Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟ ΟΡΓΑΝΟ

 


ALBERTO LAISECA

 

ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟ ΟΡΓΑΝΟ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

Όργανο μουσικό με πλήθος μπαμπού κατασκεύασα.

Είναι σαν νερό που επιπλέει στο χώμα.

Αέρινο έχει ιδεόγραμμα, παρόμοιο με όργανο,

όταν θερμαίνεται απ’ την πλευρά του την πύρινη.

 

Νου Πινγκ. Δυναστεία Τσεν.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΟΣ

 


ALBERTO LAISECA

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΟΣ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

 Έντεκα χρόνια έχουν περάσει από τότε που έφυγες.

Μπορεί κανένας να μην παίζει πια εκείνο το κόκκινο λαούτο,

εγώ όμως ακόμα ακούω τον αιωρούμενο αποχαιρετισμό του.

Τ’ άλογα επέρασαν χτες απ’ το σπίτι που μένω,

μα το κοράλλι ακόμα ντιντινίζει στο τραπέζι μου.

Το απόγευμα δεν έχει τελειώσει,

και ο αγρότης έχει ακόμα δουλειές στον ορυζώνα.

Ούτε η πιο αυστηρή πειθαρχία δεν κατάφερε

να διαλύσει την πρωινή ομίχλη

που κρατάω στου χεριού μου τη χούφτα.

 

Γιανγκ Τσενγκ, Δυναστεία Τανγκ.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

ΤΟ ΡΥΖΙ ΠΟΥ ΤΡΩΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΙΑΤΟ

 


ALBERTO LAISECA

 

ΤΟ ΡΥΖΙ ΠΟΥ ΤΡΩΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΙΑΤΟ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

Στο Βασίλειο του Τσου υπάρχει ένα δέντρο·

πεντακόσια χρόνια κρατάει η άνοιξή του.

Στον κήπο μας, όμως,

η λάμψη των ανθών της δαμασκηνιάς θα κρατήσει λίγο.

Βόρεια της Ουράνιας Λίμνης ζει ένα ψάρι·

κάθε του μάτι έχει πεντακόσια λι

και κάθε λέπι του είναι τόσο μεγάλο,

όσο και η ασπίδα που κρατούν τα τζίνια.

Εσύ, όμως, τη μεσαυλή ποτίζεις του σπιτιού μας.

Στ’ ανατολικά, πιο πέρα ​​απ’ την ψηλότερη οροσειρά,

ζει ένα πουλί μονάχο·

όποτε ξύνει το χώμα για να πιεί απ’ τη δροσιά του,

την επαρχία Κουάν Τανγκ τη χτυπάει σεισμός.

Σχεδόν ποτέ του δεν πετάει·

κι όταν πετάει, αλλάζουνε τα δέντρα τόπο,

το καλοκαίρι ανακατεύεται με τον χειμώνα.

Εσύ, όμως, σκούπισες την είσοδο να με καλωσορίσεις.

Στα δυτικά ζει ένας εξαιρετικά λιτοδίαιτος γίγαντας·

κάθε φορά που ξεκινάει

να διασχίσει την έρημο των εκατό χιλιάδων λι,

βάνει φαΐ στο δισάκι του μόνο για τρεις ημέρες·

κι όμως η επαρχία Κούμι στενάζει από την πείνα.

Εσύ, αγάπη μου, έχεις καρυκεύσει

το ρύζι που τρώμε από το ίδιο πιάτο.

Το δέντρο, το ψάρι, το πουλί και ο γίγαντας

παρακολουθούν την ευτυχία μας

και χαμογελούν,

μα τον λόγο είναι αδύνατον να τον εξιχνιάσουν.

 

Χο Γιουάν Τσεν. Θρυλική Δυναστεία.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Η ΦΥΣΗ

 


LUIS CERNUDA

 

Η ΦΥΣΗ

 

Του αγοριού πολύ του άρεσε να παρακολουθεί υπομονετικά, μέρα τη μέρα, το αφώτιστο μπουμπούκιασμα των φυτών και των ανθέων τους. Η εμφάνιση ενός φύλλου, αξετύλιχτου ακόμα και μόλις ορατού, το μισοδιάφανο πράσινό του πλάι σ’ εκείνο το στέλεχος που δεν υπήρχε χτες, το εγέμιζαν έκπληξη, και με μάτια εντατικώς προσεκτικά, και επί πολλή ώρα, ζητούσε να κατανοήσει την κίνησή του, την αόρατη ανάπτυξή του, όπως ακριβώς άλλοι θέλουν να δουν πώς κουνάει το πουλί εν πτήσει τα φτερά του.

