτηρίζεις καλὸ ἐν σχέσει πρὸς ὅσα διαθέτει γνώση καὶ κακὸ ἐν σχέσει πρὸς ὅσα δὲν διαθέτει γνώση — εἶναι ἔτσι;»

«Ναί».

«Μ’ ἕναν ποὺ γνωρίζει τὴν ἰατρικὴ ἰσχύει τὸ ἴδιο;»

«Τὸ ἴδιο ἰσχύει».

«Γιά πές μου τώρα, ἄριστε ἐσὺ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, ποιά εἶναι ἐσένα ἡ δική σου ἐντύπωση σχετικὰ μὲ αὐτὸ ποῦ θὰ σὲ ρωτήσω: κάποιος ποὺ ξέρει μουσικὴ θὰ ἤθελε, ὅσην ὥρα κουρντίζει τὴ λύρα του, νὰ ξεπερνάει κάποιον ἄλλο μουσικὸ στὸ σφίξιμο ἢ στὴ χαλάρωση τῶν χορδῶν της ἢ νὰ ἔχει περισσότερα ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἄλλο;»

«Ἐντύπωσή μου εἶναι πὼς ὄχι».

«Καὶ ἀπέναντι σ’ ἕναν ἄμουσο;»

«Κατ’ ἀνάγκην ναί».

«Καὶ μὲ τοὺς γιατροὺς τί γίνεται; Θὰ ἤθελε ποτὲ ἕνας γιατρὸς νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ἕναν ἄλλο γιατρὸ ἢ νὰ τὸν ξεπερνάει σὲ ὅποια γνώση ἀφορᾶ ζητήματα τροφῆς καὶ πόσης;»

«Ὄχι βέβαια».

«Καὶ ἀπέναντι σ’ ἕναν ποὺ δὲν εἶναι γιατρός;»

«Τότε ναί».

Τοῦ εἶπα τότε ἐγώ: «Ὑπάρχουν ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ ἀνεπιστημοσύνη…ὑπάρχουν, δηλαδή, ἡ γνώση καὶ ἡ ἄγνοια ἀντίστοιχα. Ἐξέτασε, σὲ παρακαλῶ, ὅλο τὸ φάσμα τῆς γνώσης καὶ τῆς ἄγνοιας καὶ πές μου ἂν κατὰ τὴ γνώμη σου ὑπάρχει ἔστω καὶ ἕνας ἐπιστήμονας… ἕνας γνώστης, ποὺ θὰ ἐπέλεγε γιὰ τὸν ἑαυτό του νὰ πράττει ἢ νὰ λέει περισσότερα ἀπὸ κάποιον ἄλλον ἐπιστήμονα καὶ ὄχι τὰ ἴδια μὲ τὸν ὅμοιό του πάνω στὸ ἴδιο ζήτημα».

«Αὐτό», μοῦ εἶπε, «ἴσως πρέπει νὰ εἶναι ὅπως τὸ θέτεις».

«Τί γίνεται, ὅμως, μὲ τὸν ἀνεπιστήμονα; Ὁ ἐν λόγω δὲν θὰ ἀξίωνε νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ τὸν ἐπιστήμονα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἀνεπιστήμονα;»

«Ἴσως».

«Ὁ ἐπιστήμονας, γιά πές, εἶναι σοφός;»

«Τὸ ὑποστηρίζω».

«Καὶ ὁ σοφός εἶναι καλός;»

«Καὶ αὐτὸ τὸ ὑποστηρίζω».

Τοῦ εἶπα τότε: «Συνεπῶς ὁ καλὸς καὶ σοφὸς ἄνθρωπος ναὶ μὲν δὲν θὰ θέλει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ τὸν ὅμοιό του, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἀνόμοιό του καὶ ἀπ’ τὸν ἀντίθετό του θὰ θέλει».

«Ἔτσι φαίνεται», εἶπε.

«Ὁ κακός, ὅμως, καὶ ἀμαθής θὰ θέλει νὰ ἔχει περισσότερα καὶ ἀπὸ τὸν ὅμοιό του καὶ ἀπ’ τὸν ἀντίθετό του».

«Κι αὐτὸ ἔτσι φαίνεται».

«Τί γίνεται, λοιπόν, ἐδῶ, Θρασύμαχε;» τὸν ρώτησα. «Στὴ συζήτησή μας ὁ ἄδικος ἐκεῖνος ἄνθρωπος θὰ θέλει νὰ ἔχει περισσότερα καὶ ἀπὸ τὸν ἀνόμοιό του καὶ ἀπὸ τὸν ὅμοιό του; Αὐτὸ δὲν μᾶς ἔλεγες; Ἢ ὄχι;»

«Αὐτὸ ἔλεγα», εἶπε.

«Ὁ δίκαιος, βέβαια, δὲν θὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ τὸν ὅμοιό του, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἀνόμοιό του — τὸ λέω σωστά;»

«Σωστά».

«Συνεπῶς», τοῦ εἶπα, «ὁ μὲν δίκαιος μοιάζει στὸν σοφὸ καὶ καλὸ ἄνθρωπο, ὁ δὲ ἄδικος στὸν κακὸ καὶ ἀμαθή».

«Ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, ναί».

«Εἴχαμε παραδεχθεῖ, ὅμως», τοῦ ἐπισήμανα, «ὅτι μὲ ὅποιον μοιάζει ὁ καθένας ἀπ’ τοὺς δύο τέτοιος εἶναι καὶ αὐτός… ὁ καθένας τους».

«Τὸ εἴχαμε, ναί, παραδεχθεῖ», εἶπε.

«Εἶναι, ἑπομένως, ὁλοφάνερο», τοῦ εἶπα, «ὅτι ὁ μὲν δίκαιος ἄνθρωπος εἶναι καλὸς καὶ σοφός, ὁ δὲ ἄδικος ἀμαθὴς καὶ κακός».

Ἀπ’ τὴ μεριά του ὁ Θρασύμαχος τὰ παραδέχθηκε, βέβαια, ὅλα αὐτά, ἀλλὰ ὄχι καὶ τόσο εὔκολα, ὅπως τὰ λέω ἐγὼ τώρα, ἀλλὰ μὲ τὸ ζόρι καὶ παρασυρόμενος ἀπὸ τὸν ρυθμὸ τῆς συζήτησης, κολυμπώντας δὲ μὲς στὸν ἱδρώτα, μιᾶς κι εἴχαμε ἤδη μπεῖ στὸ καλοκαίρι. Τότε μάλιστα παρατήρησα πρώτη μου φορά —δὲν τὸ εἶχα παλιότερα προσέξει— ὅτι ὁ Θρασύμαχος ἦταν κατακόκκινος. Ὅταν, λοιπόν, συμφωνήσαμε ὅτι ἡ μὲν δικαιοσύνη εἶναι ἀρετὴ καὶ σοφία, ἡ δὲ ἀδικία κακία καὶ ἀμάθεια, παναπεῖ ἄγνοια, ἔπιασα καὶ τοῦ εἶπα: «Πολὺ καλά, κι αὐτὸ ἂς τὸ ἀφήσουμε ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως εἶναι. Εἴχαμε ὅμως πεῖ καὶ κάτι ἄλλο: ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι κάτι ἰσχυρό. Τὸ θυμᾶσαι ἢ δὲν τὸ θυμᾶσαι, Θρασύμαχέ μου;»

