ΑΛΩΝΑΚΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2026
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια καὶ τέλος
ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (353a1-354c3)
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ
ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια καὶ τέλος
Τοῦ λέω τότε ἐγώ: «Τὸ κλῆμα στὸ ἀμπέλι θὰ
μποροῦσες νὰ τὸ κόψεις μὲ τὸ μαχαίρι, μὲ τὸ ξίφος ἢ μὲ κάποιο ἄλλο ἐργαλεῖο — δὲν
συμφωνεῖς;»
«Μὰ γιατὶ νὰ μὴ συμφωνῶ;»
«Ναί, ἐντάξει, ἀλλὰ κατὰ τὴ δική μου γνώμη
μὲ κανένα ἄλλο ἐργαλεῖο ἐκτὸς ἀπ’ τὸ κλαδευτήρι δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἡ
δουλειὰ καλύτερα, ἀφοῦ τὸ κλαδευτήρι εἶναι φτιαγμένο γι’ αὐτὴ τὴ δουλειά, γι’ αὐτὸ
τὸ ἔργο».
«Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια», εἶπε.
«Νὰ ὁρίσουμε, λοιπόν, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο
του;»
«Νὰ τὸ ὁρίσμουμε, ναί!».
«Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τώρα μπορεῖς ν’ ἀντιληφθεῖς
καλύτερα τί ἐννοοῦσα πρὶν ἀπὸ λίγο, ὅταν σὲ ρωτοῦσα νὰ μάθω ἂν ἔργο ἑνὸς ὁποιουδήποτε
πράγματος εἶναι ἐκεῖνο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ κάνει μόνο τὸ πράγμα ἤ, ἔστω, μόνο τὸ
πράγμα καλύτερα ἀπὸ τ’ ἄλλα πράγματα».
«Ἐντάξει, καταλαβαίνω», εἶπε, «καὶ νομίζω ὅτι
κάθε πράγμα ἔχει δικό του ἔργο».
«Ἔχει καλῶς», τοῦ εἶπα. «Μήπως ἔχεις καὶ τὴ
γνώμη ὅτι κάθε πράγμα, ποὺ εἶναι ταγμένο στὸ νὰ ἐκτελεῖ κάποιο ἔργο, διαθέτει
καὶ μιὰν ἀρετή;… Ἀλλά γιὰ νὰ πιάσουμε τὰ ἴδια πράγματα κι ἄλλη μιὰ φορά… Τὰ
μάτια ἔχουν κάποιο ἔργο;»
«Ἔχουν».
«Ἄρα ὑπάρχει καὶ ἀρετὴ τῶν ματιῶν;…
κάποια δύναμη;»
«Ὑπάρχει καὶ ἀρετή».
«Καὶ τ’ ἀφτιά; Τ’ ἀφτιὰ ἔχουν κάποιο ἔργο;»
«Ναί».
«Ἀρετὴ τῶν ἀφτιῶν ὑπάρχει;»
«Καὶ τῶν ἀφτιῶν ὑπάρχει ἀρετή».
«Καὶ μὲ ὅλα τ’ ἄλλα πράγματα τί συμβαίνει;
Τὸ ἴδιο δὲν συμβαίνει;»
«Τὸ ἴδιο».
«Για πρόσεξέ με τώρα τί θὰ σὲ ρωτήσω. Θὰ
μποροῦσαν ποτὲ τὰ μάτια νὰ ἐκτελέσουν καλὰ τὸ ἔργο τους… νὰ κάνουνε καλὰ τὴ
δουλειά τους, ἂν δὲν εἶχαν τὴ δική τους ἀρετή, ἀλλὰ ἀντὶ γιὰ τὴν ἀρετή τους εἶχαν
κάποια κακία, θέλω νὰ πῶ ἀδυναμία, ἀνημπόρια;»
Μοῦ εἶπε τότε: «Μὰ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ
γίνει αὐτὸ ποὺ λές; Ἐκτὸς ἴσως κι ἂν ἐννοεῖς νὰ εἶχαν ἀντὶ γιὰ ὅραση
τυφλότητα.»
«Ἐννοῶ ὅποιαν ἀρετὴ καὶ ἂν εἶχαν… ὅποια
δύναμη. Διότι τώρα δὲν ρωτάω αὐτὸ εἰδικὰ καὶ συγκεκριμένα· ἐρωτῶ καὶ
συζητῶ ἁπλῶς καὶ θέλω νὰ μάθω ἂν ἕνα ὁποιοδήποτε πράγμα ἐκτελεῖ ἕνα ἔργο καλὰ μὲ
τὴ δύναμή του καὶ κακὰ μὲ τὴν ἀδυναμία του — αὐτὸ μόνο».
«Σωστὰ τὸ ρωτᾶς, σωστὰ τὸ συζητᾶς».
«Ὁπότε καὶ τ’ ἀφτιά, ποὺ ἔχουν στερηθεῖ τὴν
ἀρετή τους, τὴ δύναμή τους δηλαδή, κακὰ δὲν θὰ κάνουν κι αὐτὰ τὸ ἔργο
τους;»
«Βεβαίως».
«Τί λές; Νὰ ὁρίσουμε τούτη τὴν παραδοχὴ νὰ
ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ πράγματα;»
«Ναί! Τὴν ἴδια γνώμη ἔχω κι ἐγώ», μοῦ ἀπάντησε.
«Ἔλα, λοιπόν», τοῦ εἶπα, «καὶ κατόπιν ὅλων
τῶν προηγηθέντων ἐξέτασε αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ πῶ. Ἡ ψυχὴ ἔχει κάποιο ἔργο;… ἔργο, ἐννοῶ,
ποὺ εἶναι ἀποκλειστικὰ δικό της καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκτελεσθεῖ χρησιμοποιώντας
κανένα ἄλλο πράγμα; Ἀναφέρω ἐνδεικτικὰ παραδείγματα: τὸ νὰ ἐπιμελεῖται κάτι, τὸ
νὰ κυβερνᾶ, τὸ νὰ συλλογίζεται διάφορα καὶ ὅλα τὰ παρόμοια. Αὐτά —σὲ ρωτῶ—
μποροῦμε νὰ τὰ ἀποδίδουμε δικαίως σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπ’ τὴν ψυχή καὶ νὰ ὑποστηρίζουμε
ὅτι προσιδιάζουν μόνο σὲ αὐτὴν καὶ σὲ τίποτε ἄλλο;».
«Τὰ ἀποδίδουμε σὲ αὐτὴν καὶ προσιδιάζουν
μόνο σὲ αὐτὴν καὶ σὲ τίποτε ἄλλο».
«Τὸ ὅτι ζοῦμε καὶ τὸ νὰ ζοῦμε…
τὸ ζῆν τί εἶναι δηλαδή; Δὲν θὰ ποῦμε ὅτι εἶναι ἔργο τῆς ψυχῆς;»
«Ἑκατὸ τοῖς ἑκατό», εἶπε.
«Ὑποστηρίζουμε, ἄραγε, ὅτι ὑπάρχει καὶ
κάποια ἀρετὴ τῆς ψυχῆς;… κάποια δύναμη;»
«Τὸ ὑποστηρίζουμε».
«Για πές μου, Θρασύμαχε, κι αὐτό: θὰ ἀπεργάζεται,
ἄραγε, ἡ ψυχή… θὰ ἐκτελεῖ καλὰ ὅλα τῆς τὰ ἔργα, ἂν στερηθεῖ τὴν ἀρετή
της; — ἢ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο;»
«Εἶναι ἀδύνατο».
«Πού, ἑπομένως, σημαίνει ἀναγκαστικὰ ὅτι, ἂν
μιὰ ψυχὴ βρίσκεται σὲ κακὴ κατάσταση, θὰ κυβερνάει κακὰ καὶ θὰ ἔχει κακὴ ἐπιμέλεια
σχετικὰ μὲ ὅ,τι ἐπιμελεῖται· ἐνῶ, ἂν εἶναι σὲ καλὴ κατάσταση, ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ
κάνει καλά».
«Κατ’ ἀνἀγκην».
Μετὰ τὸν ρώτησα τοῦτο: «Συμφωνήσαμε ἢ ὄχι ὅτι
ἀρετὴ τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ δικαιοσύνη, ἐνῶ κακία της εἶναι ἡ ἀδικία;»
«Καὶ βέβαια τὸ συμφωνήσαμε».
«Συνεπῶς ἡ δίκαιη ψυχὴ καὶ ὁ δίκιαος ἄνθρωπος
θὰ ζοῦν καλά, ἐνῶ ὁ ἄδικος θὰ ζεῖ κακά».
«Ἔτσι φαίνεται», εἶπε, «σύμφωνα πάντα μὲ τὰ
λεγόμενά σου».
«Ὅποιος ζεῖ καλὰ εἶναι μακάριος,
παναπεῖ καλότυχος, καὶ εὐδαίμων· ἐνῶ ὅποιος ὄχι — τὸ ἀντίθετο».
«Ἔ, δὲν γίνεται ἀλλιῶς».
«Ἑπομένως ὁ μὲν δίκαιος εἶναι εὐδαίμων, ὁ
δὲ ἄδικος ἄθλιος».
«Ἂς ποῦμε», εἶπε.
