ΑΛΩΝΑΚΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026
ΒΙΒΛΙΑ... ΒΙΒΛΙΑ...
Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026
Ο ΜΑΡΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΔΦΟΣΦΑΙΡΟ
GABRIEL GARCÍA MÁRQUEZ
Ο ΟΡΚΟΣ
Έτσι τότε αποφάσισα να
πάω στο γήπεδο. Και αφού ο αγώνας ήταν πολύ σπουδαιότερος από οποιονδήποτε άλλον
στο παρελθόν, έπρεπε να ξεκινήσω από νωρίς-νωρίς. Ομολογώ ότι ποτέ στη ζωή μου
δεν έφτασα τόσο πολύ νωρίς πουθενά, ούτε ότι έχω φύγει ποτέ από πουθενά τόσο
εξαντλημένος. Ο Αλφόνσο και ο Χερμάν δεν ανέλαβαν ποτέ την πρωτοβουλία να με
προσηλυτίσουν στην κυριακάτικη θρησκεία του ποδοσφαίρου, μολονότι μάλλον
υποψιάζονταν ότι θα ερχόταν μέρα που εγώ θα γινόμουν ο φανατικότερος των φανατικών,
ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως επίχρισμα πάνω τους, επίχρισμα που θα
μπορούσε να θεωρηθεί ως το έσχατο λείψανο πολιτισμού, μιας και βρέθηκα χθες [14
Ιουνίου 1950] στις κερκίδες του δημοτικού σταδίου. Η πρώτη στιγμή, κατά την
οποία συνειδητοποίησα πεντακάθαρα ότι είχα μετατραπεί σε οπαδό, ήταν όταν
παρατήρησα ότι σε όλη μου τη ζωή είχα κάτι, για το οποίο συχνά καυχιόμουν, και
το οποίο χθες με ενοχλούσε με τρόπο που δεν μπορούσα να αποδεχθώ: ήταν μια
αίσθηση γελοιότητας. Τώρα πια καταλαβαίνω γιατί αυτοί οι κύριοι, οι συνήθως
τόσο τυπικοί και κολλαριστοί, νιώθουν σαν ψάρια μέσα στο νερό, όταν φορούν, με τον
δέοντα σεβασμό, φανέλες με διάφορα χρώματα.
Με αυτή τη μοναδική πράξη
μεταμορφώνονται αυτόματα σε διαφορετικούς ανθρώπους, ωσάν η φανέλα να μην είναι
τίποτα περισσότερο από τη στολή μιας νέας προσωπικότητας. Δεν ξέρω αν ο αριθμός
μητρώου μου ως οπαδού είναι ακόμα πολύ φρέσκος, για να μου επιτρέπει να κάνω
ορισμένες προσωπικές παρατηρήσεις σχετικά με τον χθεσινό αγώνα, αλλά επειδή
έχουμε ήδη συμφωνήσει ότι μία από τις ουσιώδεις προϋποθέσεις για να είσαι
οπαδός είναι η πλήρης και αποδεκτή απώλεια κάθε αίσθησης του γελοίου, θα πω τι
είδα –ή τι νόμιζα ότι είδα χθες το απόγευμα– για να δώσω στον εαυτό μου την
πολυτέλεια να ξεκινήσω αμέσως να παραθέτω όσες αθλητικές γνώσεις κρατούσα εντός
μου μυστικές. Στο πρώτο ημίχρονο μού φάνηκε ότι από την αρχή-αρχή η Τζούνιορ είχε
πάρει τον αέρα των Μιγιονάριος. Αν η άσπρη γραμμή, που χωρίζει το γήπεδο στα
δύο, σημαίνει κάτι, η προηγούμενη δήλωσή μου είναι σωστή και αληθινή, αφού στο
πρώτο ημίχρονο σπανιότατα η μπάλα βρέθηκε στο μισό κομμάτι του γηπέδου που
αναλογούσε στη Τζούνιορ. (Εντάξει με το ντεμπούτο μου ως σχολιαστή
ποδοσφαίρου;)
Από την άλλη μεριά, αν οι
παίκτες της Τζούνιορ δεν ήταν παίκτες αλλά συγγραφείς, μου φαίνεται ότι ο Δάσκαλος
Ελένο θα ήταν ένας εξαιρετικός συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Η υπολογιστική
του διαίσθηση, οι μετρημένες ερευνητικές του κινήσεις και, τέλος, οι γρήγορες
και απροσδόκητες ανατροπές της πλοκής τού δίνουν όση αξία επαρκεί, για να είναι
ο δημιουργός ενός νέου αστυνομικού μυθιστορήματος για το αστυνομικό
