PABLO NERUDA
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Της Καραϊβικής θησαυροί,
και αφροί αμύθητοι
και ξακουστοί, που σκάνε
σ’ ένδοξα νερά γαλάζια,
σε ακτές ευωδιαστές που
μοιάζουν και στο ασήμι
και στο χρυσάφι, τα
καλοδουλεμένα από την άμμο,
των ονείρων αρχιπέλαγος
εντατικό, κρυφές γωνιές
του ψίθυρου και της πυράς
και της μεγάλης λάμψης,
και φοινικιές που
αρμενίζουνε σαν κάστρα και καράβια,
βουνά με την πασίγλυκη
μοσχοβολιά των ανανάδων,
νησιά βουερά που κόπιασαν
στου ανέμου τον χορό
ωσάν κλητές νυφούλες
σκόπιμα προσκαλεσμένες,
φυλές στο χρώμα το εύπορο
της νύχτας και του ξύλου,
μάτια σαν τίς ατόφυες
νύχτες της αστροφεγγιάς,
αγάλματα πού έστησαν
τρανό χορό στα δάση
σαν κύματα πού οι
θάλασσες βαθιά τ’ αγάπησαν,
κροκάτες λαγόνες που
ακέραιο συντηρούσαν
στα κλαδιά τους πάνω των
ερώτων τον ρυθμό,
στήθη σκουρόχρωμα σαν τα
χώματα του κάμπου
με μόσχους γιασεμιών να
αιωρούνται στις καλύβες,
μακριά μαλλιά αξεχώριστα
από το σκοτάδι,
χαμόγελα που τά ’χτισε
πέτρα την πέτρα το φεγγάρι,
κοκόδεντρα που τά ’κανε
σκόνη σκόρπια ο άνεμος,
άνθρωποι που μιλούν σαν
νά ’ν’ κιθάρες μεταξύ τους,
η φτώχια των νησιών και
όλης της μακριάς ακτογραμμής,
κόσμος δίχως γη δική του,
παιδιά χωρίς κουτάλια,
κοπέλες μουσικές που τις
διευθύνει
το τύμπανο το μυστικό από της Αφρικής τα μέρη,
ήρωες μελαψοί και σκούροι
στους καφετιώνες,
του ζαχαροκάλαμου εργάτες
σκληροτράχηλοι,
γιοί του νερού, της
ζάχαρης πατέρες,
του πετρελαίου, της
μπανάνας αθλητές — ω!
ω εσύ Καραϊβική, με τις
εκθαμβωτικές σου χάρες,
ω εσείς στεριά και
θάλασσα με χίλια αίματα βαμμένες,
ω εσείς Αντίλλες με των
ουρανών την ευλογία,
αλλ’ απ’ τον Διάβολο και
τους ανθρώπους χαλασμένες,
έφτασε πιά, ήρθε η ώρα,
των ωρών η ώρα,
έφτασε η ώρα που θα
ξεδιπλωθεί ολάκερη η αυγή,
κι όποιος στο φως
τολμήσει εμπόδιο νά ’μπει
ευθύς θα πέσει κάτω με τη
ζωή του κλαδεμένη.
Κι όταν φωνάζω πως ήρθε η
ώρα, έφτασε,
τη λευτεριά εγώ σκέφτομαι
την ξανακερδισμένη·
στην Κούβα σκέφτομαι πώς
αβγαταίνει ο σπόρος
ο χίλιες φορές αγαπημένος
που τον περιμένουμε:
κι ο σπόρος τούτος, της
αξιοπρέπειάς μας είναι ο σπόρος
που τόσα χρόνια την
πληγώνουνε και την ποδοπατάνε,
κι όταν στ’ αυλάκια ο
σπόρος πέφτει και βλασταίνει,
τότε υψώνονται και στους
αγέρες ανεμίζουν
της αμερικάνικής μας
επανάστασης οι φλογερές σημαίες.
Μετάφραση:
Γιώργος Κεντρωτής.




















