Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Ο ΕΡΩΤΑΣ


PABLO NERUDA

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ

 

Κανεὶς δὲν ξέρει ἀκόμα πῶς γίνεται καὶ οἱ δύο μόνοι

(οἱ προορισμένοι, οἱ προτελευταῖοι, αὐτοὶ ποὺ βρέθηκαν

χωρίς νὰ μοιάζουν σὲ κανέναν παρ’ ἁπλῶς στὸν ἑαυτό τους)

κι οὔτε κανένας νὰ μπορεῖ

τὴ σκέψη του πιὸ πέρα ἀπὸ τὶς πρωταρχὲς νὰ πάει –  

πῶς γίνεται μιὰ γυναίκα κι ἕνας ἄντρας

νὰ ἔχουν μπόρεση ἱκανὴ τὴ γῆ νὰ ξαναχτίσουν.

 

Καὶ τὸ ζευγάρι αὐτό, στὴ μοναξιά του μέσα τὴν ἀπόλυτη,

ἐδέχτηκε τῆς φύσης τὸ μίσος καὶ ὅλες μαζὶ τὶς καταιγίδες της·

μὰ κι ἂν ὑπέφερε πολύ, συνέχισε κάτω ἀπ’ τὶς μαῦρες φυλλωσιές,

τὴν ἄπειρη ἀπ’ ἔξω διαύγεια νὰ ζητάει,

μέχρι ποὺ μόνο μέσα τους καὶ μέσα στὴ φωτιά τους,

σῶμα μὲ σῶμα, καὶ μὲ κρούσεις χεριῶν καὶ φιλιῶν,

βρῆκαν μιὰ σήραγγα μακριὰ σὰν τὴ ζωή·

ἡ σήραγγα τοὺς σφράγισε, τοὺς ἕνωσε σ’ ἕνα μόνο μονοπάτι,

ἀνήσυχους καὶ λαβωμένους· τὸ δάσος, σὰν κατάσκοπος,

καραδοκοῦσε ἐκεῖ μὲ τὰ κακόβουλά του μάτια,

τοὺς ἀκολούθαγε ὅσο αὐτοὶ συνέχιζαν νὰ πέφτουν στὴ χαρά,

ὅλο τῆς γῆς τὸ βάρος κουβαλώντας μὲς στὰ κόκαλά τους.

 

Ὁ φόβος, ἡ ἀγάπη, ὁ πόνος τοὺς χτυποῦσαν,

καὶ ἀπὸ τὴ μία φλόγωση στὴν ἄλλη ἐξύπνησαν·

περιπλανιόντουσαν χωρὶς νὰ ξέρουν ποῦ πηγαῖναν,

ὥσπου ἔφτασαν στὸ τέλος νὰ χαθοῦνε.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΙΑΣ ΔΙΩΡΥΓΑΣ



PABLO NERUDA

 

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΙΑΣ ΔΙΩΡΥΓΑΣ

 

Το νερό σε τρυπάει σαν μαχαίρι

και σε δύο ημίση χωρίζει την αγάπη,

με των δολαρίων το ψύχος να χώνεται

ίσαμε τη λαβή μες στις κηρήθρες σου.

Εγώ σου λέω τα βάσανα που νιώθω·

μα αν οι άλλοι τις συμφορές μου δεν τις βλέπουν,

υποχρεωτικά θα πω τότε κι εγώ

ότι είμαι χαμένος ή ότι κατέβασα

μπόλικα μπουκάλια στους πάγκους μες στα μπαρ σου·

μα τούτες εδώ οι κατασκευές, αυτές εδώ οι λίμνες,

αυτά τα γαλανά νερά των δύο ωκεανών

δεν πρέπει να είναι το σπαθί εκείνο που χωρίζει

τους ευτυχείς από τους εξαθλιωμένους —

η πόρτα θα ’πρεπε να ’ναι όλων των αφρών,

η μεγάλη ένωση δύο γαμήλιων κόσμων:

ένας μικρός δρόμος φτιαγμένος

για τους ανθρώπους, όχι για τους αλιγάτορες,

για την αγάπη και όχι για τα χρήματα,

όχι για το μίσος, μα για το ψωμί·

και πρέπει να πω ότι τούτη η διώρυγα

σ’ εσένα ανήκει, όπως όλες οι διώρυγες

που έχουν ανοιχτεί στην επικράτειά σου:

αυτές είναι οι ιερές πηγές σου.