«Τὸ θυμᾶμαι», εἶπε. «Ἐμένα, ὅμως, δὲν μοῦ ἀρέσουν καθόλου ὅσα λὲς τώρα — κι ἂς ἔχω βεβαίως νὰ πῶ γι’ αὐτά. Μά, ἂν ἔκανα νὰ σ’ τὰ πῶ, πολὺ καλὰ τὸ ξέρω τί θὰ μοῦ ἔλεγες. Πὼς ρητορεύω—θὰ μοῦ ἔλεγες— καὶ πὼς δημοκοπῶ. Ὁπότε, λοιπόν, ἢ μὲ ἀφήνεις νὰ πῶ ὅ,τι θέλω νὰ πῶ ἤ, ἂν θέλεις νὰ μοῦ κάνεις ἐρωτήσεις, ρώτα με. Ἐσὺ θὰ ρωτᾶς κι ἐγώ —πῶς κάνουν οἱ γριές, ὅταν λένε παραμύθια;…— θὰ λέω ὅλο “ναί, ναὶ καλά” καὶ θὰ κουνάω τὸ κεφάλι μου ἄλλοτε συμφωνώντας καὶ ἄλλοτε διαφωνώντας».

Τοῦ εἶπα τότε: «Σὲ καμία περίπτωση νὰ μὴν τὸ κάνεις· καὶ μὴν πεῖς κάτι ποὺ δὲν ἀπηχεῖ τὴ γνώμη σου».

«Κάνε καλὰ καὶ ὅπως σοῦ ἀρέσει», μοῦ εἶπε, «ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως δὲν μ’ ἀφήνεις νὰ μιλήσω. Παραταῦτα, τί ἄλλο θές; — λέγε!»

«Τίποτα, μὰ τὸ Δία — τίποτα! Ἄν, τώρα πάλι, ἐσὺ σκοπεύεις νὰ κάνεις ὅ,τι εἶπες, κάνε το. Ἐγὼ πάντως θὰ ρωτάω».

«Ρώτα…»

«Ἔρχομαι, λοιπόν, καὶ σὲ ρωτάω ὅ,τι σὲ ρώτησα καὶ πρὶν ἀπὸ λίγο, γιὰ νὰ συνεχίσουμε ἐξεταστικὰ τὴ συζήτησή μας γιὰ τὴ δικαιοσύνη: τί εἶναι δικαιοσύνη καὶ ποιά ἡ σχέση της μὲ τὴν ἀδικία; Γιατὶ ἐλέχθη ἐδῶ ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι πιὸ γερὴ καὶ πιὸ ἰσχυρὴ ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη. Τώρα, ὅμως», τοῦ εἶπα, «ἄν, βέβαια, ἡ δικαιοσύνη εἶναι σοφία καὶ ἀρετή, εὔκολα φαντάζομαι φαίνεται ὅτι εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ τὴν ἀδικία, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ ἀδικία εἶναι, ἀμάθεια, δηλαδὴ ἄγνοια, καὶ κανείς δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ τὸ ἀγνοεῖ αὐτό… — πλὴν ὅμως, Θρασύμαχε, καθόλου δὲν ἐπιθυμῶ ἐγὼ νὰ ἐξετάσουμε τὸ ζήτημα ἔτσι ἁπλὰ καὶ ἀσυσχέτιστα. Γι’ αὐτὸ γιά πές μου: θὰ ἔλεγες ἐσὺ ποτὲ ὅτι μιὰ πόλη εἶναι ἄδικη καὶ ὅτι ἐπιχειρεῖ μὲ τρόπο ἄδικο νὰ ὑποδουλώσει ἄλλες πόλεις, καὶ ὅτι, ὅταν τὸ πετυχαίνει, κατορθώνει πολλὲς ἀπ’ αὐτὲς νὰ τὶς κρατάει ὑπόδουλες;»

«Καὶ γιατί νὰ μὴν τὸ λέω;» μοῦ εἶπε. «Καὶ ἐπίσης λέω ὅτι αὐτὸ πρώτη ἀπ’ ὅλες θὰ τὸ κάνει ἡ ἄριστη πόλη, αὐτὴ ποὺ εἶναι στὸν τελειότατο βαθμὸ ἄδικη».

«Τὴν ἀντιλαμβάνομαι», τοῦ εἶπα, «τὴν ἄποψή σου. Ἐπ’ αὐτῆς, ὅμως, κάθομαι τώρα καὶ σκέπτομαι καὶ ἀναλογίζομαι: ἡ πόλη, ποὺ γίνεται ἰσχυρότερη ἀπὸ κάποιες ἄλλες, θὰ ἔχει αὐτὴ τὴ δύναμη ἄνευ δικαιοσύνης ἢ θὰ τῆς εἶναι ἀναγκαῖο νὰ τὴν ἑδραιώσει μετὰ δικαιοσύνης;»

Μοῦ ἀπαντάει: «Ἂν ἡ δικαιοσύνη, σύμφωνα μὲ ὅσα ἔλεγες πρὶν λίγο, εἶναι σοφία, τότε μετὰ δικαιοσύνης· ἂν εἶναι, ὅμως, ἔτσι ὅπως τὰ ἔλεγα ἐγώ, τότε μετὰ ἀδικίας».

«Πολὺ χαίρομαι, Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα ἐγώ, «ποὺ δὲν μετέρχεσαι καταφατικὰ ἢ ἀρνητικὰ νεύματα, ἀλλὰ μοῦ ἀπαντᾶς, καὶ μάλιστα μοῦ δίνεις πολὺ ὡραῖες ἀπαντήσεις».

«Χάρη σοῦ κάνω», μοῦ εἶπε.

«Πολὺ εὐγενικὸ ἐκ μέρους σου», τοῦ εἶπα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΗΛΑΡΑΣ : ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 





Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2026

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια

 


ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (348b8-349c9)

 

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια

 

«Ἐμπρὸς τότε, Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα. «Ξαναπιάνουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή, καὶ μᾶς ἀπαντᾶς. Ἐξακολουθεῖς νὰ ὑποστηρίζεις ὅτι ἡ ἀδικία στὴν τέλεια ἐκδοχή της εἶναι λυσιτελέστερη… παναπεῖ ὠφελιμότερη ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη;»

«Βεβαιότατα καὶ τὸ ὑποστηρίζω», μοῦ ἀπάντησε, «καὶ σᾶς ἔχω ἐκθέσει καὶ τοὺς λόγους».

