Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα VALLE (FRANCISCO). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα VALLE (FRANCISCO). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2022

ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΔΑ

 


FRANCISCO VALLE

ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΔΑ


Η δύναμη του βλέμματός σου είναι ο θρόνος του αίματος και ο άνεμος της γης που χτυπάει τις αιώρες ενώ απ’ έξω ακούγεται ο μακρινός ήχος που κάνει τη νύχτα η θάλασσα όταν πεθαίνει.
Θεραπαινίδα:
Στο βλέμμα σου τρως το όπλο του επιβήτορα,
κουνώντας πάνω-κάτω τα καλοκαιρινά σου ματόκλαδα.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΤΗΣ ΑΤΡΟΠΟΥ Η ΗΛΑΚΑΤΗ

 


FRANCISCO VALLE

 

ΤΗΣ ΑΤΡΟΠΟΥ Η ΗΛΑΚΑΤΗ

 

Για τον θάνατο που λες μη λέγοντας τίποτα και για όλα όσα θα έλεγες λέγοντάς τα με τη σιωπή σου, εγώ θα σου δώσω μια φωνή στην ατυχία, μια φωνή που έχει τόξο πικρίας σαν την καμπύλη μιας μέσης που υποκλίνεται σε άλλη μέση, μια φωνή με το ερύθημα φολίδας, φωνή μολοσσού και γκρινιάρικου νιαουρίσματος, για να λάμψει για ένα τουλάχιστον δευτερόλεπτο η φωτιά σου η ανεξύπνητη.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΥΛΗ

 


FRANCISCO VALLE

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΥΛΗ


Η φωτιά με περιμένει στου κορμιού την έξοδο στην πόρτα του κορμιού που κλείνει μόνη της, τα μεσάνυχτα, σπρωγμένη από τον άνεμο και από των βλεφάρων την πείνα.
Η φωτιά σε περιμένει στον δρόμο τον βρεγμένο από της βροχής τις χαίτες, όταν είναι όντως δύσκολο με όλον τον πόνο να περάσεις το χέρι σου πάνω από του μάγουλου τον έρημο πυρόλιθο.
Κάποιος αποχαιρετάει μιλώντας λίγο για τις κίτρινες καμπάνες που χτυπούν στη ζωή σου.
Κάποιος φεύγει, χωρίς να με κοιτάξει, και που εγώ τον αναγνωρίζω απλώς από τον ήρεμο ύπνο που τον προστατεύει από πίσω.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ

 



FRANCISCO VALLE

 

ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ

 

Φλέγεται

ο ποιητής στον ξερό παλμό των φλεβών του.

 

Στην απεραντοσύνη της νύχτας

η ψυχή του κάνει ​​ φρέσκο θόρυβο υδάτων που χωρίστηκαν

με του γονάτου το κόκαλο.

 

Των βιολετών ο εκνευρισμός, τίποτα

δεν τρίζει στων μανικετόκουμπων τα καφετιά κλαδιά

με μάτια περίτρομα, τονισμένο όπως είναι

με του σπαθιού τη λάμα,

τετράλευκο και φευγαλέο, η δε μπάκα

τσακίζεται και ψελλίζει τη ζωή που την αρνείται.

 

Φλέγεται

ο ποιητής στον πύρινο στύλο·

με το μάγουλό του λεηλατημένο από κόπρανα αγκυροβολεί

επίτηδες θυμωμένος-μανιασμένος για ν’ ανακατώνει

στον πέτρινο ζωδιακό κύκλο, με ξελαρυγγιάσματα

κλοτσάει την πόρτα και κοιτάζει το καλαμποκοχώραφο

σαν μπουρμπουλήθρες νεκρών γλωσσών κάτω

από την ολονύκτια μπόρα.

 

Μια κουκουβάγια στο μέτωπό του κρώζει, τους δήμιους

θυμίζοντας, και περιμένει —αχάτης πράσινος— την καταδίκη.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.