Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

ΣΕΛΙΔΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

 


ATTILIO BERTOLUCCI

 

ΣΕΛΙΔΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

 

Στη Μπολόνια, στο Σιντριβανάκι,

ένας σερβιτόρος φαλακρός,

με πονηρό χαμόγελο, χωρίς κουβέντα,

μας άνοιξε μια πορτούλα.

 

Άδειο το δωμάτιο και ηλιόλουστο

έβλεπε σ’ ένα κανάλι, όπου

ομοίως αμίλητες  κολύμπαγαν

κάτι πάπιες – στόλος ολόκληρος.

 

Χρυσό κρασί μες στα ποτήρια άστραφτε

και μας μεθούσε – κι άναψε

ο έρωτας στα μαύρα μάτια σου

σάμπως φωτιά σε ξέφωτο μεγάλο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

ΟΜΙΛΕΙ Ο ΓΕΡΩΝ ΚΕΦΑΛΟΣ


 

ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (329a1-329d8)


ΟΜΙΛΕΙ Ο ΓΕΡΩΝ ΚΕΦΑΛΟΣ

 

«Ἐγώ, Σωκράτη, μὰ τὸν Δία», εἶπε, «θὰ σ’ τὴν πῶ τὴ γνώμη μου. Πολλὲς φορὲς μαζευόμαστε κάποιοι, ποὺ ἔχουμε τὴν ἴδια πάνω-κάτω ἡλικία, καὶ ἐπαληθεύουμε τὴν παλιὰ παροιμία: Ἧλιξ ἥλικα τέρπει, γέρων δὲ τέρπει γέροντα, δηλαδή: Ὁ συνομίληκος εὐχαριστεῖ τὸν συνομίληκο καὶ ὁ γέροντας τὸν γέροντα. Σὲ τοῦτες τὶς μαζώξεις μας, λοιπόν, οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς κλαῖνε καὶ ὀδύρονται, διότι νοσταλγοῦν τὶς ἀπολαύσεις τῆς νιότης καὶ ἀναπολοῦν τὶς σωματικὲς ἡδονές, τὰ μεθύσια, τὰ φαγοπότια καὶ ὅ,τι ἄλλο συναφές, ἀλλὰ καὶ ἀγανακτοῦν λὲς κι ἔχουν κάτι πολὺ σπουδαῖο στερηθεῖ, καθὼς θεωροῦν ὅτι τότε ζοῦσαν πολὺ καλά, ἐνῶ τώρα αὐτὸ ποὺ ζοῦν δὲν εἶναι πιὰ ζωή. Ὑπάρχουν ἐκεῖ καὶ κάμποσοι ποὺ ὀδύρονται γιὰ ὅσους προπηλακισμοὺς εἰσπράττουν γιὰ τὰ γηρατειά τους ἀπὸ δικούς τους ἀνθρώπους, καὶ ποὺ στιγμὴ δὲν σταματοῦν νὰ λένε, καὶ μάλιστα σὲ ὅλους τοὺς τόνους, ὅτι ἡ αἰτία ὅλων τῶν κακῶν εἶναι τὰ γεράματα. Ἐγώ, πάντως, Σωκράτη μου, ἔχω τὴ γνώμη ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κατηγοροῦν αὐτὸ ποὺ δὲν ἀποτελεῖ καθόλου πηγὴ τῶν ὅποιων κακῶν. Γιατὶ ἂν ἦταν αὐτὸ ἡ αἰτία, θὰ εἶχα πάθει κι ἐγὼ ἐξαιτίας τῶν γηρατειῶν τὰ ἴδια, καὶ μαζὶ μ’ ἐμένα κι ὅλοι οἱ ἄλλοι ποὺ ἔφτασαν αἰσίως στὰ χρόνια μου. Ἔχω, ἐντούτοις, συναντήσει κι ἄλλους, ποὺ δὲν ἔχουν περιέλθει στὴν κατάσταση αὐτή. Μιὰ φορά, μάλιστα, ἔτυχε νὰ βρεθῶ κοντὰ στὸν Σοφοκλῆ, τὸν ποιητή· ἐκεῖ κάποιος τὸν ρώτησε: “Πῶς τὰ πᾶς, Σοφοκλῆ, μὲ τὴν ἐρωτική ζωή; Καταφέρνεις ἀκόμα νὰ συνευρίσκεσαι μὲ γυναῖκες;” Τότε ὁ Σοφοκλῆς τοῦ εἶπε: “Ἄ, δὲν πᾶς καθόλου καλά, ἄνθρωπέ μου! Ποῦ νά ’ξερες πόσο πολὺ χαίρομαι ποὺ γλύτωσα ἀπ’ αὐτό… νιώθω σὰν νά ’χω ξεφύγει ἀπ’ τὰ νύχια ἄγριου καὶ λυσασμένου ἀφέντη!” Ἐμένα καὶ τότε μοῦ ἄρεσαν τὰ λόγια τῆς ἀπάντησής του ἐκείνης καὶ τώρα ἐξακολουθοῦν νὰ μοῦ ἀρέσουν, καὶ μάλιστα πιὸ πολὺ τώρα! Γιατὶ μὲ τὰ γεράματα ἡ ταραχὴ ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων γίνεται γαλήνη καὶ καταλήγει στὴν ἐλευθερία. Ὅταν οἱ ἐρωτικὲς ἐπιθυμίες καταλαγιάσουν καὶ καταπέσει ἡ ἔντασή τους, γίνεται ὅ,τι εἶπε ὁ Σοφοκλῆς: ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ πλείστους ὅσους καὶ μαινόμενους ἀφέντες. Ἀλλὰ καὶ γι’ αὐτὰ καὶ γιὰ ὅσα ἀφοροῦν τοὺς συγγενεῖς μας μία καὶ μόνο μία εἶναι ἡ αἰτία, καὶ ἡ αἰτία αὐτή, Σωκράτη μου, δὲν εἶναι βεβαίως τὰ γεράματα, ἀλλὰ ὁ τρόπος τῶν ἀνθρώπων, ἡ συμπεριφορά τους δηλαδή. Ἂν ἡ συμπεριφορά τους εἶναι εὐπρεπὴς καὶ οἱ ἴδιοι φέρονται κόσμια, τότε ναὶ μὲν ἀπαντῶνται δυσκολίες καὶ στὰ γηρατειά, ἀλλὰ εἶναι δυσκολίες ποὺ ὑποφέρονται· ἄν, ὅμως, δὲν εἶναι ἔτσι, τότε, Σωκράτη μου, στὸν ἀνάποδο ἄνθρωπο δὲν εἶναι μόνο τὰ γεράματά του κακὰ καὶ δύσκολα, ἀλλὰ καὶ ἡ νιότη του».