μυθιστόρημα. Ο Αρόλδο, από τη μεριά του, θα ήταν ένα είδος Μαρσελίνιο Μενέντες
υ Πελάγιο, μ’ εκείνη την βραζιλιάνικη ικανότητά του να βρίσκεται την ίδια
στιγμή παντού και συνάμα να εργάζεται παντού, φροντίζοντας έντεκα κυρίους
ταυτόχρονα, σαν ο στόχος να μην ήταν να σκοράρει ένα γκολ, αλλά να γράψει όλους
τους ογκώδεις τόμους που έγραψε ο δον Μαρσελίνιο. Ο Βερασκοτσέα θα ήταν, ούτε
λίγο ούτε πολύ, ένας παραγωγικός συγγραφέας, αλλά ακόμα κι αν είχε γράψει
επτακόσιους τόμους, όλοι θα αφορούσαν τη σημασία που έχουν τα καρφιτσοκέφαλα. Και
τι σπουδαίος κριτικός τέχνης θα ήταν ο Ντος Σάντος –που χθες συμπεριφέρθηκε σαν
εντελώς ανόητος–, κόβοντας τον δρόμο όσων των συγγραφίσκων έβαζαν όλες τους τις
δυνάμεις για να σκοράρουν παραβιάζοντας την εστία της αθανασίας. Ο Δε Λατούρ θα
είχε γράψει στίχους. Εμπνευσμένα, μεγάλου μήκους ποιήματα, κάτι που δεν θα
μπορούσε να λεχθεί ποτέ για τον Άρυ. Διότι τίποτα δεν μπορεί να λεχθεί για τον
Άρυ, αφού οι συμπαίκτες του στη Τζούνιορ δεν του έδωσαν την ευκαιρία να δείξει
ούτε το πιο ταπεινό λογοτεχνικό του ταλέντο.
Και τούτο χωρίς καν να
αναφέρουμε τους Μιγιονάριος, στους οποίους ο μέγας Αλφρέδο ντι Στέφανο, αν
ξέρει κάτι, ξέρει ρητορική.
Δεν νομίζω ότι έχασα
τίποτα με αυτή την αμετάκλητη είσοδο που κάνω σήμερα –δημόσια– στην ιερή
αδελφότητα των οπαδών. Το μόνο που επιθυμώ τώρα είναι να βρω κάποιον και να τον
προσηλυτίσω. Και πιστεύω ότι αυτός ο κάποιος θα είναι ο εκλεκτός φίλος μου, ο δόκτωρ
Αδαλβέρτο Ρέγιες, τον οποίο θα προσκαλέσω στις κερκίδες του Δημοτικού Σταδίου
την πρώτη αγωνιστική του δεύτερου γύρου για να μην είναι άλλο πια –από
αθλητικής απόψεως– μαύρο πρόβατο.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Ο Gabriel García Márquez, εργαζόμενος ως δημοσιογράφος, παρακολούθησε στις 14 Ιουνίου 1950 τον αγώνα ανάμεσα στην Atlético Junior de Barranquilla (γνωστή και απλώς ως Τζούνιορ) εναντίον της Millonarios Fútbol Club, την οποία και νίκησε με 2-1, αποτέλεσμα που ήταν πολὺ μεγάλη έκπληξη. Την ημέρα εκείνη ο Μάρκες έγινε οπαδός της Τζούνιορ. Η Millonarios Fútbol Club (Μιγιονάριος, δηλαδή Εκατομμυριούχοι), με έδρα την Μπογκοτά, είναι μία από τις πιο δημοφιλείς και ιστορικές ομάδες της Κολομβίας. Στα 1950 η Μιγιονάριος διέθετε μια από τις κορυφαίες ομάδες στον κόσμο, καθώς μάλιστα την περίοδο εκείνη είχε στη σύνθεσή της τον θρυλικό Αλφρέδο ντι Στέφανο, έναν από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Στη Τζούνιορ αγωνιζόταν ο βραζιλιάνος Ελένο ντε Φρέιτας που, πριν από την εμφάνιση του Πελέ, εθεωρείτο ο πρώτος μεγάλος «σταρ» της Βραζιλίας. Ο Αρόλδο και ο Βερασκοτσέα παραπέμπουν στον μεγάλο ούγγρο ποδοσφαιριστή Μπέλα Σάροσι (Béla Sárosi). Ο Ντος Σάντος, ο Δε Λατούρ και ο Άρυ ήσαν ποδιοσφαιριστές της Τζούνιορ. Ο Μαρσελίνιο Μενέντες υ Πελάγιο (Marcelino Menéndez Pelayo (1856- 1912) υπήρξε μέγας ισπανός φιλόλογος, φιλόσοφος, ιστορικός, καθώς και πολιτικός.
