Φεύγει το τραίνο σαν χελιδόνι
δεύτερη θέση τρίτο βαγόνι
να το σπιτιού σου η γωνία
φεύγει το τρένο στη Γερμανία
Αχ Μαρία, αχ Μαρία
μόνος μου στη μπυραρία
ονειρεύομαι τη νύχτα που σε πρωτοφίλησα
Αχ Μαρία, αχ Μαρία
μόνος μου στην μπυραρία
το ποτήρι μου με δάκρια ξεχείλισα
Φεύγει το τραίνο στον κάμπο χιόνι
θα μου κρυώνεις που θά ’σαι μόνη
λυώνει η καρδιά μου στην αγωνία
μπήκε το τρένο στη Γερμανία
Τη Δευτέρα το βράδυ
σού ’χα στείλει άλλο ένα γράμμα
η ζωή εδώ πέρα
σ’ τό ’χω πει πως είναι άλλο πράμα
Κι ο καπετάνιος διαταγές και μανιφέστα
κι όλο πληρώνω εγώ τα ρέστα
Να προσέχεις τα παιδιά
και να μου γράφεις γράμματα
στέλνω μιαν επιταγή
και κάτι μικροπράγματα
Τη Δευτέρα το βράδυ
που ’χα μείνει για υπερωρία
παραλίγο γυναίκα
να με μπλέξουν σε μια ιστορία
Δυο επιβάτες ιταλοί στην προκυμαία
με κάτι υφάσματα λαθραία
Κι ευτυχώς που ένας ναύτης
είδε την παρανομία
πήγε κι είπε πως
δεν είχα εγώ ανάμιξη καμία
Μες στο ίδιο το γράμμα
σού ’χα γράψει μια παραγγελία
να φροντίσεις για εκείνο
το χαρτί από την Νομαρχία
Και να το στείλεις οπωσδήποτε γυναίκα
μ’ ένα χαρτόσημο των δέκα
Και να προσέχεις τα παιδιά
και να μου γράφεις γράμματα
στέλνω μιαν επιταγή
και κάτι μικροπράγματα
ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΤΑΝΙΑ ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ
ΤΟ ΣΤΡΕΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ
Ο νιος αφέντης απ' το Τούνεζι, μαύρος σαν του βυθού το στρείδι αυτός που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτα είχε ένα μάτι μάτι μάτι είχε ένα μάτι σαν αχάτη αυτός που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτα, που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτά της.
Λευκή, λευκότερη κι απ' την αυγή η Λεωνόρα, ινφάντη απ' την Καστίλη το δέρμα της λουλούδι της μανόλιας τ' αυτάκι της σαν το κοχύλι στα δίχτυα πιάστηκε κι αυτή του έρωτα στα δίχτυα πιάστηκε κι αυτή του έρωτά του του νιου από το Τούνεζι μαύρου σαν του βυθού το στρείδι που γίνεται χλωμός μόλις τη δει.
Το στρείδι ανοίγει, ανοίγει τρυφερά και έπειτα μέσα του την κλείνει λευκή, λευκότερη κι απ' την αυγή με χείλη που έτρεμαν πολύ εκείνη τον γλυκοφιλεί.
Μα παραμόνευαν απ' το Καστέλι οι τρεις δικοί της αδελφοί αστράψαν ξαφνικά τα βέλη κι ο νιος από το Τούνεζι πάει τον κατάπιε η θάλασσα.
Μαύρος σα στρείδι αυτός μαζί της στην άβυσσο κατρακυλά με την καλή του αγκαλιά, τη σεντεφένια κοπελιά. Στης θάλασσας τα βάθη ο μαύρος σα στρείδι έμεινε κλειστό κι εκείνη έγινε μαργαριτάρι χλωμότερο απ' το θάνατο.
Από το δίσκο: Παραστάσεις (1975) Μουσική: Χρήστος Λεοντής. Στίχοι: Ντάριο Φo. Mετάφραση Κωστής Σκαλιώρας.
ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΤΑΝΙΑ ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ
ΤΟ ΣΤΡΕΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ
Ο νιος αφέντης απ' το Τούνεζι, μαύρος σαν του βυθού το στρείδι αυτός που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτα είχε ένα μάτι μάτι μάτι είχε ένα μάτι σαν αχάτη αυτός που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτα, που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτά της.
Λευκή, λευκότερη κι απ' την αυγή η Λεωνόρα, ινφάντη απ' την Καστίλη το δέρμα της λουλούδι της μανόλιας τ' αυτάκι της σαν το κοχύλι στα δίχτυα πιάστηκε κι αυτή του έρωτα στα δίχτυα πιάστηκε κι αυτή του έρωτά του του νιου από το Τούνεζι μαύρου σαν του βυθού το στρείδι που γίνεται χλωμός μόλις τη δει.
Το στρείδι ανοίγει, ανοίγει τρυφερά και έπειτα μέσα του την κλείνει λευκή, λευκότερη κι απ' την αυγή με χείλη που έτρεμαν πολύ εκείνη τον γλυκοφιλεί.
Μα παραμόνευαν απ' το Καστέλι οι τρεις δικοί της αδελφοί αστράψαν ξαφνικά τα βέλη κι ο νιος από το Τούνεζι πάει τον κατάπιε η θάλασσα.
