ΣΑΠΦΩ
Η ΓΑΜΗΛΙΑ ΠΟΜΠΗ ΤΟΥ ΕΚΤΟΡΑ ΚΑΙ ΤΗΣ
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗΣ
Ἀπ’ τὴν Κύπρο […]
Τρέχοντας ἔφτασε ὁ
κήρυκας καί, ὅταν ἐσταμάτησε
ὁ Ἰδαῖος ὁ γρήγορος
μαντατοφόρος, τὴν εἴδηση διαλάλησε:
« […]
κι ἀπ’ ὅλης τῆς Ἀσίας τὰ
χώματα τὴ δόξα, τὸ κλέος τὸ ἄφθαρτο.
Ἀπὸ τὴ Θήβα τὴν πανίερη
καὶ ἀπὸ τὴν πάνδροση Πλακία
ὁ Ἕκτορας καὶ οἱ φίλοι
του ὅλοι τὴν ἁβρὴ Ἀνδρομάχη φέρνουν
μὲ τ’ ἀστραποβόλο βλέμμα·
σὲ καράβια ἐπάνω εἶναι ποὺ σκίζουν
τ’ ἁλμυρὸ νερό. Χρυσὰ
βραχιόλια πλῆθος ἔχει· τὰ ἐνδύματά της,
τὰ βαμμένα στὴν πορφύρα,
τῆς τὰ χαϊδεύουν οἱ πνοὲς τοῦ ἀνέμου·
καὶ φοράει κοσμήματα ἀκριβά·
κι ἀμέτρητα ποτήρια κουβαλάει
μὲ ἀσήμι καὶ μὲ φίλντισι ὅλα
τους φτιαγμένα, δῶρα μὲ τέχνη στολισμένα».
Αὐτὰ σὰν εἶπε, σηκώθηκε ὄρθιος
παρευθὺς ὁ ἀγαπημένος του πατέρας.
Καὶ ἡ φήμη ἁπλώθηκε σ’ ὁλόκληρη,
παντοῦ, τὴν πόλη — σὲ φίλους καὶ γνωστούς.
Στιγμὴ δὲν ἄργησαν τῶν
Τρώων οἱ λεβέντες: ἐπιάσαν ἀπ’ τοὺς στάβλους
κι ἔζεψαν μεμιᾶς τ’ ἁμάξια
τὰ καλλίτροχα σὲ δυνατὰ μουλάρια,
κι ἐπάνω τους ἀνέβηκε ἀμέτρητος
λαός, μαζί τους κι οἱ γυναῖκες,
καὶ παντρεμένες καὶ ἄγαμες,
μὲ τὰ σφυρά τους τ’ ἁπαλογλυμμένα,
καὶ χωριστά, ἐπάνω σ’ ἄλλην
ἅμαξα ἤτανε οἱ θυγατέρες τοῦ Πριάμου,
καὶ πιὸ πίσω οἱ ἄντρες
στ’ ἄρματα περήφανα ἄλογα ἔζεψαν μὲ συνδρομὴ
ἀπ’ τοὺς λεβεντονιούς κι ὅλα
τὰ παλικάρια. Χαρούμενος καὶ μὲ φωνὲς
ἀκολουθοῦσε ὁ λαός, ἐνῶ οἱ
ἁμαξάδες τὰ ζωηρὰ πουλάρια ἑτοίμαζαν
[…] ἀπὸ τὰ χάμουρά τους
συγκρατώντας τα […]
………………………………………………
Κι ἐκεῖνοι οἱ δυό, μὲ
θεϊκὴ θέ νά ’λεγες μορφή, στὸ ἅρμα τους ἐπάνω,
ὁ Ἔκτορας και ἡ Ἀνδρομάχη,
ἁγνό, σεβαστικὸ τραγούδι ἐτραγουδοῦσαν·
μ’ ἐνθουσιασμὸ καὶ ὁρμή ὁ
κόσμος ὅλος κι ὁ λαὸς στὸ Ἴλιο ἀνέβηκε.
Γλυκόλαλος ἠχοῦσε αὐλὸς μὲ
κιθαρίσματα ἑνωμένος
μὰ καὶ μὲ χτύπους ἀπὸ
κρόταλα· λιγύφωνες παρθένες
τερπνὰ τραγούδια ἁγνὰ ἔλεγαν
καὶ ἀγάλλονταν οἱ αἰθέρες —
ἦχοι θεσπέσιοι καὶ
γέλωτες θεῶν ἀπὸ τὸν Ὄλυμπο ἐγίνανε ἕνα.
Παντοῦ στοὺς δρόμους ἄνθη
σκόρπια· καὶ γεμίζαν
κρατῆρες καὶ φιάλες μὲ
κρασί […]
μύρα καὶ κανέλα καὶ
λιβάνι: κράμα μοσχοβολιᾶς ἀνίκητο·
οἱ γηραιότερες γυναῖκες μὲ
τελετουργικὸ ἀλάλαζαν ρυθμὸ
κι οἱ ἄντρες τὸν ὄρθιο ἀνάπεμπαν
ὑπέροχο παιάνα
στὸν ἑκηβόλο Ἀπόλλωνα
καλώντας τον τὴν λύρα του νὰ κρούσει
καὶ ὑμνοῦσαν ὅλοι τους τὴν
Ἀνδρομάχη καὶ τὸν Ἕκτορα
που θεϊκὴ μορφὴ εἴχανε κι
οἱ δυό τους.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


















