ARTHUR RIMBAUD
ΑΓΡΥΠΝÍΕΣ
I
Είναι η ανάπαυση η φωτισμένη, ούτε
πυρετός ούτε λήθαργος, στο κρεβάτι ή στο λιβάδι.
Είναι ο φίλος
ούτε φλογερός ούτε αδύναμος. Ο φίλος.
Είναι η αγαπημένη
ούτε βασανιστική ούτε βασανισμένη. Η αγαπημένη.
Ο αέρας και ο κόσμος
που ποτέ μας δεν αναζητήσαμε εμείς. Η ζωή.
— Αυτό λοιπόν
ζει και ορίζει;
— Και το όνειρο
δροσίζει.
II
Ο φωτισμός
επιστρέφει στου κτιρίου τον κεντρικό άξονα. Και απ’ τα δύο άκρα της αίθουσας,
οι όποιες συνήθεις διακοσμήσεις συζεύγνυνται κάπου ψηλά με ρυθμό αρμονικό. Το τοίχωμα
απέναντι απ’ τον άγρυπνο φύλακα είναι μια ψυχολογική διαδοχή από τομές ζωφόρων,
από ζώνες ατμοσφαιρικές και από γεωλογικά επισυμβάντα. — Όνειρο έντονο και γοργοπόδαρο
συναισθηματικών ομάδων – και περιλαμβάνει όντα πάσης φύσεως εν μέσω ποικίλων
επιφαινομένων παρουσιαστικών.
III
Οι λάμπες και οι τάπητες της αγρυπνίας μιμούνται
διαρκούσης τη νυχτός τον ήχο των κυμάτων σ’ όλο το μήκος του σκαριού κι ολόγυρα
από το πηδάλιο.
Η θάλασσα του
νυχτεριού, φτυστά της Αμαλίας τα στήθη.
Οι ταπισερί, ίσαμε
τη μέση, είναι λόχμες από πυκνές δαντέλες, στου σμαραγδιού το χρώμα, όπου παν
και ρίχνονται ορμητικά της αγρυπνίας τα τρυγόνια.
………………………..
Η μαύρη πλάκα της εστίας – ήλιοι αληθινοί
στο περιγιάλι: αχ! πηγάδι κατάμεστο από μάγια· και η μόνη της αυγής αναλαμπή,
τη φορά εδώ τούτη.
Μετάφραση:
Γιώργος Κεντρωτής.