 

Του άρεσε να παίρνει ένα τρυφερό βλαστάρι απ’  το φυτό το γινωμένο και να το φυτεύει αλλού, χωριστά, με το χέρι του, που θαν το λαχταρούσε μαλακό και απαλό, να του χαρίζει την απαραίτητη τότε φροντίδα, να το διατηρεί τις πρώτες μέρες σε μέρος σκιερό, να του ποτίζει την άπειρη δίψα του πρωί και βράδυ όποτε έκανε ζέστη – όλο τούτα το μπόλιαζαν το αγόρι εκείνο με ελπίδα εξόχως ανιδιοτελή.

 

Και τί χαρά, σαν είδε τα φύλλα επιτέλους ν’ ανοίγουν —το απαλό τους χρώμα χάρη στη διαύγειά του φαινόταν σχεδόν φωτεινό, καθώς αναδείκνυε ανάγλυφες τις φλέβες του—, μα άρχισαν κάποια στιγμή να σκουραίνουνε σταδιακά απ’ τον χυμό που κυλούσε δυνατότερός τους από μέσα τους. Ένιωσε σαν να είχε επιτελέσει ο ίδιος το θαύμα να δώσει ζωή, να ξυπνήσει κάτω, στα θεμέλια των χωμάτων, σαν άλλος θεός, τη μορφή που προηγουμένως κοιμόταν της ανυπαρξίας τον ύπνο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΕΝΑΝ ΑΝΤΡΑ ΘΥΜΑΜΑΙ

 



PABLO NERUDA

 

ΕΝΑΝ ΑΝΤΡΑ ΘΥΜΑΜΑΙ

 

Μιλώντας εγώ για τις ξαναμμένες φοινικιές

που τις φιλάει η θάλασσα η Καραϊβική ριγώντας

έρχομαι να πω ότι ανάμεσα στα τόσα μαύρα μάτια

τα πιο παλικαρίσια ήτανε τα μάτια του Μαρτί.

Ο άντρας εκείνος είδε μακριά και είδε κοντά

και τώρα που μιλάω εδώ η ματιά του ακόμα λάμπει —

λάμπει λες κι ο χρόνος δεν την έχει κατευνάσει:

η ματιά του είναι της Κούβας τα μάτια που ανθίζουν.

Τότε ήταν πολύ σκληρό και το σκοτάδι σ’  έχαυε μεμιάς,

της ανεξαρτησίας εάν ετόλμαγες τη δάφνη να υψώσεις·

και ήταν ρίσκο αφάνταστο τη λευτεριά να ονειρεύεσαι,

ήταν σαν ν’ άλλαζες τη ζωή σου με τον θάνατο.

Με πυροβολισμούς και με όνειρα όμως ο Μαρτί

και τον υπναρά εξύπνησε και τον χωριάτη

κι έστησε με αίμα και με λογισμό βαθύ

το αρχιτεκτόνημα του φωτός που μόλις γεννιόταν.

 

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

ΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΜΑΚΡΙΝΟ ΤΟΝ ΝΟΤΟ


 

PABLO NERUDA

 

ΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΜΑΚΡΙΝΟ ΤΟΝ ΝΟΤΟ

 

Έτσι αιμορραγούσε μες στα μπουντρούμια

το γενικό των δημοκρατιών γαρύφαλλο·

εσφίχτηκε της Κούβας η καρδιά, μαγκώθηκε

απ’  τους βασανιστές του Βατίστα,

ενώ είχε ήδη προλάβει ο Ουβίκο να τραβήξει στη Γουατεμάλα

του νταμαχιού τον τραγικό τον σύρτη.

Στα πιο πλατιά χώματα του πλανήτη,

σε όρη, σε κίτρινες παταγονίες,

σε ηφαίστια διαστιγμένα με νιφάδες χιονιού,

σε ποτάμια ισημερινά που πάλλονται

στον αμαζονικό αμερικάνικο Νότο,

οι ουλές της τυραννίας

μαρκάρουν τους ρημαγμένους της Παραγουάης τοίχους

και τις πέτρες τις πικρές της Βολιβίας.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

 


ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΑΤΟΣ

 

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

 

Θυμός λέγομαι.

Είμαι πάντα

μια ερώτηση που εκκρεμεί.

 

Δανείζω τον ήχο μου

στην αντίρρηση.

Στη διαμαρτυρία.