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

 



PABLO NERUDA

 

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΚΑΠΟΙΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

 

Στη Νέα Υόρκη, μι’ αδέσποτη κακοσμία τυριού

πλανιόταν επάνω από κάτι ψεύτικες γαρδένιες:

απ’  την 42η οδό ίσαμε το Λονγκ Άιλαντ

τα κατασκέπαζε όλα ο χειμώνας,

και η αίθουσα των μαθημάτων έτρεμε

από ζέστη ξαφνική και πεθαμένο κρύο.

Από εκεί εβγήκε ο φίλος μας

τυλιγμένος με αέρα πικρό σαν την εξορία του,

μα η βορειοαμερικανική μητρόπολη

τον είχε ήδη ντύσει με τη νέα της στολή,

και πίστεψε ότι αυτό θ’ απελευθέρωνε

των «Αναμνήσεών» του το προγονικό χαρτί.

Γαλίντες ήταν του καθηγητή μας το όνομα,

και το βράδυ εκείνο τον δρόμο επήρε για την κόλαση.

Του έδωσαν χτυπήματα στο κεφάλι,

και αναίσθητο τον μετέφεραν

μέσ’ στη νύχτα, μέσ’ απ’ τους δρόμους,

μέσ’  απ’ τα εγκαταλελειμμένα αεροδρόμια,

στον Άγιο Δομίνικο, όπου βασιλεύει

ένας χλεμπονιάρης ρουφιάνος με γέρικη φάτσα,

ένας σατανικός πιθηκομούρης

που τον στηρίζει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Με δεμένα χέρια έφεραν τον καημένο τον καθηγητή,

στον θρόνο, παρέα με τις «Αναμνήσεις» του,

και κανείς δεν ξέρει αν εκάηκε ζωντανός,

εάν τον έγδαραν αργά-αργά και βασανιστικά,

αν τον έκοψαν κομματάκια, πολλά κομματάκια,

ή αν τον έβαλαν να βράζει στο αίμα μέσα άλλων νεκρών·

στη συνεδρίαση του δικαστηρίου

ο καθηγητής εβάδισε του μαρτυρίου του τον δρόμο

και βεβαίως ανταμείφθηκε αδρότατα ο πιλότος

(Βορειοαμερικανός, εννοείται)·

όσο δε για τον σατράπη… —

αυτός παρέμεινε να κυβερνάει στον Άγιο Δομίνικο.