«Τὸ νὰ εἶσαι ἄθλιος δὲν λυσιτελεῖ… δὲν
ἀποφέρει ὠφέλεια· λυσιτελὲς καὶ ὠφέλιμο εἶναι νὰ εἶσαι εὐδαίμων».
«Πῶς νὰ πῶ ὄχι;»
«Ποτέ, ἑπομένως, μακάριε Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα,
«δὲν εἶναι ἡ ἀδικία λυσιτελέστερη τῆς δικαιοσύνης… ποτὲ δὲν εἶναι ὠφελιμότερη
ἀπ’ τὴ δικαιοσύνη!»
«Τώρα ὅλα τοῦτα ποὺ λὲς ἐσύ, Σωκράτη», μοῦ
εἶπε, «δικαιολογοῦν τελείως τὴ μερίδα ποὺ σοῦ ἀναλογεῖ σὲ φαγητὸ στὴ γιορτὴ τῶν
Βενδιδείων».
«Σ’ ἐσένα τὰ χρωστάω ὅλα, Θρασύμαχε», τοῦ
εἶπα, «ποὺ ἀποδείχθηκες τόσο πράος ἀπέναντί του, καθὼς σταμάτησες νὰ μοῦ ἀγριεύεις.
Τὸ φαγητό, ὡστόσο, δὲν μοῦ ’πεσε καλό. Σ’ αὐτὸ φταίχτης, ὅμως, εἶμαι μόνο ἐγώ —
ἐσὺ δὲν φταῖς καθόλου. Ἴδιος κι ἀπαράλλακτος ἐγὼ μὲ τοὺς λιχούδηδες, ποὺ βουτᾶνε
ἀμέσως ὅ,τι ἔρχεται στὸ τραπέζι γιὰ νὰ τὸ δοκιμάσουν, προτοῦ καλὰ-καλὰ νά ’χουν
εὐχαριστηθεῖ καὶ ἀπολαύσει τὸ προηγούμενο ἔδεσμα, ἔτσι νομίζω ὅτι φέρθηκα κι ἐγώ:
πρὶν ἀκόμα βρῶ αὐτὸ ποὺ ἐξαρχῆς ἀναζητούσαμε, δηλαδὴ τί εἶναι ἐν πάση
περιπτώσει τὸ δίκαιο, τό ’σπρωξα στὴν ἄκρη, τὸ παράτησα κι ὅρμησα νὰ ἐξετάζω ἂν
τὸ δίκαιο σχετίζεται εἴτε μὲ τὴν κακία καὶ τὴν ἀμάθεια εἴτε μὲ τὴ σοφία καὶ τὴν
ἀρετή· κι ὅταν, ἔπειτα, ἦρθε ὁ λόγος ποὺ θέλει τὴν ἀδικία ὠφελιμότερη ἀπὸ τὴ
δικαιοσύνη, δὲν συγκρατήθηκα νὰ μὴν παρατήσω τὸ προηγούμενο ζήτημα καὶ νὰ μὴν ἐπιπέσω
σὲ τοῦτο ποὺ μόλις εἶχε σερβιριστεῖ. Καὶ ποιό εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; — νὰ σοῦ πῶ;
Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ μὴν ἔχω ἀποκομίσει ἀπὸ τὴ συζήτησή μας οὔτε μία γνώση. Καὶ
τὸ τονίζω αὐτό, διότι ὅσο δὲν γνωρίζω τί εἶναι τὸ δίκαιο, πολὺ-πολὺ δύσκολα θὰ
μάθω ἂν τυχὸν ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει κάποια ἀρετή, κάποια δηλαδὴ δύναμη,
καὶ ἂν ὅποιος τὴν ἔχει εἶναι ἢ δὲν εἶναι εὐδαίμων».
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια
ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (350d7-353a10)
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ
ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια
Ἀπ’ τὴ μεριά του ὁ Θρασύμαχος τὰ
παραδέχθηκε, βέβαια, ὅλα αὐτά, ἀλλὰ ὄχι καὶ τόσο εὔκολα, ὅπως τὰ λέω ἐγὼ τώρα, ἀλλὰ
μὲ τὸ ζόρι καὶ παρασυρόμενος ἀπὸ τὸν ρυθμὸ τῆς συζήτησης, κολυμπώντας δὲ μὲς στὸν
ἱδρώτα, μιᾶς κι εἴχαμε ἤδη μπεῖ στὸ καλοκαίρι. Τότε μάλιστα
παρατήρησα πρώτη μου φορά —δὲν τὸ εἶχα παλιότερα προσέξει— ὅτι ὁ Θρασύμαχος ἦταν
κατακόκκινος. Ὅταν, λοιπόν, συμφωνήσαμε ὅτι ἡ μὲν δικαιοσύνη εἶναι ἀρετὴ καὶ
σοφία, ἡ δὲ ἀδικία κακία καὶ ἀμάθεια, παναπεῖ ἄγνοια, ἔπιασα καὶ
τοῦ εἶπα: «Πολὺ καλά, κι αὐτὸ ἂς τὸ ἀφήσουμε ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως εἶναι. Εἴχαμε ὅμως
πεῖ καὶ κάτι ἄλλο: ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι κάτι ἰσχυρό. Τὸ θυμᾶσαι ἢ δὲν τὸ θυμᾶσαι,
Θρασύμαχέ μου;»
«Τὸ θυμᾶμαι», εἶπε. «Ἐμένα, ὅμως, δὲν μοῦ ἀρέσουν
καθόλου ὅσα λὲς τώρα — κι ἂς ἔχω βεβαίως νὰ πῶ γι’ αὐτά. Μά, ἂν ἔκανα νὰ σ’ τὰ
πῶ, πολὺ καλὰ τὸ ξέρω τί θὰ μοῦ ἔλεγες. Πὼς ρητορεύω—θὰ μοῦ ἔλεγες—
καὶ πὼς δημοκοπῶ. Ὁπότε, λοιπόν, ἢ μὲ ἀφήνεις νὰ πῶ ὅ,τι θέλω νὰ πῶ ἤ, ἂν θέλεις
νὰ μοῦ κάνεις ἐρωτήσεις, ρώτα με. Ἐσὺ θὰ ρωτᾶς κι ἐγώ —πῶς κάνουν οἱ γριές, ὅταν
λένε παραμύθια;…— θὰ λέω ὅλο “ναί, ναὶ καλά” καὶ θὰ κουνάω τὸ κεφάλι μου ἄλλοτε
συμφωνώντας καὶ ἄλλοτε διαφωνώντας».
Τοῦ εἶπα τότε: «Σὲ καμία περίπτωση νὰ μὴν
τὸ κάνεις· καὶ μὴν πεῖς κάτι ποὺ δὲν ἀπηχεῖ τὴ γνώμη σου».
«Κάνε καλὰ καὶ ὅπως σοῦ ἀρέσει», μοῦ εἶπε,
«ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως δὲν μ’ ἀφήνεις νὰ μιλήσω. Παραταῦτα, τί ἄλλο θές; — λέγε!»
«Τίποτα, μὰ τὸ Δία — τίποτα! Ἄν, τώρα
πάλι, ἐσὺ σκοπεύεις νὰ κάνεις ὅ,τι εἶπες, κάνε το. Ἐγὼ πάντως θὰ ρωτάω».
«Ρώτα…»
«Ἔρχομαι, λοιπόν, καὶ σὲ ρωτάω ὅ,τι σὲ ρώτησα
καὶ πρὶν ἀπὸ λίγο, γιὰ νὰ συνεχίσουμε ἐξεταστικὰ τὴ συζήτησή μας γιὰ τὴ
δικαιοσύνη: τί εἶναι δικαιοσύνη καὶ ποιά ἡ σχέση της μὲ τὴν ἀδικία; Γιατὶ ἐλέχθη
ἐδῶ ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι πιὸ γερὴ καὶ πιὸ ἰσχυρὴ ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη. Τώρα, ὅμως»,
τοῦ εἶπα, «ἄν, βέβαια, ἡ δικαιοσύνη εἶναι σοφία καὶ ἀρετή, εὔκολα φαντάζομαι
φαίνεται ὅτι εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ τὴν ἀδικία, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ ἀδικία εἶναι, ἀμάθεια,
δηλαδὴ ἄγνοια, καὶ κανείς δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ τὸ ἀγνοεῖ αὐτό… — πλὴν ὅμως,
Θρασύμαχε, καθόλου δὲν ἐπιθυμῶ ἐγὼ νὰ ἐξετάσουμε τὸ ζήτημα ἔτσι ἁπλὰ καὶ ἀσυσχέτιστα.
Γι’ αὐτὸ γιά πές μου: θὰ ἔλεγες ἐσὺ ποτὲ ὅτι μιὰ πόλη εἶναι ἄδικη
καὶ ὅτι ἐπιχειρεῖ μὲ τρόπο ἄδικο νὰ ὑποδουλώσει ἄλλες πόλεις, καὶ ὅτι, ὅταν τὸ
πετυχαίνει, κατορθώνει πολλὲς ἀπ’ αὐτὲς νὰ τὶς κρατάει ὑπόδουλες;»
«Καὶ γιατί νὰ μὴν τὸ λέω;» μοῦ εἶπε. «Καὶ ἐπίσης
λέω ὅτι αὐτὸ πρώτη ἀπ’ ὅλες θὰ τὸ κάνει ἡ ἄριστη πόλη, αὐτὴ ποὺ εἶναι στὸν
τελειότατο βαθμὸ ἄδικη».
