Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ



PABLO NERUDA

 

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 

Της Καραϊβικής θησαυροί, και αφροί αμύθητοι

και ξακουστοί, που σκάνε σ’ ένδοξα νερά γαλάζια,

σε ακτές ευωδιαστές που μοιάζουν και στο ασήμι

και στο χρυσάφι, τα καλοδουλεμένα από την άμμο,

των ονείρων αρχιπέλαγος εντατικό, κρυφές γωνιές

του ψίθυρου και της πυράς και της μεγάλης λάμψης,

και φοινικιές που αρμενίζουνε σαν κάστρα και καράβια,

βουνά με την πασίγλυκη μοσχοβολιά των ανανάδων,

νησιά βουερά που κόπιασαν στου ανέμου τον χορό

ωσάν κλητές νυφούλες σκόπιμα προσκαλεσμένες,

φυλές στο χρώμα το εύπορο της νύχτας και του ξύλου,

μάτια σαν τίς ατόφυες νύχτες της αστροφεγγιάς,

αγάλματα πού έστησαν τρανό χορό στα δάση

σαν κύματα πού οι θάλασσες βαθιά τ’ αγάπησαν,

κροκάτες λαγόνες που ακέραιο συντηρούσαν

στα κλαδιά τους πάνω των ερώτων τον ρυθμό,

στήθη σκουρόχρωμα σαν τα χώματα του κάμπου

με μόσχους γιασεμιών να αιωρούνται στις καλύβες,

μακριά μαλλιά αξεχώριστα από το σκοτάδι,

χαμόγελα που τά ’χτισε πέτρα την πέτρα το φεγγάρι,

κοκόδεντρα που τά ’κανε σκόνη σκόρπια ο άνεμος,

άνθρωποι που μιλούν σαν νά ’ν’ κιθάρες μεταξύ τους,

η φτώχια των νησιών και όλης της μακριάς ακτογραμμής,

κόσμος δίχως γη δική του, παιδιά χωρίς κουτάλια,

κοπέλες μουσικές που τις διευθύνει
το τύμπανο το μυστικό από της Αφρικής τα μέρη,

ήρωες μελαψοί και σκούροι στους καφετιώνες,

του ζαχαροκάλαμου εργάτες σκληροτράχηλοι,

γιοί του νερού, της ζάχαρης πατέρες,

του πετρελαίου, της μπανάνας αθλητές — ω!

ω εσύ Καραϊβική, με τις εκθαμβωτικές σου χάρες,

ω εσείς στεριά και θάλασσα με χίλια αίματα βαμμένες,

ω εσείς Αντίλλες με των ουρανών την ευλογία,

αλλ’ απ’ τον Διάβολο και τους ανθρώπους χαλασμένες,

έφτασε πιά, ήρθε η ώρα, των ωρών η ώρα,

έφτασε η ώρα που θα ξεδιπλωθεί ολάκερη η αυγή,

κι όποιος στο φως τολμήσει εμπόδιο νά ’μπει

ευθύς θα πέσει κάτω με τη ζωή του κλαδεμένη.

Κι όταν φωνάζω πως ήρθε η ώρα, έφτασε,

τη λευτεριά εγώ σκέφτομαι την ξανακερδισμένη·

στην Κούβα σκέφτομαι πώς αβγαταίνει ο σπόρος

ο χίλιες φορές αγαπημένος που τον περιμένουμε:

κι ο σπόρος τούτος, της αξιοπρέπειάς μας είναι ο σπόρος

που τόσα χρόνια την πληγώνουνε και την ποδοπατάνε,

κι όταν στ’ αυλάκια ο σπόρος πέφτει και βλασταίνει,

τότε υψώνονται και στους αγέρες ανεμίζουν

της αμερικάνικής μας επανάστασης οι φλογερές σημαίες.

 

Μετάφραση:  Γιώργος Κεντρωτής.


ΣΤΟ ΣΑΛΒΑΔΟΡ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΣΤΟ ΣΑΛΒΑΔΟΡ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

 

Στο Σαλβαδόρ τριγυρνάει ακόμα ο θάνατος.