Στη Νέα Υόρκη συνεχίζεται ο χειμώνας.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

ΠΛΑΤΩΝ : ΠΟΛΙΤΕΙΑ (327a-328b)




 

ΠΛΑΤΩΝ : ΠΟΛΙΤΕΙΑ (327a-328b)

Μιλάει ὁ Σωκράτης:

 

Κατέβηκα χτὲς στὸν Πειραιὰ μὲ τὸν Γλαύκωνα τὸν γιὸ τοῦ Ἀρίστωνα, ἐπειδὴ ἤθελα καὶ νὰ προσευχηθῶ στὴ θεά, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ δῶ πῶς θὰ τελοῦσαν τὴ γιορτή, ἀφοῦ θὰ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὴν ὀργάνωναν. Λοιπόν, ὡραία μοῦ φάνηκε ἡ πομπὴ τῶν ντόπιων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι κι αὐτὴ τῶν Θρακῶν καθόλου δὲν ὑστεροῦσε σὲ ὀμορφιά. Ἀφοῦ προσευχηθήκαμε καὶ τελειώσαμε μὲ τὴν παρακολούθηση τῶν ἑορταστικῶν πομπῶν, ἐπήραμε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στὴν Ἀθήνα. Μᾶς εἶδε, τότε, ἀπὸ μακριὰ ὁ Πολέμαρχος, ὁ γιὸς τοῦ Κέφαλου, νὰ γυρνᾶμε σπίτι μας, καὶ ἔδωσε ἐντολὴ στὸν δοῦλο του νὰ τρέξει νὰ μᾶς προλάβει, γιὰ νὰ μᾶς πεῖ νὰ κάτσουμε νὰ τὸν περιμένουμε. Προφτάνοντάς μας ὁ δοῦλος μοῦ ἐτράβηξε τὸ ροῦχο ἀπὸ πίσω καὶ μοῦ εἶπε: «Ὁ Πολέμαρχος σᾶς παρακαλεῖ νὰ τὸν περιμένετε». Γύρισα τότε καὶ τὸν ρώτησα ποῦ ἦταν, κι αὐτὸς μοῦ ἀπάντησε: «Νά τος, κεῖ πίσω εἶναι, κι ἔρχεται. Περιμένετέ τον!» Βεβαίως καὶ θὰ τὸν περιμένουμε, εἶπε τότε ὁ Γλαύκων.

Ὕστερα ἀπὸ λίγο μαζὶ μὲ τὸν Πολέμαρχο ἔφτασαν ὁ Ἀδείμαντος, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Γλαύκωνα, καὶ ὁ Νικήρατος, ὁ γιὸς τοῦ Νικία, ἀλλὰ καὶ μερικοὶ ἄλλοι ἀκόμα — ὅλοι τους ἐρχόμενοι ἀπὸ τὴν πομπή.  

Λέει τότε ὁ Πολέμαρχος: «Τὸ βάλατε κιόλας γιὰ τὴν Ἀθήνα, Σωκράτη — ἢ κάνω λάθος;» Κι ἐγὼ τοῦ ἀπαντάω: «Καθόλου δὲν λαθεύεις».

«Μᾶς βλέπεις πόσοι εἴμαστε;» μὲ ρωτάει.

«Καὶ γιατί, δηλαδή, νὰ μὴ σᾶς βλέπω;»

«Ἔ, ἀφοῦ μᾶς βλέπεις, σοῦ λέω ὅτι ἢ θὰ μᾶς νικήσετε ἐσεῖς οἱ δύο καὶ θὰ φύγετε ἢ θὰ μείνετε ἐκεῖ ποὺ εἴσαστε!»

«Ναί», εἶπα τότε ἐγώ, «ἀλλὰ ὑπάρχει κι ἄλλη μία δυνατότητα: νὰ σᾶς πείσουμε ὅτι πρέπει νὰ μᾶς ἀφήσετε νὰ φύγουμε — ἢ μήπως δὲν ὑπάρχει;»

Καὶ τί μοῦ ἀπαντάει αὐτός: «Δηλαδὴ μοῦ λὲς ὅτι θὰ μπορούσατε νὰ πείσετε ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἀκοῦνε;»

«Δὲν ὑπάρχει τρόπος», εἶπε ὁ Γλαύκων.

Καὶ εἶπα κι ἐγώ: «Βάλ’τε το, λοιπόν, καλὰ στὸν νοῦ σας: δὲν θὰ σᾶς ἀκούσουμε».

Λέει τότε ὁ Ἀδείμαντος: «Νὰ ὑποθέσω, ἄραγε, ὅτι δὲν ξέρετε πὼς ἀπόψε ἔχει πρὸς τιμὴν τῆς θεᾶς ἀγώνα ἔφιππης λαμπαδηδρομίας;…»

«Ἐννοεῖς ἀγώνα μὲ καβαλάρηδες;» τὸν ρώτησα. «Καινούργιο πράμα αὐτό! Δηλαδὴ οἱ συναγωνιζόμενοι θὰ κρατοῦν δαυλούς, θὰ τρέχουν ἔφιπποι, καὶ θὰ δίνει ὁ καβαλάρης τὸν δαυλό του στὸν ἑπόμενο;… Αὐτὸ ἐννοεῖς;»

«Ἀκριβῶς», εἶπε ὁ Πολέμαρχος· καὶ πρόσθεσε: «Ἀφήνω ποὺ θὰ ὑπάρχει καὶ ὁλονυχτία… κι ἀξίζει τὸν κόπο νὰ τὴ δοῦμε. Θὰ δειπνήσουμε, κι ἔπειτα θὰ σηκωθοῦμε νὰ πᾶ’ νὰ τὴν παρακολουθήσουμε. Ἐκεῖ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ συναντήσουμε πολλὰ νέα παιδιά, θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ συζητήσουμε. Γι’ αὐτὸ σᾶς λέω μείνετε… μὴ φεύγετε».