«Τὴν ἀντιλαμβάνομαι», τοῦ εἶπα, «τὴν ἄποψή
σου. Ἐπ’ αὐτῆς, ὅμως, κάθομαι τώρα καὶ σκέπτομαι καὶ ἀναλογίζομαι: ἡ πόλη, ποὺ
γίνεται ἰσχυρότερη ἀπὸ κάποιες ἄλλες, θὰ ἔχει αὐτὴ τὴ δύναμη ἄνευ δικαιοσύνης ἢ
θὰ τῆς εἶναι ἀναγκαῖο νὰ τὴν ἑδραιώσει μετὰ δικαιοσύνης;»
Μοῦ ἀπαντάει: «Ἂν
ἡ δικαιοσύνη, σύμφωνα μὲ ὅσα ἔλεγες πρὶν λίγο, εἶναι σοφία, τότε μετὰ
δικαιοσύνης· ἂν εἶναι, ὅμως, ἔτσι ὅπως τὰ ἔλεγα ἐγώ, τότε μετὰ ἀδικίας».
«Πολὺ χαίρομαι, Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα ἐγώ,
«ποὺ δὲν μετέρχεσαι καταφατικὰ ἢ ἀρνητικὰ νεύματα, ἀλλὰ μοῦ ἀπαντᾶς, καὶ
μάλιστα μοῦ δίνεις πολὺ ὡραῖες ἀπαντήσεις».
«Χάρη σοῦ κάνω», μοῦ εἶπε.
«Πολὺ εὐγενικὸ ἐκ μέρους σου», τοῦ εἶπα.
«Γι’ αὐτὸ κάνε μου ἄλλη μιὰ χάρη καὶ πές μου: Ἔστω μιὰ πόλη ἢ ἕνα στράτευμα ἢ
μιὰ ληστοσυμμορία ἢ κάποιοι κλέφτες ἤ, ἐν πάση περιπτώσει, μιὰ ὁποιαδήποτε ὁμάδα
ἀπὸ αὐτὲς ποὺ δοκιμάζουν νὰ διαπράξουν ἀπὸ κοινοῦ μιὰν ἀδικία — ἔχεις ἐσὺ τὴ
γνώμη ὅτι ἡ ὁμάδα αὐτὴ θὰ καταφέρει νὰ κάνει τίποτα, ἂν ἐντός της ἀδικεῖ ὁ ἕνας
τὸν ἄλλον;»
«Τίποτα ἀπολύτως»,
μοῦ ἀπάντησε.
«Κι ἂν δὲν ἀδικοῦνταν ἀναμεταξύ τους; Δὲν
θὰ κατάφερναν περισσότερα;»
«Βεβαιότατα».
«Διότι κατὰ κάποιον τρόπο, Θρασύμαχέ μου»,
τοῦ εἶπα, «ἡ ἀδικία καὶ τὰ μίση προκαλοῦν διχόνοιες καὶ διαμάχες τοῦ ἑνὸς μὲ τὸν
ἄλλον, ἐνῶ ἡ δικαιοσύνη φέρνει ὁμόνοια καὶ φιλία. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἔτσι;»
«Ἂς ποῦμε ὅτι εἶναι ἔτσι, γιὰ νὰ μὴν
τσακωνόμαστε. Πᾶμε παρακάτω», μοῦ εἶπε.
«Ἄκρως εὐγενικὸ ἐκ
μέρους σου, ἄριστε ἄνθρωπε! Πές μου, λοιπόν, τοῦτο: ἂν ἔργο τῆς ἀδικίας εἶναι νὰ
προκαλεῖ μίσος παντοῦ ὅπου παρίσταται, καὶ ἂν ἐμφανιστεῖ ἀνάμεσα σὲ ἐλεύθερους
καὶ δούλους, δὲν θὰ τοὺς κάνει ἄραγε νὰ μισοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, νὰ καλλιεργοῦν
τὴ διχόνοια καὶ νὰ μὴ μποροῦν νὰ πράξουν ἀπὸ κοινοῦ τίποτα;»
«Βεβαίως».
«Καὶ τὶ γίνεται, ὅταν ἡ διχόνοια μπεῖ ἀνάμεσα
σὲ δύο ἄτομα;» τὸν ρώτησα. «Δὲν θὰ τοὺς χωρίσουν οἱ διαφορές τους; Δὲν θὰ ἀλληλομισοῦνται;
Δὲν θὰ γίνουν ἐχθροὶ ὄχι μόνο μεταξύ τους, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς δίκαιους ἀνθρώπους;»
«Ναί, αὐτὸ θὰ συμβεῖ».
Τοῦ λέω τότε: «Πὲς τώρα, ἀξιοθαύμαστε ἄνθρωπε,
ὅτι ἡ διχόνοια μπαίνει σὲ ἕνα ἄτομο. Τὶ λές; Θὰ χάσει τὴ δύναμή της ἢ θὰ τὴ
διατηρήσει ἀμείωτη;»
«Ἂς ποῦμε», μοῦ εἶπε, «ὅτι θὰ τὴ
διατηρήσει ἀμείωτη».
«Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ἡ ἀδικία ἔχει
τέτοια δύναμη, ποὺ σὲ ὅποιον κι ἂν ἐμφανισθεῖ —μὰ σὲ πόλη ἢ σὲ οἰκογένεια, μὰ σὲ
στράτευμα ἢ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ—, τὸ πρῶτο-πρῶτο ποὺ θὰ καταφέρει θὰ εἶναι
νὰ μὴ μπορεῖ ἡ ὅποια τέτοια ὁμάδα νὰ δρᾶ πιὰ ἀπὸ κοινοῦ λόγω ἀκριβῶς καὶ τῆς ὑπάρχουσας
διχόνοιας καὶ τῆς διαπιστωμένης διχοστασίας· καὶ τὸ ἄλλο ποὺ θὰ καταφέρει θὰ εἶναι
νὰ τοὺς κάνει ἐχθροὺς ὅλους καὶ μὲ τὸν ἑαυτό τους χωριστὰ καὶ μὲ τοὺς ἀντιπάλους
τους μαζί, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ δίκαιο. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἔτσι;»
«Βεβαίως καὶ εἶναι ἔτσι», εἶπε.
Τοῦ λέω κατόπιν: «Ἄν, τώρα, ἡ ἀδικία ὑπάρχει
καὶ σὲ ἕνα μόνο ἄτομο, ἔχω τὴ γνώμη ὅτι θὰ κάνει τὰ ἴδια ποὺ ἐκ φύσεως ἀπεργάζεται.
Τὸ πρῶτο-πρῶτο ποὺ θὰ καταφέρει θὰ εἶναι νὰ καταστήσει τὸ ἐν λόγω ἄτομο ἀνήμπορο
νὰ πράξει τὸ ὁτιδήποτε, καθὼς θὰ τὸ τρῶνε τόσο ἡ διχογνωμία ὅσο καὶ τὸ ὅτι δὲν
θὰ μονιάζει μὲ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό· καὶ τὸ ἑπόμενο ποὺ ἀμέσως ἔρχεται εἶναι
τὸ ὅτι θὰ τὸ καταστήσει ἐχθρὸ καὶ τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τῶν δίκαιων ἀνθρώπων. Τὰ
λέω σωστά;»
«Ναί».
«Ἐκτὸς ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους, ὅμως, φίλε μου,
καὶ οἱ θεοί δίκαιοι δὲν εἶναι;»
«Ἂς ποῦμε», μοῦ εἶπε.
«Ἑπομένως,
Θρασύμαχε, ὁ ἄδικος θὰ εἶναι ἐχθρὸς καὶ τῶν θεῶν ἀκόμα, ἐνῶ ὁ δίκαιος θὰ εἶναι
φίλος τους».
«Λέγε ὅ,τι λὲς καὶ ἀπολάμβανε ἄφοβα τὰ
λόγια σου σὰν νὰ βρίσκεσαι σὲ φαγοπότι. Ἐγὼ δὲν πρόκειται, σ’ τὸ λέω, νὰ σοῦ
πάω κόντρα, γιὰ νὰ μὴν καταντήσω νὰ μὲ ἀπεχθάνονται ὅλοι τοῦτοι δῶ ποὺ σὲ ἀκοῦνε».