«Γιὰ πές μας τότε καὶ τὴ γνώμη σου γι’ αὐτὰ τὰ δύο ποὺ συζητᾶμε: τὸ ἕνα, ἂς ποῦμε, τὸ χαρακτηρίζεις ἀρετὴ καὶ τὸ ἄλλο κακία;»

«Ἔ, βέβαια!»

«Δηλαδὴ τὴ δικαιοσύνη τὴ λὲς ἀρετὴ καὶ τὴν ἀδικία κακία; — ἢ ὄχι;» τὸν ρώτησα.

«Ἀκριβῶς ἔτσι, γλυκύτατέ μου ἄνθρωπε, δεδομένου μάλιστα τοῦ ὅτι ὑποστηρίζω ὅτι ἡ μὲν ἀδικία λυσιτελεῖ, τουτέστιν ὠφελεῖ, ἡ δὲ δικαιοσύνη ὄχι!»

«Γιά κάτσε», τοῦ εἶπα, «ἡ δικαιοσύνη τί εἶναι;»

«Τὸ ἀντίθετο», μοῦ ἀπάντησε.

«Δηλαδὴ μᾶς λὲς ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι κακία;»

«Ὄχι! Σᾶς λέω ὅτι εἶναι γενναία εὐήθεια — καὶ νὰ σᾶς τὸ πῶ κι ἀλλιῶς: εἶναι μιὰ ἠλιθιότητα ἀκατάβλητη!»

«Τὴν ἀδικία θὰ τὴν χαρακτήριζες δηλαδὴ ὡς κακοήθεια;… ὡς ἀχρειότητα;»

«Ὄχι! Τὴν χαρακτηρίζω εὐβουλία: σωστὴ σκέψη, δηλαδή, καὶ εὐθυκρισία».

«Καὶ ὄντως πιστεύεις, Θρασύμαχε, ὅτι οἱ ἄδικοι εἶναι ἄνθρωποι ποὺ διαθέτουν φρονιμάδα καὶ ἀξιότητα;»

«Ὄχι ὅλοι», μοῦ εἶπε, «μὰ μόνο ὅσοι μποροῦν νὰ κάνουν ἄδικες πράξεις στὴν τέλεια ἐκδοχή τους ὄντας μάλιστα ἱκανοὶ νὰ ὑποτάξουν στὴ δύναμή τους καὶ πόλεις καὶ λαούς, νὰ ἀσκήσουν, μὲ ἄλλα λόγια, τὴν ἐξουσία τους. Ἐσὺ τώρα ἴσως νομίζεις ὅτι ἐγὼ ὑπονοῶ τίποτα κλεφτρόνια καὶ πορτοφολάδες. Ὠφελεῖ, βέβαια, καὶ αὐτό… λυσιτελεῖ πράγματι, φτάνει μονάχα νὰ μὴ σὲ κάνουν τσακωτό! Δὲν ἀξίζει, ὡστόσο, τὸν κόπο ν’ ἀναλωνόμαστε σὲ κουβέντες γιὰ τέτοια πράγματα. Νὰ μιλήσουμε μόνο γιὰ ὅσα ἔλεγα πρὶν ἀπὸ λίγο».

«Καταλαβαίνω», τοῦ εἶπα, «τί θέλεις νὰ πεῖς, πλὴν ὅμως, νὰ σοῦ πῶ, παραξενεύτηκα μὲ αὐτὸ ποὺ κάνεις: τὴν ἀδικία τὴ βάζεις στὴ μεριὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς σοφίας, ἐνῶ τὴ δικαιοσύνη στὰ ἀντίθετά τους».

«Ἔτσι! Ἐκεῖ ἀκριβῶς τὶς βάζω».

«Αὐτό, καλέ μου φίλε», τοῦ εἶπα ἐγώ, «εἶναι ἤδη στερεότερο, καὶ δὲν εἶναι εὔκολο νὰ βρεῖ κανεὶς νὰ πεῖ κάτι. Διότι, ἂν ὑποστήριζες ὅτι ἡ ἀδικία ναὶ μὲν εἶναι λυσιτελὴς καὶ σοῦ παρέχει ὠφέλεια, ἀλλὰ ἂν συνάμα παραδεχόσουν ὅτι εἶναι κάτι κακὸ ἢ αἰσχρό, ὅπως τὸ παραδέχονται κάποιοι ἄλλοι, τότε, ἐντάξει, θὰ μπορούσαμε νὰ ἐπιστρατεύσουμε τὶς συνήθεις ἀπόψεις καὶ νὰ ποῦμε κάτι· τώρα, ὅμως, εἶναι πρόδηλο τί θὰ ὑποστηρίξεις: θὰ μᾶς πεῖς ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι κάτι καλό, κάτι ὡραῖο δηλαδή, καὶ συνάμα ἰσχυρό, καὶ ὅτι ἐσὺ τῆς ἀποδίδεις ὅλα ὅσα συνδέουμε ἐμεῖς μὲ τὴ δικαιοσύνη, ἀκριβῶς ἐπειδὴ τόλμησες νὰ τοποθετήσεις τὴν ἀδικία στὴ μεριὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς σοφίας».

«Σωστὰ τὸ μάντεψες», μοῦ εἶπε.

«Ὡστόσο», εἶπα ἐγώ, «δὲν θὰ διστάσω καὶ δὲν πρέπει νὰ διστάσω νὰ ἐξετάσω τὸ ὅλον πράγμα ἐπιστρατεύοντας λογικὴ ἐπιχειρηματολογία, διότι πλέον ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι ὅσα λὲς τώρα τὰ ἔχεις σκεφτεῖ πραγματικά. Ναί, Θρασύμαχε, τώρα μοῦ δίνεις τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν μὲ κοροϊδεύεις καὶ ὅτι πιστεύεις πραγματικὰ ὅ,τι παρουσιάζεις ὡς γνώμη σου».

«Κι ἐσένα τί σὲ νοιάζει», μοῦ εἶπε, «ἂν ἐγὼ πιστεύω ἢ δὲν πιστεύω ὅ,τι λέω; Γιατὶ δὲν ἀρκεῖσαι στὸν ἔλεγχο τῶν ἐπιχειρημάτων μου;».

«Καθόλου δὲν μὲ νοιάζει», τοῦ ἀποκρίθηκα. «Κάνε, ὅμως, τὸν κόπο νὰ μοῦ δώσεις ἀπάντηση σ’ αὐτὸ ποὺ θὰ ρωτήσω: θὰ ἤθελε ποτὲ δίκαιος ἄνθρωπος νὰ ἀδικήσει ἄλλον δίκαιο ἄνθρωπο γιὰ νὰ ἔχει παραπάνω ἀπὸ ἐκεῖνον; — τὴ γνώμη σου θέλω».

«Μὲ κανέναν τρόπο», μοῦ ἀποκρίθηκε. «Διότι τότε δὲν θὰ ἦταν οὔτε ἀστεῖος, ὅπως τώρα, οὔτε καὶ εὐήθης».

