ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (345e8-347a8)
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ
ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια
«Γιὰ δές, ὅμως, Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα τότε ἐγώ.
«Καὶ μὴ μοῦ κάνεις πὼς δὲν καταλαβαίνεις ὅτι κανεὶς δὲν θέλει νὰ ἀσκεῖ δωρεὰν
καὶ μὲ τὴ θέλησή του τὶς ἄλλες ἐξουσίες, καὶ ὅτι ὅλοι ἀπαιτοῦν μισθό, ἀκριβῶς ἐπειδὴ
ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῆς ἐξουσίας οἱ μόνοι ποὺ βγαίνουν ὠφελημένοι εἶναι οἱ ἀρχόμενοι,
ἐνῶ οἱ ἴδιοι, οἱ ἄρχοντες δηλαδή, δὲν ἀποκομίζουν τὸ παραμικρὸ ὄφελος. Γι’ αὐτὸ
ἔλα τώρα καὶ ἀπάντησέ μου στὴν ἐρώτηση ποὺ θὰ σοῦ κάνω: Ἀφοῦ κάθε φορὰ ποὺ λέμε
ὅτι ἡ ὅποια τέχνη εἶναι κάτι διαφορετικό, αὐτὸ τὸ λέμε ἢ δὲν τὸ λέμε ξεκινώντας
ἀπ’ τὸ ὅτι ἡ δύναμή της ἀποτελεῖ κάτι διαφορετικό; Καὶ γιὰ νὰ καταλήξουμε, ὑπέροχέ
μου ἄνθρωπε, σὲ κάποιο συμπέρασμα, μὴ μοῦ ἀποκριθεῖς λέγοντας πράγματα ποὺ δὲν ἀπηχοῦν
τὴν ἄποψή σου!»
«Ὄντως», ἀποκρίθηκε, «ξεκινᾶμε ἀπ’ τὸ ὅτι ἡ
δύναμή της ἀποτελεῖ κάτι διαφορετικό».
«Ὁπότε καὶ τὸ ὄφελος ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ
καθεμιά τους εἶναι κάτι ἰδιαίτερο καὶ ὄχι κάτι ποὺ εἶναι κοινὸ σὲ ὅλες. Ἡ ἰατρική,
λόγου χάρη, προσφέρει ὑγεία· ἡ τέχνη τοῦ καπετάνιου, ἡ λεγόμενη κυβερνητική, ἀσφάλεια κατὰ τὴν πλεύση· ὁμοίως καὶ οἱ ἄλλες
τέχνες — ἔτσι δὲν εἶναι;»
«Ἔτσι».
«Συνεπῶς», τοῦ λέω τότε, «καὶ ἡ τέχνη τοῦ
πορισμοῦ χρημάτων, ἡ λεγόμενη μισθωτική, προσφέρει μισθό — ἔτσι δὲν εἶναι;
Γιατὶ αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ δική της δύναμη. Ἢ μήπως τυχαίνει νὰ ἰσχυρίζεσαι ὅτι
ἡ τέχνη ἡ ἰατρικὴ ταυτίζεται μὲ τὴν τέχνη τοῦ καπετάνιου; Σ’ τὸ ρωτάω, ἐπειδὴ λὲς
ὅτι στοὺς ὁρισμοὺς ὀφείλουμε νὰ ἀκριβολογοῦμε. Γι’ αὐτὸ μὴ μοῦ πεῖς ὅτι, ἂν ἕνας
καπετάνιος βρεῖ τὴν ὑγειά του, ἐπειδὴ τὸ ταξίδι στὴ θάλασσα κάνει γενικῶς καλό,
τὸ συγκεκριμένο γεγονὸς ἀποτελεῖ λόγο γιὰ ν’ ἀποκαλεῖ τὴν ἴδια του τὴν τέχνη —τὴν
τέχνη τοῦ καπετάνιου, ἔ;— ἰατρική.»
«Ὄχι βέβαια, δὲν ἀποτελεῖ λόγο».
«Τὸ ἴδιο, νομίζω ἰσχύει καὶ μὲ τὴ μισθωτικὴ
ἢ μισθαρνητικὴ τέχνη: δὲν θὰ τὴν ποῦμε ἰατρική, ἐπειδὴ κάποιος βρῆκε τὴν
ὑγειά του παίρνοντας μισθό — ἔ;»
«Ἀσφαλῶς καὶ ὄχι», εἶπε.
«Τὴν ἰατρική τώρα —γιὰ πές μου— θὰ τὴ
χαρακτήριζες ἐσὺ μισθαρνητικὴ τέχνη, ἂν κάποιος, ὅταν θεραπεύει, εἰσπράττει
χρήματα;»
«Ὄχι», εἶπε.
Κι ἀμέσως τότε τὸν ρώτησα: «Συμφωνοῦμε,
λοιπόν, ὅτι ἡ ὅποια ὠφέλεια προκύπτει ἀπὸ τὴν καθεμιὰ τέχνη εἶναι κάτι τὸ ἰδιαίτερο;»
«Ἂς ποῦμε», εἶπε.
«Ἄρα, ἂν ὅλοι οἱ τεχνίτες ἀπολαμβάνουν ἀπὸ
κοινοῦ κάποια ὠφέλεια, εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ὠφέλεια ὀφείλεται σὲ κάτι ἐπιπρόσθετο
ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦν ὅλοι τους ἀπὸ κοινοῦ».