«Ἐμπρὸς λοιπόν», τὸν προσκάλεσα τότε ἐγώ
λέγοντάς του τὰ ἑξῆς: «Ἀφοῦ μοῦ ἐπιτρέπεις νὰ ἀπολαύσω τὸ φαγοπότι τῶν λόγων, ἂς
ὁλοκληρώσω κι ἐγὼ τὴν ἑστίαση καὶ τὴν παρεπόμενηη εὐωχία μὲ τὰ ἀκόλουθα λόγια. Τὸ
ὅτι οἱ δίκαιοι φαίνονται σοφότεροι, καλύτεροι καὶ ἱκανότεροι ὡς πρὸς τὸ
πράττειν, ἐνῶ οἱ ἄδικοι δὲν μποροῦν νὰ πράξουν ἀπὸ κοινοῦ τίποτα, τὸ ἔχουμε ἤδη
διαπιστώσει. Ἐπισημαίνω, ὡστόσο, ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβὲς αὐτὸ
ποὺ λέμε γιὰ κάποιους: ὅτι, δηλαδή, ἐνῶ εἶναι ἄδικοι, ὑπῆρξαν φορὲς ποὺ
συνεργαζόμενοι ἔπραξαν ἀπὸ κοινοῦ κάτι, καὶ μάλιστα κάτι ποὺ ἀπαιτοῦσε δύναμη
καὶ ἱκανότητα — τὸ ἔπραξαν, ὅπως συνηθίζουμε νὰ λέμε, ἐρρωμένως. Καὶ
δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβὲς τοῦτο, διότι, ἂν ἦσαν πέρα ὣς πέρα ἄδικοι, θὰ
παρενέβαλλαν ἐμπόδια ὁ ἕνας στὸν ἄλλον· ἔχοντας, ὅμως, προδήλως μέσα τους
κάποιον κόκκο δικαιοσύνης κατάφεραν νὰ μὴν ἀδικοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον τὴ στιγμὴ ἐκείνη
ὁποὺ πήγαιναν ν’ ἀδικήσουν ἄλλους. Χάρις σ’ αὐτὸν τὸν κόκκο δικαιοσύνης ἔπραξαν
ὅ,τι ἔπραξαν καὶ μὲ ὁρμὴ ἐτέλεσαν τὴν ἄδικη πράξη, ὄντας ἡμιμόχθηροι… πῶς
νὰν τὸ πῶ: ὄντας μόνο κατὰ τὸ ἥμισυ παλιάνθρωποι· διότι τόσο οἱ παμπόνηροι,
οἱ καθ’ ὁλοκληρίαν παλιάνθρωποι δηλαδή, ὅσο καὶ οἱ ὁλοωσδιόλου ἄδικοι εἶναι
καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνίκανοι στὸ πράττειν. Ὅτι τὰ πράγματα ἔχουν ἔτσι, ἐγώ, τοῦ
λόγου μου, Θρασύμαχε, ἐντάξει, τὸ ἀντιλαμβάνομαι· ἀλλὰ τὸ ἀντιλαμβάνομαι
ὄχι μὲ τὴν ἐπιχειρηματολογία τῆς ἀρχικῆς σου τοποθέτησης. Τώρα λέω ὅτι πρέπει νὰ
ἐξετάσουμε κι ὅ,τι εἴχαμε ἀφήσει γι’ ἀργότερα: καὶ τὸ ἂν οἱ δίκαιοι ἄνθρωποι ζοῦν
καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄδικους καὶ τὸ ἂν εἶναι πιὸ εὐτυχισμένοι ἀπ’αὐτούς. Ἀπ’ ὅσα ἔχουμε
ἤδη πεῖ οἱ ἀπαντήσεις εἶναι προφανεῖς. Κρίνω, ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ σκεφτοῦμε ξανὰ
τὰ πράγματα καὶ νὰ τὰ ἐξετάσουμε καλύτερα. Διότι ἐδῶ δὲν συζητοῦμε γιὰ τὸ πρῶτο
τυχὸν πράγμα, ἀλλὰ γιὰ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ζοῦμε».
«Ἄντε — σκέψου κι ἐξέτασε!» μοῦ εἶπε.
«Σκέπτομαι ἤδη κι ἐξετάζω», τοῦ εἶπα. «Πές
μου ἂν κατὰ τὴ γνώμη σου ὑπάρχει κάποιο ἔργο… κάποια δουλειὰ γιὰ τὸ ἄλογο».
«Ὑπάρχει».
«Θὰ ὅριζες ἐσὺ ὡς
ἔργο καὶ τοῦ ἀλόγου (ἀλλὰ καὶ ὁποιουδήποτε ἄλλου ζώου) ἐκεῖνο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ κάνει μόνο τὸ
ἄλογο ἤ, ἔστω, μόνο τὸ ἄλογο καλύτερα ἀπὸ τ’ ἄλλα ζῶα;»
«Δὲ σὲ καταλαβαίνω», μοῦ εἶπε.
«Κοίταξε νὰ δεῖς — σ’ τὸ ἐξηγῶ. Ὑπάρχει
κάτι ἄλλο, μὲ τὸ ὁποῖο μπορεῖς νὰ δεῖς, ἐκτὸς ἀπ’ τὰ μάτια;»
«Ἀσφαλῶς καὶ ὄχι».
«Καὶ ὑπάρχει κάτι ἄλλο, μὲ τὸ ὁποῖο μπορεῖς
νὰ ἀκοῦς, ἐκτὸς ἀπ’ τὰ ἀφτιά;»
«Ὄχι βέβαια».
«Σωστά, τότε, δὲν λέμε ὅτι αὐτὰ εἶναι ἔργα
δικά τους; — τῶν ματιῶν καὶ τῶν ἀφτιῶν δηλαδή».
«Βεβαιότατα», εἶπε.
Τοῦ λέω τότε ἐγώ:
«Τὸ κλῆμα στὸ ἀμπέλι θὰ μποροῦσες νὰ τὸ κόψεις μὲ τὸ μαχαίρι, μὲ τὸ ξίφος ἢ μὲ
κάποιο ἄλλο ἐργαλεῖο — δὲν συμφωνεῖς;»
«Μὰ γιατὶ νὰ μὴ συμφωνῶ;»
«Ναί, ἐντάξει, ἀλλὰ κατὰ τὴ δική μου γνώμη
μὲ κανένα ἄλλο ἐργαλεῖο ἐκτὸς ἀπ’ τὸ κλαδευτήρι δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἡ
δουλειὰ καλύτερα, ἀφοῦ τὸ κλαδευτήρι εἶναι φτιαγμένο γι’ αὐτὴ τὴ δουλειά, γι’ αὐτὸ
τὸ ἔργο».
«Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια», εἶπε.
«Νὰ ὁρίσουμε, λοιπόν, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο
του;»
«Νὰ τὸ ὁρίσμουμε, ναί!».
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ : ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια
ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (348e11-351b10)
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ
ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια
«Δὲν σὲ ρωτῶ αὐτό», τοῦ εἶπα. «Σὲ ρωτῶ ἂν
δέχεσαι αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ: ὁ δίκαιος ἄνθρωπος δὲν ἔχει τὴν ἀξίωση οὔτε καὶ θέλει
ποτὲ νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ἕναν ἄλλο δίκαιο ἄνθρωπο· ἀλλὰ ἀπὸ ἕναν ἄδικο τὸ
θέλει».
«Ἔτσι ὅπως τὸ λὲς εἶναι», εἶπε.
Τὸν ρωτῶ τότε: «Μὲ τὸν ἄδικο, ὅμως, τί
γίνεται; Θέλει ὁ ἄδικος καὶ ἀξιώνει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ τὸν δίκαιο καὶ νὰ ὑπερβαίνει
τὰ ὅρια τῆς δίκαιης πράξης;»
«Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν τὸ θέλει ὁ ἄνθρωπος
ἐκεῖνος ποὺ ἀξιώνει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους;» μοῦ ἀπάντησε.
«Συνεπῶς ὁ ἄδικος ἄνθρωπος», του εἶπα, θὰ
θέλει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον ἄδικο ἄνθρωπο, θὰ ὑπερβαίνει τὰ
ὅρια τῆς δίκαιης πράξης καὶ θὰ ἀνταγωνίζεται τοὺς πάντες, προκειμένου νὰ πάρει
τοῦ λόγου του περισσότερα ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἔτσι εἶναι;»
«Ναί, ἔτσι εἶναι», μοῦ εἶπε.
Τοῦ εἶπα ἐγὼ μετά: «Ἂς τὸ ποῦμε τότε ὡς ἑξῆς:
ὁ μὲν δίκαιος δὲν ζητᾶ νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ τὸν ὅμοιό του — ἀπὸ τὸν ἀνόμοιό
του, ὅμως, ναί· ὁ ἄδικος, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ζητᾶ νὰ ἔχει περισσότερα καὶ ἀπὸ τὴν ὅμοιό του καὶ ἀπὸ τὸν ἀνόμοιό
του».
«Ἄριστα τὸ διατύπωσες», μοῦ εἶπε.
«Γιά πές μου τώρα», τὸν ρώτησα ἐγώ: «εἶναι
συνετὸς καὶ καλὸς ὁ ἄδικος, ἐνῶ ὁ δίκαιος δὲν εἶναι τίποτα ἀπ’τὰ δύο;»
«Καὶ αὐτὸ πολὺ καλὰ τὸ διατύπωσες», μοῦ ἀπάντησε.
«Ὁπότε ὁ μὲν ἄδικος μοιάζει μὲ τὸν συνετὸ
καὶ καλὸ ἄνθρωπο, ὁ δὲ δίκαιος ὄχι — τὸ εἶπα καλά;» τὸν ρώτησα.
«Δὲν γίνεται ἀλλιῶς», μοῦ ἀπάντησε. «Ἕνας
τέτοιος ἄνθρωπος θὰ εἶναι καὶ ὅμοιος μὲ ἀνθρώπους σὰν κι αὐτὸν, ἐνῶ ὁ ἄλλος δὲν
θὰ εἶναι».
