ΑΙΣΧΥΛΟΣ
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (σττ. 351-487)
Ο ΧΟΡΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ
Γυναίκα, γνωστικὰ μιλᾶς,
σὰν ἄντρας φρόνιμος.
Ἐγώ, ποὺ μόλις ἄκουσα τὶς
πειστικές σου ἀποδείξεις,
ἕτοιμος εἶμαι κιόλας τοὺς
θεοὺς νὰ ὑμνήσω·
ἀντάξια ἀνταμοιβὴ μᾶς
δώσανε
γιὰ τοὺς μεγάλους μας τοὺς
κόπους.
Ὦ Δία βασιλιὰ καὶ ὦ Νύχτα
ἀγαπημένη,
τὸν κόσμο τὸν μεγάλο τ’ οὐρανοῦ
μᾶς χάρισες.
Τῆς Τροίας τὸ κάστρο ἐτύλιξες
μὲ δίχτυ ἄσπαστο, πυκνό.
Κανένας ἄντρας,
οὔτε μικρὸς οὔτε μεγάλος
δὲν μπορεῖ νὰ τὸ περάσει,
ἀπ’ τὴν πελώρια ἀπόχη τῆς
δουλείας νὰ ξεφύγει —
μι’ ἀπόχη ποὺ ὅλα πάντα τὰ
τσακώνει.
Τὸ μέγα ξένιο Δία σέβομαι
ποὺ ἔκανε τὰ πάντα,
καὶ στὸν Πάρη ἐνάντια
ἀπὸ καιρὸ πολὺ
τὸ τόξο του σωστὰ ἐτάνυζε,
γιὰ νὰ μὴν πάει τὸ βέλος
του χαμένο:
οὔτε ριγμένο πρόωρα
οὔτε ψηλὰ πρὸς τ’ ἄστρα.
Τοῦ Δία —λέν— τὸ χτύπημα
καὶ τὴν πληγὴ
πολὺ εὔκολα τὰ βλέπεις.
Καὶ ὅπως ὅρισε, ἔπραξε.
Καὶ ὅποιος εἶπε πὼς οἱ
θεοὶ γιὰ τοὺς θνητοὺς δὲν νοιάζονται,
ὅταν οἱ θεοὶ τοὺς βλέπουν
ν’ ἀσεβοῦν
μπροστὰ σ’ αὐτὰ ποὺ ὀφείλουν
σέβας,
αὐτὸς εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος
ἀσεβὴς ἀπ’ ὅλους.
Οἱ ἀπόγονοι καλὰ τὸ
ξέρουν
πὼς φέρνει συμφορὲς
ὅποιος μοχθηρός, μὲ
θράσος ὁπλισμένος,
πόλεμο ἄδικο κι ἀνώφελο
ζητᾶ νὰ κάνει,
κι ἂς εἶν’ τὸ σπίτι του
γεμάτο μ’ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ
τοῦ φτάνουν καὶ τοῦ
περισσεύουν.
Ὁ φρόνιμος ποὺ ἔχει λίγα,
μὰ τοῦ φτάνουνε,
μακάρι στὴ ζωὴ κακὸ καὶ
συμφορὰ νὰ μὴ γνωρίσει.
Ὅποιος γιὰ πλούτη
πλεονεκτεῖ καὶ δὲν χορταίνει,
ὅποιος κλοτσάει καὶ
γκρεμίζει
τῆς Δίκης τὸν βωμὸ τὸν
σεβαστὸ
ν’ ἀφανιστεῖ τοῦ ’ναι
γραμμένο.
Ἡ πανάθλια Πειθώ, ἡ
θυγατέρα ἡ φριχτὴ τῆς Ἄτης,
ποὺ σκέφτεται πρὶν ἀπ’ αὐτόν,
τὸν χαμό του ἔχει
προγράψει·
κι ὅλα τὰ γιατρικὰ εἶναι
μάταια, γιατὶ
τὸ κακὸ πιὰ νὰ κρυφτεῖ δὲν
γίνεται·
ἡ συμφορά του λάμπει μ’ ἕνα
φῶς τρομαχτικό·
καὶ ὅπως ὁ χαλκὸς τοῦ
κίβδηλου νομίσματος
ἀπ’ τὰ πολλὰ τὰ χέρια ποὺ
τὸ πιάνουνε
μαυρίζει, καὶ μαυρίζει ὁλοένα
πιὸ πολύ,
ἔτσι κι αὐτός —ποὺ σὰν
παιδάκι
πουλιὰ νὰ πιάνει στὸν ἀέρα
ἐγύρευε—
κίβδηλος ἀποδείχνεται καὶ
σκάρτος·
τὴν πόλη του σὲ ὄνειδος
βαρὺ τὴ ρίχνει… ἀβάσταχτο.