Τότε μοῦ εἶπε ὁ Γλαύκων: «Πρέπει, μοῦ φαίνεται, νὰ μείνουμε… ἔτσι νομίζω».

«Ἔ, ἀφοῦ ἔτσι νομίζεις», εἶπα ἐγώ, «πρέπει νὰ κάνουμε ὅπως νομίζεις: Μένουμε!»

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Ο ΧΟΡΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 


ΑΙΣΧΥΛΟΣ

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 351-487)

Ο ΧΟΡΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ

 

Γυναίκα, γνωστικὰ μιλᾶς, σὰν ἄντρας φρόνιμος.

Ἐγώ, ποὺ μόλις ἄκουσα τὶς πειστικές σου ἀποδείξεις,

ἕτοιμος εἶμαι κιόλας τοὺς θεοὺς νὰ ὑμνήσω·

ἀντάξια ἀνταμοιβὴ μᾶς δώσανε

γιὰ τοὺς μεγάλους μας τοὺς κόπους.

 

Ὦ Δία βασιλιὰ καὶ ὦ Νύχτα ἀγαπημένη,

τὸν κόσμο τὸν μεγάλο τ’ οὐρανοῦ μᾶς χάρισες.

Τῆς Τροίας τὸ κάστρο ἐτύλιξες

μὲ δίχτυ ἄσπαστο, πυκνό. Κανένας ἄντρας,

οὔτε μικρὸς οὔτε μεγάλος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ περάσει,

ἀπ’ τὴν πελώρια ἀπόχη τῆς δουλείας νὰ ξεφύγει —

μι’ ἀπόχη ποὺ ὅλα πάντα τὰ τσακώνει.

Τὸ μέγα ξένιο Δία σέβομαι ποὺ ἔκανε τὰ πάντα,

καὶ στὸν Πάρη ἐνάντια

ἀπὸ καιρὸ πολὺ

τὸ τόξο του σωστὰ ἐτάνυζε,

γιὰ νὰ μὴν πάει τὸ βέλος του χαμένο:

οὔτε ριγμένο πρόωρα

οὔτε ψηλὰ πρὸς τ’ ἄστρα.

 

Τοῦ Δία —λέν— τὸ χτύπημα καὶ τὴν πληγὴ

πολὺ εὔκολα τὰ βλέπεις.

Καὶ ὅπως ὅρισε, ἔπραξε.

Καὶ ὅποιος εἶπε πὼς οἱ θεοὶ γιὰ τοὺς θνητοὺς δὲν νοιάζονται,

ὅταν οἱ θεοὶ τοὺς βλέπουν ν’ ἀσεβοῦν

μπροστὰ σ’ αὐτὰ ποὺ ὀφείλουν σέβας,

αὐτὸς εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος ἀσεβὴς ἀπ’ ὅλους.

Οἱ ἀπόγονοι καλὰ τὸ ξέρουν

πὼς φέρνει συμφορὲς

ὅποιος μοχθηρός, μὲ θράσος ὁπλισμένος,

πόλεμο ἄδικο κι ἀνώφελο ζητᾶ νὰ κάνει,

κι ἂς εἶν’ τὸ σπίτι του γεμάτο μ’ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ

τοῦ φτάνουν καὶ τοῦ περισσεύουν.

Ὁ φρόνιμος ποὺ ἔχει λίγα, μὰ τοῦ φτάνουνε,

μακάρι στὴ ζωὴ κακὸ καὶ συμφορὰ νὰ μὴ γνωρίσει.

Ὅποιος γιὰ πλούτη πλεονεκτεῖ καὶ δὲν χορταίνει,

ὅποιος κλοτσάει καὶ γκρεμίζει

τῆς Δίκης τὸν βωμὸ τὸν σεβαστὸ

ν’ ἀφανιστεῖ τοῦ ’ναι γραμμένο.

 

Ἡ πανάθλια Πειθώ, ἡ θυγατέρα ἡ φριχτὴ τῆς Ἄτης,

ποὺ σκέφτεται πρὶν ἀπ’ αὐτόν,

τὸν χαμό του ἔχει προγράψει·

κι ὅλα τὰ γιατρικὰ εἶναι μάταια, γιατὶ

τὸ κακὸ πιὰ νὰ κρυφτεῖ δὲν γίνεται·

ἡ συμφορά του λάμπει μ’ ἕνα φῶς τρομαχτικό·

καὶ ὅπως ὁ χαλκὸς τοῦ κίβδηλου νομίσματος

ἀπ’ τὰ πολλὰ τὰ χέρια ποὺ τὸ πιάνουνε

μαυρίζει, καὶ μαυρίζει ὁλοένα πιὸ πολύ,

ἔτσι κι αὐτός —ποὺ σὰν παιδάκι

πουλιὰ νὰ πιάνει στὸν ἀέρα ἐγύρευε—

κίβδηλος ἀποδείχνεται καὶ σκάρτος·

τὴν πόλη του σὲ ὄνειδος βαρὺ τὴ ρίχνει… ἀβάσταχτο.

