ΑΛΩΝΑΚΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Σάββατο 18 Ιουλίου 2026
ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ
ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ
MANUEL ALTOLAGUIRRE
ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ
Ούτ΄ ένα μούσκλι δεν κουνιέται
στη γρήγορη φυγή σου,
ήσυχό μου σύννεφο·
δεν είσαι πια σαν το
κορμί
το υγρό που πηδούσε
στη γη, όσο ζούσες,
δεν είσαι κύμα, ούτε
ποτάμι,
είσαι ψυχή ή και άγγελος
που μ’ όλη του τη λευκότητα
είναι καταδικασμένος
να κάνει το χιτώνα του
βροχή, χιόνι, θρήνο.
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.
Η ΠΟΙΗΣΗ
MANUEL ALTOLAGUIRRE
Η ΠΟΙΗΣΗ
Τόσο καθαρή που, όντας αόρατη,
κρύβεται στον εαυτό της μέσα
όπως ο αέρας ή το νερό,
διάφανη και μυστική·
έρημη όχι, την
αυλακώνουνε
πουλιά και ψάρια,
τη λαβώνουνε δέντρα.
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.
ΦΙΛΙ
MANUEL ALTOLAGUIRRE
ΦΙΛΙ
Πόσο μόνη ήσουν από μέσα!
Στα χείλη σου εγώ σαν ανάτειλα,
ένα τούνελ κόκκινο από το αίμα,
σκοτεινό και θλιμμένο, εβούλιαζε
ίσαμε της ψυχής σου τα έγκατα.
Κι όταν το φιλί μου εχώθηκε,
με τη θέρμη του όλη μαζί και το φως του,
στην ξαφνιασμένη σου σάρκα,
ρίγη συνέχεια και αναβρασμοί πετάγονταν.
Από τότε τους δρόμους
που πάνε στην ψυχή σου
έρημους πια δεν τους θέλεις άλλο νά
’ναι.
Ω, πόσα βέλη, πόσα ψάρια και πουλιά,
ω, πόσα χάδια και ω, πόσα φιλιά!
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.
Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026
ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...
ΠÉΡΕΣ ΧΙΜÉΝΕΣ
PABLO
NERUDA
ΠÉΡΕΣ ΧΙΜÉΝΕΣ
Η ελευθερία με τον Μεδίνα Ανγκαρίτα
και η αξιοπρέπεια με τον Ρόμουλο Γαγιέγος
διέσχισαν τη Βενεζουέλα, επέταξαν: χάθηκαν
σαν πουλιά από άλλες χώρες, απλώς διαβατικά·
και ξαναπλάκωσαν του τρόμου τ’ άγρια θεριά
να σηκώσουν οπλές, να τινάξουν τις χαίτες τους.
Λεχώνα η νύχτα, και ήρθε η στιγμή που εγέννησε:
Πέρες Χιμένες λεγόταν ο βρικόλακας που ’βγαλε.
Είχε ολοστρόγγυλή ψυχή ο σαπιοκοιλιάς της,
ο αρχικακούργος, ο λήσταρχος, των κτηνών το κτήνος.
Σα χοντροβάρελο ήτανε η σαύρα ετούτη των βούρκων,
ήταν πίθηκος τρωκτικός, παπαγάλος ξιγκάτος,
πρόστυχος μαστρωπός, κακιά σπορά, η χειρότερη:
διασταύρωση καβουριού με βάτραχο,
μπάσταρδη γέννα του Τρουχίγιο και του Σομόσα,
απόγονος γνήσιος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ
προορισμένος για χρήση εσωτερική των μονοπωλίων:
αναδείχθηκε στο χλεμπονιάρικο ξεσκονιστήρι τους,
έγινε το αμφίβολο υποπροϊόν του πετρελαίου
και ο αδηφάγος καρχαρίας των κοπράνων,
διέπρεψε ως φρύνος που εσάλταρε μέσ’ απ’ τα τέλματα
κι αφοσιώθηκε στων προϋπολογισμών του τη μελέτη·
σωρός απ’ έξω τα μετάλλια και βουνό τα παράσημα
και από μέσα τσιφλίκια και δολάρια αμέτρητα·
ο άκαπνος αυτός καραβανάς εθρέφτηκε υπηρεσιακώς
μονάχα με παρ’ αξίαν απονομές βαθμών και διακρίσεων.