«Ἔχει καλῶς. Δηλαδὴ μοῦ λὲς ὅτι ὁ καθένας ἀπὸ
αὐτοὺς τοὺς δύο θὰ εἶναι σὰν κι αὐτούς, μὲ τοὺς ὁποίους μοιάζει;»
«Καὶ σὰν τὶ ἄλλο, δηλαδή, θὰ εἶναι;» μοῦ εἶπε.
«Μάλιστα», τοῦ εἶπα. «Γιά πές μου,
Θρασύμαχε, λὲς ἐσὺ γιὰ κάποιον ὅτι εἶναι μουσικὸς καὶ γιὰ κάποιον ἄλλον ὅτι
εἶναι ἄμουσος;»
«Τὸ λέω».
«Καὶ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς δύο ποιός λὲς ὅτι εἶναι
συνετὸς καὶ μὲ γνώση καὶ ποιός ἀσύνετος καὶ δίχως γνώση;»
«Λέω ὅτι ὁ μουσικός εἶναι συνετὸς καὶ μὲ
γνώση, ἐνῶ ὀ ἄμουσος εἶναι ἀσύνετος καὶ δίχως γνώση».
«Ἑπομένως τὸν χαρακτηρίζεις καλὸ ἐν σχέσει
πρὸς ὅσα διαθέτει γνώση καὶ κακὸ ἐν σχέσει πρὸς ὅσα δὲν διαθέτει γνώση — εἶναι ἔτσι;»
«Ναί».
«Μ’ ἕναν ποὺ γνωρίζει τὴν ἰατρικὴ ἰσχύει τὸ
ἴδιο;»
«Τὸ ἴδιο ἰσχύει».
«Γιά πές μου τώρα, ἄριστε ἐσὺ ἀνάμεσα στοὺς
ἀνθρώπους, ποιά εἶναι ἐσένα ἡ δική σου ἐντύπωση σχετικὰ μὲ αὐτὸ ποῦ θὰ σὲ
ρωτήσω: κάποιος ποὺ ξέρει μουσικὴ θὰ ἤθελε, ὅσην ὥρα κουρντίζει τὴ λύρα του, νὰ
ξεπερνάει κάποιον ἄλλο μουσικὸ στὸ σφίξιμο ἢ στὴ χαλάρωση τῶν χορδῶν της ἢ νὰ ἔχει
περισσότερα ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἄλλο;»
«Ἐντύπωσή μου εἶναι πὼς ὄχι».
«Καὶ ἀπέναντι σ’ ἕναν ἄμουσο;»
«Κατ’ ἀνάγκην ναί».
«Καὶ μὲ τοὺς γιατροὺς τί γίνεται; Θὰ
ἤθελε ποτὲ ἕνας γιατρὸς νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ἕναν ἄλλο γιατρὸ ἢ νὰ τὸν
ξεπερνάει σὲ ὅποια γνώση ἀφορᾶ ζητήματα τροφῆς καὶ πόσης;»
«Ὄχι βέβαια».
«Καὶ ἀπέναντι σ’ ἕναν ποὺ δὲν εἶναι
γιατρός;»
«Τότε ναί».
Τοῦ εἶπα τότε ἐγώ: «Ὑπάρχουν ἡ ἐπιστήμη
καὶ ἡ ἀνεπιστημοσύνη…ὑπάρχουν, δηλαδή, ἡ γνώση καὶ ἡ ἄγνοια
ἀντίστοιχα. Ἐξέτασε, σὲ παρακαλῶ, ὅλο τὸ φάσμα τῆς γνώσης καὶ τῆς ἄγνοιας καὶ
πές μου ἂν κατὰ τὴ γνώμη σου ὑπάρχει ἔστω καὶ ἕνας ἐπιστήμονας… ἕνας γνώστης,
ποὺ θὰ ἐπέλεγε γιὰ τὸν ἑαυτό του νὰ πράττει ἢ νὰ λέει περισσότερα ἀπὸ κάποιον ἄλλον
ἐπιστήμονα καὶ ὄχι τὰ ἴδια μὲ τὸν ὅμοιό του πάνω στὸ ἴδιο ζήτημα».
«Αὐτό», μοῦ εἶπε, «ἴσως πρέπει νὰ εἶναι ὅπως
τὸ θέτεις».
«Τί γίνεται, ὅμως, μὲ τὸν ἀνεπιστήμονα; Ὁ ἐν
λόγω δὲν θὰ ἀξίωνε νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ τὸν ἐπιστήμονα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἀνεπιστήμονα;»
«Ἴσως».
«Ὁ ἐπιστήμονας, γιά πές, εἶναι σοφός;»
«Τὸ ὑποστηρίζω».
«Καὶ ὁ σοφός εἶναι καλός;»
«Καὶ αὐτὸ τὸ ὑποστηρίζω».
Τοῦ εἶπα τότε: «Συνεπῶς ὁ καλὸς καὶ σοφὸς ἄνθρωπος
ναὶ μὲν δὲν θὰ θέλει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ τὸν ὅμοιό του, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἀνόμοιό
του καὶ ἀπ’ τὸν ἀντίθετό του θὰ θέλει».
«Ἔτσι φαίνεται», εἶπε.
«Ὁ κακός, ὅμως, καὶ ἀμαθής θὰ θέλει νὰ ἔχει
περισσότερα καὶ ἀπὸ τὸν ὅμοιό του καὶ ἀπ’ τὸν ἀντίθετό του».
«Κι αὐτὸ ἔτσι φαίνεται».
«Τί γίνεται, λοιπόν, ἐδῶ, Θρασύμαχε;» τὸν
ρώτησα. «Στὴ συζήτησή μας ὁ ἄδικος ἐκεῖνος ἄνθρωπος θὰ θέλει νὰ ἔχει
περισσότερα καὶ ἀπὸ τὸν ἀνόμοιό του καὶ ἀπὸ τὸν ὅμοιό του; Αὐτὸ δὲν μᾶς ἔλεγες;
Ἢ ὄχι;»
«Αὐτὸ ἔλεγα», εἶπε.
«Ὁ δίκαιος, βέβαια, δὲν θὰ ἔχει
περισσότερα ἀπὸ τὸν ὅμοιό του, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἀνόμοιό του — τὸ λέω σωστά;»
«Σωστά».
«Συνεπῶς», τοῦ εἶπα, «ὁ μὲν δίκαιος
μοιάζει στὸν σοφὸ καὶ καλὸ ἄνθρωπο, ὁ δὲ ἄδικος στὸν κακὸ καὶ ἀμαθή».
«Ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, ναί».
«Εἴχαμε παραδεχθεῖ, ὅμως», τοῦ ἐπισήμανα,
«ὅτι μὲ ὅποιον μοιάζει ὁ καθένας ἀπ’ τοὺς δύο τέτοιος εἶναι καὶ αὐτός… ὁ
καθένας τους».
«Τὸ εἴχαμε, ναί, παραδεχθεῖ», εἶπε.
«Εἶναι, ἑπομένως, ὁλοφάνερο», τοῦ εἶπα, «ὅτι
ὁ μὲν δίκαιος ἄνθρωπος εἶναι καλὸς καὶ σοφός, ὁ δὲ ἄδικος ἀμαθὴς καὶ κακός».
Ἀπ’ τὴ μεριά του ὁ Θρασύμαχος τὰ
παραδέχθηκε, βέβαια, ὅλα αὐτά, ἀλλὰ ὄχι καὶ τόσο εὔκολα, ὅπως τὰ λέω ἐγὼ τώρα, ἀλλὰ
μὲ τὸ ζόρι καὶ παρασυρόμενος ἀπὸ τὸν ρυθμὸ τῆς συζήτησης, κολυμπώντας δὲ μὲς στὸν ἱδρώτα, μιᾶς κι εἴχαμε ἤδη μπεῖ στὸ
καλοκαίρι. Τότε μάλιστα παρατήρησα πρώτη μου φορά —δὲν τὸ εἶχα παλιότερα
προσέξει— ὅτι ὁ Θρασύμαχος ἦταν κατακόκκινος. Ὅταν, λοιπόν, συμφωνήσαμε ὅτι ἡ μὲν
δικαιοσύνη εἶναι ἀρετὴ καὶ σοφία, ἡ δὲ ἀδικία κακία καὶ ἀμάθεια, παναπεῖ
ἄγνοια, ἔπιασα καὶ τοῦ εἶπα: «Πολὺ καλά, κι αὐτὸ ἂς τὸ ἀφήσουμε ἔτσι ἀκριβῶς
ὅπως εἶναι. Εἴχαμε ὅμως πεῖ καὶ κάτι ἄλλο: ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι κάτι ἰσχυρό. Τὸ
θυμᾶσαι ἢ δὲν τὸ θυμᾶσαι, Θρασύμαχέ μου;»
«Τὸ θυμᾶμαι», εἶπε. «Ἐμένα, ὅμως, δὲν μοῦ ἀρέσουν
καθόλου ὅσα λὲς τώρα — κι ἂς ἔχω βεβαίως νὰ πῶ γι’ αὐτά. Μά, ἂν ἔκανα νὰ σ’ τὰ
πῶ, πολὺ καλὰ τὸ ξέρω τί θὰ μοῦ ἔλεγες. Πὼς ρητορεύω—θὰ μοῦ ἔλεγες— καὶ πὼς
δημοκοπῶ. Ὁπότε, λοιπόν, ἢ μὲ ἀφήνεις νὰ πῶ ὅ,τι θέλω νὰ πῶ ἤ, ἂν θέλεις νὰ μοῦ
κάνεις ἐρωτήσεις, ρώτα με. Ἐσὺ θὰ ρωτᾶς κι ἐγώ —πῶς κάνουν οἱ γριές, ὅταν λένε
παραμύθια;…— θὰ λέω ὅλο “ναί, ναὶ καλά” καὶ θὰ κουνάω τὸ κεφάλι μου ἄλλοτε
συμφωνώντας καὶ ἄλλοτε διαφωνώντας».