Των νεκρών αγροτών το αίμα

δεν έχει στεγνώσει, δεν το στεγνώνει ο χρόνος

ούτε η βροχή στους δρόμους το σβήνει.

Δεκαπέντε χιλιάδες τα μυδράλια φάγανε.

Τον δολοφόνο τον λένε Μαρτίνες.

Στο Σαλβαδόρ το χώμα, το ψωμί και το κρασί —

όλα έχουν πάρει πια του αίματος τη γεύση.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΤΟΥ ΡΟΛΟΓΙΟΥ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔ

 


FEDERICO GARCÍA LORCA

 

ΤΟΥ ΡΟΛΟΓΙΟΥ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 

Τραγουδάει το ρολόι

μηχανικά

μετράει τις ώρες.

Εφτά ή δώδεκα

το ίδιο είναι

κι εγώ δεν είμαι εδώ.

Της σάρκας είναι το σημάδι

που τ’  άφησα φεύγοντας

για να ξέρω πού είναι το μέρος μου

όταν γυρίσω.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ΣΤΟΝ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟ

 


ΣΤΟΝ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟ

Στην Πλατεία Αγίου Γεωργίου, στο Americano. Με τον Αντώνη Πετράτο και τον Νίκο Κάσσιο.... καφέδες, μπιρίτσες...
Θεματολογία στενή και περιορισμένη: Ολυμπιακός, Ποίηση, Ολυμπιακός... επί ώρες...

ΑΓΩΝΙΑ

 


ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΑΤΟΣ

 

ΑΓΩΝΙΑ

 

Φοβόταν τη ζαριά να παίξει

κόκκινο μαύρο στο μπετόν

κι αρνιότανε να ταξιδέψει

με το λευκό των σκελετών

 

Τραβούσε μέσ’  από τη θήκη

τραγούδια των παλιών ετών

και ήξερε σε ποιόν ανήκει

η μοίρα των χαρταετών

 

Σαν κόπηκε το κορδονέτο

και τη ζωή του αμόλησε

ο μπόμπιρας με το κασκέτο

το αίνιγμα τού τό ’λυσε

 

Σαν καύτρα από τσιγάρο σκέτο

στα χείλη του το κόλλησε

ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟΤΑΤΟ ΜΗΝΙΣΚΟ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ ΜΕ ΛΕΠΤΟΤΑΤΟ ΜΗΝΙΣΚΟ

 

Ἀπ᾽ τ᾽ ἀνοιχτὸ παράθυρο χυνόταν

ἀργὰ τὸ μέλι τοῦ κλειδοκυμβάλου:

ὑποσημείωση ἐμβριθὴς τοῦ σάλου

ποὺ ἐζοῦσαν οἱ καρδιές — ἔτσι ἀκουγόταν!

 

Ἀπ᾽ τὸ χρυσὸ δρεπάνι τῆς σελήνης

ὡσὰν κυψέλη ἐγκυμονοῦσα μέλη

κρυστάλλινα κρεμόταν σὲ τσιγκέλι

 

οὐράνιο τὸ ἐλιξήριο τῆς σαγήνης.

Τῶν διαβατῶν ἡ ἀνάσα ἐρχόταν νά ᾽μπει ν᾽

 

ἀγγίξει πλῆκτρα τοῦ Ἀλεξάνδρου Σκριάμπιν.


https://www.youtube.com/watch?v=7ClDFmFmr0k&list=RD7ClDFmFmr0k&start_radio=1





ΑΝΤΟΝΕΝ ΑΡΤΩ



 

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

ΣΤΗ ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ


PABLO NERUDA

 

ΣΤΗ ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ

 

Έτσι, όπως και στα χρόνια του Σαντίνο,

στη Γουατεμάλα ν’ ανθεί είδα το ρόδο.

Είδα να υπερασπίζονται του φτωχού τη γη.

Το δίκιο να φτάνει σ’  όλα τα στόματα.

Όντας ο Άρμπενς ένα με το λαό του

άνοιγε το λεπτεπίλεπτο και κραταιό του χέρι

και τα σχολεία γίνονταν σιτοβολώνας

με προοπτικές λαμπρές, νικητήριες,

ώσπου ήρθαν του Καναλιού τα νύχια τα μακριά

και κόψαν της αυγής  τον δρόμο.