Η πηγή της θάλασσας που σε κυκλώνει

είναι δική σου, είναι του αίματός σου φλέβα,

οι δε βρικόλακες που την ρουφάνε

να τα μαζεύουνε και να του δίνουν πρέπει·

και μόνο η ναυτική σου να μείνει σημαία

και να σειέται στο δειλινό αεράκι,

στην παναμέζικη την αύρα που ρωτάει

—σαν το παιδάκι που έχασε τη μάνα του—

πού είναι της πατρίδας του η σημαία.

Και περιμένει, περιμένει και όλο καρτερά.

Κι ο Παναμάς το ξέρει, το ξέρει.

Και όλοι εμείς οι Αμερικανοί

—απ’ την Παταγονία ως τον Ρίο Γκράντε—

το ξέρουμε: μόνο μία σημαία θα πρέπει

ν’ ανεμίζει στη διώρυγα, ν’  ανεμίζει

και να σκορπάει τις ευωδιές του ανθού της·

και δεν μπορεί να είναι σημαία πειρατών, όχι,

μα ένα ακόμα ρόδο του αίματός μας.

Και η πάναγνη του Παναμά σημαία

ηγεμονικά τη διέλευση των πλοίων θα ελέγχει.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Ο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» ΤΥΠΟΣ



 

PABLO NERUDA

 

Ο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» ΤΥΠΟΣ

 

Με διαπερνά ένα φευγαλέο ρίγος και θέλω να ιστορήσω

—χωρίς κακία, μάλλον με διάθεση χαρούμενη—

πως μια φορά η Αστυνομία στο Μπουένος Άιρες

με σήκωσε απ’  το κρεβάτι και μ’ έσυρε στη φυλακή.

Είχε βραδιάσει· είχαμε μόλις φτάσει απ’ τη Χιλή,

και, δίχως να μας πούνε λέξη,

βουτήξαν τα χαρτιά του φίλου μου,

βεβήλωσαν το σπίτι που κοιμόμουν.

Πετώντας η γυναίκα μου σπίθες απ’  τα μάτια

τους έδειξε την περιφρόνησή της,

αλλά οι εντολές ήταν εντολές

και να τις εκτελέσουν όφειλαν ·

στην κλούβα μέσα διασχίσαμε

της τυραννίας όλη τη μαύρη νύχτα.

Δεν ήταν τότε ο Περόν, ήτανε κάποιος άλλος,

ένας νέος αργεντινός ηγεμονίσκος,

που είχε δώσει εντολή κι άνοιξαν πόρτες,

κλειδαριές και κόντρα κλειδαριές

για να με καταπιούν ολόκληρον.

Περάσαμε από κάτι μεσαυλές,

από σαράντα κάγκελα κι απ’ το νοσοκομείο,

κι έπειτα με χώσανε σ’ ένα κελί — δεν υπήρχε

κελί πιο απροσπέλαστο και πιο καλοκρυμμένο:

μόνο εκεί επίστευαν πως θα ήτανε προστατευμένοι

απ’ τους ατμούς της ποίησής μου.

Αυτή την τσακισμένη νύχτα έμαθα

ότι είχαν τρεις χιλιάδες μπαγλαρώσει

εκείνη μόνο την ημέρα: τους ρίξανε

στις φυλακές, στο κάτεργο,

και σαν να μην έφτανε αυτό, τους φόρτωσαν

σε πλοία που θα πήγαιναν σε άγνωστη κατεύθυνση,

— και άνδρες και γυναίκες,

τον ανθό και το καμάρι της αργεντίνικης ψυχής.

Και ίσαμ’ εδώ κάτι λέει η ιστορία μου,

και εδώ θα έπρεπε να τελειώσει:

τα υπόλοιπα είναι ιστορία συλλογική.

 Θέλησα να τη διαβάσω στην εφημερίδα

«Ο Τύπος» (την τόσο ενημερωμένη και κατατοπιστική),

αλλά ο κύριος Γαΐνσα Πας δεν ξέρει

αν της Αργεντινής οι φυλακές είναι γεμάτες.

Είναι μεν της «ελευθεροτυπίας» υπέρμαχος, αλλά,

αν τις κομμουνιστικές εφημερίδες τις κλείνουνε,

η εξοχότητά του το αγνοεί

και ούτε γράφει επ’ αυτού μια λέξη.