Στην πρώτη φωτογραφία είναι ο Μάρκες με μια μπάλα. Στη δεύτερη είναι ο Ντι Στέφανο με τη φανέλα των Μιγιονάριος. Στην Τρίτη βλέπουμε πανώ τοιων οπαδόν της Τζούνιορ αφιερωμένο στον Μάρκες.
EL JURAMENTO
Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026
IN MEDIA RES
ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΑΤΟΣ
IN MEDIA RES
… σφίξε τα δάχτυλά σου
Αίμα του βότρυ
σ’ ένα πήλινο
τάσι
ώς πάνω…
Μέσα απ’ τ’ αμπέλια
προβάλλεις
Σεπτεμβρία ερωμένη
Αίμα του βότρυ
σ’ ένα πήλινο
τάσι
ώς πάνω…
Ρώγες μοσχάτες
ιδρώνουν
Σαν τα φιλιά
Σαν τα σταφύλια…
Γυμνοί οι ταρσοί σου
πάνω στα κληματόφυλλα
Μέλισσες μεθυσμένες
βουλιάζουνε
στο μούστο
Κρύβονται
στο δασύ βουβώνα
της αυγής
Μετά κοιμούνται…
Αίμα του βότρυ
σ’ ένα πήλινο
τάσι
ώς πάνω…
Κρατούν ακόμα οι σπονδές.
ΟΙ ΠΑΙΚΤΕΣ
PABLO NERUDA
ΟΙ ΠΑΙΚΤΕΣ
Παίζουν, παίζουν.
Όρθιοι και καθήμενοι, ζαρωμένοι, εξουθενωμένοι.
Αυτός εκεί ο βλοσυρός άντρας
δίπλα στις θάλασσες της πατρίδας του, πιο μακριά κι απ’
τον ήλιο,
τραγουδούσε τραγούδια όμορφα.
Τραγούδι της ομορφιάς της γης,
τραγούδι της ομορφιάς της αγαπημένης του,
τραγούδι, τραγούδι που δεν χρειάζεται τέλος.
Κι εκείνος ο άλλος, με το χέρι του στο μέτωπό του,
χλωμός σαν το τελευταίο φύλλο επάνω στο δέντρο,
πρέπει να έχει κόρες ξανθές
με σφιχτή σάρκα,
σαν ρόδι,
ροδαλή.
Παίζουν, παίζουν.
Τους παρακολουθώ ανάμεσα στην αόριστη ομίχλη του
αερίου και του καπνού.
Κοιτάζοντας εγώ τους άντρες αυτούς ξέρω ότι η ζωή
είναι θλιβερή.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
LOS
JUGADORES
Από την ποιητική συλλογή «Αμφιλύκη» (Crepusculario).
Ο πίνακας είναι του Carlo Carrà : Sintesi di una
partita di calcio.
ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΡΤΟΠΑΙΓΝΙΟ ΤΗΣ «ΣΚΟΥΠΑΣ»
ANTONIO GRAMSCI
ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΚΑΙ ΤΟ
ΧΑΡΤΟΠΑΙΓΝΙΟ ΤΗΣ «ΣΚΟΥΠΑΣ»
Οι Ιταλοί δεν αγαπούν
πολύ τον αθλητισμό. Οι Ιταλοί προτιμούν τη σκούπα από το όποιο ἀθλημα. Αντί για
την ύπαιθρο προτιμούν την κλεισούρα σ’ ένα καφέ και αντί για την κίνηση
προτιμούν την ηρεμία γύρω από ένα τραπέζι πάιζοντας με τραπουλόχαρτα.
Παρακολουθήστε έναν αγώνα
ποδοσφαίρου: είναι μοντέλο ατομικιστικής κοινωνίας: ναι μεν ασκείται
πρωτοβουλία, αλλά καθορίζεται από νόμο· οι προσωπικότητες διακρίνονται
ιεραρχικά, όμως η διάκριση δεν βγαίνει από την όποια καριέρα, αλλά από
συγκεκριμένες ικανότητες· υπάρχει κίνηση, ανταγωνισμός και αγώνας, αλλά
διέπονται από έναν άγραφο νόμο που ονομάζεται «εντιμότητα» και που τους τον υπενθυμίζει
συνεχώς η παρουσία του διαιτητή. Ανοιχτό τοπίο, ελεύθερη κυκλοφορία του αέρα,
υγιή πνευμόνια, δυνατοί και πάντα έτοιμοι για δράση μύες.