Οι βορειοαμερικάνοι εμπρηστές

έριξαν παντού δολάρια και βόμβες·

άνοιξε μαγαζάκι ο θάνατος,

τις θηλειές τις έφτιαξε η Γιουνάιτεντ Φρουτ.

Έτσι δολοφονήθηκε η Γουατεμάλα —

την ώρα που σαν περιστέρι πέταγε ψηλά.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗ ΡΩΜΗ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

[ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗ ΡΩΜΗ]

 

Οἱ φωνὲς ποὺ ἀκούγονταν ἔρχονταν ἀπὸ μιὰν αὐλίτσα πίσω  ἀπτὸ ξύλινο σπίτι τοῦ παπᾶ, ἀπέναντι ἀπτὸν σκαμμένο λάκκο. Ἦταν κάτι παιδιὰ ποὺ ἔπαιζαν κάτω ἀπόνα ὑπόστεγο στὴν ἄκρη τῆς μικρῆς αὐλῆς τοῦ πρεσβυτέριου. Τὸ τελευταῖο φῶς τοῦ ἥλιου, κόκκινο καὶ μὲ δροσεράδα τώρα πιά, ἔπιανε μὲ τὶς ἀχτίδες του ὅλο τοῦτο τὸ μέρος. Τέσσερα παιδάκια, τὰ πιὸ μικρά, ἔπαιζαν ποδοσφαιράκι, κι ἄλλα δύο πίνγκ-πόνγκ. Ἄλλα παρακολουθοῦσαν ὄρθια, κι ἄλλα καθιστά, ἀπὸ κάτι κασόνια.

Ὁ Τομάζο τό ’ξερε ὅτι στὰ κτίρια τῆς ΙΝΑ-Κατασκευαὶ Οἰκειῶν κατοικοῦσαν δύο κατηγορίες ἀνθρώπων: ἀπ’ τὴ μιὰ μεριὰ ἦταν κρατικοὶ ὑπάλληλοι, σιδηροδρομικοί, τραμβαγιέρηδες, πού ’χαν πάρει σπίτια μὲ τὴ μεσολάβηση τῶν συνδικάτων τους, καὶ ἀνάμεσά τους ἔβρισκες καὶ λογιστές, ἐργολάβους καὶ καλοβαλμένο κόσμο τοῦ ἰδίου φυράματος, κι ἀπ’ τὴν ἄλλη τὴ μεριὰ ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ ἴσαμε τότε ἔμεναν σὲ τρῶγλες καὶ σὲ παλιοκάλυβα, στοὺς ὁποίους ἐρχόταν ὁ δῆμος κάθε τόσο καὶ τοὺς παραχωροῦσε κανὰ σπίτι… μιλᾶμε τώρα γι’ ἀνθρώπους ἢ ψωμολυσσασμένους ἢ τοῦ ὑπόκοσμου.

Τ’ ἀγόρια πού ’παιζαν στὸ προαυλιάκι τῆς ἐκκλησίας πρέπει νά ’ταν ὅλα τους σπουδαστές καὶ παιδιὰ τοῦ μπαμπᾶ καὶ τῆς μαμᾶς, κι ἄλλος λίγο ἄλλος πολὺ ἦταν οἱ νέοι γείτονες στὸ σπίτι τοῦ Τομάζο.

Ἔπαιζαν ἀλλοπαρμένοι ποδοσφαιράκι καὶ πίνγκ-πόνγκ. Ἦταν κι αὐτοί, ὅλοι τους, ντυμένοι μόρτικα, μὲ ἀμερικάνικα παντελόνια γεμάτα γυαλιστερὰ κουμπάκια, μὲ τὶς ζῶνες δεμένες ψηλά, καὶ φοροῦσαν φανέλες. Ἦταν, ὅμως, ὅλοι τους φρέσκοι-φρέσκοι κι ἔλαμπαν ἀπὸ καθαριότητα, λερωμένοι λίγο πίσω καὶ μπροστά, ὄχι ἀπ’ τὴ δουλειά, ὄχι, ἀλλὰ ἐπειδὴ    παίζοντας κάθονταν ἐδῶ κι ἐκεῖ ἢ ξύνονταν μὲ βρόμικα χέρια.