Μαύρος σα στρείδι αυτός μαζί της στην άβυσσο κατρακυλά με την καλή του αγκαλιά, τη σεντεφένια κοπελιά. Στης θάλασσας τα βάθη ο μαύρος σα στρείδι έμεινε κλειστό κι εκείνη έγινε μαργαριτάρι χλωμότερο απ' το θάνατο.
Από το δίσκο: Παραστάσεις (1975) Μουσική: Χρήστος Λεοντής. Στίχοι: Ντάριο Φo. Mετάφραση Κωστής Σκαλιόρας.
Φανταράκος ήμουνα
ένα δύο τρία
γράμμα σου περίμενα
πάνω στη σκοπιά
Ο καιρός εγύρισε
φύγανε τα κρύα
καλοκαίρι μύρισε
δεν αντέχω πια
Είχα κάτι ντράβαλα
χτες με τον Λοχία
και μια μέρα τά'βαλα
με τον Λοχαγό
Ηρθαν και μου πήρανε
όλα τα στοιχεία
βρε πως δεν με δείρανε
απόρησα κι εγώ
Στείλε λίγο τσίπουρο
για τον Δεκανέα
είναι απ' την Ηπειρο
πολύ καλο παιδί
Μια βραδυά το σκάσαμε
μ'άλλους δυο παρέα
πήγαμε τα σπάσαμε
κι είπαμ' ό,τι βγει
Γεια σου Ασημίνα
αγάπη μου τρελή
μέσα σ'έναν μήνα
πετάω την στολή
Γεια σου Ασημίνα
με τρένο φορτηγό
θά'ρθω στην Αθήνα
για να σε ξαναβρω
Χτύπα τρεις φορές κι αν κανείς δε σου μιλήσει, χτύπα τρεις φορές κι αν κανένας δε φανεί, έλα να με βρεις στου παράδεισου τη βρύση, έλα για ν' ακούσεις της καρδιάς μου τη φωνή.
Όλο περπατάω μα πού πάω, πού να πάω; Όνειρα κι αγάπες έχουν όλα προδοθεί. Τώρα οδοιπόρος τραβάω για τ' Άγιον Όρος, αχ τον κόσμο τούτονε τον έχω βαρεθεί.
Ψάξε να με βρεις κάπου στη Μακεδονία, ψάξε να με βρεις κάπου στη Χαλκιδική κι αν δεν είμ' εκεί μη σε πιάνει αγωνία, ψάξε πάλι αγάπη μου την άλλη Κυριακή.
Μια φορά κι έναν καιρό στον τόπο τούτο το μικρό zούσαν κάτι φουκαράδες, οι ραγιάδες. Κοτσαμπάσηδες, πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες κυβερνούσανε τη χώρα, καλή ώρα.
Τη δεκάτη ο τσιφλικάς, δώσ’ του κόψιμο ο πασάς κι υπαγόρευε το ράσο, σφάξε με αγά μ' ν' αγιάσω. Κοτσαμπάσηδες πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες κυβερνούσανε τη χώρα, καλή ώρα.
Έτσι τρεις από κοινού πίναν το αίμα του λαού αφού τότε τσιφλικάδες ήσανε οι μπουρζουάδες. Κοτσαμπάσηδες πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες κυβερνούσανε τη χώρα, καλή ώρα.
Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΝΙΚΟ ΓΚΑΤΣΟ ΚΑΙ ΜΑΝΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ
Η ΜΙΚΡΗ ΡΑΛΛΟΥ
Σαράντα παλικάρια στην άκρη του γιαλού επαίξανε στα ζάρια τη μικρή Ραλλού σ' ανατολή σε δύση σε κόσμο και ντουνιά ρωτάν ποιός θα κερδίσει την ομορφονιά
Μικρό το καλοκαίρι μεγάλος ο καιρός κανείς όμως δεν ξέρει ποιός θα 'ναι ο τυχερός σαράντα παλικάρια στην άκρη του γιαλού επαίξανε στα ζάρια τη μικρή Ραλλού
Σαράντα παλικάρια με λιονταριού καρδιά ερίξανε στα ζάρια μια τρελή βραδιά ζηλεύει το φεγγάρι και στέλνει απ' τα βουνά το μαύρο καβαλάρη που μας κυβερνά
Κι ο χάροντας σαν φίδι τραβάει την κοπελλιά σ' αγύριστο ταξίδι σ' ανήλιαγη σπηλιά σαράντα παλικάρια στην άκρη του γιαλού εχάσανε στα ζάρια τη μικρή Ραλλού
Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΝΙΚΟ ΓΚΑΤΣΟ ΚΑΙ ΜΑΝΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ
ΠΕΡΙΜΠΑΝΟΥ
Περιμπανού τη λέγαν τα παιδιά, Περιμπανού κι ήτανε δεκαπέντε χρονών έγραφε τ’ όνομά της στον καθρέφτη τ’ ουρανού μ’ ενός πνιγμένου γλάρου φτερό
Μα της ζωής το κύμα το παράφορο σάρωσε βάρκες και κουπιά και στο μεγάλο κόσμο τον αδιάφορο ποιός τη θυμάται τώρα πια
Περιμπανού την έλεγα κι εγώ, Περιμπανού κι ας μη με είχε ακούσει κανείς έμοιαζε με κοχύλι στο βυθό του αυγερινού προτού καρδιά μου πέτρα γενείς
Μα της ζωής το κύμα το παράφορο σάρωσε βάρκες και κουπιά και στο μεγάλο κόσμο τον αδιάφορο ποιός τη θυμάται τώρα πια