Μα σώνει ίσαμε δώ η κωμωδία που τώρα περιγράφω
για συμμετοχή στον διαγωνισμό γραφικότητας. Γιατί
ο Πέρες Χιμένες την εφυλάκισε τη Βενεζουέλα,
την εβασάνισε, και φίσκαρε με πόνο τα κελάρια της,
με τσακισμένα μέλη, με κόκαλα σπασμένα,
και τα μπουντρούμια της γι’ άλλη μια φορά
εγέμισαν απ’ τους πιο έντιμους ανθρώπους.
Έτσι ξαναγύρισε το παρελθόν στη Βενεζουέλα
να σηκώσει το ματοβαμμένο του μαστίγιο,
ώσπου μια μέρα μες στους δρόμους του Καράκας
έσμιξαν με τους ανέμους οι σάλπιγγες,
εγκρέμισαν στο χώμα τα τείχη του τύραννου,
κι απελευθέρωσε ακέραιο ο λαός το μεγαλείο του.
Τα επόμενα γίνονται ξανά όπως εγίνονταν παλιά,
η ίδια και η ίδια των θλιβερών καιρών μας ιστορία:
ώς το Μαϊάμι ελάκισε ο μεγαλοπρεπέστατος σατράπης
πηδώντας δώθε-κείθε σαν αληθινό υπνοβατικό κουνέλι·
έχει ανάκτορο εκεί, όπου και τον περιμένει
ο Ελεύθερος Κόσμος με ολάνοιχτες αγκάλες.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΦΟΡΛΑΝΙΝΙ
PIER PAOLO PASOLINI
[ΤΑΡΑΧΕΣ
ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ
ΦΟΡΛΑΝΙΝΙ]
(ἀπόσπασμα
ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα «Βίος βίαιος»
/ «Una vita violenta»)
Στὸ μεταξὺ μιὰ ὁμάδα ἀπὸ
νοσοκόμους τοῦ σανατόριου, ποὺ γιὰ τὴν πάρτη τους εἶχε γίνει ὅλο τοῦτο τὸ
νταβαντούρι, πῆγαν στὴ Διεύθυνση νὰ μιλήσουν μ’ αὐτὸν τὸν περιβόητο Φάνι καὶ μὲ
κάτι ἄλλους ἐκεῖ, λέγοντάς τους ὅτι θὰ ἔκαναν ἀναστολὴ τῆς ἀπεργίας τους, φτάνει
οἱ ἀστυνομικοὶ νά ’φευγαν καὶ νὰ γύρναγαν στὴ δουλειά τους. Τοὺς εἶπαν ὄχι, δὲ
γίνεται, δε μποροῦσαν, τὸν ἔλεγχο τοῦ Φορλανίνι τὸν εἶχε ὁ Νομάρχης καὶ ὁ
Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας. Ὕστερα, ὅμως, μεσολάβησαν ἄλλα γεγονότα καί, γιὰ νὰ
μὴν τὰ πολυλογοῦμε, τράβα κι ἄσε ὁ ἕνας ἀπὸ δῶ, τράβα κι ἄσε ὁ ἄλλος ἀπὸ κεῖ,
κατέληξαν σὲ κάποια συμφωνία: οἱ ἀστυνομικοὶ τὴν ἔκαναν ὄμορφα κι ὡραῖα ἀδειάζοντας
τὴ μεγάλη πλατεία, καὶ οἱ νοσηλευόμενοι, ὁλοένα καὶ πιὸ ἱκανοποιημένοι, γύρισαν
ἄλλοι στὰ τμήματά τους, γιὰ νὰ ξαπλώσουν στὰ κρεβάτια τους καὶ νὰ ξεκουραστοῦν ὅσο
νά ’ναι, κι ἄλλοι ἔμειναν μαζεμένοι ἐκεῖ, μπροστὰ στὴν εἴσοδο.
