Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

ΜΕ ΣΥΝΕΛΑΒΕ Ο ΦΑΚΟΣ

 


ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...








 

O TOMAZO ONEIΡEYETAI



PIER PAOLO PASOLINI

 

[O TOMAZO ONEIΡEYETAI]

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα: Βίος Βίαιος

 

Στὸ μεταξὺ εἶχε μαζευτεῖ γύρω στὴν αὐλίτσα ὅλη ἡ γειτονιά: κάθονταν ὅλοι τους στριμωγμένοι, ἦταν ἀμίλητοι, σιγανογελοῦσαν μεταξύ τους καὶ κοίταζαν πρὸς τὴν παράγκα τοῦ Τομάζο.

«Οὔφ, τὶ γυρεύουν τώρα ὅλοι τοῦτοι;» σκεφτόταν ὁ Τομάζο μπανίζοντάς τους. Σηκώθηκε καὶ μπῆκε στὸ σπίτι. Ἡ μάνα του καθόταν σὲ μιὰ καρεκλίτσα μὲ ξεπατωμένη ψάθα δίπλα στὸ τραπέζι. Ἦταν κι αὐτὴ περιποιημένη, πεντακάθαρη, μὲ τ’ ἄσπρο της φόρεμα. Κοιτάζοντάς την, ὅμως, ὁ Τομάζο ξαφνικὰ κατατρόμαξε, ποιός ξέρει γιατί. Τὴν κοίταζε σχεδὸν τρέμοντας καὶ τὴ ρώτησε: «Ρὲ σὺ μάνα, μπὰς κι εἶσαι πεθαμένη;»

Ἡ κυρα-Μαρία ἔσκασε στὰ γέλια· σηκώθηκε ἀπ’ τὴν καρέκλα της καὶ πῆγε στὸ ντουλάπι. Τὸ ἄνοιξε κι ἄρχισε νὰ βγάζει σωρὸ τὰ φαγητά, ἀμέτρητα φαγητά.

«Φάε, Τομά μου, φάε!» τοῦ ’λεγε τρυφερά, ὅλο ἀγάπη. Κι ἔβαζε στὸ τραπέζι φετουτσίνες, ἀβγά, κοτόπουλα, σαλάτα, ροδάκινα.

«Φχαριστῶ, ρὲ μάνα», ἔκανε ὁ Τομάζο κι ἄρχισε νὰ τρώει, ἐνῶ οἱ γονεῖς του κάθονταν καὶ τὸν ἐκοίταζαν χαμογελώντας.

Τὸ σπίτι ἦταν σὰν νά ’χε μεγαλώσει, κι ὁ Τομάζο μὲ δυσκολία τὸ ἀναγνώρισε: ὁ μεσότοιχος, ποὺ τὸ χώριζε στὰ δύο, ἦταν πανύψηλος, σὰν να μὴν τελείωνε πουθενά, κι ἔμοιαζε σὰν νὰ μὴν ἔφτανε τὸν καβαλάρη —τὸ ζευκτὸ δοκάρι τῆς στέγης γιὰ ὅποιον δὲν ξέρει—, λὲς κι ἐκεῖ πάνω περίσσευε κάτι σὰν κενὸ ποὺ δὲν εἶχε κανένα νόημα.

«Τί ’ν’ αὐτὸ κεῖ πάνω;» ρώτησε τὴ μάνα του ὁ Τομάζο ἔχοντας ἀρχίσει νὰ τρώει τὶς φετουτσίνες.

