Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2021

ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ

 

Νύχτα, στους καρόδρομους

της ξεραΐλας, πέτρες και σκόνη,

αγκομαχάει το κάρο το σαράβαλο.

 

Κανείς από δω πέρα δεν περνάει.

 

Κατοίκους το χώμα δεν έχει,

μόνο αναμμένα τράχαλα

απ’ τους ιλιγγιώδεις φάρους:

είναι των αγκαθιών η νύχτα,

των φυτών που αρματωθήκανε

σαν καϊμάνοι, με μαχαίρια:

φαίνονται τα δόντια από σιδερόσυρμα

γύρω απ’ τα μαντριά τριγύρω,

οι κάκτοι με το εχθρικό μπόι

σαν οβελίσκοι όλο αγκάθια,

ξερή η νύχτα, και στο σκοτάδι μέσα

(το γεμάτο κουρνιαχτό απ’ των αστεριών τη σκόνη)

η μαύρη της αυγής φωλιά

που ετοιμάζει χωρίς σταματημό και ανάσα

τους κίτρινους ορίζοντές της.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 




ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΣΠΕΝΤΖΗ

 


ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΣΠΕΝΤΖΗ



 


ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

 





ΤΙ ΕΦΕΡΕ Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 





ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

Η ΦΩΤΙΑ

 


PABLO NERUDA

 

Η ΦΩΤΙΑ

 

Τί καὶ πόσο μουσικὴ στιγμὴ

μοῦ λέει ἕνα πανέξυπνο ποτάμι

τὰ νερά του δίπλα μου κυλώντας:

μὲ τὰ λιθάρια διασκεδάζει,

τὸν δρόμο του παίρνει τραγουδώντας,

ἐνῶ ἀποφασισμένος ἐγὼ γιὰ ὅλα

μὲ μάτια τὸ κοιτῶ παράφορα.

 

Ἂς ἀφιερώσουμε στὴ δυστυχία

μιὰ σκέψη, ἀτμὸς ποὺ γίνεται,

ὅπως καὶ τὸ χῶμα τὰ χαράματα,

τὸ βρόμικο ἀπ᾽ τὰ δάκρυα τ᾽ οὐρανοῦ,

ἕνα δέντρο ὑψώνει ὅλο ἀχνὸ

μὲ σκοπό του τὸ πρωὶ νὰ συσκοτίζει:

τὸ φῶς ποὺ γεννιόταν ὑποφέρει,

ἡ μοναξιὰ στασιάζει,

τίποτα δὲν μένει γιὰ νὰ δεῖς,

οὔτε οὐρανὸς φαίνεται οὔτε γῆ

κάτω ἀπ᾽ αὐτὴ τὴν ἁλμυρὴ ὁμίχλη.

 

Μὲ τὸ θέμα αὐτὸ τὸ παρακάναμε

εἶπα ξαναγυρνώντας στὴν πυρὰ

ποὺ ἔσβηνε στὶς λόχμες μέσα,

καὶ μὲ δυὸ μικρὰ δαφνόκλαρα

ὑψώθηκε μιὰ φλόγα κόκκινη

μ᾽ ἕνα κάστανο στὴ μέση της,

κι ἔπειτα ἄνοιξε τὸ κάστανο

καὶ μοῦ ᾽μαθε τὸ μάθημα

τῆς φυλακισμένης του γλυκάδας,

κι ἔτσι ξανάγινα κι ἐγὼ πολίτης

ποὺ τοῦ ἀρέσει νὰ διαβάζει ἐφημερίδες.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 





Ο ΙΔΙΟΣ

 


PABLO NERUDA

 

Ο ΙΔΙΟΣ

 

Πολὺ μοῦ ἔχουνε κοστίσει τὰ γεράματα,

ἐχάιδεψα τὴν ἄνοιξη

σὰν ἔπιπλο ποὺ μόλις εἶχα ἀγορασμένο

μὲ ξύλο εὐωδιαστὸ καὶ λεῖο,

καὶ στὰ κρυφὰ συρτάρια του

τὸ ἄγριο μέλι σύναζα.

 

Γι᾽ αὐτὸ ἐχτύπησε ἡ καμπάνα

καὶ πῆγε σὲ ὅλους τοὺς νεκρούς,

χωρὶς νὰ τὴν ἀκούσει ὀ λογισμός μου:

τὸ δέρμα σου, ναί, τὸ συνηθίζεις,

τὴ μύτη σου, τὴν ὀμορφιά σου,

ὥσπου ἔπειτα ἀπ᾽ τὰ τόσα καλοκαίρια

πεθαίνει μέσα στὸ μαγκάλι του ὁ ἥλιος.

 

Τὰ χαιρετίσματα τῆς θάλασσας κοιτώντας

ἢ τὴν ἀπαντοχή της στὸ μαρτύριο

νὰ πετάω ἔχω ἀπομείνει στὸ γιαλὸ

ἢ νὰ κάθομαι στὰ κύματα ἐπάνω,

καὶ ἀπὸ τὴ μαθητεία μου φυλάω τούτη

πράσινο καὶ πικρὸ ἕνα ἄρωμα

ποὺ τὶς κινήσεις μου ὅλες συντροφεύει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 




ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

 







ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