Τὸν ρωτάω τότε: «Καὶ τί θὰ ἤθελε; Νὰ ὑπερβεῖ τὰ ὅρια τῆς δίκαιης πράξης;»

«Οὔτε κι αὐτό», μοῦ ἀπάντησε.

«Μήπως, ὅμως, ὁ δίκαιος ἀξίωνε νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ τὸν ἄδικο, καί, ἂν ναί, θὰ τὸ θεωροῦσε αὐτὸ δίκαιο ἢ ὄχι;» τὸν ρώτησα.

«Καὶ θὰ τὸ ἀξίωνε καὶ θὰ τὸ θεωροῦσε δίκαιο», μοῦ ἀπάντησε, «ἀλλὰ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει».

«Δὲν σὲ ρωτῶ αὐτό», τοῦ εἶπα. «Σὲ ρωτῶ ἂν δέχεσαι αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ: ὁ δίκαιος ἄνθρωπος δὲν ἔχει τὴν ἀξίωση οὔτε καὶ θέλει ποτὲ νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ἕναν ἄλλο δίκαιο ἄνθρωπο· ἀλλὰ ἀπὸ ἕναν ἄδικο τὸ θέλει».

«Ἔτσι ὅπως τὸ λὲς εἶναι», εἶπε.

Τὸν ρωτῶ τότε: «Μὲ τὸν ἄδικο, ὅμως, τί γίνεται; Θέλει ὁ ἄδικος καὶ ἀξιώνει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ τὸν δίκαιο καὶ νὰ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς δίκαιης πράξης;»

«Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν τὸ θέλει ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ ἀξιώνει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους;» μοῦ ἀπάντησε.

«Συνεπῶς ὁ ἄδικος ἄνθρωπος», του εἶπα, θὰ θέλει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον ἄδικο ἄνθρωπο, θὰ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς δίκαιης πράξης καὶ θὰ ἀνταγωνίζεται τοὺς πάντες, προκειμένου νὰ πάρει τοῦ λόγου του περισσότερα ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἔτσι εἶναι;»

«Ναί, ἔτσι εἶναι», μοῦ εἶπε.


Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια

 


ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (346e8-348b8)

 

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια

 

«Συνεπῶς, Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα, «τὸ πράγμα εἶναι πιὰ ὁλοφάνερο: καμία τέχνη καὶ καμία ἐξουσία δὲν δημιουργεῖ ὅ,τι εἶναι πρὸς ὄφελός της· δημιουργεῖ, κατὰ τὰ προλεχθέντα, ὅ,τι εἶναι πρὸς ὄφελος ἐκείνων ποὺ βρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐξουσία της· καὶ μὲ τὶς ἐντολὲς ποὺ τοὺς δίνει ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ ἐξασφαλίσει τὸ συμφέρον ἐκείνου ποὺ εἶναι ἀσθενέστερος — ὄχι τὸ συμφέρον τοῦ ἰσχυρότερου. Τὸ συμφέρον τοῦ ἥττονος καὶ ὄχι τοῦ κρείττονος! Νά, λοιπόν, γιατὶ κι ἐγώ, ἀγαπητέ μου Θρασύμαχε, ἔλεγα μόλις τώρα ὅτι κανεὶς δὲν θέλει νὰ ἀσκεῖ δωρεὰν καὶ μὲ τὴ θέλησή του τὴν ὅποια ἐξουσία, νὰ κυβερνᾶ καί, κυβερνώντας, νὰ ἀναλαμβάνει νὰ διορθώνει τὰ στραβὰ κι ἀνάποδα τῶν ἄλλων, 347a ἀλλά, προκεριμένου νὰ τὸ κάνει, ἀπαιτεῖ μισθό, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὅποιος μέλλει νὰ ἀσκεῖ σωστὰ τὴν τέχνη του ποτὲ δὲν πράττει ὅ,τι εἶναι τὸ καλύτερο γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ οὔτε δίνει ποτὲ τέτοιες ἐντολές… ἐντολὲς σύμφωνες μὲ τὴν τέχνη του… — τουναντίον πράττει ὅ,τι εἶναι τὸ καλύτερο γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ὑπὸ τὴν ἐξουσία του. Ἐξαιτίας ὅλων αὐτῶν ποὺ ἐπισημάναμε φαίνεται, λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ ὅσους θέλουν νὰ ἀσκήσουν κάποια ἐξουσία νὰ ὑπάρχει μισθός: μισθὸς εἴτε ὡς χρηματικὴ ἀμοιβὴ εἴτε ὡς τιμητικὴ διάκριση, καὶ βεβαίως ὡς ζημία, παναπεῖ ὡς ποινή, στὴν περίπτωση ποὺ δὲν τὴν ἀσκήσουν».

«Ὅταν λὲς ποινή, τί ἐννοεῖς, Σώκράτη;», ρώτησε ὁ Γλάυκων. «Σὲ ρωτάω, διότι τοὺς δύο μισθούς, ποὺ εἶπες, τοὺς ξέρω· ἀλλὰ τὴν ζημία, ποὺ ἀνέφερες, δὲν καταλαβαίνω πῶς τὴν ἐννοεῖς… καὶ μάλιστα τὴν ἐκλαμβάνεις ὡς μορφὴ μισθοῦ».

«Ἄρα», τοῦ εἶπα, «δὲν καταλαβαίνεις ποιός εἶναι ὁ μισθός, ἡ ἀνταμοιβὴ τῶν ἀρίστων. Οἱ πιὸ κατάλληλοι ἄνθρωποι ἀναλαμβάνουν καθήκοντα κυβερνητικά, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀνταμοιβή, 347b καὶ ἐφόσον βεβαίως θέλουν νὰ κυβερνοῦν. Ἢ μὴν τυχὸν δὲν ξέρεις ὅτι ἀμφότερες ἡ φιλοδοξία καὶ ἡ φιλοχρηματία καὶ θεωροῦνται καὶ εἶναι ὄνειδος;»

«Καὶ βέβαια τὸ ξέρω», εἶπε.