«Τί πά’ νὰ πεῖ Τί ’ν’ αὐτό;» τοῦ ’πε ἡ μάνα του· «Δηλαδὴ ἐσὺ ποῦ κοιμᾶσαι; — κεῖ πάνω δὲν κοιμᾶσαι;»

Στὸ μεταξύ, μὲ χαρούμενες γιορταστικὲς φωνὲς καὶ μὲ σπρωξίματα, ἄρχισαν οἱ γείτονες νὰ μπαίνουν στὸ σπίτι· ἦταν ὅλοι τους ἱκανοποιημένοι, γελοῦσαν ἀκόμα καὶ τὰ μάτια τους: «Νὰ ζήσει ἡ νύφη κι ὁ γαμπρός!» ἄρχισε νὰ στριγγλίζει κάποιος. Κι ὕστερα ἀπὸ λίγο γίνηκε ὁ χαμὸς τοῦ χαμοῦ. «Νὰ ζήσουν τὰ νιογάμπρια, νὰ ζήσουν τὰ νιογάμπρια!» φώναζαν ὅλοι. «Τὸν Καρλέτο  νὰ φωνάξουμε, ρέ σεῖς, νὰ φέρει τὴν κιθάρα!» φώναζε κάποιος. Ὁ Καρλέτο, ὡστόσο, ἦταν ἤδη ἐκεῖ, εἶχε μαζὶ καὶ τὴν κιθάρα του, τὴν ἔπαιζε καὶ τραγουδοῦσε μὲ τὰ μαλλιά του ἀνακατεμένα καὶ μὲ τὰ μάτια του νὰ φτύνουν φωτιές.

Τὰ νιογάμπρια ἦταν ὁ πατέρας κι ἡ μάνα τοῦ Τομάζο, καὶ χαμογελοῦσαν κάπως συγκινημένοι μ’ ὅλη τούτη τὴ γιορταστικὴ ἀτμόσφαιρα· Ὁ κυρ-Τορκουάτο εἶχε πιάσει ἀπὸ τὴ μέση τὴν κυρα-Μαρία, μικροδέματη καὶ ἀξιολάτρευτη μὲς στ’ ἄσπρα μεταξωτά της ροῦχα, κι ἡ σκηνὴ ἔμοιαζε σὰν νά ’χαν πάρει πόζα γιὰ νὰ βγοῦν φωτογραφία.

Στὸ μεταξύ ὁ Τομάζο, μένοντας λιγάκι παράμερα, γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλεῖ μὲ τὴν παρουσία του τὸ γλέντι τοῦ γάμου, συνέχιζε τὸ φαγητό του. Τώρα τὸν ἐνδιέφερε μόνο τὸ φαΐ. Εἶχε μπροστά του ἕνα πιάτο φετουτσίνες πού ’χαν γίνει ψηλὸς λοφίσκος, μὰ δὲν κατάφερνε πάντα νὰ τὶς τυλίξει στὸ πιρούνι του, κι ὅταν τὸ κατάφερνε, ἦταν μετὰ ὁλόκληρη ἱστορία τὸ πῶς θὰ τὶς μπούκωνε καὶ πῶς θὰν τὶς κατάπινε.

Ἦταν, ὅμως, νόστιμες· τέτοιες ὁ Τομάζο παλιὰ δὲν τὶς εἶχε ποτέ του ξαναδοκιμάσει· κι εἶχαν ἀπὸ πάνω τους τριμμένο δυὸ δάχτυλα πεκορίνο, κι ἀπ’ τὸ χρῶμα τους καταλάβαινε ὅτι ἦταν φτιαγμένες μὲ μπόλικα ἀβγά, γιατ’ ἦταν κατακίτρινες, καὶ καθόλου λασπωμένες, πραγματικὰ ἀλ ντέντε, καὶ ἔλιωναν, καθὼς τὶς ἐμάσαγε, πολὺ-πολὺ μαλακὰ μέσα στὸ στόμα. Κι εἶχαν κι ἕνα ὡραῖο χρωματάκι ἀπὸ ντομάτα χτυπημένη μὲ βούτυρο, ἄσε ποὺ ἀπ’ τὸ βούτυρο εἶχαν μείνει ἀκόμα τρία-τέσσερα κομματάκια ἄλειωτα — φαΐ ἄπαιχτο! Μὲς στὸ πιάτο εἶχαν σπαρθεῖ καὶ κάτι κομματάκια κοτόπουλο ἀνακατεμένα μὲ μανιτάρια βουτηγμένα σὲ πεκορίνο — καὶ μόνο ποὺ τά ’βλεπες σοῦ ’τρεχαν τὰ σάλια.