Ούτε παπούτσια έχει να τρέξει ούτε μάτια για να δει.

Το αν οι εργάτες πάνε φυλακή,

το ξέρει ο κόσμος όλος, εκτός από τον Γαΐνσα·

οι πάντες αγοράζουν εφημερίδες για να μάθουν,

μα τα «μεγάλα» φύλλα δεν δημοσιεύουν τίποτα

για τούτες και για τις παρόμοιες ανόητες ιστορίες.

Ο «Τύπος» ήταν τρομερά θορυβημένος και ανήσυχος

για το πρόσφατο διαζύγιο που βγήκε στο Χόλιγουντ,

και χώρισαν δυο διάσημοι σταρ του σινεμά·

κι ενώ στα συνδικάτα μπήκε χτες λουκέτο,

ο «Τύπος» και το «Έθνος» καταπιάνονται με θέματα μεταφυσικά.

Αχ, βοά η σιωπή τούτου του παχύδερμου τύπου,

όποτε σαπίζουν τον λαό στο ξύλο!

Όταν όμως πέσει καμιά τουφεκιά στην Κούβα

και τήνε φάει κανά τσακάλι του Μπατίστα,

τα εκδοτικά τραστ της φτωχής Αμερικής μας

στρώνουν τα κατεβατά και τις ιερεμιάδες τους,

σηκώνουν με απελπισία τα χέρια τους ως στους κροτάφους,

και τότε, ξαφνικά, ναι, ναι, τότε ξέρουν

τι έγινε, πώς έγινε και το δημοσιεύουν.

Συνέρχονται αυθωρεί το ΣΙΠ, το ΣΟΠ, το ΣΕΠ,

συνέρχονται για να σώσουν τα όσια και ιερά που κινδυνεύουν

και, σπεύδοντας στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης,

ζητούν να θεσπισθούν κατεπειγόντως

ουσιαστικά και ακράδαντα κίνητρα

υπέρ της «ελευθερίας» που σθεναρώς υποστηρίζουν.

Τούτα τα αδιάντροπα πλατύποδα πλάσματα

βρίθουν σ’  όλη τη Λατινική Αμερική:

φιλάνε τον Τσαμούδες στο Σαντιάγο,

και στη Λίμα τα καρτεράει να πάνε ο Ιούδας Ραβίνες·

πλούσια έπειτα και κατενθουσιασμένα

για την υπέροχη ελευθερία τους,

ακούνε ροκ εν ρολ απ’ την Ουάσινγκτον,

και χορεύουν όλο χάρη και χαρά

παρέα με τον Γαΐνσα και με τους διαφόρους Ντιμπουάδες.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙ ΤΟΝ ΧΟΡΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΟΙΑΣ



ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 281-316)

Η ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙ ΤΟΝ

ΧΟΡΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΟΙΑΣ

 

Ὁ Ἥφαιστος — ἀπ’ τὴν Ἴδη τὸ λαμπρὸ ἔστειλε φῶς,

καὶ οἱ πυρσοί,

ἀνάβοντας ὁ ἕνας ἀπ’ τὸν ἄλλον,

τὸ φέραν τὸ μαντάτο ἐδῶ.

Ἀπὸ τὴν Ἴδη πάει στὴ Λῆμνο, στοῦ Ἑρμῆ τὸν βράχο,

κι ἀπὸ ἐκεῖ τὸν μεγάλο τοῦ νησιοῦ πυρσὸ

ὁ Ἄθως τρίτος τὸν ἐδέχτηκε: βουνὸ ποὺ τοῦ Διὸς εἶναι ταμένο.

Μετὰ ἀπὸ κεῖ,

ψηλὰ πετώντας καὶ πηδώντας, γιὰ

νὰ μὴ βραχεῖ καθόλου, μὲ

χαρὰ πολλὴ τὴ θάλασσα ἐπέρασε, τὴ

χαρὰ ἐδῶ νὰ φέρει.

<……………………………………………….>

Ἥλιος ὁ πυρσὸς λαμπρός, τὸ

χρυσὸ ἔφερε τὸ φῶς στοῦ

Μακίστου τὶς σκοπιές.