Κανεὶς θεὸς δὲν ἀκούει τότε ἱκεσίες·

τὸν ἄδικο τὸν ἄντρα, τὸν θνητό,

ποὺ μόνο ἀδικίες στὸν νοῦ του ἔχει νὰ τελεῖ,

τὸν τελειώνει.

Ἔτσι ἄδικος ἤτανε κι ο Πάρης:

σὰν ἦρθε στῶν Ἀτρειδῶν τ’ ἀνάκτορα,

ἐμπῆκε καὶ ἀτίμασε τὸ φιλόξενο τραπέζι, ποὺ στρωμένο τοῦ ’χαν,

τὴ γυναίκα τοῦ σπιτιοῦ ἁρπάζοντας.

 

Κι ἐκείνη, φεύγοντας, στῆς πόλης τοὺς κατοίκους ἄφησε…

πίσω της ἄφησε μόνο τῶν ἀσπίδων κρότους,

τοὺς λόχους καὶ τὰ ὅπλα τῶν ναυτῶν· καὶ στὸ Ἴλιο…

στὸ Ἴλιο, ἀντί τὴν προίκα της, τὸν ὄλεθρο ἐκουβάλησε·

κι ἀφοῦ μὲ πόδι γρήγορο δρασκέλισε τίς πόλεις,

τολμώντας ὅ,τι ἀτόλμητο,

τῶν ἀνακτόρων οἱ προφῆτες βαριανάστεξαν καὶ εἶπαν:

«Ἂχ παλάτια… ἂχ παλάτια ἐσεῖς καὶ ἄρχοντες,

ἂχ κλίνες τοῦ ἔρωτα μὲ χνάρια τῆς γυναίκας πού, ἄχ, ἐπάνω σας ἔγειρε,

τοὺς ἄντρες ποθώντας καὶ ἀγαπώντας σφόδρα.

Θὰ δεῖτε… τὸν ἄντρα θὰ δεῖτε,

βουτηγμένον στὴ σιωπὴ καὶ στὴ ντροπή,

νὰ μἠ μιλάει…

πικρὸ στὰ χείλη λόγο νὰ μὴν ἔχει·

καὶ τὴ γυναίκα, ποὺ ἔφυγε καὶ θάλασσες πολλὲς ἐπέρασε,

θὰ τόνε δεῖτε βαριὰ νὰ λαχταρᾶ, καὶ νὰ θαρρεῖ

πὼς τὸ παλάτι τώρα τὸ φάντασμά της διοικεῖ.

Τ’ ἀγάλματά της τὰ ὑπέροχα, μ’ ὅλη τὴ χάρη τους,

χαρὰ καμία τώρα πλέον δὲν τοῦ δίνουν·

ἀφοῦ δὲν τήνε βλέπουν πιὰ τὰ μάτια του,

ὁ ὅποιος πόθος γιὰ ἐρωτικὴ συνεύρεση τοῦ ἔχει φύγει.

 

Στὸν ὕπνο του ὁ ἄντρας πένθιμα ὄνειρα ὅλο βλέπει·

χαρὲς χαραμισμένες ἔρχονται

νὰ τοῦ θυμίζουν — μάταια ὅλα,

γιατὶ καὶ ὄνειρα εὐχάριστα ἂν τύχει νά ’χει δεῖ,

ἀπὸ τὰ χέρια του μεμιᾶς τοῦ φεύγει ἡ χαρά, τὴ χάνει,

στοὺς δρόμους χάνεται τοῦ ὕπνου — ἀλλάζει ἡ εἰκόνα».

Τέτοια… τέτοια θλίψη

ἔχει πέσει μέσα στὸ παλάτι… τέτοια… —

ὑπάρχει ὡστόσο καὶ βαρύτερή της.

Σὲ ὅσους ἀπ’ τὴ χώρα τὴν ἑλληνικὴ

ἐκίνησαν μαζὶ ν’ ἁλώσουνε τὴν Τροία

πένθος ἔπεσε βαρὺ

καὶ σ’ ὅλων τους τὰ σπίτια βασιλεύει·

πολλὰ τὰ βάσανα ποὺ σφίγγουνε καὶ πνίγουν τὴν καρδιά τους.

Καθένας ξέρει, ναί, ποιούς ἔστειλε στὴν Τροία·

μὰ ἀντὶ γι’ ἀνθρώπους

στοῦ καθενὸς τὸ σπίτι

ὑδρίες τώρα ἔρχονται —

νεκρικὲς ὑδρίες γεμάτες τέφρα.