Ὁ Τομάζο, ἐντούτοις, ὅσο κι ἂν τοῦ ἄρεσαν ὅλα ἔκανε μεγάλη προσπάθεια γιὰ νὰ τὰ καταπιεῖ: ἦταν σὰν νὰν τοῦ ’σγιγγε μιὰ τανάλια τὸ λαιμὸ κι ἔτσι ἔφτανε σχεδὸν στὸ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ πάρει ἀνάσα. Καὶ δὲν ἔκανε τίποτ’ ἄλλο ἀπ’ τὸ νὰ κοιτάει τὸ μεσότοιχο, καὶ τὸν εἶχε πιάσει μιὰ τρελὴ ἐπιθυμία νὰ σηκωθεῖ νὰ πά’ νὰ δεῖ τί ’ταν ἀπὸ πίσω ἀπὸ κεῖνο κεῖ τὸ χώρισμα.

Ἡ μάνα του, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐκεῖ γύρω γέλαγαν, φώναζαν, χόρευαν, κάνανε τρελὴ φασαρία νὰ σοῦ παίρνει τὸ κεφάλι, πῆγε κοντά του, ἔσκυψε ἀπὸ πάνω του καὶ τοῦ ’πε στ’ ἀφτί: «Βρὲ Τομά μου, σταμάτα νὰ κοιτᾶς τὸ χώρισμα!»

«’Ντάξ, ρὲ μάνα, ἔγινε!» τῆς εἶπε εὐγενικὰ ὁ Τομάζο.

«Κι ἄσ’ τες τὶς φετουτσίνες… τὸ κοτόπουλο φάε!»

Ὅλοι ἐκεῖ ἦταν πολὺ εὐχαριστημένοι, πράγμα ποὺ τοῦ Τομάζο τοῦ τὴν ἔδινε ὅσο νά ’ναι κατακούτελα, ἀλλὰ δὲν ἤθελε μὲ τίποτα νὰ τὸ δείξει. Ἔπιασε μὲ τὸ χέρι ἕνα μπούτι κοτόπουλο κι ἄρχισε νὰ τρώει. Ἔτρωγε καὶ σκεφτόταν πῶς θὰ γινόταν νὰ σηκωνόταν καὶ νὰ πήγαινε νὰ δεῖ τί ’ταν πίσω ἀπ’ τὸ χώρισμα. Ὅσο κι ἂν τὸ κοτόπουλο, ὅπως καὶ οἱ φετουτσίνες, ἦταν μιὰ σκάλα παραπάνω στὴ νοστιμιὰ ἀκόμα κι ἀπὸ μάνα ἐξ οὐρανοῦ, τοῦ Τομάζο μὲ τίποτα δὲν τοῦ κατέβαιναν κάτω.

«Ρὲ δὲ γαμιέται!» εἶπε ἀπὸ μέσα του ξαφνικά· «Γιά κάτσε καλά, δηλαδή; Εἶμαι ἢ δὲν εἶμαι σπίτι μου; Ἐγὼ δὲν κοιμᾶμαι ἀπὸ κεῖ;»

«Νὰ σοῦ πῶ, ρὲ σύ μάνα», εἶπε τότε, «σαλάτα καὶ ροδάκινα τρώω μετά, ’ντάξει;» Τὸ εἶπε καὶ σηκώθηκε, πέρασε ἀπὸ πίσω ἀπ’ τὸν Καρλέτο, ποὺ συνέχιζε νὰ τραγουδάει, καὶ βρέθηκε πίσω ἀπ’ τὸν μεσότοιχο.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 


Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Ο ΤΙΓΡΗΣ

 


PABLO NERUDA

 

Ο ΤΙΓΡΗΣ

 

Γόμες ήταν τ’ όνομα του κενού,

και Γόμες λεγόταν κι εκείνος ο θάνατος.

Σε μισή ώρα μέσα ξεπούλησε όλο το πετρέλαιο

σε βορειοαμερικανούς εγκληματίες

κι απ’ τη στιγμή εκείνη επλούτιζε όσο γούσταρε.