Θὰ πέρασε μισὴ ὡρούλα,
θὰ πέρασε μιὰ ὥρα κι ἦρθε μεσημέρι· καὶ νά, ἐντελῶς στὰ καλὰ καθούμενα, ξαναφάνηκαν
τὰ ὀχήματα τῆς ἀστυνομίας, μπούκαραν μὲ τὸ γκάζι τέρμα πατημένο στὸ νοσοκομεῖο καὶ χωρὶς ν’ ἀφήσουν χρόνο νὰ
διαδοθεῖ τὸ μαντάτο, μπῆκαν τὰ τζιπάκια της στὰ στρατηγικὰ σημεῖα κι ἔτσι
καταλήφθηκε τὸ ἐσωτερικὸ τῶν τμημάτων.
Κάποιοι προσπάθησαν ν’
ἀντισταθοῦν, ἰδίως οἱ γυναῖκες, ποὺ ἦταν κι οἱ πιὸ φαρμακωμένες, ἀλλὰ οἱ ἀστυνομικοί,
ποὺ σύμφωνα μὲ τὶς φῆμες ἔπαιρναν κατευθεῖαν ἐντολὲς ἀπ’ τὸν ἀστυνομικὸ
διευθυντὴ Φοῦσκο, ἦταν ἀποφασισμένοι νὰ ξεμπερδεύουν μιὰ καὶ καλὴ μὲ τὴν ὅλη ἱστορία.
Μὲ τὴ μία πέρασε ἀπὸ
στόμα σὲ στόμα ἡ φήμη ὅτι πιὰ δὲν γινότανε τίποτα κι ὅτι οἱ μπάτσοι ἦταν ἱκανοὶ
ἀκόμα καὶ νὰ σκοτώσουν. Ἔλεγαν, μάλιστα, ὅτι μιὰν ἀσθενὴ στὸ χειρουργεῖο τὴν ἔσουρναν
ἀπ’ τὰ μαλλιά, τῆς ξέσκισαν τὰ ροῦχα καὶ τὴν ἄφησαν μόνο μὲ τὰ κουρελιασμένα ἐσώρουχά της. Ἐλεγαν ἐπίσης ὅτι μιὰ ἄλλη τρόμαξε τόσο πολύ,
ποὺ μουγκάθηκε καὶ δὲν μποροῦσε νὰ βγάλει κίχ. Καὶ γιὰ μιὰν ἄλλη μὲ
πνευμονοθώρακα ἔλεγαν ὅτι τὴν εἶχαν ξωπετάξει μὲ ἀπανωτὲς ματσουκιές.
Τὸ πραγματικὸ γεγονὸς
ἦταν ὅτι ὅλα τὰ τμήματα καταλήφθηκαν ἀπὸ τὴν ἀστυνομία· ὑπῆρχαν ἀπὸ δέκα ἴσαμε
τριάντα μπατσόσκυλα σὲ κάθε τμῆμα. Κι ἔμειναν ἐκεῖ ὅλο τ’ ἀπόγευμα κι ὅλη τὴ
νύχτα, ἐνῶ τὰ τζιπάκια περιπολοῦσαν στοὺς κήπους μὲ τοὺς προβολεῖς τους ἀναμμένους.
Οἱ μπάτσοι εἶχαν κατασκηνώσει ἐκεῖ μέσα κανονικά, ἐφοδιασμένοι
μὲ δακρυγόνες βόμβες, μὲ αὐτόματα ὅπλα καὶ μὲ πιστόλια.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
ΕΡΑΣΤΕΣ
MARIO LUZI
ΕΡΑΣΤΕΣ
Τί μου επιφυλάσσει, αγάπη μου, το να σε
ξαναδώ;…
τί ταξίδι σού έχουν χαρίσει οι άνεμοι;
Το σκοτάδι τυλίγει τούτες εδώ τις φωτεινές
ημέρες,
μπορεί και να κυκλοφορεί σε τούτο τώρα το
πυκνό φως:
μέσα από αιωρούμενες ή και ακίνητες κηλίδες
διυλίζει χρυσάφια και το κρασί ωριμάζει.