Ἀπὸ κεῖ ὁ φρουρός, ποὺ εἶχε… ποὺ εἶχε

στὸν ὕπνο ἀντισταθεῖ, χωρὶς στιγμὴ καθόλου νὰ βραδύνει,

μακριὰ θὰ στείλει τοῦ πυρσοῦ τὸ φῶς μὲ τὴ σειρά του —

τὴν εἴδηση στοῦ Εὔριπου τὸ ρεῦμα

καὶ στοῦ Μεσάπιου τοὺς φρουροὺς τὴ στέλνει.

Τοῦ λόγου τους μιὰ στοίβα ρείκια ἐπιάσανε κι ἀνάψανε…

μιὰ στοίβα ρείκια ἔπιασαν ξερά, κατάξερα…

τὴ λάμψη τοῦ μηνύματος νὰ στείλουνε πολὺ πιὸ παραπέρα·

ἡ φλόγα γιγαντώνεται συνέχεια καὶ συνέχεια

καὶ τοῦ Ἀσωποῦ τὴν πεδιάδα δρασκελίζει, ναί, σὰν γελαστὸ φεγγάρι,

κι ἔπειτα ἄλλη φλόγα στοῦ Κιθαιρώνα τὸν ἀπότομο ἀνάβει βράχο —

τὸ μήνυμα μακρύτερα νὰ στείλει.

Τὴ λάμψη τὴ σταλμένη ἀπὸ μακριὰ ἡ φρουρὰ δὲν τὴν ἀρνεῖται

κι ἀκόμα πιὸ μακριὰ τὴ στέλνει μὲ φωτιὰ δική της.

Τοῦ πυρσοῦ τὸ φῶς τὴ λίμνη ἐφώτισε Γοργώπη,

στὸ Αίγίπλαγκτο ὄρος ἔφτασε καὶ τοὺς φρουροὺς παρότρυνε

τὴν τάξη τῆς φωτιᾶς μ’ εὐλάβεια νὰ τηρήσουν.

Μὲ ζῆλο ἀπαράμιλλο ἐκεῖνοι ἀνάψαν τὶς φωτιὲς

καὶ γλῶσσες πύρινες ψηλά, πολὺ ψηλὰ σηκώθηκαν·

ἡ λάμψη τους ἐπήδηξε τοῦ Σάρωνα τὸ ἀκρωτήριο

ποὺ ἀπὸ παντοῦ, ὅπου σταθεῖς, τὸ βλέπεις.

Οἱ λάμψεις ἔπεσαν μετὰ στὸ Ἀραχναῖο ὄρος

μὲ τὶς πολλὲς σκοπιὲς πολὺ κοντὰ στὴν πόλη.

Κατόπιν ἐφωτίστηκε ἀπ’ τὸ φῶς τῶν Ἀτρειδῶν ἡ στέγη —

ἀπὸ τὸ φῶς αὐτὸ ποὺ ἡ πρώτη-πρώτη λάμψη του

μακριά… μακριά, στὴν Ἴδη, εἶχε ἀνάψει.

Τὶς διαταγὲς αὐτὲς εἶχα στοὺς λαμπαδηφόρους δώσει ἐγώ —

ἅπασες ἐτηρήθηκαν… καὶ ἀκριβῶς!:

αὐτὸς ποὺ παίρνει τὴ φωτιὰ στὸν ἄλλον νὰ τὴ δίνει. Κι ἔτσι

καὶ ὁ πρῶτος νίκησε καὶ αὐτὸς ποὺ ἦρθε τελευταῖος.

Νά τη ἡ ἀπόδειξη ποὺ θέλεις καὶ σ’ τὴν εἶπα… καὶ σ’ τὴ λέω πάλι.

Ὁ ἄντρας μου σημάδι ἀπὸ τὴν Τροία μοῦ ’στειλε.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΦΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΜΑΤΖΑΒΙΝΟ



ΚΑΦΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΜΟΥ ΣΠΥΡΟ ΜΑΝΤΖΑΒΙΝΟ...

... στο Γκόλντεν Καπ στο Νέο Ψυχικό.
Ατζέντα: Ποίηση, Μετάφραση, Εικαστικά, Εκδοτικά σχέδια και Ολυμπιακός.
Ανταλλάξαμε και δωράκια!
Αποκάτω το δώρο που έλαβα.



Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΙΣΧΥΛΟΣ, ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 192-247)

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 

Ὅταν ἀπὸ τὰ μέρη τοῦ Στρυμώνα φυσήξανε ἄνεμοι,

οἱ ἄντρες ράθυμοι ἐγινῆκαν ὅλοι… ἁπαξάπαντες…

καὶ πιάσαν νὰ χασομεροῦν — τοὺς τσάκιζε ἡ πείνα·

δὲν μπόραγαν νὰ φύγουν τὰ καράβια, τὰ σκοινιὰ κοβόντουσαν,

χανόταν χρόνος, τὸ ἄνθος τῆς νεολαίας τῶν Ἀργείων μαραινόταν·

κι ἐκτὸς ἀπ’ τὴν πικρὴ κακοκαιρία

στοὺς νέους φάρμακο-φαρμάκι ὁ μάντης πρόσφερε

τῆς Ἄρτεμης τὸ ὄνομα προφέροντας.

Μετὰ οἱ ἀρχηγοὶ πετάξανε τὰ σκῆπτρα τους στὸ χῶμα·

τῶν Ἀτρειδῶν τὰ μάτια μὲς στὰ δάκρυα ἐκολυμποῦσαν.

 

Τότε ὁ μεγαλύτερος στὴν ἡλικία βασιλιὰς τὸ λόγο πῆρε καὶ εἶπε:

«Συμφορὰ θὰ μ’ εὕρει μαύρη, ἐὰν δὲν ὑπακούσω·

μὰ μαύρη θά ’ν’ κι ἡ συμφορά, ὀιμέ,

καὶ τὸ παιδί μου ἂν σφάξω — τοῦ σπιτιοῦ μου τὸ στολίδι·

τὰ χέρια μου τὰ πατρικὰ θὰ βάψω… θὰν τὰ μολύνω

μὲ τὸ παρθενικό της αἷμα τὸ χυμένο δίπλα στὸν βωμό.

Καὶ ποιά ἀπ’ τὶς δύο τους δὲν εἶναι τάχα μαύρη συμφορά;

Καὶ πῶς τὰ πλοῖα μου μπορῶ ἐγὼ νὰ ἐγκαταλείψω;

Καὶ τοὺς συμμάχουν πῶς μπορῶ ἐγὼ νὰ τοὺς προδώσω;

Ὄχι, καθόλου ἀθέμιτο δὲν εἶναι νὰ ποθεῖς πολὺ

τοὺς ἄνεμους, ὅταν λυσσομανοῦν, νὰ σταματήσεις…

μὲ μιὰ θυσία νὰ τοὺς κάνεις πιὰ νὰ μὴ φυσᾶνε —

μ’ αἷμα ποὺ θὰ χυθεῖ παρθενικό…

Μακάρι νά ’βγει τοῦτο σὲ καλό, μακάρι».

 

Κι ἀφοῦ ἐμπῆκε στῆς ἀνάγκης τὸν ζυγό,

ἄνεμος δυσεβὴς ἐφύσηξε καὶ ἀνίερος,

καὶ τὰ μυαλὰ τοῦ πῆρε.

Τὴ γνώμη τότε ἀλλάζοντας,

μεμιᾶς ὁ νοῦς του κατεβάζει

ὅ,τι πιὸ τολμηρό… ὅ,τι πιὸ ἀπόκοτο

μπορεῖ κανεὶς νὰ φανταστεῖ… —

ἀποθρασύνονται οἱ ἄνθρωποι, ὅποτε σκέπτονται αἰσχρά:

παραφρονοῦν καὶ δυστυχοῦν,

τῶν συμφορῶν αὐτή ’ναι ἡ πρώτη-πρώτη αἰτία.

Κι ἔτσι ἐτόλμησε…

τῆς κόρης του νὰ γίνει ὁ θύτης ἀποτόλμησε

καὶ τοῦ πολέμου ἀρωγός:

νὰ τιμωρήσει τὴν ἀπαγωγὴ κάποιας γυναίκας θέλησε…

μὲ τὴ θυσία τῆς κοπέλας ζήτησε

ἄνεμο νὰ ἔχουνε τὰ πλοῖα τοῦ στρατοῦ του οὔριο.

 

Ἐκεῖ οἱ φιλόμαχοι  ἀρχηγοὶ δὲν ἄκουσαν καθόλου

τὶς ἱκεσίες, τὶς φωνὲς τῆς κόρης στὸν πατέρα της,

οὔτε λογάριασαν τὰ τρυφερά της νιάτα.