Κι έτσι σιγά-σιγά κι αθόρυβα η Βενεζουέλα

μες στων φυλακών τα σκοτάδια εβούλιαζε

κι αρρώσταινε από μπουντρούμια κι από θέρμες.

Όσοι αργότερα θα ήταν τα δικά μου τ’ αδέρφια

τράβηξαν-πήραν τους τελείως άσπλαχνους δρόμους

σκάβοντας την πέτρα και φορτώνοντας μέταλλα —

κι αιμορραγούσε η καημένη, η φτωχή η Βενεζουέλα.

Μου εξιστορούσε ο Γαλβαδόν πως άκουγε

κάποιον στο διπλανό κελί του να πεθαίνει:

τον είχαν φάει τα σκουλήκια ζωντανόν

κι άκουγε τον συγγενή του να βογγάει

χωρίς να ξέρει τι πραγματικά συμβαίνει,

μέχρι που κείνες οι κοφτές άγριες φωνές κάποια στιγμή

σταμάτησαν. Κι ήταν η σιωπή ετούτη

της Βενεζουέλας η σιωπή: κανείς δεν απαντούσε.

Τα σκουλήκια ζούσαν μόνο — τα σκουλήκια κι ο θάνατος.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ


 

PABLO NERUDA

 

ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ

 

Τη Βενεζουέλα την αγάπησα, μα δεν υπήρχε.

Τη γύρεψα σ’ όποια ονόματα επιζούσαν·

φώναξα, ξαναφώναξα, κανείς δεν μου απαντούσε,

δεν απαντούσε η πατρίδα η βουλιαγμένη,

κι ας της είχε παραχωρήσει ο χάρτης

όλα μα όλα της γεωγραφίας τα σμαράγδια,

βουνά γεμάτα πουλιά πλασμένα μόνο με χιόνι,

και μια γαλάζια φωτιά να συνοδεύει τα νησιά της,

ν’ ακούει στους γοφούς της το πετρέλαιο,

με μαλάματα να κεντάει τα πουκάμισά της —

ο Ορινόκος ήταν ένα ολόκληρο γράμμα αιώνιο

γραμμένο με καϊμάνους και με ειδήσεις,

και στο τέλος, στο τέλος αντιλαλούσε η Βενεζουέλα

σάμπως να ’ταν το σιδεράδικο των σιδεράδικων

με καταρράχτες, με ταπίρ και με διαμάντια

κι ανάσαινε εκεί με του Σίμωνα Μπολιβάρ τα χνότα

(την ώρα που έφτανε στης Χιλής τα μέρη ένας καβαλάρης

να μας τρελάνει με την ορθογραφία του).

Και βγήκα, βγήκα, περπάτησα τον κόσμο,

πόρτες εχτύπησα εχθρών και φίλων

κι όλες οι χώρες είχαν πάρει θέση

να με υποδεχθούν σαν επισκέπτη, και ήταν

όπως τις είχα δει εγώ παιδί στο χάρτη:

η Ασία πράσινη, η Αγγλία σαρκοβόρα,

η Ισπανία να εγκαινιάζει τάφους επί τάφων,

η Γαλλία αρωματική και σχεδόν ημίγυμνη,

η Ελβετία σα ρολόι στους τρελούς ανάμεσα,

η Γερμανία να δοκιμάζει πυροβόλα όπλα,

η Ρωσία που άλλαξε και όνομα και επώνυμο —

κι άρρωστος στη Ρώμη να γιατρεύεται ο Θεός κατ’ οίκον,

όσο έψαχνα εγώ να βρω πού βρίσκεται η Βενεζουέλα

και δεν την έβρισκα κι έχανα τις μέρες και τον χρόνο μου,

ώσπου αντάμωσα τον Πικόν Σάλας στην πόλη του Καράκας

και μου εξήγησε με λεπτομέρειες τι όντως συνέβαινε.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΑΓΝΩΣΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΑΝ ΥΛΗ ΕΥΑΝΑΓΝΩΣΤΗ