Τοῦ εἶπα τότε: «Σὲ καμία περίπτωση νὰ μὴν
τὸ κάνεις· καὶ μὴν πεῖς κάτι ποὺ δὲν ἀπηχεῖ τὴ γνώμη σου».
«Κάνε καλὰ καὶ ὅπως σοῦ ἀρέσει», μοῦ εἶπε,
«ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως δὲν μ’ ἀφήνεις νὰ μιλήσω. Παραταῦτα, τί ἄλλο θές; — λέγε!»
«Τίποτα, μὰ τὸ Δία — τίποτα! Ἄν, τώρα
πάλι, ἐσὺ σκοπεύεις νὰ κάνεις ὅ,τι εἶπες, κάνε το. Ἐγὼ πάντως θὰ ρωτάω».
«Ρώτα…»
«Ἔρχομαι, λοιπόν, καὶ σὲ ρωτάω ὅ,τι σὲ
ρώτησα καὶ πρὶν ἀπὸ λίγο, γιὰ νὰ συνεχίσουμε ἐξεταστικὰ τὴ συζήτησή μας γιὰ τὴ
δικαιοσύνη: τί εἶναι δικαιοσύνη καὶ ποιά ἡ σχέση της μὲ τὴν ἀδικία; Γιατὶ ἐλέχθη
ἐδῶ ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι πιὸ γερὴ καὶ πιὸ ἰσχυρὴ ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη. Τώρα, ὅμως»,
τοῦ εἶπα, «ἄν, βέβαια, ἡ δικαιοσύνη εἶναι σοφία καὶ ἀρετή, εὔκολα φαντάζομαι
φαίνεται ὅτι εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ τὴν ἀδικία, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ ἀδικία εἶναι, ἀμάθεια,
δηλαδὴ ἄγνοια, καὶ κανείς δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ τὸ ἀγνοεῖ αὐτό… — πλὴν ὅμως,
Θρασύμαχε, καθόλου δὲν ἐπιθυμῶ ἐγὼ νὰ ἐξετάσουμε τὸ ζήτημα ἔτσι ἁπλὰ καὶ ἀσυσχέτιστα. Γι’ αὐτὸ γιά πές μου: θὰ ἔλεγες ἐσὺ ποτὲ ὅτι μιὰ πόλη εἶναι ἄδικη καὶ ὅτι ἐπιχειρεῖ
μὲ τρόπο ἄδικο νὰ ὑποδουλώσει ἄλλες πόλεις, καὶ ὅτι, ὅταν τὸ πετυχαίνει,
κατορθώνει πολλὲς ἀπ’ αὐτὲς νὰ τὶς κρατάει ὑπόδουλες;»
«Καὶ γιατί νὰ μὴν τὸ λέω;» μοῦ εἶπε. «Καὶ ἐπίσης
λέω ὅτι αὐτὸ πρώτη ἀπ’ ὅλες θὰ τὸ κάνει ἡ ἄριστη πόλη, αὐτὴ ποὺ εἶναι στὸν
τελειότατο βαθμὸ ἄδικη».
«Τὴν ἀντιλαμβάνομαι», τοῦ εἶπα, «τὴν ἄποψή
σου. Ἐπ’ αὐτῆς, ὅμως, κάθομαι τώρα καὶ σκέπτομαι καὶ ἀναλογίζομαι: ἡ πόλη, ποὺ
γίνεται ἰσχυρότερη ἀπὸ κάποιες ἄλλες, θὰ ἔχει αὐτὴ τὴ δύναμη ἄνευ δικαιοσύνης ἢ
θὰ τῆς εἶναι ἀναγκαῖο νὰ τὴν ἑδραιώσει μετὰ δικαιοσύνης;»
Μοῦ ἀπαντάει: «Ἂν ἡ δικαιοσύνη, σύμφωνα μὲ
ὅσα ἔλεγες πρὶν λίγο, εἶναι σοφία, τότε μετὰ δικαιοσύνης· ἂν εἶναι, ὅμως, ἔτσι ὅπως
τὰ ἔλεγα ἐγώ, τότε μετὰ ἀδικίας».
«Πολὺ χαίρομαι, Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα ἐγώ,
«ποὺ δὲν μετέρχεσαι καταφατικὰ ἢ ἀρνητικὰ νεύματα, ἀλλὰ μοῦ ἀπαντᾶς, καὶ
μάλιστα μοῦ δίνεις πολὺ ὡραῖες ἀπαντήσεις».
«Χάρη σοῦ κάνω», μοῦ εἶπε.
«Πολὺ εὐγενικὸ ἐκ μέρους σου», τοῦ εἶπα.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΗΛΑΡΑΣ : ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2026
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια
ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (348b8-349c9)
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ
ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια
«Ἐμπρὸς τότε, Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα.
«Ξαναπιάνουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή, καὶ μᾶς ἀπαντᾶς. Ἐξακολουθεῖς νὰ ὑποστηρίζεις
ὅτι ἡ ἀδικία στὴν τέλεια ἐκδοχή της εἶναι λυσιτελέστερη… παναπεῖ ὠφελιμότερη
ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη;»
«Βεβαιότατα καὶ τὸ ὑποστηρίζω», μοῦ ἀπάντησε,
«καὶ σᾶς ἔχω ἐκθέσει καὶ τοὺς λόγους».
«Γιὰ πές μας τότε καὶ τὴ γνώμη σου γι’ αὐτὰ
τὰ δύο ποὺ συζητᾶμε: τὸ ἕνα, ἂς ποῦμε, τὸ χαρακτηρίζεις ἀρετὴ καὶ τὸ ἄλλο
κακία;»
«Ἔ, βέβαια!»
«Δηλαδὴ τὴ δικαιοσύνη τὴ λὲς ἀρετὴ
καὶ τὴν ἀδικία κακία; — ἢ ὄχι;» τὸν ρώτησα.
«Ἀκριβῶς ἔτσι, γλυκύτατέ μου ἄνθρωπε,
δεδομένου μάλιστα τοῦ ὅτι ὑποστηρίζω ὅτι ἡ μὲν ἀδικία λυσιτελεῖ,
τουτέστιν ὠφελεῖ, ἡ δὲ δικαιοσύνη ὄχι!»
«Γιά κάτσε», τοῦ εἶπα, «ἡ δικαιοσύνη τί εἶναι;»
«Τὸ ἀντίθετο», μοῦ ἀπάντησε.
«Δηλαδὴ μᾶς λὲς ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι
κακία;»
«Ὄχι! Σᾶς λέω ὅτι εἶναι γενναία εὐήθεια
— καὶ νὰ σᾶς τὸ πῶ κι ἀλλιῶς: εἶναι μιὰ ἠλιθιότητα ἀκατάβλητη!»
«Τὴν ἀδικία θὰ τὴν χαρακτήριζες δηλαδὴ
ὡς κακοήθεια;… ὡς ἀχρειότητα;»
«Ὄχι! Τὴν χαρακτηρίζω εὐβουλία: σωστὴ
σκέψη, δηλαδή, καὶ εὐθυκρισία».
«Καὶ ὄντως πιστεύεις, Θρασύμαχε, ὅτι οἱ ἄδικοι
εἶναι ἄνθρωποι ποὺ διαθέτουν φρονιμάδα καὶ ἀξιότητα;»
«Ὄχι ὅλοι», μοῦ εἶπε, «μὰ μόνο ὅσοι μποροῦν
νὰ κάνουν ἄδικες πράξεις στὴν τέλεια ἐκδοχή τους ὄντας μάλιστα ἱκανοὶ νὰ ὑποτάξουν
στὴ δύναμή τους καὶ πόλεις καὶ λαούς, νὰ ἀσκήσουν, μὲ ἄλλα λόγια, τὴν ἐξουσία
τους. Ἐσὺ τώρα ἴσως νομίζεις ὅτι ἐγὼ ὑπονοῶ τίποτα κλεφτρόνια καὶ πορτοφολάδες.
Ὠφελεῖ, βέβαια, καὶ αὐτό… λυσιτελεῖ πράγματι, φτάνει μονάχα νὰ μὴ σὲ κάνουν
τσακωτό! Δὲν ἀξίζει, ὡστόσο, τὸν κόπο ν’ ἀναλωνόμαστε σὲ κουβέντες γιὰ τέτοια
πράγματα. Νὰ μιλήσουμε μόνο γιὰ ὅσα ἔλεγα πρὶν ἀπὸ λίγο».
«Καταλαβαίνω», τοῦ εἶπα, «τί θέλεις
νὰ πεῖς, πλὴν ὅμως, νὰ σοῦ πῶ, παραξενεύτηκα μὲ αὐτὸ ποὺ κάνεις: τὴν ἀδικία τὴ
βάζεις στὴ μεριὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς σοφίας, ἐνῶ τὴ δικαιοσύνη στὰ ἀντίθετά
τους».