«Νά, λοιπόν, γιὰ ποιόν λόγο», τοῦ εἶπα τότε ἐγώ, «οἱ καλοὶ καὶ ἄξιοι ἄνθρωποι δὲν θέλουν νὰ ἐξουσιάζουν οὔτε γιὰ τὰ χρήματα οὔτε γιὰ τὴ δόξα· διότι δὲν θέλουν νὰ χαρακτηρίζονται οὔτε μισθωτοί —μίσθαρνα ὄργανα δηλαδή—, ἐπειδὴ εἰσπράττουν φανερὰ μισθό ἕνεκα τῶν προσφερόμενων ἀπὸ αὐτοὺς ὑπηρεσιῶν, οὔτε κλέφτες, ἐπειδὴ παίρνουν κρυφὰ χρήματα ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῆς ἐξουσίας τους. Ἀπ’ τὴν ἄλλη μεριὰ δὲν τὸ ἐπιλέγουν χάριν τῆς δόξας, καθότι δὲν εἶναι φιλόδοξοι. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ὑπάρχει 347c κάποια μορφὴ ἐξαναγκασμοῦ καὶ κάποιο εἶδος ζημίας, κάποια ποινὴ δηλαδή, ἂν σκοπεύουν νὰ ἀσκήσουν ἐξουσία… — γι’ αὐτὸ κι ἔχει καταντήσει νὰ θεωρεῖται σχεδὸν ντροπιαστικὴ γιὰ τὸν καθένα ἡ ἐθελούσια ἀνάληψη κυβερνητικοῦ ἀξιώματος, προτοῦ ἐξαναγκαστεῖ πρὸς τοῦτο. Ἡ δὲ μεγαλύτερη ζημία του… ἡ μεγαλύτερη ἐννοῶ τιμωρία του εἶναι νὰ ἐξουσιάζεται ἀπὸ κάποιον πονηρότερό του… ἀπὸ κάποιον χειρότερό του μὲ ἄλλα λόγια, ἀπ’ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἴδιος δὲν δείχνει θέληση νὰ κυβερνᾶ. Προσωπικῶς θεωρῶ ὅτι οἱ καλοὶ καὶ ἄξιοι, ἀκριβῶς ἐπειδὴ φοβοῦνται τὴν εἰρημένη τιμωρία, δέχονται νὰ ἀσκήσουν ἐξουσία, ἂν τύχει ποτὲ νὰ τὴν πάρουν στὰ χέρια τους· καὶ τότε, στὴν περίπτωση αὐτή, ἀναλαμβάνουν νὰ τὴν ἀσκήσουν καὶ νὰ κυβερνήσουν ὄχι μὲ τὴ σκέψη ὅτι προσδοκοῦν κάτι καλὸ ἢ ἔστω ὅτι θὰ καλοπεράσουν, ἀλλὰ ἔχοντας στὸν νοῦ τους ὅτι ἀναλαμβάνουν νὰ πράξουν 347d κάτι ποὺ εἶναι ἐξαναγκασμένοι νὰ πράξουν καὶ ποὺ δὲν ἔχουν κάποιους καλύτερους ἢ ἔστω ὅμοιούς τους, γιὰ νὰ τοὺς ἀναθέσουν τὸ ἔργο αὐτό. Διότι φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι, ἂν ὑπῆρχε μιὰ πόλη μὲ ἀνθρώπους ἀγαθούς… μὲ καλοὺς καὶ ἄξιους ἀνθρώπους… στὴν πόλη αὐτὴ τὸ πιθανότερο θὰ ἦταν νὰ εἶναι πολυπόθητη ἡ μὴ ἄσκηση κυβερνητικῆς ἐξουσίας — ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο, δηλαδή, μὲ τώρα, ὁποὺ πολυπόθητη εἶναι ἡ ἄσκηση κυβερνητικῆς ἐξουσίας· ἔτσι θὰ γινόταν ὁλοφάνερο ὅτι ἐκ φύσεως ὁ ἀληθινὸς ἄρχοντας καὶ ἐξουσιαστὴς δὲν ἀποβλέπει στὸ ἀτομικό του συμφέρον, ἀλλὰ μεριμνᾶ γιὰ τὸ συμφέρον τῶν ἀρχομένων καὶ ἐξουσιαζομένων του. Ἔτσι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος μὲ νοῦ καὶ γνώση ποὺ δὲν θὰ προτιμοῦσε νὰ ἔχει ὁ ἴδιος ὄφελος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀπ’ τὸ νὰ παρέχει ὀφέλη σὲ ἄλλους καὶ νὰ μπερδεύεται στοὺς μπελάδες τῶν ἄλλων. Στὸ θέμα αὐτὸ διαφωνῶ πλήρως μὲ τὸν Θρασύμαχο, 347e ὅταν λέει ὅτι δίκαιο εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ ἰσχυρότερου. Τὸ θέμα, ὡστόσο, αὐτὸ θὰ τὸ συζητήσουμε κάποιαν ἄλλη φορά. Πολὺ πιὸ σοβαρὸ μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι τὸ ἄλλο θέμα ποὺ θίγει τώρα ὁ Θρασύμαχος, ὅταν ἰσχυρίζεται ὅτι τοῦ ἄδικου ἀνθρώπου ἡ ζωὴ εἶναι καλύτερη ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ δίκαιου. Πές μας, λοιπόν, τώρα ἐσύ, Γλαύκωνα, τί ἀπ’ τὰ δύο διαλέγεις; Ποιά ἀπ’ τὶς δύο ἀπόψεις νομίζεις ὅτι εἶναι πλησιέστερη στὴν ἀλήθεια;»

«Γνώμη μου εἶναι ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ δίκαιου ἀνθρώπου παρέχει περισσότερα ὀφέλη».

348a «Μήπως δὲν ἄκουσες», τοῦ εἶπα ἐγώ, «τὸν Θρασύμαχο ν’ ἀπαριθμεῖ τὰ τόσα καὶ τόσα ὀφέλη ποὺ προκύπτουν γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἄδικου;»

«Τὸν ἄκουσα», εἶπε, «ἀλλὰ δὲν μὲ ἔπεισε».

«Θέλεις, πές μου, νὰ τὸν πείσουμε ἐμεῖς, ἂν βεβαίως μπορέσουμε νὰ βροῦμε τὸν τρόπο, ὅτι ὅσα λέει δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἀλήθεια;»

«Γιατί νὰ μὴ θέλω;» μοῦ ἀποκρίθηκε.

«Ἂν ἐμεῖς», τοῦ εἶπα, «ποὺ ὑποστηρίζουμε τὰ ἀντίθετα ἀπ’ αὐτὀν, τοῦ ἀναφέρουμε στὸν σχετικὸ διάλογό μας τὰ καλὰ ποὺ ἔχει τὸ νὰ εἶναι κανεὶς δίκαιος, καὶ ἔπειτα μιλήσει αὐτὸς καὶ μᾶς πεῖ κάτι ἄλλο, καὶ ὕστερα ξαναμιλήσουμε ἐμεῖς καὶ τοῦ ποῦμε κάτι ἄλλο, θὰ χρειαστεῖ νὰ μετρᾶμε συνέχεια καὶ νὰ ἐπανυπολογίζουμε 348b πόσα καλὰ ἔχουμε ἀναφέρει γιὰ τὴν καθεμιὰ ἀπ’ τὶς δύο πλευρές μετὰ ἀπὸ κάθε τοποθέτρησή μας, ὁπότε πλέον θὰ χρειαστεῖ νὰ καλέσουμε δικαστές, γιὰ νὰ κρίνουν καὶ νὰ ἐκδώσουν ἀπόφαση. Ἄν, ὅμως, συνεχίσουμε τὴν ἐξέταση τοῦ θἐματος μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὸ κάναμε πρίν, συμφωνώντας μεταξύ μας ὡς πρὸς τὸ ποῦ συμφωνοῦμε ἢ διαφωνοῦμε, θὰ εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι καὶ δικαστὲς καὶ δικηγόροι».