 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ


ΑΓΝΩΣΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΑΝ ΥΛΗ ΕΥΑΝΑΓΝΩΣΤΗ
ΞΕΦΥΛΛΙΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥΣ

 

Το Let it bleed  των Ρόλλινγκ Στόουνς σού θυμίζουν, όταν

αφήνουνε την πύλη των οδόντων και την κρύπτη

της γλώσσας να υποφώσκουν στην κυψέλη που δεχόταν

 

ασμένως κύματα ευμελούς χαράς από του γλύπτη

ιμέρου το στυμμένο αγαλματίδιο κι όσο στάζει

ακόμα δώρα το καλέμι του. Ίσως παρεμπίπτει

 

στον κύκλο των σχημάτων λόγου, μα είναι σαν χαλάζι

τα τόξα τους τα τανυσμένα: ανύσματα και βέλη

από τοπάζια που εκτοπίζουν ότι τα σκϊάζει

 

στην αμνησία αυτού του χρόνου που ποτέ δεν μέλλει

να βγει έξω απ’ την ανωνυμία, νά ’βρει φως και τέλος.

Πανέμνοστα, φρουτώδη, αιμορραγούντα· σάμπως χέλι

 

ανάμεσά τους ξεγλιστράει ο λόγος ανωφέλως

(raison, discours) σαν κέλης φρέσκος σε άφρακτη θυμέλη

κι ενώ αποσχηματίζεται μες στο κελλί του ο γέλως.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΜΕΝΑ



PABLO NERUDA

 

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΜΕΝΑ

 

Το χρέος μου αντάμα πάει με το τραγούδι μου.

Είτε είμαι είτε δεν είμαι, αυτό είναι το πεπρωμένο μου.

Υπάρχω μόνο για να ’μαι του πόνου ο σύντροφος

των άλλων οι πόνοι είναι και δικοί μου πόνοι.

Γιατί δεν μπορώ να υπάρχω χωρίς να υπάρχω για όλους:

υπάρχω για τους φιμωμένους, για τους καταπιεσμένους,

βγαίνω κι έρχομαι από τον λαό και τον λαό εγώ τραγουδάω,

η ποίησή μου είναι άσμα και είναι τιμωρία.

Συχνά μου λένε: Ανήκεις στο σκοτάδι!

Μπορεί, μπορεί, αλλά ο δρόμος μου εμένα με πάει στο φως!

Είμαι ο άνθρωπος του ψωμιού και του ψαριού·

δεν θα με βρούνε στα βιβλία — όχι, όχι·

θα με βρούνε με τις γυναίκες και τους άντρες,

μ’ όσες κι όσους μού έχουν διδάξει και μάθει το άπειρο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΟΙ ΕΝΕΔΡΕΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΟΙ ΕΝΕΔΡΕΣ

 

Συνάχτηκαν, φαίνεται, τις μέρες τούτες

ενάντια στην Κούβα ψέματα σωρός και δηλητήρια

και ο ασύρματος τα μοιράζει μέρα-νύχτα

την επέμβαση προετοιμάζοντας, την ώρα της:

«Η Εκκλησία φαίνεται να δυσπιστεί»·

«Στο Κάγιο Βενίτο υπάρχει ένας διαφωνών»·

«Στις 28 πουθενά δεν φάνηκε ο Φιντέλ».

Το Όραμα μαζεύει στο άτιμο γραφείο του

τη συμμορία όλη των αρνητών και των αχρείων,

τους βολιβιανούς που δεν αφήνουν δολάριο άγλειφτο,

που βρίζουνε τη φτωχομάνα χώρα τους,

που σταυρώνουνε της Βολιβίας την πείνα,

που ξεπουλάνε το βασίλειό μας ολόκληρο

και που συμμαχούν μ’  άλλους «Λατίνους»

το ίδιο πουλημένους και παλιάνθρωπους

για να υφάνουν κάθε μέρα με ψευτιές της Κόλασης

και νήματα άτιμα τα σχέδιά τους ενάντια στην Κούβα.

Το πιάτο τούτο αυτοί απλώς το μαγειρεύουν.