Αυτόν τον καρπό τον υπέροχο από τον ουρανό
μαζεύω,
κλείνω τα μάτια μου σε ό,τι κουβαλάει,
ή κάθομαι σε αγκάθια,
ή λέω με βαριά καρδιά αντίο –
ετούτη τη φορά στον απέραντο χρόνο.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Η ΝΥΧΤΑ ΞΕΠΛΕΝΕΙ ΤΟΝ ΝΟΥ
MARIO
LUZI
Η ΝΥΧΤΑ ΞΕΠΛΕΝΕΙ ΤΟΝ ΝΟΥ
Η νύχτα ξεπλένει τον νου.
Λίγο μετά, όπως καλά το ξέρεις, βρίσκεται εδώ:
σειρές ψυχών σε όλο το περβάζι,
κάποιες έτοιμες να πηδήξουν, κάποιες σχεδόν αιχμάλωτες.
Και κάποιος επάνω στη σελίδα της θάλασσας
ανιχνεύει ένα σημάδι ζωής, προσδιορίζει ένα σημείο.
Σπανίως να εμφανιστεί και κανάς γλάρος.
Μετάφραση; Γιώργος Κεντρωτής.
Τρίτη 14 Ιουλίου 2026
Ο ΥΠΝΟΣ Ή ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ
PIER PAOLO
PASOLINI
Ο ΥΠΝΟΣ Ή ΤΟ
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ
Ποιός μπορεί να σηματοδοτήσει την ακριβή στιγμή, οπού
η λογική αρχίζει να κοιμάται ή, μάλλον, να επιθυμεί το δικό της τέλος;
Από τη «Θεία μίμηση».
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026
ΕΥΘΥΜΙΑ ΓΙΩΣΑ
Κυριακή 28 Ιουνίου 2026
ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
JAN SKÁCEL
ΣΥΝΤΟΜΗ
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
Φωτιές Τὸ
καλοκαίρι καίγεται ἀπὸ τέσσερις μεριές
Τῶν
ἀκακιῶν τὰ ἄλση ἔχουν ἀνθίσει
πράσινη
ψυχὴ κρασιοῦ λαμπυρίζει στ᾽ ἀμπέλια
παπαροῦνες
αἱμορραγοῦν στὰ στάχυα μέσα
Πέφτει
τὸ σκοτάδι
καὶ
τὸ φεγγάρι βολτάρει στὴν ἀσημένια γέφυρα
Ὁ
κόσμος εἶναι σὰν ψωμὶ βγαλμένο ἀπ᾽ τὸ φοῦρνο
καὶ
τρώει τὴ νύχτα
Μετάφραση:
Γιῶργος Κεντρωτής.
ΤΑ ΚΑΜΠΑΝΙΣΜΑΤΑ
PIER PAOLO PASOLINI
[ΤΑ ΚΑΜΠΑΝΙΣΜΑΤΑ]
(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ
μυθιστόρημα «Βίος βίαιος»)
Ὁ
Τομάζο συνέχισε νὰ νιώθει ἄσχημα. Θά ’δινε κι ἕναν χρόνο ἀπ’ τὴ ζωή του νά ’χε πάνω
του τίποτα ρέστα γιὰ ἕνα τσιγαράκι ρὲ σύ.
Ἔμεινε
ἐκεῖ ὅπως ἦταν γιὰ κάμποσο, μπορεῖ καὶ παραπάνω ἀπὸ μιὰν ὥρα, ἀσάλευτος στὸ
κρεβάτι, νὰ κολυμπάει στὸν ἱδρώτα.
Ὕστερα
κάτι ἄλλαξε: κατάλαβε πὼς ἔξω δὲν ἦταν πιὰ μαῦρο σκοτάδι, πὼς ὑπῆρχε μιὰ σταξιὰ
φῶς, ἴσα-ἴσα ν’ ἀσπρίζει τὴν ἀτμόσφαιρα. Μπορεῖ, ὡστόσο, νά ’ταν καὶ ἡ ἐντύπωση
ἡ δική του, ἢ τ’ ὅτι ἀλάφραινε λιγάκι τὸ σκοτάδι μπορεῖ καὶ νὰ ὀφειλόταν ἁπλῶς
στὴν Περμόλιο καὶ στὴ φλόγα της, ποὺ πετελούδιζε ψηλὰ στὸν οὐρανό. Δὲν ἀκουγόταν
τίποτα, οὔτε φωνὴ οὔτε θόρυβος, τίποτα.