Κανεὶς θεὸς δὲν ἀκούει
τότε ἱκεσίες·
τὸν ἄδικο τὸν ἄντρα, τὸν
θνητό,
ποὺ μόνο ἀδικίες στὸν νοῦ
του ἔχει νὰ τελεῖ,
τὸν τελειώνει.
Ἔτσι ἄδικος ἤτανε κι ο
Πάρης:
σὰν ἦρθε στῶν Ἀτρειδῶν τ’
ἀνάκτορα,
ἐμπῆκε καὶ ἀτίμασε τὸ
φιλόξενο τραπέζι, ποὺ στρωμένο τοῦ ’χαν,
τὴ γυναίκα τοῦ σπιτιοῦ ἁρπάζοντας.
Κι ἐκείνη, φεύγοντας, στῆς
πόλης τοὺς κατοίκους ἄφησε…
πίσω της ἄφησε μόνο τῶν ἀσπίδων
κρότους,
τοὺς λόχους καὶ τὰ ὅπλα τῶν
ναυτῶν· καὶ στὸ Ἴλιο…
στὸ Ἴλιο, ἀντί τὴν προίκα
της, τὸν ὄλεθρο ἐκουβάλησε·
κι ἀφοῦ μὲ πόδι γρήγορο
δρασκέλισε τίς πόλεις,
τολμώντας ὅ,τι ἀτόλμητο,
τῶν ἀνακτόρων οἱ προφῆτες
βαριανάστεξαν καὶ εἶπαν:
«Ἂχ παλάτια… ἂχ παλάτια ἐσεῖς
καὶ ἄρχοντες,
ἂχ κλίνες τοῦ ἔρωτα μὲ
χνάρια τῆς γυναίκας πού, ἄχ, ἐπάνω σας ἔγειρε,
τοὺς ἄντρες ποθώντας καὶ ἀγαπώντας
σφόδρα.
Θὰ δεῖτε… τὸν ἄντρα θὰ δεῖτε,
βουτηγμένον στὴ σιωπὴ καὶ
στὴ ντροπή,
νὰ μἠ μιλάει…
πικρὸ στὰ χείλη λόγο νὰ μὴν
ἔχει·
καὶ τὴ γυναίκα, ποὺ ἔφυγε
καὶ θάλασσες πολλὲς ἐπέρασε,
θὰ τόνε δεῖτε βαριὰ νὰ
λαχταρᾶ, καὶ νὰ θαρρεῖ
πὼς τὸ παλάτι τώρα τὸ
φάντασμά της διοικεῖ.
Τ’ ἀγάλματά της τὰ ὑπέροχα,
μ’ ὅλη τὴ χάρη τους,
χαρὰ καμία τώρα πλέον δὲν
τοῦ δίνουν·
ἀφοῦ δὲν τήνε βλέπουν πιὰ
τὰ μάτια του,
ὁ ὅποιος πόθος γιὰ ἐρωτικὴ
συνεύρεση τοῦ ἔχει φύγει.
Στὸν ὕπνο του ὁ ἄντρας
πένθιμα ὄνειρα ὅλο βλέπει·
χαρὲς χαραμισμένες ἔρχονται
νὰ τοῦ θυμίζουν — μάταια ὅλα,
γιατὶ καὶ ὄνειρα εὐχάριστα
ἂν τύχει νά ’χει δεῖ,
ἀπὸ τὰ χέρια του μεμιᾶς
τοῦ φεύγει ἡ χαρά, τὴ χάνει,
στοὺς δρόμους χάνεται τοῦ
ὕπνου — ἀλλάζει ἡ εἰκόνα».
Τέτοια… τέτοια θλίψη
ἔχει πέσει μέσα στὸ
παλάτι… τέτοια… —
ὑπάρχει ὡστόσο καὶ
βαρύτερή της.
Σὲ ὅσους ἀπ’ τὴ χώρα τὴν ἑλληνικὴ
ἐκίνησαν μαζὶ ν’ ἁλώσουνε
τὴν Τροία
πένθος ἔπεσε βαρὺ
καὶ σ’ ὅλων τους τὰ
σπίτια βασιλεύει·
πολλὰ τὰ βάσανα ποὺ
σφίγγουνε καὶ πνίγουν τὴν καρδιά τους.
Καθένας ξέρει, ναί,
ποιούς ἔστειλε στὴν Τροία·
μὰ ἀντὶ γι’ ἀνθρώπους
στοῦ καθενὸς τὸ σπίτι
ὑδρίες τώρα ἔρχονται —
νεκρικὲς ὑδρίες γεμάτες
τέφρα.