Αλλά κουμάντο στο εστιατόριο κάνουν άλλοι.

Αυτοί στη συκοφαντία βάζουν μόνο σάλτσα

και σερβίρουν: γκαρσόνια είναι και χαφιέδες.

Το πιάτο τούτο ετοιμάζεται πολύ μακριά· κι έχει

μαζί με τ’  άλλα μέσα κι έναν βομβαρδισμό,

έχει τη σφαγή παιδιών και γυναικών, έχει

κι έναν άλλον Μπατίστα με όνομα άλλο, νέο·

και δεν τρέχει δα και τίποτα — έτσι νομίζουν.

«Τα υπόλοιπα θα τα κανονίσουμε με το χρήμα».

Τούτη όμως τη φορά θα το πληρώσουν με αίμα.

Ποιους θα νικήσουν; Τους νεκρούς μονάχα

κανέναν ζωντανό δεν θα νικήσουν!

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΠΑΖΟΛΙΝΙ




ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΠΑΖΟΛΙΝΙ

 

Ἀγαπητέ μου ΠΠΠ,

ἔλαβα τὴν ἐπιστολή σου μὲ τὶς εὐχὲς πρὶν τρεῖς βδομάδες. Διάφορα τρεχάματα… τὰ γνωστὰ καθημερινά… δὲν μοῦ ἐπέτρεψαν νὰ σοῦ ἀπαντήσω ἀμέσως. Κάθομαι λοιπόν σήμερα, Κυριακή 11 Ἰανουαρίου 2026, καὶ σοῦ γράφω ἀντευχόμενος τὰ καλύτερα. Ἡλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα. Κατέβηκα στὸν κῆπο κι ἔκοψα ἕνα ὄμορφο τριαντάφυλλο ποὺ μόλις εἶχε ἀνοίξει. Τὸ φωτογράφισα, πρὶν τὸ κόψω. Θὰ τὸ ἐμφανίσω αὔριο, καὶ τὴ φωτογραφία θὰ τὴν ἐσωκλείσω στὸν φάκελο ποὺ θὰ σοῦ ταχυδρομήσω.

Ὅπως βλέπεις δὲν σὲ ξεχνῶ — ἀπὸ τὸ 1978, ὁποὺ εἶδα στὸ Στούντιο πρώτη φορὰ ταινίες σου (τρεῖς μαζὶ σὲ εἰδικὴ σαββατιάτικη προβολή): Ἀκατόνε, Μάμα Ρόμα καὶ Τὸ Κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο, δὲν σὲ ξεχνῶ ποτέ. Ὅταν ἀγαπᾶς κάποιον πραγματικὰ καὶ βαθιά, δὲν τὸν ξεχνᾶς — ποτέ! Πάντως καὶ νὰ ἤθελα νὰ σὲ ξεχάσω (… ποὺ δὲν θέλω, ἐννοεῖται!), δὲν μπορῶ. Μετὰ τὰ Ἀλάνια μετέφρασα τὸ τρίτο μέρος ἀπὸ τὰ δοκίμιά σου ποὺ περιλαμβάνονται στὸν τόμο Αἱρετικὸς ἐμπειρισμός. Εἶναι, ναί, τὰ δοκίμιά σου γιὰ τὸν κινηματογράφο μὲ τὶς σχετικὲς γλωσσολογικοῦ καὶ σημειωτικοῦ χαρακτήρα προσεγγίσεις σου καὶ μὲ τὶς παρατηρήσεις σου πάνω σὲ θέσεις τοῦ Μπάρτ, τοῦ Μὲτς καὶ τοῦ Ἔκο — ἐνίοτε δὲ καὶ μὲ τὶς ἐκ μέρους σου ἀναιρέσεις τους.