Νά,
ὅμως, ποὺ σιγὰ-σιγὰ ἄρχισαν νὰ χτυποῦν κάτι καμπάνες. Καμπανίσματα ἄτονα,
σβησμένα, καθὼς ἔρχονταν ἀπὸ μακριά, πέρα ἀπ’ τὶς πτέρυγες τοῦ νοσοκομείου καὶ
τοὺς κήπους, μπορεῖ κι ἀπὸ τὴ βία Πορτουένσε, ἀπ’ τὴν ἐκκλησία δίπλα στὴ Βίνια
Πία ἢ καὶ ἀπὸ καμιὰ καινούργια ἐκκλησία, χτισμένη στὰ μέρη ἐκεῖνα, στὸ Καζαλέτο,
στὸ Κορβιάλε, στὴ Σάντα Πάσερα… Ἦταν ἦχος ποὺ ποτέ του ὁ Τομάζο δὲν εἶχε
καταλάβει τί σήμαινε· δὲν ἀποκλείεται, πάντως νά ’χε πιάσει τὸ νόημά του παλιά,
ὅταν ἤτανε παιδάκι, μὰ τώρα πιὰ νὰ μὴν τὸ θυμόταν. Ἔμοιαζε νά ’ρχεται ἀπ’ τῆς γῆς
τὰ ἔγκατα ἢ ἀπὸ κάποιο σημεῖο τ’ οὐρανοῦ, ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὰ σύννεφα τῆς χαραυγῆς,
ὅπου ὑπάρχει λίγο φῶς ροδαλούτσικο καὶ ποὺ φαίνεται ὅτι προαναγγέλλει μέρα ὄμορφη
κι εὐτυχισμένη. Ἦταν ὁ ἦχος τοῦ Ὄρθρου. Μὰ ἀκόμα δὲν διακρινόταν καθαρὰ ἂν ἦταν
σημάδι γιορτῆς γιὰ τὴ μέρα ποὺ ἐπέστρεφε στὸν κόσμο, ἢ ἂν ἦταν χτύπος ποὺ
δήλωνε πένθος ἢ κάτι κακό. Μπορεῖ, βέβαια, νὰ σήμαινε καὶ τὰ δύο, νά ’ταν δυὸ
μηνύματα ἀνακατεμένα, ποὺ ὄντας μπερδεμένα ἀλληλοεξουδετερώνονταν, καὶ στὴν
πραγματικότητα νά ’ταν ἕνας μόνο ἦχος, ποὺ ἐπαναλαμβανόταν ἄτονος συνέχεια καὶ
συνέχεια. Ὁ Τομάζο δὲν καταλάβαινε τί σήμαινε, τί ἤθελε νὰ πεῖ, γιατὶ δὲν
διέθετε οὔτε τὸν τρόπο οὔτε τὰ λόγια νὰ τὸ ἐκφράσει· ἄσε ποὺ ποτέ του δὲν εἶχε
δώσει σημασία σὲ τέτοια πράγματα οὔτε τοῦ ’χε μιλήσει ποτὲ κανένας γι’ αὐτά, λὲς
καὶ δὲν ὑπῆρχαν κάν. Τώρα, ὅμως, ὁ ἦχος αὐτὸς ὑπῆρχε, καὶ ἦταν δυνατός, ντάν,
ντάν, ντάν, ντάν, καὶ περνοῦσε μέσα ἀπὸ ὅλες κεῖνες τὶς κοιμισμένες ἀκόμα
γειτονιές, τρυπώντας τὴ μπαγιάτικη ἀτμόσφαιρα ποὺ μόλις ἄρχιζε ἀγάλι-ἀγάλι νὰ
ξαστερώνει, νὰ φρεσκάρεται ἀπὸ μέσα μόνη της, χωρὶς ἄλλη μεσολάβηση, καὶ νὰ
γίνεται πρῶτα γκρίζα κι ἔπειτα καθαρὴ γιὰ νὰ ξαναβρεθεῖ παρέα μ’ ὅλα τὰ
πράγματα, τοὺς τοίχους, τὰ φυτά, τ’ ἀγροτόσπιτα, τοὺς δρόμους. Καὶ τοῦτο πέραν τοῦ
ὅτι γιὰ κάποιους ἔπρεπε κάτι νὰ σημαίνει: γιὰ τὸν παπὰ νὰ ξεκινήσει τὴ
λειτουργία, μὰ καὶ γιὰ τὸν νεωκόρο, γιὰ καμιὰ γριούλα, γιὰ τοὺς ἐργάτες τῆς
νυχτερινῆς βάρδιας ποὺ τώρα θὰ σχόλαγαν, γιὰ ὅποιους ταξιδιῶτες θά’πρεπε νὰ πάρουν
τὸ τρένο νὰ φύγουν.