Ἕνας χλεμπονιάρης ἐκεῖ, χλομός-χλομός, μὲ δυὸ κατάμαυρα μάτια ποὺ τὸν ἔκαναν νὰ μοιάζει πριγκιποπούλο τῆς Ἀραβίας, κοίταζε εἰρωνικὰ ἕναν φίλο του πού ’παιζε πίνγκ-πόνγκ. «Ρὲ Γιακομπάτσι», ἔλεγε, «σπίτι ρὲ δὲν ἔχεις; Τράβα σπίτι σου, ρέ!» Γέλασε λίγο, μόνος του, μασώντας τὴν ἀμερικάνικη τσίχλα του, καὶ πρόσθεσε: «Ἄντε ρὲ νὰ πλυθεῖς, παλιοβρομιάρη!»

Ὁ Γιακομπάτσι ἦταν πάρα πολὺ ἀπασχολημένος μὲ τὸ παιχνίδι του γιὰ νὰ κάτσει νὰ τοῦ ἀπαντήσει. Ὅταν, ὅμως, τὸ μπαλάκι ἔπεσε κάτω καὶ πῆγε μὲ πηδηματάκια ὣς τὸ βάθος-βάθος τοῦ ὑπόστεγου, σκύβοντας νὰ τὸ πιάσει τοῦ ’πε: «Ρὲ Ντὶ Φά —τί λές;—, θὰ μοῦ τὰ σπάσεις κι ἄλλο τ’ ἀρχίδια;»

«Δὲν τὸ κόβεις λέω ’γώ, ρέ!» εἶπε τ’ ἄλλο ἀγόρι. Καὶ συνέχισε νὰ μασάει μ’ ὅλη του τὴν ἡσυχία τὴν τσίχλα του. Ὕστερ’ ἀπὸ λίγο σηκώθηκε, πλησίασε τὸ φίλο του καὶ τοῦ ’πε: «Σειρά μου τώρα!» «Μὰ τί, οὔτε πέντε λεφτὰ δὲν ἔπαιξα!» εἶπε αὐτὸς σμίγοντας τὰ φρύδια του καὶ σφίγγοντας τοὺς ἀγκῶνες του πάνω στὸ στῆθος του καὶ μὲ τὴ ρακέτα στὸ χέρι. «Τί πέντε λεφτά, ρέ!» τοῦ ’πε ὁ Ντὶ Φάτσιο, μουτρωμένος, καὶ γύρισε ἀπότομα καί, μὲ χωμένα τὰ χέρια του στὶς τσέπες, πῆγε κι ἔκατσε ξανὰ στὴ θέση του. «Να τελειώσει ρὲ αὐτὴ ἡ παρτίδα καὶ μετὰ σειρά σου νὰ παίξεις, ’ντάξει;… ἔγινε;» εἶπε ὁ Γιακομπάτσι συμφιλιωτικά, καὶ σέρβιρε τὸ μπαλάκι ξαφνικὰ τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὁ ἀντίπαλός του εἶχε ἀρχίσει νὰ τσαντίζεται.

Ὁ Τομάζο, ἔξω ἀπ’ τὸ μεταλλικὸ συρματόπλεγμα στεκόταν καὶ κοίταζε.

 


Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΣΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ


 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΣΣΙΟΣ

 

ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΣΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

 

Ποὺ λέτε αὐτός, παλιά, στὰ χρόνια τῆς ὑγείας,

ἀπὸ ψηλά, σὰν νά ’ταν ἄλλος, τὸν κοιτοῦσε·

τοῦ ’νευε ἀπ’ τὸ θεωρεῖο ἐκεῖνο κι ἀγωνιοῦσε

γιὰ τὸν νεαρὸ σουλατσαδόρο τῆς πλατείας.

 

Τώρα; Τώρα τελοῦν κ’ οἱ δυό τους ἐν συγχύσει.