«Ἔτσι φαίνεται», εἶπε.
«Ὁπότε, μὲ ἄλλα λόγια, ὑποστηρίζουμε», τοῦ
εἶπα, «ὅτι ἡ ὠφέλεια ποὺ προσπορίζονται οἱ τεχνίτες λαμβάνοντας χρήματα
προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐπιπρόσθετη χρήση τῆς μισθωτικῆς τέχνης — τὸ ὑποστηρίζουμε;»
Συμφώνησε μέν, ἀλλὰ μὲ δυσκολία.
Τοῦ λέω τότε: «Ἑπομένως ἡ ὠφέλεια γιὰ τὸν
κάθε τεχνίτη, τουτέστιν ἡ λήψη τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν χρημάτων, δὲν παράγεται ἀπὸ τὴν
τέχνη του· ἄν, μάλιστα, ἐξετάσουμε τὰ πράγματα μὲ ἀκριβολογία, ἡ μὲν ἰατρικὴ
παρέχει ὑγεία, ἡ δὲ μισθαρνητικὴ τέχνη μισθοὺς καὶ χρήματα· ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἡ
μὲν οἰκοδομικὴ τέχνη φτιάχνει τὸ σπίτι, ἡ δὲ μισθαρνητικὴ τέχνη, ποὺ τὴν
παρακολουθεῖ, φέρνει μισθοὺς καὶ χρήματα· κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὅλες οἱ ὑπόλοιπες
τέχνες ἐκτελοῦν τὸ ἔργο τους, ἡ καθεμιὰ τὸ δικό της, καὶ ἡ καθεμιά τους ὠφελεῖ ὅ,τι
εἶναι ταγμένη νὰ φροντίζει. Σὲ ρωτῶ ὅμως: ἂν τὴν ὅποια τέχνη δὲν τὴ συνοδεύει ἐπιπροσθέτως
ὁ μισθός, παναπεῖ μιὰ κάποια ἀμοιβή, ὑπάρχει —πές μου— γιὰ τὸν τεχνίτη κάποια ὠφέλεια
ἀπὸ τὴν ἄσκησή της;»
«Δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει», ἀπάντησε.
«Κανένα ὄφελος, ἄρα, δὲν προσφέρει στὸν
τεχνίτη ἡ τέχνη του, ἂν αὐτὸς ἐργάζεται ἀμισθί».
«Αὐτὴ τὴ γνώμη ἔχω κι ἐγώ», εἶπε.
«Συνεπῶς, Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα, «τὸ πράγμα
εἶναι πιὰ ὁλοφάνερο: καμία τέχνη καὶ καμία ἐξουσία δὲν δημιουργεῖ ὅ,τι εἶναι πρὸς
ὄφελός της· δημιουργεῖ, κατὰ τὰ προλεχθέντα, ὅ,τι εἶναι πρὸς ὄφελος ἐκείνων ποὺ
βρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐξουσία της· καὶ μὲ τὶς ἐντολὲς ποὺ τοὺς δίνει ἀποσκοπεῖ στὸ
νὰ ἐξασφαλίσει τὸ συμφέρον ἐκείνου ποὺ εἶναι ἀσθενέστερος — ὄχι τὸ συμφέρον τοῦ
ἰσχυρότερου. Τὸ συμφέρον τοῦ ἥττονος καὶ ὄχι τοῦ κρείττονος! Νά, λοιπόν, γιατὶ
κι ἐγώ, ἀγαπητέ μου Θρασύμαχε, ἔλεγα μόλις τώρα ὅτι κανεὶς δὲν θέλει νὰ ἀσκεῖ
δωρεὰν καὶ μὲ τὴ θέλησή του τὴν ὅποια ἐξουσία, νὰ κυβερνᾶ καί, κυβερνώντας, νὰ ἀναλαμβάνει
νὰ διορθώνει τὰ στραβὰ κι ἀνάποδα τῶν ἄλλων, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ μισθό, ἀκριβῶς ἐπειδὴ
ὅποιος μέλλει νὰ ἀσκεῖ σωστὰ τὴν τέχνη του ποτὲ δὲν πράττει ὅ,τι εἶναι τὸ
καλύτερο γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ οὔτε δίνει ποτὲ τέτοιες ἐντολές… ἐντολὲς
σύμφωνες μὲ τὴν τέχνη του… — τουναντίον πράττει ὅ,τι εἶναι τὸ καλύτερο γιὰ ἐκεῖνον
ποὺ ἔχει ὑπὸ τὴν ἐξουσία του. Ἐξαιτίας ὅλων αὐτῶν ποὺ ἐπισημάναμε φαίνεται,
λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ ὅσους θέλουν νὰ ἀσκήσουν κάποια ἐξουσία νὰ ὑπάρχει
μισθός: μισθὸς εἴτε ὡς χρηματικὴ ἀμοιβὴ εἴτε ὡς τιμητικὴ διάκριση, καὶ βεβαίως ὡς
ποινὴ στὴν περίπτωση ποὺ δὲν τὴν ἀσκήσουν».
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.






