«Ἔτσι! Ἐκεῖ ἀκριβῶς τὶς βάζω».
«Αὐτό, καλέ μου φίλε», τοῦ εἶπα ἐγώ, «εἶναι
ἤδη στερεότερο, καὶ δὲν εἶναι εὔκολο νὰ βρεῖ κανεὶς νὰ πεῖ κάτι. Διότι, ἂν ὑποστήριζες
ὅτι ἡ ἀδικία ναὶ μὲν εἶναι λυσιτελὴς καὶ σοῦ παρέχει ὠφέλεια, ἀλλὰ ἂν συνάμα
παραδεχόσουν ὅτι εἶναι κάτι κακὸ ἢ αἰσχρό, ὅπως τὸ παραδέχονται κάποιοι ἄλλοι,
τότε, ἐντάξει, θὰ μπορούσαμε νὰ ἐπιστρατεύσουμε τὶς συνήθεις ἀπόψεις καὶ νὰ ποῦμε
κάτι· τώρα, ὅμως, εἶναι πρόδηλο τί θὰ ὑποστηρίξεις: θὰ μᾶς πεῖς ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι
κάτι καλό, κάτι ὡραῖο δηλαδή, καὶ συνάμα ἰσχυρό, καὶ ὅτι ἐσὺ τῆς ἀποδίδεις
ὅλα
ὅσα συνδέουμε ἐμεῖς μὲ τὴ δικαιοσύνη, ἀκριβῶς ἐπειδὴ τόλμησες νὰ τοποθετήσεις τὴν
ἀδικία στὴ μεριὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς σοφίας».
«Σωστὰ τὸ μάντεψες», μοῦ εἶπε.
«Ὡστόσο», εἶπα ἐγώ, «δὲν θὰ διστάσω καὶ δὲν
πρέπει νὰ διστάσω νὰ ἐξετάσω τὸ ὅλον πράγμα ἐπιστρατεύοντας λογικὴ ἐπιχειρηματολογία,
διότι πλέον ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι ὅσα λὲς τώρα τὰ ἔχεις σκεφτεῖ πραγματικά. Ναί,
Θρασύμαχε, τώρα μοῦ δίνεις τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν μὲ κοροϊδεύεις καὶ ὅτι
πιστεύεις πραγματικὰ ὅ,τι παρουσιάζεις ὡς γνώμη σου».
«Κι ἐσένα τί σὲ νοιάζει», μοῦ εἶπε, «ἂν ἐγὼ
πιστεύω ἢ δὲν πιστεύω ὅ,τι λέω; Γιατὶ δὲν ἀρκεῖσαι στὸν ἔλεγχο τῶν ἐπιχειρημάτων
μου;».
«Καθόλου δὲν μὲ νοιάζει», τοῦ ἀποκρίθηκα.
«Κάνε, ὅμως, τὸν κόπο νὰ μοῦ δώσεις ἀπάντηση σ’ αὐτὸ ποὺ θὰ ρωτήσω: θὰ ἤθελε
ποτὲ δίκαιος ἄνθρωπος νὰ ἀδικήσει ἄλλον δίκαιο ἄνθρωπο γιὰ νὰ ἔχει παραπάνω ἀπὸ
ἐκεῖνον; — τὴ γνώμη σου θέλω».
«Μὲ κανέναν τρόπο», μοῦ ἀποκρίθηκε. «Διότι
τότε δὲν θὰ ἦταν οὔτε ἀστεῖος, ὅπως τώρα, οὔτε καὶ εὐήθης».
Τὸν ρωτάω τότε: «Καὶ τί θὰ ἤθελε; Νὰ ὑπερβεῖ
τὰ ὅρια τῆς δίκαιης πράξης;»
«Οὔτε κι αὐτό», μοῦ ἀπάντησε.
«Μήπως, ὅμως, ὁ δίκαιος ἀξίωνε νὰ ἔχει
περισσότερα ἀπὸ τὸν ἄδικο, καί, ἂν ναί, θὰ τὸ θεωροῦσε αὐτὸ δίκαιο ἢ ὄχι;» τὸν
ρώτησα.
«Καὶ θὰ τὸ ἀξίωνε καὶ θὰ τὸ θεωροῦσε
δίκαιο», μοῦ ἀπάντησε, «ἀλλὰ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει».
«Δὲν σὲ ρωτῶ αὐτό», τοῦ εἶπα. «Σὲ ρωτῶ ἂν
δέχεσαι αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ: ὁ δίκαιος ἄνθρωπος δὲν ἔχει τὴν ἀξίωση οὔτε καὶ θέλει
ποτὲ νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ἕναν ἄλλο δίκαιο ἄνθρωπο· ἀλλὰ ἀπὸ ἕναν ἄδικο τὸ
θέλει».
«Ἔτσι ὅπως τὸ λὲς εἶναι», εἶπε.
Τὸν ρωτῶ τότε: «Μὲ τὸν ἄδικο, ὅμως, τί
γίνεται; Θέλει ὁ ἄδικος καὶ ἀξιώνει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ τὸν δίκαιο καὶ νὰ ὑπερβαίνει
τὰ ὅρια τῆς δίκαιης πράξης;»
«Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν τὸ θέλει ὁ ἄνθρωπος
ἐκεῖνος ποὺ ἀξιώνει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους;» μοῦ ἀπάντησε.
«Συνεπῶς ὁ ἄδικος ἄνθρωπος», του εἶπα, θὰ
θέλει νὰ ἔχει περισσότερα ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον ἄδικο ἄνθρωπο, θὰ ὑπερβαίνει τὰ
ὅρια τῆς δίκαιης πράξης καὶ θὰ ἀνταγωνίζεται τοὺς πάντες, προκειμένου νὰ πάρει
τοῦ λόγου του περισσότερα ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἔτσι εἶναι;»
«Ναί, ἔτσι εἶναι», μοῦ εἶπε.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.
Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια
ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ (346e8-348b8)
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ
ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΥ, συνέχεια
«Συνεπῶς, Θρασύμαχε», τοῦ εἶπα, «τὸ πράγμα
εἶναι πιὰ ὁλοφάνερο: καμία τέχνη καὶ καμία ἐξουσία δὲν δημιουργεῖ ὅ,τι εἶναι πρὸς
ὄφελός της· δημιουργεῖ, κατὰ τὰ προλεχθέντα, ὅ,τι εἶναι πρὸς ὄφελος ἐκείνων ποὺ
βρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐξουσία της· καὶ μὲ τὶς ἐντολὲς ποὺ τοὺς δίνει ἀποσκοπεῖ στὸ
νὰ ἐξασφαλίσει τὸ συμφέρον ἐκείνου ποὺ εἶναι ἀσθενέστερος — ὄχι τὸ συμφέρον τοῦ
ἰσχυρότερου. Τὸ συμφέρον τοῦ ἥττονος καὶ ὄχι τοῦ κρείττονος! Νά, λοιπόν, γιατὶ
κι ἐγώ, ἀγαπητέ μου Θρασύμαχε, ἔλεγα μόλις τώρα ὅτι κανεὶς δὲν θέλει νὰ ἀσκεῖ
δωρεὰν καὶ μὲ τὴ θέλησή του τὴν ὅποια ἐξουσία, νὰ κυβερνᾶ καί, κυβερνώντας, νὰ ἀναλαμβάνει
νὰ διορθώνει τὰ στραβὰ κι ἀνάποδα τῶν ἄλλων, 347a ἀλλά,
προκεριμένου νὰ τὸ κάνει, ἀπαιτεῖ μισθό, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὅποιος μέλλει νὰ ἀσκεῖ
σωστὰ τὴν τέχνη του ποτὲ δὲν πράττει ὅ,τι εἶναι τὸ καλύτερο γιὰ τὸν ἑαυτό του,
καὶ οὔτε δίνει ποτὲ τέτοιες ἐντολές… ἐντολὲς σύμφωνες μὲ τὴν τέχνη του… —
τουναντίον πράττει ὅ,τι εἶναι τὸ καλύτερο γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ὑπὸ τὴν ἐξουσία
του. Ἐξαιτίας ὅλων αὐτῶν ποὺ ἐπισημάναμε φαίνεται, λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο
γιὰ ὅσους θέλουν νὰ ἀσκήσουν κάποια ἐξουσία νὰ ὑπάρχει μισθός: μισθὸς εἴτε ὡς
χρηματικὴ ἀμοιβὴ εἴτε ὡς τιμητικὴ διάκριση, καὶ βεβαίως ὡς ζημία, παναπεῖ
ὡς ποινή, στὴν περίπτωση ποὺ δὲν τὴν ἀσκήσουν».
«Ὅταν λὲς ποινή, τί ἐννοεῖς,
Σώκράτη;», ρώτησε ὁ Γλάυκων. «Σὲ ρωτάω, διότι τοὺς δύο μισθούς, ποὺ εἶπες, τοὺς
ξέρω· ἀλλὰ τὴν ζημία, ποὺ ἀνέφερες, δὲν καταλαβαίνω πῶς τὴν ἐννοεῖς… καὶ
μάλιστα τὴν ἐκλαμβάνεις ὡς μορφὴ μισθοῦ».