Ὁ Ἄρης, ποὺ κουφάρια ἀλλάζει
μὲ χρυσάφι,
καὶ νίκη ἢ ἣττα δίνει στὰ
δόρατα τῆς μάχης,
ἀπὸ τὴν Τροία τώρα
στοὺς συγγενεῖς τῶν μαχητῶν
δὲν στέλνει πίσω ἄντρες,
μὰ στάχτη ἀπὸ τὴ ταφικὴ
πυρά, ναί, στάχτη,
στάχτη πικρή, στάχτη πικρὰ
κλαμένη —
γεμάτες στάχτη ἔρχονται οἱ
νεκρικὲς ὑδρίες,
οἱ σὰν φτερὰ ἐλαφρές, οἱ
τόσο μὰ τόσο ἀνάλαφρες.
Θρῆνοι κι ἐγκώμια ἀκούγονται
γιὰ τοὺς χαμένους —
γιὰ τὸν ἕνανε λὲν πὼς ἦταν
λέοντας στὴ μάχη,
καὶ γιὰ τὸν ἄλλον ὅτι ἔπεσε
ἡρωικῶς μαχόμενος
«γιὰ μιὰ γυναίκα ξένη».
Λόγια τέτοια
μουρμουρίζουν ὅλοι —
καὶ ἄφατη… ἄφατη εἶναι ἡ
θλίψη τους,
καὶ μέσα τους ὁ φθόνος τὴν
καρδιά τους καίει γιὰ τοὺς Ἀτρεῖδες
ποὺ ἐκδίκηση στὸ Ἴλιο νὰ
πάρουν πῆγαν.
Καὶ γύρω ἀπὸ τὰ τρωικὰ τὰ
τείχη
ὑπάρχουν κι ἄλλοι ποὺ τὰ
πτώματά τους
—ποὺ ἦταν κάποτε ὄμορφα
κορμιά—
ἡ γῆς ἡ ἐχθρικὴ τὰ
σκέπασε καὶ τά ’κανε δικά της.
Βαριὰ εἶναι τοῦ λαοῦ ἡ ὀργή·
τῆς δικιᾶς του κατάρας τὸ
χρέος πληρώνεται.
Μὲς στὸ σκοτάδι βρίσκομαι
τώρα
καὶ ἀπὸ τὴν ἀγωνία λειώνω
μαντάτο μὴν ἀκούσω μαῦρο.
Τοὺς φοβεροὺς φονιάδες οἱ
θεοί… —
ποτέ… τὸ μάτι τῶν θεῶν
καθόλου δὲν ξεχνάει·
θὲ νά ’ρθει ὥρα ποὺ οἱ
ζοφερὲς οἱ Ἐρινύες
ὅποιον εὐτύχησε ἄδικα ἀπὸ
τὴ δυστυχία τῶν ἄλλων
στὴ δυστυχία θὰ τὸν
ρίξουν·
καὶ ὅποιον ἐπέταξαν ἐκεῖ
κανεὶς καὶ τίποτα κατόπιν
δὲν τὸν σώζει.
Φιλοδοξία ὑπέρμετρη βάρος
εἶναι μέγα, ἀσήκωτο.
Μὲς στὸ παλάτι
πέφτει τοῦ Δία ὁ
κεραυνός.
Τὴν εὐτυχία προτιμῶ ποὺ δὲν
γεννάει φθόνο·
οὔτε ἐπιθυμῶ ν’ ἁλώσω
πόλεις,
μὰ οὔτε καὶ τὴ ζωή μου νὰν
τὴ δῶ
σκλάβα νά ’ναι σ’ ἄλλους
θὰ ἤθελα.
Ἡ φλόγα μὲ τὴ χαρμόσυνη εἴδηση
γυρνάει γοργοπόδαρη
σ’ ὅλους τῆς πόλης μας τοὺς
δρόμους·
ἀλήθεια νά ’ναι ἢ τάχα
κάποιου θεοῦ τὸ ψέμα;
Καὶ ποιός νὰ ξέρει;…
ποιός νὰ ξέρει;
Ποιός ἔχει ὅμως τὸ μυαλὸ
παιδιοῦ ἢ κουνημένες φρένες
κι ἀφήνει τὴν καρδιά του
ν’ ἀνάβει ἀπ’ τὴν ἐλπίδα
καὶ ὕστερα… ὕστερα ν’ ἀλλάζουν
τὰ σημάδια
καὶ νὰ τὸν τρώει ἡ θλίψη;
Μόνο οἱ γυναῖκες!...
Μόνο αὐτὲς πιστεύουν ὅ,τι
τοὺς ἀρέσει,
ἀκόμα καὶ προτοῦ φανεῖ ἂν
εἶναι ἀλήθεια.
Πολὺ εὐκολόπιστες εἶναι οἱ
γυναῖκες — πολύ·
ὁ νοῦς τους τρέχει
γρήγορα. Μὰ ἡ φήμη,
ποὺ γρήγορα ἀπ’ τὸ στόμα
τους πετιέται,
ἀκόμα γρηγορότερα χάνεται
καὶ σβήνει.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.