 

Ὁ Ἄρης, ποὺ κουφάρια ἀλλάζει μὲ χρυσάφι,

καὶ νίκη ἢ ἣττα δίνει στὰ δόρατα τῆς μάχης,

ἀπὸ τὴν Τροία τώρα

στοὺς συγγενεῖς τῶν μαχητῶν

δὲν στέλνει πίσω ἄντρες,

μὰ στάχτη ἀπὸ τὴ ταφικὴ πυρά, ναί, στάχτη,

στάχτη πικρή, στάχτη πικρὰ κλαμένη —

γεμάτες στάχτη ἔρχονται οἱ νεκρικὲς ὑδρίες,

οἱ σὰν φτερὰ ἐλαφρές, οἱ τόσο μὰ τόσο ἀνάλαφρες.

Θρῆνοι κι ἐγκώμια ἀκούγονται γιὰ τοὺς χαμένους —

γιὰ τὸν ἕνανε λὲν πὼς ἦταν λέοντας στὴ μάχη,

καὶ γιὰ τὸν ἄλλον ὅτι ἔπεσε ἡρωικῶς μαχόμενος

«γιὰ μιὰ γυναίκα ξένη».

Λόγια τέτοια μουρμουρίζουν ὅλοι —

καὶ ἄφατη… ἄφατη εἶναι ἡ θλίψη τους,

καὶ μέσα τους ὁ φθόνος τὴν καρδιά τους καίει γιὰ τοὺς Ἀτρεῖδες

ποὺ ἐκδίκηση στὸ Ἴλιο νὰ πάρουν πῆγαν.

Καὶ γύρω ἀπὸ τὰ τρωικὰ τὰ τείχη

ὑπάρχουν κι ἄλλοι ποὺ τὰ πτώματά τους

—ποὺ ἦταν κάποτε ὄμορφα κορμιά—

ἡ γῆς ἡ ἐχθρικὴ τὰ σκέπασε καὶ τά ’κανε δικά της.

 

Βαριὰ εἶναι τοῦ λαοῦ ἡ ὀργή·

τῆς δικιᾶς του κατάρας τὸ χρέος πληρώνεται.

Μὲς στὸ σκοτάδι βρίσκομαι τώρα

καὶ ἀπὸ τὴν ἀγωνία λειώνω

μαντάτο μὴν ἀκούσω μαῦρο.

Τοὺς φοβεροὺς φονιάδες οἱ θεοί… —

ποτέ… τὸ μάτι τῶν θεῶν καθόλου δὲν ξεχνάει·

θὲ νά ’ρθει ὥρα ποὺ οἱ ζοφερὲς οἱ Ἐρινύες

ὅποιον εὐτύχησε ἄδικα ἀπὸ τὴ δυστυχία τῶν ἄλλων

στὴ δυστυχία θὰ τὸν ρίξουν·

καὶ ὅποιον ἐπέταξαν ἐκεῖ

κανεὶς καὶ τίποτα κατόπιν δὲν τὸν σώζει.

Φιλοδοξία ὑπέρμετρη βάρος εἶναι μέγα, ἀσήκωτο.

Μὲς στὸ παλάτι

πέφτει τοῦ Δία ὁ κεραυνός.

Τὴν εὐτυχία προτιμῶ ποὺ δὲν γεννάει φθόνο·

οὔτε ἐπιθυμῶ ν’ ἁλώσω πόλεις,

μὰ οὔτε καὶ τὴ ζωή μου νὰν τὴ δῶ

σκλάβα νά ’ναι σ’ ἄλλους θὰ ἤθελα.

 

Ἡ φλόγα μὲ τὴ χαρμόσυνη εἴδηση γυρνάει γοργοπόδαρη

σ’ ὅλους τῆς πόλης μας τοὺς δρόμους·

ἀλήθεια νά ’ναι ἢ τάχα κάποιου θεοῦ τὸ ψέμα;

Καὶ ποιός νὰ ξέρει;… ποιός νὰ ξέρει;

Ποιός ἔχει ὅμως τὸ μυαλὸ παιδιοῦ ἢ κουνημένες φρένες

κι ἀφήνει τὴν καρδιά του ν’ ἀνάβει ἀπ’ τὴν ἐλπίδα

καὶ ὕστερα… ὕστερα ν’ ἀλλάζουν τὰ σημάδια

καὶ νὰ τὸν τρώει ἡ θλίψη; Μόνο οἱ γυναῖκες!...

Μόνο αὐτὲς πιστεύουν ὅ,τι τοὺς ἀρέσει,

ἀκόμα καὶ προτοῦ φανεῖ ἂν εἶναι ἀλήθεια.

Πολὺ εὐκολόπιστες εἶναι οἱ γυναῖκες — πολύ·

ὁ νοῦς τους τρέχει γρήγορα. Μὰ ἡ φήμη,

ποὺ γρήγορα ἀπ’ τὸ στόμα τους πετιέται,

ἀκόμα γρηγορότερα χάνεται καὶ σβήνει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 

ΟΙ ΗΡΩΕΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΟΙ ΗΡΩΕΣ

 

Σ’ αυτό εδώ το πλοίο του ματωμένου βάλτου,

πολλοί λαβώθηκαν, πολλοί έπεσαν·

όλους τους κατάπιε η άθλια άβυσσος

με τα βασανιστήρια και με τους φυλακισμένους της.