Βλέπονται ἀκόμη ἀραιὰ καὶ ποῦ μὰ, δεδομένου

ὅτι ἔχει ἡ νόσος πιὰ ὣς τὸ βάθος προχωρήσει,

 

μόνο περὶ ἀλγηδόνων συζητοῦν, τῆς μέσης,

μὲ κάτι ἐκεῖ τοῦ μὴ πραγματικοῦ ὑποθέσεις

 

κ’ ἴσως μιά (ἀλλὰ μιὰ μόνο) τοῦ π ρ ο σ δ ο κ ω μ έ ν ο υ.


Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

ΕΡΧΟΜΑΙ ΑΠ’ ΤΟΝ ΝΟΤΟ

 


PABLO NERUDA

 

ΕΡΧΟΜΑΙ ΑΠ’ ΤΟΝ ΝΟΤΟ

 

Γεννήθηκα αυτά τα θλιβερά να τραγουδώ τα πράγματα,

να ρίχνω φως άπλετο στα κτήνη επάνω,

να καταρρίπτω μ’ έναν κεραυνό τα αίσχη,

ν’  αγγίζω τις απάνθρωπες βαθιές πληγές.

Είμαι Αμερικανός από πατέρα κι από μάνα,

απ’ τις αραουκάνικες τις στάχτες γεννήθηκα,

γιατί όταν ο εισβολέας έψαχνε χρυσάφι,

φωτιά και πόνο του πρόσφερε η πατρίδα μου.

Σε χώματα άλλα βρήκε το χρυσάφι που ντύθηκε·

σε τούτα δω ποτέ ο κατακτητής δεν κατάκτησε τίποτα·

ο αχόρταγος εκείνος Πέδρο δε Βαλδίβια

βρήκε στην πατρίδα μου ό,τι εγύρευε: το τέλος του —

και το βρήκε κάτω από ’να κανελόδεντρο

με χρυσάφι λειωμένο στο λαρύγγι του μέσα.

Εγώ είμαι εδώ για να εκπροσωπώ φυλές που έπεσαν

υπερασπιζόμενες σημαίες πολύ βαθιά αγαπημένες

που μετά απ’ την αίγλη των αγώνων τους

τους έχει απομείνει μόνο σιωπή και βροχή.

Εγώ συνεχίζω απλώς τα έργα τους

κι απ’  όλη την αμερικάνικη γη μας

τινάζω των λαών μου τα βάσανα,

εξάπτω των σπαθιών τους τις ρίζες,

των ηρώων θωπεύω την ανάμνηση,

ποτίζω τις υπόγειες ελπίδες —

γιατί τι με ωφελεί το τραγούδι,

η δωρεά του κάλλους, το χάρισμα του λόγου,

αν δεν χρησιμεύουν στον λαό μου

να παλεύει και να πορεύεται μαζί μου;

Κι έτσι γυρίζω παντού στις ολοσκότεινες Αμερικές,

τα στάχυα ανάβω, ανάβω τα φώτα,

και οι τύραννοι μού αρνούνται διαβατήριο,

επειδή η ποίησή μου τους τρομάζει·

μα όταν μου διπλοκλείνουν τις πόρτες με λουκέτα,

εγώ μπαίνω απ’ τα παράθυρα όπως το φως,

κι αν καίνε τις στεριές να μ’  εμποδίσουν να ’ρθω,

εγώ πάω απ’ τα ποτάμια

και, να ’μαι, με το νερό εγώ φτάνω,

στις φυλακές η ποίησή μου κατεβαίνει

να κουβεντιάσει με κείνους που με καρτερούσαν·

μ’  όσους κρύβονται πιάνω και μετράω ένα-ένα τ’  άστρα

όλη νύχτα και φεύγω με το χάραμα·

με τίποτα της θάλασσας δεν με κόβουν οι σκόπελοι,

τα μυδραλιοβόλα δεν μ’ εμποδίζουν·

η ποίησή μου έχει μάτια αυγερινά,

πέτρινες γροθιές και φτερωμένα φυλλοκάρδια.