Θὰ
μποροῦσε, ὅμως, νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι κεῖνες οἱ καμπάνες, κεῖνα τὰ μυστηριακὰ ντάν,
ντάν, ντάν, ντάν, μὲ τὰ ὁποῖα ἀναγγελλόταν ἡ γέννηση καὶ ἡ ζωὴ τῆς νέας μέρας, ἦταν
σὰν νά ’λεγαν ὅτι τὰ πάντα εἶναι ἀνώφελα, ὅτι ὅλοι οἱ ζωντανοὶ ἦταν κιόλας
πεθαμένοι καὶ θαμμένοι, ψυχὲς χαμένες. Ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ ἡ μυρουδιὰ τῆς
λάσπης, τῆς βροχῆς, τοῦ καφὲ μὲ γάλα, αὐτὴ μυρουδιὰ ἡ φερμένη ἀπὸ κεῖνα τὰ
καμπανίσματα ἄρχισε νὰ γίνεται αἰσθητὴ παντοῦ τριγύρω, νὰ δίνει νόημα γαλήνης
καὶ φρεσκάδας.
Σαστισμένος
κάπως ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἦχο, ποὺ τώρα πού ’χε ἀρχίσει δὲν ἔλεγε νὰ τελειώσει, ἐνῶ
κι ἄλλες καμπάνες ἄλλων ἐκκλησιῶν, ἀπ’ τὸ Τραστέβερε, ἀπ’ τὸ Τεστάτσιο, ἀπ’ τὸ
Σὰν Παόλο, εἶχαν ἀρχίσει κι αὐτὲς νὰ βαρᾶνε, μὲ τὸν ἴδιον ἦχο, μὲ τὴν ἴδια
μελαγχολία, ὁ Τομάζο ἔνιωσε νὰ βυθίζεται λίγο-λίγο σ’ ἕναν ὕπνο βασανιστικό,
βαθὺ καὶ ἀκατανίκητο. Ἔμεινε κεῖ σὰν πέτρα, νὰ βουλιάζει σιγὰ-σιγὰ στὸν ὕπνο, ἐνῶ
ἀπὸ μέσα του τά ’βαζε ἀκόμα μὲ τὶς καμπάνες ποὺ βάραγαν, καὶ τὶς γαμοσταύριζε μὲ
βλαστήμιες γιὰ τὸ σόι τους. Ἀποκαρωμένος κοιμήθηκε γι’ ἀρκετὴ ὥρα — τὸν εἶχε
ρουφήξει ἕνας λήθαργος, τὸν εἶχε καταπιεῖ χαρίζοντάς του τὴ γαλήνη.
Ξύπνησε
καὶ νόμιζε ὅτι ἄκουγε μιὰν ἄλλη καμπάνα. Καὶ πραγματικά, μόλις ξύπνησε τελείως,
κατάλαβε ὅτι, ναί, στ’ ἀλήθεια, χτυποῦσε μι’ ἄλλη καμπάνα. Μὰ αὐτὴ ἦταν πιὸ
κοντά του, κι ἔμοιαζε σὰ νὰ βρισκόταν πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι του, ἴσως σὲ κάποια
διπλανὴ πτέρυγα, στὸ ἐκκλησάκι τοῦ νοσοκομείου.
Τώρα
εἶχε πιὰ ξημερώσει. Ἀπ’ τὸ παράθυρο ἔμπαινε φῶς ἄσπρο, φῶς ποὺ σὲ στράβωνε· κι ἀκόμα
πιὸ ἄσπρα φαίνονταν τόσο τὰ κρεβάτια πάνω στὰ γυαλιστερὰ πλακάκια τοῦ δάπεδου, ὅσο
και τὰ σχήματα ὅσων ἀκόμα κοιμόντουσαν. Κάποιοι, πού ’χαν ἤδη ξυπνήσει, μέναν
καθιστοὶ στὰ κρεβάτια τους ἢ ὄρθιοι πλάι στὸ κομοδίνο τους μέσα σ’ ἕνα φῶς καθαρὸ
σὰν τὸ γάλα.