Στον κρότο των βημάτων στην άσφαλτο.

 

Στον ήχο του πολέμου.

Στο συριγμό της Χίμαιρας

και στη στεγνή ανάσα

των νεκρών.

 

Χτες με σας.

Σήμερα μαζί τους.

 

Φοράω το εγκόλπιο

των ωρών.

 

Μετράω τη σιωπή

με σιωπή.

 

Μιλάω της απόγνωσης

τα ρήματα.

 

Μείναμε μόνοι

η ερώτηση κι εμείς.

 

Όσοι περσέψανε.

 

Από μακριά

δηλώνω σας θυμάμαι.

 

Εγώ είμαι

που ξεχάσατε.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΧΩΡΑ

 


PABLO NERUDA

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΧΩΡΑ

 

Οἱ Ἀμερικὲς ἑνώνουν τὶς μέσες τους

ἀνάμεσα στοὺς δύο γαμήλιους ὠκεανούς:

ἀπ’ τὸν Ἀτλαντικὸ παίρνουν ἀφρούς,

ἀπ’ τὸν Εἰρηνικὸ καταρρακτώδη ἀστέρια·

ἔρχονται καὶ δένουν τὰ πλοῖα τῶν λευκῶν πόλων

φορτωμένα πετρέλαιο καὶ πορτοκαλάνθια·

οἱ ναυτικὲς ἀποθῆκες ἐρούφηξαν

ὅλο τὸ μυστικὸ ὀρυκτό μας αἷμα

ποὺ ὑψώνει τοὺς πύργους τοῦ πλανήτη

σὲ πρωτεύουσες ἀπαίσιες καὶ γεμάτες ἀγκαθότοπους.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἱδρύθηκε ἐδῶ ἡ αὐτοκρατορία

τοῦ δολλάριου μὲ τὰ θλιβερά του οἱκεῖα πρόσωπα·

οἱ αἰμοσταγεῖς κανίβαλοι τῆς Καραϊβικῆς

μασκαρεύτηκαν σὲ ἡρωικοὺς στρατηγούς·

καὶ βλέπεις βασίλειο ἀνηλεῶν ἀρουραίων,

κληρονομικὸ φέουδο ὅλο στρατιωτικὲς ροχάλες,

σπηλιὰ ρυπαρῶν δυναστῶν,

κανάλι τροπικῶν βούρκων,

σκοτεινὴ ἁλυσίδα βασάνων καὶ μαρτυρίων,

κομποσκοίνι κεφαλικῶν ποινῶν —

καὶ βλέπεις τὸ δολλάριο νὰ κυβερνάει τὴν ἀναισχυντία

μ’ ἕναν κάτασπρο στόλο ριγμένον στὶς θάλασσες

νὰ ξεπουλάει τῆς μπανάνας τὸ ἄρωμα

καὶ τοὺς ἀναρίθμητους κόκκους ἀπ’ τὶς φυτεῖες τοῦ καφέ,

νὰ διαιωνἰζει στ’ ἁγνὰ χώματά μας

τοὺς διάφορους βουτηγμένους στὸ αἷμα τρουχίγιους.

Καημένη Ἀμερικὴ πνιγμένη στὸ αἷμα,

μὲ τὸ μισό σου κορμὶ χωμένο στὰ βουρκόνερα,

καρφωμένη μὲ ἀγκάθια στὸν σταυρό,

σιδηροδέσμια καὶ δαγκωμένη ἀπ’ τὰ σκυλιά,

γινωμένη ἀπ’ τοὺς εἰσβολεῖς χίλια δυὸ κομμάτια,

λαβωμένη ἀπ’ τὰ βασανιστήρια καὶ ἀπ’ τὶς χειροδικίες,

συρμένη ἀπὸ μυθικοὺς ἀνέμους,

ἀπὸ ἱερόσυλα παζαρέματα καὶ κολοσσιαῖες ληστεῖες,

Ὦ κομψὴ ἁλυσίδα τῶν μεγάλων μόχθων καὶ πόνων,

ὦ ξαναντάμωμα καὶ ἕνωση τῶν θρήνων δύο ὠκεανῶν.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ


PIER PAOLO PASOLINI

 

ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

 