Μια παρτίδα σκούπας.
Απομόνωση, καπνός, τεχνητό φως. Φωνές, γροθιές στο τραπέζι και συχνά στο
πρόσωπο του αντιπάλου ή... του συνεργού. Διεστραμμένη λειτουργία του εγκεφάλου
(!). Αμοιβαία δυσπιστία.
Μυστική διπλωματία. Σημαδεμένα
φύλλα. Στρατηγική των ποδιών και της άκρης των δακτύλων. Υπάρχει νόμος; Πού
είναι ο νόμος που πρέπει να τηρείται; Διαφέρει από τόπο σε τόπο, έχει
διαφορετικές παραδόσεις και αποτελεί μόνιμη πηγή διαφωνιών και καβγάδων.
Μια παρτίδα σκούπας συνήθως
τελειώνει με ένα πτώμα και μερικά μωλωπισμένα κρανία. Πουθενά δεν διαβάσαμε ότι
έχει τελειώσει ποτέ ποδοσφαιρικός αγώνας με αυτόν τον τρόπο.
Ακόμα και αυτές οι
περιθωριακές ανθρώπινες δραστηριότητες αντανακλούν την οικονομική και πολιτική
δομή των κρατών. Ο αθλητισμός είναι μια ευρέως διαδεδομένη δραστηριότητα σε
κοινωνίες, όπου ο οικονομικός ατομικισμός του καπιταλιστικού καθεστώτος έχει προσδώσει
άλλη μορφή τα έθιμα και έχει οδηγήσει όχι μόνο στην οικονομική και πολιτική
ελευθερία, αλλά και στην πνευματική ελευθερία και στην ανοχή της
αντιπολίτευσης. Η σκούπα, τώρα, είναι μορφή αθλητισμού στις οικονομικά,
πολιτικά και πνευματικά καθυστερημένες κοινωνίες, όπου η πολιτική συμβίωση ή έστω
συνύπαρξη χαρακτηρίζεται από τον πληροφοριοδότη της αστυνομίας, από τον χωροφύλακα
με πολιτικά, από τις ανώνυμες επιστολές, από τη λατρεία της ανικανότητας και από
τον καριερισμό (με τις συνοδευτικές μέριμνες και εύνοιες του βουλευτή).
Ο αθλητισμός εμπνέει
επίσης την έννοια του «ευ αγωνίζεσθαι» στην πολιτική.
Η σκούπα παράγει κυρίους των
αφεντικών που απολύουν στη στιγμή όποιον εργάτη τόλμησε σε ελεύθερη συζήτηση να
αντικρούσει τις σκέψεις τους (!?)
Δημοσιεύθηκε στην
εφημερίδα «L’Avanti!» στις 16 Αυγούστου 1918.
Περιλαμβάνεται στην
έκδοση Antonio
Gramsci,
Sotto
la
Mole
(1916-1920), Einaudi,
Torino
1960, σσ. 260-261.
Τίτλος πρωτοτύπου: Il «foot-ball» e lo scopone.
Μετάφραση:Γιώργος
Κεντρωτής.
[ Σημείωση του μεταφραστή: Μπορεί να φανεί, και είναι, παρωχημένο (έως και αφελές) σε μεγάλο μέρος του το κείμενο του Γκράμσι, αλλά περιέχει και «αλήθειες» ως προς το πώς ξεκίνησε το ποδόσφαιρο. Το πώς εξελίχθηκε είναι άλλη ιστορία… Και μια άσχετη πληροφορία: Και ο Αντόνιο Γκράμσι, και ο Παλμίρο Τολιάτι και ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ και ο Ακίλε Οκέτο ήσαν οπαδοί (δυστυχώς) της Γιουβέντους. Ο Αλεσάντρο Νάτα υποστήριζε τη Τζένοα. Ο Αμαντέο Μπορντίγκα, ο Ρουτζέρο Γκριέκο και ο Λουίτζι Λόνγκο ήσαν άσχετοι με το ποδόσφαιρο - τους κορόιδευε γι' αυτό ο Τολιάτι!]
































