«Ἄρα», τοῦ εἶπα, «δὲν καταλαβαίνεις ποιός
εἶναι ὁ μισθός, ἡ ἀνταμοιβὴ τῶν ἀρίστων. Οἱ πιὸ κατάλληλοι ἄνθρωποι ἀναλαμβάνουν
καθήκοντα κυβερνητικά, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀνταμοιβή, 347b καὶ ἐφόσον βεβαίως θέλουν νὰ κυβερνοῦν.
Ἢ μὴν τυχὸν δὲν ξέρεις ὅτι ἀμφότερες ἡ φιλοδοξία καὶ ἡ φιλοχρηματία καὶ θεωροῦνται
καὶ εἶναι ὄνειδος;»
«Καὶ βέβαια τὸ ξέρω», εἶπε.
«Νά, λοιπόν, γιὰ ποιόν λόγο», τοῦ εἶπα
τότε ἐγώ, «οἱ καλοὶ καὶ ἄξιοι ἄνθρωποι δὲν θέλουν νὰ ἐξουσιάζουν οὔτε γιὰ τὰ
χρήματα οὔτε γιὰ τὴ δόξα· διότι δὲν θέλουν νὰ χαρακτηρίζονται οὔτε μισθωτοί
—μίσθαρνα ὄργανα δηλαδή—, ἐπειδὴ εἰσπράττουν φανερὰ μισθό ἕνεκα τῶν
προσφερόμενων ἀπὸ αὐτοὺς ὑπηρεσιῶν, οὔτε κλέφτες, ἐπειδὴ παίρνουν κρυφὰ χρήματα
ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῆς ἐξουσίας τους. Ἀπ’ τὴν ἄλλη μεριὰ δὲν τὸ ἐπιλέγουν χάριν τῆς
δόξας, καθότι δὲν εἶναι φιλόδοξοι. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ὑπάρχει 347c κάποια μορφὴ ἐξαναγκασμοῦ καὶ κάποιο
εἶδος ζημίας, κάποια ποινὴ δηλαδή, ἂν σκοπεύουν νὰ ἀσκήσουν ἐξουσία… — γι’ αὐτὸ
κι ἔχει καταντήσει νὰ θεωρεῖται σχεδὸν ντροπιαστικὴ γιὰ τὸν καθένα ἡ ἐθελούσια ἀνάληψη
κυβερνητικοῦ ἀξιώματος, προτοῦ ἐξαναγκαστεῖ πρὸς τοῦτο. Ἡ δὲ μεγαλύτερη ζημία
του… ἡ μεγαλύτερη ἐννοῶ τιμωρία του εἶναι νὰ ἐξουσιάζεται ἀπὸ κάποιον πονηρότερό
του… ἀπὸ κάποιον χειρότερό του μὲ ἄλλα λόγια, ἀπ’ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἴδιος
δὲν δείχνει θέληση νὰ κυβερνᾶ. Προσωπικῶς θεωρῶ ὅτι οἱ καλοὶ καὶ ἄξιοι, ἀκριβῶς
ἐπειδὴ φοβοῦνται τὴν εἰρημένη τιμωρία, δέχονται νὰ ἀσκήσουν ἐξουσία, ἂν τύχει ποτὲ
νὰ τὴν πάρουν στὰ χέρια τους· καὶ τότε, στὴν περίπτωση αὐτή, ἀναλαμβάνουν νὰ τὴν
ἀσκήσουν καὶ νὰ κυβερνήσουν ὄχι μὲ τὴ σκέψη ὅτι προσδοκοῦν κάτι καλὸ ἢ ἔστω ὅτι
θὰ καλοπεράσουν, ἀλλὰ ἔχοντας στὸν νοῦ τους ὅτι ἀναλαμβάνουν νὰ πράξουν 347d κάτι ποὺ εἶναι ἐξαναγκασμένοι νὰ
πράξουν καὶ ποὺ δὲν ἔχουν κάποιους καλύτερους ἢ ἔστω ὅμοιούς τους, γιὰ νὰ τοὺς ἀναθέσουν
τὸ ἔργο αὐτό. Διότι φαίνεται ξεκάθαρα ὅτι, ἂν ὑπῆρχε μιὰ πόλη μὲ ἀνθρώπους ἀγαθούς…
μὲ καλοὺς καὶ ἄξιους ἀνθρώπους… στὴν πόλη αὐτὴ τὸ πιθανότερο θὰ ἦταν νὰ εἶναι
πολυπόθητη ἡ μὴ ἄσκηση κυβερνητικῆς ἐξουσίας — ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο, δηλαδή, μὲ
τώρα, ὁποὺ πολυπόθητη εἶναι ἡ ἄσκηση κυβερνητικῆς ἐξουσίας· ἔτσι θὰ γινόταν ὁλοφάνερο
ὅτι ἐκ φύσεως ὁ ἀληθινὸς ἄρχοντας καὶ ἐξουσιαστὴς δὲν ἀποβλέπει στὸ ἀτομικό του
συμφέρον, ἀλλὰ μεριμνᾶ γιὰ τὸ συμφέρον τῶν ἀρχομένων καὶ ἐξουσιαζομένων του. Ἔτσι
δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος μὲ νοῦ καὶ γνώση ποὺ δὲν θὰ προτιμοῦσε νὰ ἔχει ὁ ἴδιος ὄφελος
ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀπ’ τὸ νὰ παρέχει ὀφέλη σὲ ἄλλους καὶ νὰ μπερδεύεται στοὺς
μπελάδες τῶν ἄλλων. Στὸ θέμα αὐτὸ διαφωνῶ πλήρως μὲ τὸν Θρασύμαχο, 347e ὅταν
λέει ὅτι δίκαιο εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ ἰσχυρότερου. Τὸ θέμα, ὡστόσο, αὐτὸ θὰ τὸ
συζητήσουμε κάποιαν ἄλλη φορά. Πολὺ πιὸ σοβαρὸ μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι τὸ ἄλλο
θέμα ποὺ θίγει τώρα ὁ Θρασύμαχος, ὅταν ἰσχυρίζεται ὅτι τοῦ ἄδικου ἀνθρώπου ἡ ζωὴ
εἶναι καλύτερη ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ δίκαιου. Πές μας, λοιπόν, τώρα ἐσύ, Γλαύκωνα, τί ἀπ’
τὰ δύο διαλέγεις; Ποιά ἀπ’ τὶς δύο ἀπόψεις νομίζεις ὅτι εἶναι πλησιέστερη στὴν ἀλήθεια;»
«Γνώμη μου εἶναι ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ δίκαιου ἀνθρώπου
παρέχει περισσότερα ὀφέλη».
348a «Μήπως δὲν ἄκουσες», τοῦ εἶπα ἐγώ,
«τὸν Θρασύμαχο ν’ ἀπαριθμεῖ τὰ τόσα καὶ τόσα ὀφέλη ποὺ προκύπτουν γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ
ἄδικου;»
«Τὸν ἄκουσα», εἶπε, «ἀλλὰ δὲν μὲ ἔπεισε».
«Θέλεις, πές μου, νὰ τὸν πείσουμε ἐμεῖς, ἂν
βεβαίως μπορέσουμε νὰ βροῦμε τὸν τρόπο, ὅτι ὅσα λέει δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἀλήθεια;»
«Γιατί νὰ μὴ θέλω;» μοῦ ἀποκρίθηκε.
«Ἂν ἐμεῖς», τοῦ εἶπα, «ποὺ ὑποστηρίζουμε τὰ
ἀντίθετα ἀπ’ αὐτὀν, τοῦ ἀναφέρουμε στὸν σχετικὸ διάλογό μας τὰ καλὰ ποὺ ἔχει τὸ
νὰ εἶναι κανεὶς δίκαιος, καὶ ἔπειτα μιλήσει αὐτὸς καὶ μᾶς πεῖ κάτι ἄλλο, καὶ ὕστερα
ξαναμιλήσουμε ἐμεῖς καὶ τοῦ ποῦμε κάτι ἄλλο, θὰ χρειαστεῖ νὰ μετρᾶμε συνέχεια
καὶ νὰ ἐπανυπολογίζουμε 348b πόσα καλὰ ἔχουμε ἀναφέρει γιὰ τὴν καθεμιὰ ἀπ’ τὶς δύο
πλευρές μετὰ ἀπὸ κάθε τοποθέτρησή μας, ὁπότε πλέον θὰ χρειαστεῖ νὰ καλέσουμε
δικαστές, γιὰ νὰ κρίνουν καὶ νὰ ἐκδώσουν ἀπόφαση. Ἄν, ὅμως, συνεχίσουμε τὴν ἐξέταση
τοῦ θἐματος μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὸ κάναμε πρίν, συμφωνώντας μεταξύ μας ὡς πρὸς τὸ
ποῦ συμφωνοῦμε ἢ διαφωνοῦμε, θὰ εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι καὶ δικαστὲς καὶ
δικηγόροι».
«Βεβαιότατα, συμφωνῶ», εἶπε.
«Πές μου, λοιπόν, τότε ποιός ἀπ’ τοὺς δύο
τρόπους σοῦ ἀρέσει περισσότερο», τὸν ρώτησα.
«Ὁ τελευταῖος», μοῦ ἀπάντησε.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.