Για μερικά χρόνια αυτό το φρικτό φαινόμενο της κακότητας και της ηλιθιότητας, που είναι ο φασισμός, φαινόταν αδρανές και ξεπερασμένο: είχε, εν ολίγοις, γίνει θέμα νοσταλγίας, όπως λένε, θέμα ντεμοντέ, με την πατίνα του χρόνου, σαν έπιπλο Αρ Νουβώ. Και, ως τέτοιο, είναι τώρα πια ακίνδυνο, παρά την ηθική του ασχήμια. Λοιπόν: όλοι μας κάναμε λάθος. Ο φασισμός συνεχίζει να σέρνεται σαν φίδι στην Ιταλία, στην Ευρώπη και στην Αμερική. Και όπως είναι φυσικό, ο φασισμός δεν είναι παρά ένα από τα ιδεολογικά στοιχεία του καπιταλισμού. Και όσο υπάρχει ο καπιταλισμός, θα υπάρχει και ο φασισμός για να τον υπερασπίζεται, να τον συντηρεί και να τον υποστηρίζει.

 

Πηγή: "Una rapina fallita due volte" στο "Il Reporter», 8 Μαρτίου 1960. Βλ. επίσης: Pasolini. Saggi sulla letteratura e sull'arte, τ. II, με την επιμέλεια του Walter Siti και της Silvia De Laude, Milano, Mondadori, I Meridiani, 1999, σσ. 2280-2284.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 


ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...

 








ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΟΥ ΤΟΥ ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΟΥΖΙΛ

 



Νίκος Κάσσιος

13 ώρ. 
Ο φίλος μας Yorgos Kentrotis μερίμνησε εκ νέου για τον πνευματικό μας επισιτισμό, αυτή τη φορά δωρίζοντάς μας τις μεταφρασμένες από τον ίδιο «Ιστορίες που δεν είναι ιστορίες» του Ρόμπερτ Μούζιλ. Για συλλογή σύντομων διηγημάτων πρόκειται, της oποίας ο τίτλος δίνει την εντύπωση της αντίφασης, αλλά η αντίφαση αυτή αίρεται, εάν εννοήσουμε στο τέλος ακόμη μια λέξη, όπως «αρχετυπικές» ή «συνήθεις»· ό,τι διαβάζουμε είναι μεν ιστορίες, αλλά κάτι τους λείπει από τα άλλως απαραίτητα υλικά των ιστοριών: από άλλες ο τόπος και ο χρόνος, από άλλες η πλοκή, απ’ όλες η έκταση. Αυτά που από καμία δεν λείπουν είναι αφενός η ευαισθησία του αφηγητή -χρησιμοποιώ τη λέξη «ευαισθησία» ακριβώς με τη σημασία που της δίνουν τα συνθετικά της μέρη-, ο οποίος εντοπίζει ενδιαφέρουσες εκδοχές της conditio humana σε ανύποπτα καθημερινά στιγμιότυπα, και αφετέρου η τεχνήεσσα εκφραστική λιτότητα με την οποία τις επενδύει και η οποία μεταφέρεται με τη μεσολάβηση του μεταφραστή στη γλώσσα αφίξεως (- όχι, δεν ξέρουμε γερμανικά, αλλά ξέρουμε τον Γιώργο). Να ευχαριστήσουμε ξανά; Να ευχαριστήσουμε, με την πεποίθηση ότι κάποιες λέξεις ανθίστανται –έτσι επιβάλλεται– στη φθορά της συχνής επανάληψης.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Η ΑΣΤΥΝΟΜΙ ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΜΟΥ ΒΟΥΔΑ

 


PIER PAOLO PASOLINI

 

[Η ΑΣΤΥΝΟΜΙ ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΜΟΥ ΒΟΥΔΑ]

 

Ὁ Βούδας… ὁ ἐπιλεγόμενος Βούδας κοιμόταν κι ἐλόγου του ἥσυχα-ἥσυχα. Εἶχε πέσει καὶ κοιμόταν μὲ τὰ ροῦχα, γιατί ’ταν κουρασμένος, ἀφοῦ πιὸ πρὶν τὸ βράδυ τά ’χε ψιλοκοπανήσει. Φοροῦσε τὴ φόρμα του, κι ἀπ’ τὸ κεφάλι δὲν εἶχε βγάλει τὴν τραγιάσκα, ποὺ τὴ φοροῦσε μάλιστα ναπολιτάνικα, κατεβασμένη ἴσαμε τὰ φρύδια, ἐνῶ τ’ ἀκάλυπτα ἀπὸ πίσω σγουρά του μαλλιὰ εἶχαν μείνει ὄρθια. Ἔτσι κοιμόταν στὰ πόδια ἑνὸς ἡμίδιπλου κρεβατιοῦ, πεσμένος κατὰ φάρδος, μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα καὶ τὰ δυὸ παιδιά του. Στὸ ἄλλο ράντζο, ποὺ δὲν εἶχε στρῶμα, κοιμόταν ἡ μάνα του.