Μετὰ ἀπὸ τὶς εὐχὲς τοὺς δούλους διέταξε ὁ πατέρας της,

χωρὶς στιγμὴ κὰν νὰ διστάσει, νὰν τήνε πιάσουν

καὶ τυλιγμένη ὅπως ἤτανε στὰ πέπλα της

νὰν τήνε πᾶνε τὴν κοπέλα σηκωτὴ μπρὸς στὸν βωμὸ

καὶ σὰ σφαχτὸ νὰν τήνε ρίξουν μπρούμυτα

καὶ νὰ τῆς ἔχουν τ’ ὄμορφό της στόμα φιμωμένο.

Δὲν ἔπρεπε κατάρα τὸ παιδὶ νὰ ξεστομίσει

ἐνάντια στοὺς δικούς του — γι’ αὐτὸ τὸ φίμωσαν.

 

Μὲ στόμα φιμωμένο ἀδύνατο εἶναι τώρα νὰ μιλήσει.

Τὸ πέπλο της, κροκάτο, πέφτει ὕστερα στὸ χῶμα.

Μὲ βλέμμα, ποὺ τὸν οἶκτο ἐγεννοῦσε,

τοὺς δήμιους ἕναν-ἕνανε τοξεύει.

Ἔμοιαζε ἐκείνη τὴ στιγμὴ σὰν ζωγραφιὰ

ποὺ ἔδειχνε χείλη ἕτοιμα ν’ ἀρχίσουν νᾶ μιλοῦν γλυκά… —

δὲν ἦταν δὰ καὶ λίγες οἱ φορὲς

ποὺ τὸ κορίτσι ἐτραγουδοῦσε στὸ παλάτι,

ὅταν τοὺς φίλους του ὁ πατέρας της καλοῦσε.

Μὲ τὴν ἁγνὴ παρθενικὴ φωνή της πάντα

τὴν τρίτη τοῦ καλότυχου παιάνα τὴ σπονδὴ

ποὺ ἔκανε ὁ πατέρας της ὑοπέροχα τιμοῦσε —

καὶ τὴν τιμοῦσε μὲ ὅλη τὴν καρδιά της πάντα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ AMΠOY XAMINT ΑΛ-ΓΚΑΖΑΛΙ, 2



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ AMΠOY XAMINT ΑΛ-ΓΚΑΖΑΛΙ, 2

 

Α.

Νεκρὴ μιὰ φύση: λίγα φροῦτα στὸ τραπέζι,

κρασὶ σὲ δυὸ ποτήρια, μιὰ κιθάρα παίζει —

τὰ δάχτυλα τὴν κολακεύουν τῆς σελήνης

μὲ ἀκόρντα ἁβρότατης βροχούλας, κι ἐξαπίνης

ἀνθίζει τὸ δωμάτιο, γίνεται ὅλο κῆπος.

Στὴν ἀληθὴ τὴ φύση: ἐδῶ φρουμάζει ὁ ἵππος

τῶν πόθων χύνοντας καταιγισμοὺς ὀνείρων:

τῆς Καλλονῆς τὸ στόμα νὰ ὁμιλεῖ τῶν μύρων

τὴ γλώσσα· ἀπὸ τὰ βλέμματά της τὸ ποτάμι

νὰ λύνεται τῶν ἡδονῶν· μὲς στὴ θαλάμη

τῶν αἰσθημάτων ἕνα ἀργὸ νὰ τρέχει μέλι

καὶ νά ’ν’ ὁ στοχασμὸς σὰν ἥλιος ποὺ ἀνατέλλει.

 

Β.

Τοῦ Θεοῦ τὸ φίλημα, ποὺ νιώθω στὴν καρδιά μου,

τὸν ἄσχετο τὸν κόκκο, πού ’μαι ἐγώ, τῆς ἄμμου

τὸν κάνει βράχο στῆς ἀγάπης σου τὴν κλίνη,

ἀκόμα κι ὅταν ἀπουσιάζεις, καὶ στὴ δίνη

βουλιάζω ἐγὼ τῆς ὄρεξης, τῆς φαντασίας.

Ποὺ σ’ ἀγαπῶ μοῦ φτάνει πάντα, κι ἐξαιτίας

τῆς πλησμονῆς μου αὐτῆς ἀρκοῦμαι σὲ ὅ,τι ξέρω.