«Βεβαιότατα, συμφωνῶ», εἶπε.

«Πές μου, λοιπόν, τότε ποιός ἀπ’ τοὺς δύο τρόπους σοῦ ἀρέσει περισσότερο», τὸν ρώτησα.

«Ὁ τελευταῖος», μοῦ ἀπάντησε.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια

 


ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (345e8-347a8)

 

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια

 

«Γιὰ δές, ὅμως, Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα τότε ἐγώ. «Καὶ μὴ μοῦ κάνεις πὼς δὲν καταλαβαίνεις ὅτι κανεὶς δὲν θέλει νὰ ἀσκεῖ δωρεὰν καὶ μὲ τὴ θέλησή του τὶς ἄλλες ἐξουσίες, καὶ ὅτι ὅλοι ἀπαιτοῦν μισθό, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῆς ἐξουσίας οἱ μόνοι ποὺ βγαίνουν ὠφελημένοι εἶναι οἱ ἀρχόμενοι, ἐνῶ οἱ ἴδιοι, οἱ ἄρχοντες δηλαδή, δὲν ἀποκομίζουν τὸ παραμικρὸ ὄφελος. Γι’ αὐτὸ ἔλα τώρα καὶ ἀπάντησέ μου στὴν ἐρώτηση ποὺ θὰ σοῦ κάνω: Ἀφοῦ κάθε φορὰ ποὺ λέμε ὅτι ἡ ὅποια τέχνη εἶναι κάτι διαφορετικό, αὐτὸ τὸ λέμε ἢ δὲν τὸ λέμε ξεκινώντας ἀπ’ τὸ ὅτι ἡ δύναμή της ἀποτελεῖ κάτι διαφορετικό; Καὶ γιὰ νὰ καταλήξουμε, ὑπέροχέ μου ἄνθρωπε, σὲ κάποιο συμπέρασμα, μὴ μοῦ ἀποκριθεῖς λέγοντας πράγματα ποὺ δὲν ἀπηχοῦν τὴν ἄποψή σου!»

«Ὄντως», ἀποκρίθηκε, «ξεκινᾶμε ἀπ’ τὸ ὅτι ἡ δύναμή της ἀποτελεῖ κάτι διαφορετικό».

«Ὁπότε καὶ τὸ ὄφελος ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ καθεμιά τους εἶναι κάτι ἰδιαίτερο καὶ ὄχι κάτι ποὺ εἶναι κοινὸ σὲ ὅλες. Ἡ ἰατρική, λόγου χάρη, προσφέρει ὑγεία· ἡ τέχνη τοῦ καπετάνιου, ἡ λεγόμενη κυβερνητική,  ἀσφάλεια κατὰ τὴν πλεύση· ὁμοίως καὶ οἱ ἄλλες τέχνες — ἔτσι δὲν εἶναι;»

«Ἔτσι».

«Συνεπῶς», τοῦ λέω τότε, «καὶ ἡ τέχνη τοῦ πορισμοῦ χρημάτων, ἡ λεγόμενη μισθωτική, προσφέρει μισθό — ἔτσι δὲν εἶναι; Γιατὶ αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ δική της δύναμη. Ἢ μήπως τυχαίνει νὰ ἰσχυρίζεσαι ὅτι ἡ τέχνη ἡ ἰατρικὴ ταυτίζεται μὲ τὴν τέχνη τοῦ καπετάνιου; Σ’ τὸ ρωτάω, ἐπειδὴ λὲς ὅτι στοὺς ὁρισμοὺς ὀφείλουμε νὰ ἀκριβολογοῦμε. Γι’ αὐτὸ μὴ μοῦ πεῖς ὅτι, ἂν ἕνας καπετάνιος βρεῖ τὴν ὑγειά του, ἐπειδὴ τὸ ταξίδι στὴ θάλασσα κάνει γενικῶς καλό, τὸ συγκεκριμένο γεγονὸς ἀποτελεῖ λόγο γιὰ ν’ ἀποκαλεῖ τὴν ἴδια του τὴν τέχνη —τὴν τέχνη τοῦ καπετάνιου, ἔ;— ἰατρική.»

«Ὄχι βέβαια, δὲν ἀποτελεῖ λόγο».

«Τὸ ἴδιο, νομίζω ἰσχύει καὶ μὲ τὴ μισθωτικὴ ἢ μισθαρνητικὴ τέχνη: δὲν θὰ τὴν ποῦμε ἰατρική, ἐπειδὴ κάποιος βρῆκε τὴν ὑγειά του παίρνοντας μισθό — ἔ;»

«Ἀσφαλῶς καὶ ὄχι», εἶπε.

«Τὴν ἰατρική τώρα —γιὰ πές μου— θὰ τὴ χαρακτήριζες ἐσὺ μισθαρνητικὴ τέχνη, ἂν κάποιος, ὅταν θεραπεύει, εἰσπράττει χρήματα;»

«Ὄχι», εἶπε.

Κι ἀμέσως τότε τὸν ρώτησα: «Συμφωνοῦμε, λοιπόν, ὅτι ἡ ὅποια ὠφέλεια προκύπτει ἀπὸ τὴν καθεμιὰ τέχνη εἶναι κάτι τὸ ἰδιαίτερο;»

«Ἂς ποῦμε», εἶπε.

«Ἄρα, ἂν ὅλοι οἱ τεχνίτες ἀπολαμβάνουν ἀπὸ κοινοῦ κάποια ὠφέλεια, εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ὠφέλεια ὀφείλεται σὲ κάτι ἐπιπρόσθετο ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦν ὅλοι τους ἀπὸ κοινοῦ».

«Ἔτσι φαίνεται», εἶπε.

«Ὁπότε, μὲ ἄλλα λόγια, ὑποστηρίζουμε», τοῦ εἶπα, «ὅτι ἡ ὠφέλεια ποὺ προσπορίζονται οἱ τεχνίτες λαμβάνοντας χρήματα προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐπιπρόσθετη χρήση τῆς μισθωτικῆς τέχνης — τὸ ὑποστηρίζουμε;»

Συμφώνησε μέν, ἀλλὰ μὲ δυσκολία.