Γι’ αυτό το κάστρο της απανθρωπίας έχουν

στην Ουάσινγκτον και σφαίρες και χρήμα· εκεί

ο υιός Τρουχίγιο τον ζεν πρεμιέ επαγγέλλεται:

χολιγουντιανός σωστός, και κύριος καθώς πρέπει.

Αλλά οι φοιτητές που το κακό πυροβολούν

—μόνοι, ολομόναχοι, διασκορπισμένοι—

δεν θα ’βρουν στην Πρεσβεία άσυλο,

ούτε στο λιμάνι θα τους περιμένει πλοίο,

ούτε κι αεροπλάνο να τους πάει σε άλλο τόπο,

μα μόνο εκεί όπου θε να ζήσουνε μαρτύρια.

Στη Νέα Υόρκη θα τους αρνηθούν τη βίζα

με τα πλέον πειστικά επιχειρήματα,

και ο εκτός νόμου νεαρός ήρωας,

αφού θα προδοθεί, έπειτα θα συλληφθεί:

στις κόγχες μάτι δεν θα του αφήσουν,

ένα-ένα θα του τσακίσουνε τα κόκαλά του.

Στον ΟΗΕ μετά θα καμαρώνουν σαν παγόνια

γι’ αυτόν τον Κόσμο τον Ελεύθερο που έχουμε·

θα αγορεύει μάλιστα και ο βορειοαμερικάνος Υπουργός,

και νέα όπλα θε να στέλνει στον Τρουχίγιο.

Φρίκη σκέτη τούτ’ η ιστορία. Και αν τυχόν συμβαίνει

να σας στενοχωρώ, συγγνώμη μεν, μα δεν το μετανιώνω.

Έτσι ακριβώς διαιωνίζονται οι αχρείοι:

αυτή είναι η πραγματικότητα, και ψέματα εγώ δεν λέω.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ

 


PABLO NERUDA

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ

 

Τὸ μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι στὴν ἀναγκαία κορδιγιέρα,

κάτω ἀπ’ τὸ ἑφτάγλωσσο ἡφαίστειο, ἐκεῖ

ὅπου ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη ροβόλαγε ἡ ἰλιγγιώδης φωνὴ

τοῦ νεροῦ, ἡ κόρη μὲ τὶς πυκνὲς χιονονιφάδες,

τίποτ’ ἄλλο δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ γεννηθεῖ

ἐκτὸς ἀπ’ τὶς μέρες στὸ δάσος, ναί,

μὰ κι αὐτὲς θὰ τρέμουν ἀπ’ τὴ δροσιὰ κι ἀπὸ τὸν ἄνεμο.

 

Τῶν κινητήρων ἡ θέληση εἶχε σβήσει μακριά:

τῶν τρένων ὁ καπνὸς τραβοῦσε πρὸς τὶς πόλεις,

κι ἐγώ, ὁ πεισματάρης ἄνθρωπος,

τῆς σιωπῆς ἐγὼ ὁ ἀνθρακωρύχος,

τὴ ζώνη βρῆκα τῶν ἴσκιων, τὴν ἡμέρα μηδέν,

ὅπου ὁ χρόνος ἔμοιαζε νὰ ἐπιστρέφει

σὰν γέρικος ἐλέφαντας, ἢ καὶ νὰ σταματᾶ,

ἴσως γιὰ νὰ πεθάνει, ἴσως καὶ γιὰ νὰ συνεχιστεῖ,

ἀλλὰ μπορεῖ ἀκόμα, ἀπὸ τὴ μιὰ νύχτα στὴν ἄλλη,

καὶ γιὰ νὰ προετοιμάσει τὴ νέα ἑπόμενη μέρα,

τὴ μέρα τὴν ἑπόμενη σὰν φτυστὴ νεροσταγόνα.

 

Καὶ τώρα, ἀπὸ ἐδῶ, ἀρχίζει τούτη ἡ μαύρη σονάτα μου.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΓΡΟΥΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΓΡΟΥΣ

 

Νέγροι της ηπείρου, στον Νέο Κόσμο

εδώσατε το αλάτι που του ’λειπε.

Δίχως νέγρους δεν αναπνέουν τα τύμπανα,

δίχως νέγρους δεν παίζουνε οι κιθάρες.

Ασάλευτη ήταν η Αμερική μας η χλωρή, η πράσινη,

ίσαμε που εσάλεψε σαν φοίνικας, όταν γεννήθηκε

ο χορός του αίματος και ο χορός της χάρης —

ένα ζευγάρι νέγρων οι γονείς του.