Ἦταν
ἕνα καμπανάκι μόνο, καὶ χτυποῦσε γρήγορα καὶ δυνατά: τρεῖς φορὲς κάνοντας ντὰν,
ντάν, ντάν, κι ἄλλες τρεῖς κάνοντας ντίν, ντίν, ντίν. Μετὰ σταμάταγε γιὰ λίγο
καὶ ἀμέσως μετὰ ἐπαναλάμβανε τὰ δυὸ τριπλά του χτυπήματα. Ἔτσι πήγαινε τὸ
πράμα, τὸ ἴδιο συνέχεια. Χτυποῦσε γιὰ κάποιον ποὺ πέθανε. Τὸν ἦχο αὐτὸν ὁ
Τομάζο τὸν κατάλαβε, τὸν ἤξερε, τὸν ἀναγνώρισε. Ἡ ἀντήχησή του φαινόταν τώρα
δυνατότερη, μιᾶς καὶ ὑπῆρχε ἀκόμα πολλὴ σιωπὴ καὶ μπόλικη ἡσυχία, μολονότι τό ’νιωθες
ὅτι ἡ ζωὴ εἶχε πιὰ ξαναρχίσει νὰ κυλάει. Καὶ κυλοῦσε μὲ ἐπιμονὴ μπαίνοντας ἀπ’ ὄλες
τὶς πάντες, ἀπ’ τὸ παράθυρο, ἀπ’ τὸ διάδρομο… κυλοῦσε μαπίνοντας μὲ τὸν ὀξὺ καὶ
διαπεραστικό της ἦχο.
Κι
ἀφοῦ κυλοῦσε, δὲ σταματοῦσε. Σὲ εἰδοποιοῦσε, ἐντάξει, πὼς κάποιος εἶχε πεθάνει,
πώς τά ’χε ὁ καημένος τινάξει τὰ πέταλα, καὶ δόξα τῶ Θεῶ νὰ λές, μακριὰ ἀπὸ δῶ.
Ναί, ἀλλὰ ὁ ἦχος ἦταν τόσο ἐπίμονος, ποὺ σ’ τὴν ἔδινε καταφέφαλα. Κάθε φορὰ ποὺ
σταμάταγε τὸ καμπανάκι, ἔμοιαζε νά ’χει ἐπιτέλους σταματήσει ὁριστικά, νὰν τό ’χει
καταπιεῖ ἡ σιωπὴ τοῦ πρωινοῦ καὶ νὰν τό ’χει κάνει ἤμερο, ὑποτακτικὸ καὶ πειθήνιο.
Ἀλλὰ ὄχι! Νά ’το πάλι, δῶσ’του, ντάν, ντάν, ντὰν στὴν ἀρχή, κι ἔπειτα ντίν,
ντίν, ντίν.
Ὁ
οὐρανὸς τώρα παρέμενε γκρίζος, μὰ εἶχε γίνει φωτεινότερος , ἴσως ἐπειδὴ δὲν ἦταν
ἀκόμα ἐντελῶς μέρα, ἀλλὰ μπορεῖ κι ἐπειδὴ ἦταν σκεπασμένος μὲ σύννεφα. Ἡ μοναδικὴ
ζωὴ σ’ ὅλο τοῦτο τὸ νεογέννητο φῶς ἦταν κεῖνο κεῖ τὸ καμπαννάκι, ποὺ χτυποῦσε,
χτυποῦσε, χτυποῦσε, σταμάταγε γιὰ λίγο σάμπως γιὰ νὰ πάρει μι’ ἀνάσα, κι ἔπειτα
ξανάρχιζε νὰ χτυπάει, νὰ χτυπάει, νὰ χτυπάει.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

















