Τοῦ λέω τότε: «Ἑπομένως ἡ ὠφέλεια γιὰ τὸν κάθε τεχνίτη, τουτέστιν ἡ λήψη τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν χρημάτων, δὲν παράγεται ἀπὸ τὴν τέχνη του· ἄν, μάλιστα, ἐξετάσουμε τὰ πράγματα μὲ ἀκριβολογία, ἡ μὲν ἰατρικὴ παρέχει ὑγεία, ἡ δὲ μισθαρνητικὴ τέχνη μισθοὺς καὶ χρήματα· ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἡ μὲν οἰκοδομικὴ τέχνη φτιάχνει τὸ σπίτι, ἡ δὲ μισθαρνητικὴ τέχνη, ποὺ τὴν παρακολουθεῖ, φέρνει μισθοὺς καὶ χρήματα· κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὅλες οἱ ὑπόλοιπες τέχνες ἐκτελοῦν τὸ ἔργο τους, ἡ καθεμιὰ τὸ δικό της, καὶ ἡ καθεμιά τους ὠφελεῖ ὅ,τι εἶναι ταγμένη νὰ φροντίζει. Σὲ ρωτῶ ὅμως: ἂν τὴν ὅποια τέχνη δὲν τὴ συνοδεύει ἐπιπροσθέτως ὁ μισθός, παναπεῖ μιὰ κάποια ἀμοιβή, ὑπάρχει —πές μου— γιὰ τὸν τεχνίτη κάποια ὠφέλεια ἀπὸ τὴν ἄσκησή της;»

«Δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει», ἀπάντησε.

«Κανένα ὄφελος, ἄρα, δὲν προσφέρει στὸν τεχνίτη ἡ τέχνη του, ἂν αὐτὸς ἐργάζεται ἀμισθί».

«Αὐτὴ τὴ γνώμη ἔχω κι ἐγώ», εἶπε.

«Συνεπῶς, Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα, «τὸ πράγμα εἶναι πιὰ ὁλοφάνερο: καμία τέχνη καὶ καμία ἐξουσία δὲν δημιουργεῖ ὅ,τι εἶναι πρὸς ὄφελός της· δημιουργεῖ, κατὰ τὰ προλεχθέντα, ὅ,τι εἶναι πρὸς ὄφελος ἐκείνων ποὺ βρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐξουσία της· καὶ μὲ τὶς ἐντολὲς ποὺ τοὺς δίνει ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ ἐξασφαλίσει τὸ συμφέρον ἐκείνου ποὺ εἶναι ἀσθενέστερος — ὄχι τὸ συμφέρον τοῦ ἰσχυρότερου. Τὸ συμφέρον τοῦ ἥττονος καὶ ὄχι τοῦ κρείττονος! Νά, λοιπόν, γιατὶ κι ἐγώ, ἀγαπητέ μου Θρασύμαχε, ἔλεγα μόλις τώρα ὅτι κανεὶς δὲν θέλει νὰ ἀσκεῖ δωρεὰν καὶ μὲ τὴ θέλησή του τὴν ὅποια ἐξουσία, νὰ κυβερνᾶ καί, κυβερνώντας, νὰ ἀναλαμβάνει νὰ διορθώνει τὰ στραβὰ κι ἀνάποδα τῶν ἄλλων, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ μισθό, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὅποιος μέλλει νὰ ἀσκεῖ σωστὰ τὴν τέχνη του ποτὲ δὲν πράττει ὅ,τι εἶναι τὸ καλύτερο γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ οὔτε δίνει ποτὲ τέτοιες ἐντολές… ἐντολὲς σύμφωνες μὲ τὴν τέχνη του… — τουναντίον πράττει ὅ,τι εἶναι τὸ καλύτερο γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ὑπὸ τὴν ἐξουσία του. Ἐξαιτίας ὅλων αὐτῶν ποὺ ἐπισημάναμε φαίνεται, λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ ὅσους θέλουν νὰ ἀσκήσουν κάποια ἐξουσία νὰ ὑπάρχει μισθός: μισθὸς εἴτε ὡς χρηματικὴ ἀμοιβὴ εἴτε ὡς τιμητικὴ διάκριση, καὶ βεβαίως ὡς ποινὴ στὴν περίπτωση ποὺ δὲν τὴν ἀσκήσουν».

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...






 









ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια


 

ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (344d1-345e5)

 

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια

 

Μόλις ἀπόσωσε τὰ λόγια του ὁ Θρασύμαχος, ἑτοιμαζόταν νὰ φύγει, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε σὰν ἄλλος λουτράρης ἀδειάσει μὲς στ’ ἀφτιά μας μαζεμένες δέκα σκάφες λόγια. Οἱ παρευρισκόμενοι ἐκεῖ δὲν τὸν ἄφησαν ὡστόσο ν’ ἀποχωρήσει· καὶ κάνοντάς το ὄχι μόνο τὸν ὑποχρέωσαν νὰ μείνει, ἀλλὰ καὶ νὰ δώσει ἐξηγήσεις πάνω σὲ ὅ,τι μᾶς εἶχε πεῖ. Ἀκόμα κι ἐγὼ προσωπικά, παρακαλώντας τον μὲ ἐπιμονή, τοῦ εἶπα: «Μὰ βρὲ δαιμόνιε Θρασύμαχε, ἀφοῦ τὴν ἄνοιξες τὴ συζήτηση —καὶ τί συζήτηση!— πῶς σηκώνεσαι τώρα νὰ φύγεις, προτοῦ μᾶς δώσεις τὶς ἀπαραίτητες ἐξηγήσεις καὶ προτοῦ μάθεις κι ἐλόγου σου ἂν τὰ πράγματα εἶναι ἔτσι ὅπως τὰ εἶπες ἢ τυχὸν διαφορετικά; Ἢ νομίζεις ὅτι εἶναι ἐντελῶς παρακατιανὸ ζήτημα ἡ ἐκ μέρους μας προσπάθεια τῆς διερεύνησης τοῦ βίου γενικῶς… τὸ πῶς θὰ μπορεῖ, δηλαδή, νὰ ζεῖ ὁ καθένας μας μιὰ ζωὴ ποὺ πραγματικὰ θ’ ἀξίζει νὰ τὴ ζεῖ καὶ δὴ στὸν ὑψηλότερο βαθμὸ ὠφέλειας;»

«Μοῦ λὲς τώρα, δηλαδή, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἐγὼ ἔχω ἄλλη γνώμη;» μοῦ εἶπε τότε ὁ Θρασύμαχος.