Τὸ μετάφρασμά μου αὐτὸ τὸ ἔχω παραδώσει ἀπὸ τὸν Νοέμβριο στὸν ἐκδότη μου/μας, ὁ ὁποῖος μοῦ ζήτησε νὰ μεταφράσω καὶ τὸ Una vita violenta. Τὸ ἔχω ἤδη ξεκινήσει καὶ εἶμαι λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ μέση τοῦ δεύτερου κεφαλαίου τοῦ πρώτου μέρους. Αὐτὴ τὴ στιγμὴ μπορῶ νὰ σοῦ πῶ τοῦτο: ὅτι τόσο τὸ ἀναπαιστικὸ μέτρο ὅσο καὶ τὴν παρήχηση τοῦ vi, ποὺ «ἀκούγονται» στὸν τίτλο σου, τὰ ἔχω κρατήσει καὶ στὸν ἑλληνικὸ τίτλο: Βίος βίαιος. Τὰ λοιπὰ τὰ ἔχουμε συζητήσει παλιότερα καὶ σὲ κάμποσες ἐπιστολές, ποὺ ἀνταλλάξαμε, καὶ διὰ ζώσης στὸ τηλέφωνο, μὰ καὶ δυὸ φορὲς στὴ Μπολόνια. Θυμᾶσαι; Τὴν πρώτη φορὰ στὸ μπιστρὸ Opera Caffè e Tulipani, στὸν ἐξωτερικὸ στενὸ χῶρο μὲ τὴ τζαμαρία καὶ θέα στὸ κανάλι, καὶ τὴ δεύτερη στὴν ἐμβληματικὴ παστιτσερία Gambrerini, στὴ Via Ugo Bassi, ὅπου συναντήσαμε καὶ τὸν Μπασάνι, νὰ πίνει τὸν καφέ του καὶ ὁ ὁποῖος μᾶς εἶχε πεῖ ὅτι σύχναζε ἐκεῖ ἀπὸ φοιτητής. Ὅταν λέω «τὰ λοιπά», ἐννοῶ τὰ γλωσσικά.

Σὲ παλιότερη ἐπιστολή σου σχετικά μὲ τὴν «ἰδιότυπη» μετάφρασή σου τῆς Ὀρέστειας τοῦ Αἰσχύλου μοῦ ἀνέφερες ἕνα χωρίο ἀπὸ τὸ Μετὰ τὰ Φυσικὰ τοῦ Ἀριστοτέλη: Τὸ ἓν καὶ τὸ ὂν πολλαχῶς λέγεται. Τὸ θυμήθηκα καὶ ὅταν μετάφραζα τὸ Ragazzi di vita ὄχι ὡς Τὰ παιδιὰ τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ὡς Ἀλάνια, τὸ θυμᾶμαι καὶ τώρα, στὴ νέα μου μετάφραση. Δὲν σοῦ κάνω μάθημα, ἀλλὰ ἀπὸ κάθε ὁλοκληρωμένη μεταφραστικὴ διαδικασία προκύπτει ἕνα μετάφρασμα, ἤτοι μιὰ πρόταση λόγου, ὅπου ἔχει ἐνσωματωθεῖ ἡ προσωπικὴ ἀνάγνωση καὶ ἑρμηνεία αὐτοῦ ποὺ εἶναι τὸ ἓν καὶ τὸ ὂν ἀπὸ τὸν ἐπιτελέσαντα τὴ μετάφραση μεταφραστή: κάτι νέο καὶ μοναδικό.