Και αφού υπέφεραν τόσα βάσανα και τόσες δυστυχίες,

να κόβουνε ζαχαροκάλαμα μέχρι να πεθάνουν,

και να φυλάνε αγριόχοιρους στο δάσος,

και να κουβαλάνε πέτρες βαριές, ασήκωτες,

και να πλένουν ρούχα στοίβες, ψηλές σαν πυραμίδες,

και ν’  ανεβαίνουν σκάλες ζαλωμένοι βάρη αβάσταχτα,

και να μην απαντούν ούτε ψυχή στο δρόμο,

και να μην έχουν ούτε πιάτο ούτε κουτάλι,

και να τρώνε ξύλο και όχι φαΐ απ’ τον ιδρώτα τους,

και να υπομένουν την πώληση της αδερφής τους,

και ν’  αλέθουν στάρι για έναν ολόκληρο αιώνα,

και να τρώνε μόνο μιαν ημέρα τη βδομάδα,

και να τρέχουνε ολόκληρη ζωή σαν άλογα,

για να μοιράζουν πάντοτε κιβώτια με σχοινοπάπουτσα,

ή να κρατούν τη σκούπα και το πριόνι,

ή να σκάβουνε βουνά και δρόμους,

κι έπειτα ψόφιοι από τον κάματο

να πέφτουνε για ύπνο με πλάι τους τον θάνατο,

και ν’  ανασταίνονται ξανά την άλλη μέρα τραγουδώντας

όπως κανένας άλλος δεν μπορεί να τραγουδάει, γιατί

οι νέγροι τραγουδούν με το κορμί και την ψυχή τους.

Καρδιά μου, λέω ό,τι λέω εγώ τώρα εδώ,

και μου κόβονται μαζί η ζωή και η φωνή μου

και δεν μπορώ να συνεχίσω, γιατί προτιμώ

να πηγαίνω με τους αφρικάνικες τις φοινικιές,

με τις νονές της γήινης μουσικής

που τώρα μπαίνει από το παράθυρό μου —

μπαίνει στο δωμάτιό μου και με ξεσηκώνει.

Ναι, και κατεβαίνω ευθύς στους δρόμους να χορέψω —

με τους νέγρους αδελφούς μου της Αβάνας να χορέψω.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Ο ΕΡΩΤΑΣ


PABLO NERUDA

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ

 

Κανεὶς δὲν ξέρει ἀκόμα πῶς γίνεται καὶ οἱ δύο μόνοι

(οἱ προορισμένοι, οἱ προτελευταῖοι, αὐτοὶ ποὺ βρέθηκαν

χωρίς νὰ μοιάζουν σὲ κανέναν παρ’ ἁπλῶς στὸν ἑαυτό τους)

κι οὔτε κανένας νὰ μπορεῖ

τὴ σκέψη του πιὸ πέρα ἀπὸ τὶς πρωταρχὲς νὰ πάει –  

πῶς γίνεται μιὰ γυναίκα κι ἕνας ἄντρας

νὰ ἔχουν μπόρεση ἱκανὴ τὴ γῆ νὰ ξαναχτίσουν.

 

Καὶ τὸ ζευγάρι αὐτό, στὴ μοναξιά του μέσα τὴν ἀπόλυτη,

ἐδέχτηκε τῆς φύσης τὸ μίσος καὶ ὅλες μαζὶ τὶς καταιγίδες της·

μὰ κι ἂν ὑπέφερε πολύ, συνέχισε κάτω ἀπ’ τὶς μαῦρες φυλλωσιές,

τὴν ἄπειρη ἀπ’ ἔξω διαύγεια νὰ ζητάει,

μέχρι ποὺ μόνο μέσα τους καὶ μέσα στὴ φωτιά τους,

σῶμα μὲ σῶμα, καὶ μὲ κρούσεις χεριῶν καὶ φιλιῶν,

βρῆκαν μιὰ σήραγγα μακριὰ σὰν τὴ ζωή·

ἡ σήραγγα τοὺς σφράγισε, τοὺς ἕνωσε σ’ ἕνα μόνο μονοπάτι,

ἀνήσυχους καὶ λαβωμένους· τὸ δάσος, σὰν κατάσκοπος,

καραδοκοῦσε ἐκεῖ μὲ τὰ κακόβουλά του μάτια,

τοὺς ἀκολούθαγε ὅσο αὐτοὶ συνέχιζαν νὰ πέφτουν στὴ χαρά,

ὅλο τῆς γῆς τὸ βάρος κουβαλώντας μὲς στὰ κόκαλά τους.

 

Ὁ φόβος, ἡ ἀγάπη, ὁ πόνος τοὺς χτυποῦσαν,

καὶ ἀπὸ τὴ μία φλόγωση στὴν ἄλλη ἐξύπνησαν·

περιπλανιόντουσαν χωρὶς νὰ ξέρουν ποῦ πηγαῖναν,

ὥσπου ἔφτασαν στὸ τέλος νὰ χαθοῦνε.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.