Ἔμενε σ’ ἕνα καλυβόσπιτο δίπλα στὶς λαϊκὲς πολυκατοικίες, ἐκεῖ ποὺ ἄρχιζε ἡ ἐξοχὴ πρὸς τὴ μεριὰ τοῦ Ἀνιένε, στὸ Μέσι ντ’ ὄρο. Ὅλο τὸ δάπεδο ἦταν ἄστρωτο, δίχως τοῦβλα· τὰ εἶχε πουλήσει ὅλα. Στὸ μεγάλο δωμάτιο ὑπῆρχαν μόνο ἐκεῖνα τὰ δύο κρεβάτια, τὸ ἕνα κολλητὰ στὸν ἕναν τοῖχο καὶ τὸ ἄλλο κολλητὰ στὸν ἄλλον, καὶ δυὸ καρέκλες γιὰ ν’ ἀκουμπᾶνε πάνω τους τὰ ροῦχα, τίποτ’ ἄλλο. Ὅλα τὰ καλώδια τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἦταν ξηλωμένα· ὑπῆρχαν καὶ δυὸ χοντρὲς σταξιὲς ἀπὸ κερὶ στὶς καρέκλες μπροστὰ ἀπὸ τὰ κρεβάτια, ἀφοῦ μὲς στὸ δωμάτιο ἔβλεπαν κρατώντας κερί.

Στὸ σπίτι τοῦ Βούδα μπούκαραν μὲ τὴ μία — βρῆκαν ἀνοιχτὴ τὴν πόρτα. Ἔριξαν φῶς μέσα κρατώντας καὶ τ’ αὐτόματα. Μετὰ ρώτησαν: «Ἐδῶ μένει ὁ Ποστιλιόνε Βιρτζίνιο;» Ὁ Βούδας ξύπνησε, ἔτριψε τὰ μάτια του, ἀνεβοκατέβασε δυὸ-τρεῖς φορὲς τὴν τραγιάσκα του ἀλλάζοντάς της συνέχεια θέση στὴ γκλάβα του, ὥσπου τὴν ξανακατέβασε τόσο πολὺ μέχρι τὰ βλέφαρα, ποὺ γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ βλέπει ἔπρεπε νὰ κρατάει τὸ σαγόνι του σηκωμένο ἀρκετὰ ψηλά. «Ὄχι, κοιτάξτε νὰ δεῖτε», εἶπε, «ἐδῶ δὲν μένει κανένας Ποστιλιόνε, ἐδῶ μένει ὁ Ντὶ Σάλβο Τζοβάνι…» «Ἡ κυρία σας πῶς λέγεται;» ρώτησαν μετὰ στρέφοντας τὰ ὅπλα πρὸς τὴ σύζυγό του.

«Σπιτσικίνι Τερέζα», εἶπε ὁ Βούδας· «αὐτὸς ποὺ ζητᾶτε δὲν εἶναι ἐδῶ… ὄχι, δὲν εἶναι ἐδῶ! «Πῶς; Πῶς εἴπατε ὅτι λέγεσθε;» τὸν ρώτησε τότε ἕνας δεκανέας. «Ντὶ Σάλβο Τζοβάνι», ἐπανέλαβε ὁ Βούδας. Ὁ δεκανέας τὸν κοίταξε καλά-καλά. «Ἐλᾶτε, ἐλᾶτε κι ἐσεῖς!» εἶπε. «Πῶς; Τί;» εἶπε ὁ Βούδας γεμάτος ἔκπληξη καὶ ἀθωότητα. Τὸν ἔπιασαν, ὅμως, δύο ἀστυνομικοί, ὁ ἕνας ἀπὸ δῶ κι ὁ ἄλλος ἀπὸ κεῖ, κι ἔτσι ἀναγκαστικὰ ὁ Βούδας συμμορφώθηκε. Γύρισε στὴ γυναίκα του, ποὺ καθόταν καὶ κοίταζε μὲ τὰ δυὸ ἀγοράκια τους, πού ’χανε στὸ μεταξὺ ξυπνήσει καὶ κοίταζαν κι ἐκεῖνα τὸν πατέρα τους, καὶ εἶπε: «Καληνύχτα, καλή μου!»

 

Μετάφραση : Γιῶργος Κεντρωτής.