Όταν με αναγνωρίζουν στους δρόμους

εκεί που βγαίνει ο χαλκός ή το κριθάρι,

μέσ’  από τρένα που σκίζουν τον κάμπο

ή στις φυτείες με την πικρή τη γλύκα,

κι όταν στα μακρινότερα με χαιρετούν λιμάνια

ή στης κόλασης τα υπόγεια μεταλλεία,

αυτό συμβαίνει,

επειδή πέρασε από κει η ποίησή μου

με του έρωτα και της εκδίκησης τον τροχό

για να εγκαθιδρύσει του κόσμου τη διαύγεια,

να δώσει το φως εκεί που το περίμεναν,

να φέρει τους αγωνιστές κοντά στη νίκη

και να δώσει τη γη στους δουλευτές της.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Τρίτη 14 Απριλίου 2026

ΟΙ ΔΥΝΑΣΤΕΣ


PABLO NERUDA

 

ΟΙ ΔΥΝΑΣΤΕΣ

 

Απ’ τη σαπιοκοιλιά όμως που έπεσε

βγήκαν οι μικρούληδες Σομόσα:

δυο παλιάτσοι λεκιασμένοι μ’ αίμα·

δυο βατραχάκια γόνιμα απ’ το στυγνό βατράχι.

Κι ενώ ο πυόσακος εσάπιζε, είχαν

τα δυο στρατηγάκια αρχίσει ν’  ανεβαίνουν.

Ντύθηκαν φορώντας παντού διαμάντια,

εφ’  όρου ζωής ονομάστηκαν πρόεδροι,

μοίρασαν όλα τα χτήματα και τα τσιφλίκια,

πήραν τις πόζες των νεόπλουτων όλες

και του Βορειοαμερικάνου Πρεσβευτή

έγιναν οι ευνοούμενοι πολεμιστές.

Στα χώματά μας έτσι γράφεται η ιστορία·

έτσι διαιωνίζονται τα εγκλήματα·

κι όλο μακραίνει της ατιμίας η αλυσίδα,

κι όλο βαθαίνει των μαρτυρίων το στρατιωτικό πηγάδι.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

ΡΙΤΣΟΣ : Η ΠΡΑΓΑ

 




ΤΟ ΦΟΥΣΚΩΜΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΝΕΡΩΝ

 


ALBERTO LAISECA

 

ΤΟ ΦΟΥΣΚΩΜΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΝΕΡΩΝ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

Για σένα έχω γίνει υπερβολική

σαν άλλος ξένος διάβολος.

Κοιτώ τα μάτια σου

και βλέπω σκοτεινούς δρυμούς με κάτι κίτρινο.

Στήθη παιδικά, μα με θηλές τεράστιες·

πόδια μικροσκοπικά και τέλεια.

Ανάμεσα στα πόδια σου γυμνή μια μικρή Κινέζα Θεότητα.

Τι θόρυβο σηκώνει ο βλαστός του μπαμπού,

το ροδαλό σεντέφι,

που στεφανώνει τη θεότητα

ως θεϊκό χαρακτηριστικό!

Μα η μαύρη κόμη σου,

αντιστρατεύεται των τοιχοταπήτων τον φαιόχρωμο σπασμό.

Τα Μεγάλα Αφτιά όμως

ανιχνεύουν των δακτύλων το άγγιγμα

πριν προφτάσουν ν’ αγγίξουν το δέρμα.

Σε κοιτώ μπροστά στον κόσμο

και η ευπρέπειά μου κλονίζεται.

Πολύ καλά γνωρίζω

πως πλήθος μάτια το αντιλαμβάνονται,

όσην ώρα της ντροπής τα πράσινα νερά

να μας καταβροχθίσουν απειλούνε.

Δεν καταλαβαίνω γιατί,

λόγω της δικής μου γυναικείας κατάστασης

και της δικής σου Εξ Ουρανού Καταγωγής,

θα με αποδοκίμαζαν,

αν έλεγα ότι είσαι γητεύτρια απαράμιλλη.

 

Ποίημα αφιερωμένο στην Αυτοκράτειρα, γραμμένο από άγνωστη αυλική του ανακτόρου Νάντσια.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.