«Αὐτὸ ἀφήνεις νὰ φαίνεται», τοῦ εἶπα. «Ἤ, ἐν πάση περιπτώσει, δείχνεις σὰν νὰ μὴ νοιάζεσαι κὰν γιὰ μᾶς καὶ ἀδιαφορεῖς τελείως γιὰ τὸ ἂν θὰ περάσουμε καλύτερα ἢ χειρότερα στὴ ζωή μας, ὅταν ἀγνοοῦμε αὐτὸ ποὺ ἐσὺ ἰσχυρίζεσαι ὅτι γνωρίζεις. Ἔλα, λοιπόν, καλέ μου ἄνθρωπε,… δεῖξε προθυμία καὶ δεῖξ’ το καὶ σ’ ἐμᾶς… κι οὔτε πρόκειται, βέβαια, νὰ ζημιωθεῖς ἐσὺ ἀπ’ τὸν κόπο ποὺ θὰ κάνεις νὰ μᾶς εὐεργετήσεις, καὶ δὲν εἴμαστε καὶ λίγοι... καὶ θέλω νὰ σοῦ ὅτι ἐγώ, σὲ ὅ,τι μὲ ἀφορᾶ, δὲν ἔχω πεισθεῖ καὶ δὲν συμμερίζομαι τὴ γνώμη σου ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι ἐπικερδέστερη σὲ σύγκριση μὲ τὴ δικαιοσύνη, ἀκόμα καὶ ἂν τὴν ξαμολύσουμε τελείως καὶ δὲν τὴν ἐμποδίζουμε νὰ κάνει ὅ,τι θέλει. Γι’ ἄκου ἐδῶ, ὡστόσο, καλέ μου ἄνθρωπε, τί θὰ σοῦ πῶ. Ἔστω ὅτι κάποιος εἶναι ἄδικος καὶ ἔχει τὴ δύναμη νὰ διαπράττει ἀδικίες εἴτε κρυφὰ εἴτε φανερὰ ἢ ἀκόμα καὶ μετερχόμενος βία — ἔ, αὐτὸ ἐμένα μὲ κανέναν τρόπο δὲν μὲ πείθει ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι ἐπικερδέστερη τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὸ τὸ ἔχουν ἐνδεχομένως συναισθανθεῖ καὶ κάποιοι ἀκόμα ἀπὸ ἐμᾶς ἐδῶ, ὄχι μόνο ἐγώ. Γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ σοῦ λέω, ὑπέροχε ἄνθρωπε: δεῖξε μας μὲ τρόπο ἀρκούντως πειστικὸ ὅτι καθ’΄ολου σωστὰ δὲν σκεφτόμαστε, ὅταν ὑποστηρίζουμε ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ τὴν ἀδικία».

«Μὰ πῶς νὰ σὲ πείσω», μοῦ εἶπε, «ἂν δὲν ἔχεις πεισθεῖ μὲ ὅλα ὅσα μέχρι τώρα σᾶς εἶπα; Τί ἄλλο νὰ κάνω δηλαδή; Νὰ πιάσω μὲ τὰ χέρια μου τὰ λογικὰ ἐπιχειρήματά μου καὶ νὰ σ’ τὰ χώσω στὸ κεφάλι σου μέσα;»

«Γιὰ τ’ ὄνομα τοῦ Δία, ὄχι!... μὴν τὸ κάνεις!» τοῦ εἶπα. «Αὐτὸ ποὺ σοῦ ζητῶ εἶναι, πρῶτον, νὰ μείνεις σταθερὸς σὲ ὅ,τι εἶπες, ἤ, ἂν τυχὸν ἀλλάξεις γνώμη, νὰ τὴν ἀλλάξεις φανερά, κι ὄχι νὰ πᾶς στὰ μουλωχτὰ νὰ μᾶς ξεγελάσεις. Νὰ σοῦ θυμίσω, Θρασύμαχε, νὰ δεῖς… — καὶ θὰ τὸ δεῖς, ἂν ξαναδοῦμε αὐτὰ ποὺ εἶπες προηγουμένως. Ἐνῶ στὴν ἀρχὴ ὅρισες τὸν πραγματικὸ γιατρὸ μὲ τὴν ἀκριβολογικὴ σημασία τῆς λέξης, κατόπιν, ὅταν μίλησες γιὰ τὸν πραγματικὸ βοσκό, θεώρησες ὅτι γιὰ τὸν ὁρισμό του δὲν σοῦ ἦταν πιὰ ἀπαραίτητη ἡ ἀκριβολογία, καὶ μᾶς εἶπες ὅτι στὸ μέτρο ποὺ εἶναι βοσκὸς τρέφει τὰ πρόβατα, χωρὶς ὅμως νὰ ἀποβλέπει στὸ τί εἶναι καλύτερο γι’ αὐτά, ἀλλὰ ἔχοντας τὸ μυαλό του στὶς εὐωχίες, λὲς κι εἶναι συνδαιτημόνας σὲ φαγοπότι, ἢ στὴν πώληση τῶν ζώων, λὲς κι εἶναι ἔμπορος καὶ ὄχι ποιμένας. Τὴν ποιμενικὴ τέχνη, ὡστόσο, δὲν τὴν ἀπασχολεῖ τίποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει ταχθεῖ νὰ φροντίζει: τὸ πῶς, δηλαδή, θὰ ἐξασφαλίζει τὸ καλύτερο δυνατὸ γιὰ ὅ,τι ἔχει ταχθεῖ νὰ φροντίζει… — διότι ὅ,τι τῆς χρειάζεται τῆς ἴδιας γιὰ νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἄριστη τὸ ἔχει ἤδη ἐξασφαλισμένο, ἐφόσον ὡς τέχνη ἡ τέχνη ἡ ποιμενικὴ δὲν ὑστερεῖ σὲ τίποτα. Αὐτὸ εἶναι —γιὰ μένα τουλάχιστον— ὅ,τι μὲ κάνει νὰ θεωρῶ ἀναγκαία τὴ συμφωνία μας στὸ ὅτι κάθε ἐξουσία, στὸ μέτρο ποὺ εἶναι ἐξουσία, δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ κανενὸς ἄλλου τὸ καλὸ παρὰ μόνο γιὰ τὸ καλὸ ἐκείνου, ποὺ ἡ ἴδια ἐξουσιάζει καὶ ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενο ὅλων τῶν μεριμνῶν της, καὶ μάλιστα ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἡ ἐξουσία εἶναι δημόσια ἢ ἰδιωτική. Ἐσύ —γιὰ πές μου— πιστεύεις ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν πόλεων… τοὺς ἀληθινοὺς ἄρχοντες, ἐννοῶ... ἐξουσιάζουν μὲ τὴ θέλησή τους;»

«Μὰ τὸ Δία!» εἶπε. «Δὲν τὸ πιστεύω ἁπλῶς — τὸ ξέρω, καὶ μάλιστα τὸ ξέρω καλά!»

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΠΠ

 


GIORGIO CAPRONI

 

ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΠΠ

 

Αγαπητέ μου Πιερ Πάολο,

 

η αγάπη που τρέφαμε

ο ένας για τον άλλον –ξέρεις–

ήταν αγνή. Και ο πόνος μου

είναι αγνός. Δεν θέλω

να τον δημοσιοποιήσω. Δεν θέλω,

να επιδειχθώ, να στολίσω τον εαυτό μου

με τον θάνατό σου,

να τον βάλω άνθος στη μπουτονιέρα μου.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ "ΑΣΜΑΤΟΛΟΓΙΟ"

 


ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ "ΑΣΜΑΤΟΛΟΓΙΟ"

Κυκλοφόρησε σήμερα από τον Gutenberg.

Σε 500 σελίδες δουλειά 20 ετών στην Ιταλία, στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Ευχαριστίες από καρδιάς στον Γιώργο και στον Κώστα Δαρδανό, στη Δανάη Δαρδανού και στον αρχιμάστορα Γιάννη Μαμάη, που έκανε γι' άλλη μια φορά τα χειρόγραφά μου βιβλίο.