(Γιὰ τῶν αἰσθήσεων τὸν κόσμο τὸ ἀνωτέρω

ἰσχύει εἰς ὁλόκληρον καὶ ἀλληλεγγύως.)

Στὸν κῆπο σου βλασταίνει ὁ λυρικός μου βίος.

Τὸ ἐρατεινὸ κορμί σου ὁλόδροσο εἶναι ρόδο·

στὰ χέρια μου ἂν τό ’χω ἢ στὸν ὕπνο μου σὰν τό ’δω,

τὸ δρέπω, τὸ μυρίζω, καὶ μὲς στ’ ἀνθογυάλι

τῶν στίχων μου λαλεῖ σὰν Ἰσπαχὰν ποὺ θάλλει.

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ AMΠOY XAMINT ΑΛ-ΓΚΑΖΑΛΙ, 1



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ AMΠOY XAMINT ΑΛ-ΓΚΑΖΑΛΙ, 1


Παρακαλῶ, ἄκου με ποὺ σοῦ μιλῶ, ψυχή μου,

σ’ ἐσένα ρίμες στέλνω πού ’φτιαξε ἡ φωνή μου:

Ἔφτασε ἡ ὥρα ποὺ τραγούδια λέει ἡ σελήνη,

κι εἶν’ σὰν νὰ θέλει τοὺς καημούς μου ν’ ἁπαλύνει.

Τὸ στῆθος σου, ὀμορφιά μου, ἐλευθέρωσέ το·

τὸ μάγουλό σου τὸ ἀναμμένο ἀκούμπησέ το

στὸ θερινὸ ἁβροδίαιτο ἀγέρι. Κρυμμένη

στὴ νύχτα μέσα ἡ ἀγάπη μου σὲ περιμένει.

Κοιτάζω τὴ σελήνη —ὤ, τὶ θεσπεσία ἅλως!—

καὶ τὴν ἑνώνω με τὸ ὑπέρτατό σου κάλλος.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΕΝΑΝ ΦΑΣΙΣΤΑ


PIER PAOLO PASOLINI

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΕΝΑΝ ΦΑΣΙΣΤΑ

 

To 1961 στην επιθεώρηση Vie Nuove δημοσιεύεται μια επιστολή του καθηγητή Paolo Castruccio από τη Γένοβα, δεδηλωμένου φασίστα, που είναι γεμάτη από προσβλητικές εκφράσεις εναντίον του Παζολίνι. Ο Παζολίνι του απαντά, γράφοντας μεταξύ άλλων:

 

Εσείς, όπως και όλοι οι φασίστες του τύπου σας, είστε άνθρωπος που δεν ξέρει να αγαπάει: υπάρχει μια βαθιά αναστολή που σας εμποδίζει. Η επιθετικότητά σας είναι παθολογική, όπως ακριβώς και οι ηθικολογίζουσες διαμαρτυρίες σας. Για εσάς η ζωή αποτελείται από μια σειρά «ταμπού»: Πατρίδα, Θεός, Οικογένεια, Φύλο, Παράδοση – ταμπού, που τα έχετε αποδεχθεί με τον πλέον αμιγή κομφορμισμό: με τον κομφορμισμό που είναι χαρακτηριστικός των διακατεχόμενων από αναστολές, οι οποίοι διαμαρτύρονται λεκτικά ξιφουλκώντας υπέρ μιας υγείας που οι ίδιοι δεν έχουν. Έτσι ο ναρκισσισμός σας –που γίνεται συλλογικός– βρίσκει ικανοποιήσεις που, συν τοις άλλοις, δεν είναι αυθεντικές και δεν σας σώζουν. Το πρόβλημά σας παραμένει άλυτο. Τη θεραπεία θα τη βρείτε, μόνο αν χρησιμοποιήσετε τη λογική. Αντί γι’ αυτό, όμως, προστρέχετε –ίσως χωρίς να το συνειδητοποιείτε– στον παραλογισμό ως το μόνο μέσο σας, προκειμένου να κατακτήσετε και να κατανοήσετε την πραγματικότητα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Πηγή: P.P. PASOLINI, «I tabù del fascista, Dialoghi con Pasolini», στο: «Vie Nuove», 23 Σεπτεμβρίου 1961, σελ. 24.