Καὶ σὲ τοῦτο τὸ ἔργο σου καταγράφεις στὸ χαρτί (καὶ δὴ ὡς δεινὸς γλωσσολόγος ποὺ εἶσαι) ἕνα calco, ἕνα ἔκτυπο τῆς πραγματικότητας, μιὰν ἀναλογικὴ πραγματικότητα. Αὐτὴ τὴν ἀναλογικὴ πραγματικότητα καλούμαστε ἐμεῖς, οἱ μεταφραστές σου, νὰ τὴ μεταφέρουμε στὶς γλῶσσες μας ὁμοίως ἀναλογικά. Στὸν γλωσσολόγο ἑαυτό σου ἐγώ, ὅταν σὲ μεταφράζω, κολλάω καὶ τὴν κοφτερὴ ματιὰ εἰκαστικοῦ καλλιτέχνη καὶ τὸ μουσικὸ ἀφτὶ ποὺ ἔχεις. Στὴν περίπτωσή σου ἰσχύει ἀπολύτως τὸ χαϊντεγκεριανὸ Die Sprache spricht, ποὺ μεταφραζόμενο μὲ χαϊντεγκεριανὸ ὕφος δὲν σημαίνει Ἡ γλώσσα μιλάει, ἀλλὰ Ἡ γλώσσα γλωσσοῖ / γλωσσώνει. Ἡ γλώσσα σου, προσφιλέστατέ μου ΠΠΠ, γλωσσώνει προφορικὸ ἀπὸ διαλέκτου λόγο, εἰκαστικὲς ἀποτυπώσεις καὶ μουσικὰ μοτίβα τοῦ κόσμου… τοῦ κόσμου σου. Γι’ αὐτὸ ἀκόμα καὶ τὰ πεζά σου ἔργα εἶναι ἔργα ποιητικά, ὅπου συνδυάζονται προσωδιακὰ ποικίλοι ρυθμοὶ προφορικοῦ λόγου μὲ εὐφωνίες, τρίλιες καὶ καντέντσες. Θέλω νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο: Σὲ τοῦτα τὰ ἀκραιφνῶς πεζοποιητικά σου κείμενα κυριαρχεῖ —ὁ πειρασμὸς μὲ βάζει νὰ γράψω ἡγεμονεύει, γιὰ νὰ καλέσω σὲ τοῦτες τὶς ἀράδες καὶ τὸν δάσκαλό μας, τὸν Γκράμσι— μιὰ λεκτικὴ πολυτυπία ποὺ περιβάλλεται ἀπό —ἐνδεικτικῶς— βρισιές, ὑποκοριστικά, πάσης φύσεως ἐπαναλήψεις, παλιλλογίες, ὑπονοούμενα καὶ στίχους τραγουδιῶν. Τὰ δὲ σπαράγματα τῶν διαλόγων συμβάλλουν στὴ θεατρικότητα τῶν ἑκάστοτε λεγομένων: ἀποβλέπουν στὸ θέατρο, ποὺ εἶναι καὶ γιὰ σένα ἡ ὑψηλότατη μορφὴ τὴς ποίησης. Οἱ μεταφραστές σου ὀφείλουμε νὰ τὰ λαμβάνουμε ὑπόψη αὐτά.

Νὰ σοῦ πῶ κάτι, σχετικὸ καὶ ἄσχετο. Τὸ ὑπαινίχθηκα παραπάνω. Ἐδῶ καὶ κάμποσα χρόνια ἀσχολοῦμαι μὲ τὴν Ὀρέστεια. Ἔχω τὸ μετάφρασμά σου καὶ στὸ γραφεῖο μου καὶ στὸ προσκεφάλι μου.

Καὶ κάτι τελευταῖο. Εὔχομαι στὴν ἀγαπημένη σου Μπολόνια νὰ προκριθεῖ στὴν ἑπόμενη φάση τοῦ Europa League. Ἡ δική μου ὁμάδα, ὁ Ὀλυμπιακός, στὸ Champions League πρέπει νὰ κάνει δύο νίκες ὁπωσδήποτε, χωρὶς νὰ εἶναι ἡ πρόκρισή του ἀκόμα κι ἔτσι ἐξασφαλισμένη.

Σοῦ εὔχομαι καλὴ καὶ δημιουργικὴ χρονιὰ καὶ σὲ φιλῶ.

Γιῶργος


 


Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 



















ΜΟΥΣΩΝ



Κυκλοφόρησε ο "Μουσών" με πλουσιότατη ύλη. Ανάμεσά τους και τρία ποιήματά μου.





ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ



ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ


Την τελευταία ποιητική συλλογή του αείμνηστου φίλου μου και πανάξιου εργάτη των γραμμάτων και της λυρικής τέχνης Κώστα Φωτεινού
Από τη Λευκάδα και πάντα με αγάπη ήρθε το δώρο με τη μέριμνα των οικείων του.