Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΓΙΑΛΙΤΗΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΓΙΑΛΙΤΗΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2007

ΔΥΟ ΓΑΛΛΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΕ ΠΑΛΙΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ




PAUL VALÉRY (1871-1945)


ΤΟ ΓΝΩΡΙΜΟ ΔΑΣΟΣ


Πλάσαμε κάποια ονείρατα μαζί
στο δρόμο, πλάι-πλάι, περπατώντας
κι ύστερα πλανηθήκαμε πεζοί,
κι ώς πέρα μακριά κρυφομιλώντας.

Ήμασταν δυό, θαρρείς, ερωτευμένοι
γυρνώντας μες στη νύχτα μοναχοί μας·
και το φεγγάρι ως άρχισε να βγαίνει
στεφάνωσε με φως την κεφαλή μας,

Καθήσαμε κατάχαμα στη χλόη
κι ακούσαμε συρτό το μοιρολόι
των δέντρων, μες στο δάσος το βαθύ.

Κι εκεί, χωρίς μιλιά πλέον να πούμε,
χωρίς ο ένας τον άλλον να κοιτούμε,
δειλά σε θρήνους είχαμε λυθεί.


Μετάφραση: Λ[ώρος] Φαντάζης
Περιοδικό «Μπουκέτο», τ. Θ΄, τχ. 459 (18.12.1932), σελ. 1691.


(Το σκίτσο του Βαλερύ το σκάρωσε ο ίδιος ο ποιητής.)


*********


ALBERT SAMAIN (1858-1900)


ΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ


Ροδόχρυσος ο ουρανός σιγα-σιγά χλωμιάζει,
φρίσσουν οι ελιές οι ασημιές, η χλόη σαλεύει ώς κάτου.
Το ροδομέτωπο βουνό περήφανα σωριάζει
μύρια λαχούρια διάφανα στα ριζοθέμελά του.

Γυρνούνε τώρα απ’ τους αγρούς. Έν’ άστρο τρεμουλιάζει.
Κάποια γλυκάδα της Βηθλεέμ πλανιέται ολόγυρά του.
Εμπρός ο άντρας και στο ζο καθήμενη αγκαλιάζει
Μάνα, κουνώντας το παιδί που κλει τα βλέφαρά του.

Κι ολούθε προς το μέτωπο ζυγίζοντας με χάρη
κανίστρια φέρνουν, που ευωδιές των μενεξέδων ραίνουν,
κι έχουν τον δρόμο τον πλατύ, το μονοπάτι πάρει,

γυναίκες που η περπατησιά κι η ώρα ομορφαίνουν.
Κι αργοδιαβαίνουν πίσω τους αφήνοντας τα θάμπη
του θείου εκείνου δειλινού που εμύρωσαν κι οι κάμποι.



Μετάφραση: Γιάννης Περγιαλίτης
Περιοδικό «Μπουκέτο», τ. ΣΤ΄, τχ. 299 (26.12.1929) &
Περιοδικό «Μπουκέτο», τ. Η΄, τχ. 372 (07.05.1931).

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2007

ΔΥΟ ΕΚΔΟΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΗΘΗ



JOSÉ-MARIA DE HÉRÈDIA (1842-1905)


L’OUBLI


Le temple est en ruine au haut du promontoire.
Et la Mort a mêlé, dans ce fauve terrain,
Les Déesses de marbre et les Héros d'airain
Dont l'herbe solitaire ensevelit la gloire.

Seul, parfois, un bouvier menant ses buffles boire,
De sa conque où soupire un antique refrain
Emplissant le ciel calme et l'horizon marin,
Sur l'azur infini dresse sa forme noire.

La Terre maternelle et douce aux anciens Dieux
Fait à chaque printemps, vainement éloquente,
Au chapiteau brisé verdir une autre acanthe ;

Mais l'Homme indifférent au rêve des aïeux
Ecoute sans frémir, du fond des nuits sereines,
La Mer qui se lamente en pleurant les sirènes.


Από τη συλλογή «Les Trophées»



Η ΛΗΘΗ

Σε μια ραχούλα του βουνού ναός πεσμένος μένει.
Και πάνω κει ο θάνατος κρατεί στην ερημιά
Αδελφωμένα των θεών κι ηρώων τα κορμιά,
Που θάφτηκε η δόξα των με χόρτα σκεπασμένη.

Κι αν κάποτε κανείς βοσκός τα ζωντανά πηγαίνει
Να τα ποτίσει κάτω κει στην ακροποταμιά,
Στη μοναξιά, που δεν ακούς άλλη φωνή καμμιά,
Απ’ τη γλυκιά φλογέρα του σκοπός αρχαίος βγαίνει.

Κι η γη που τους παλιούς θεούς πονεί κι αυτή στολίζει
Του κάκου, όταν άνοιξις τριγύρω πρασινίζει,
Σπασμένα κιονόκρανα με τα χλωρά της κάλλη.

Κι εκείνος που δεν τον πλανούν σβησμένου κόσμου πόθοι
Της θάλασσας το βραδυνό παράπονο δεν νιώθει,
Σαν κλαίει τις Σειρήνες της το κύμα στ’ ακρογιάλι.


Μετάφραση: Δ.Χ. Χαμουδόπουλος
Περιοδικό «Μπουκέτο», έτος ΙΑ΄, τχ. 513 (28.12.1933), σελ. 29.




Η ΛΗΘΗ


Ερειπωμένος ο ναός στου κάβου τον αθέρα·
Κι οι μαρμαρένιες του οι Θεές κι οι χάλκινοί του Ηρώοι
Παιγνίδι είναι του θάνατου στην άγρια ετούτη ξέρα,
Τη δόξα τους που ερημική θάφτει μονάχα η χλόη.

Μονάχος, κάπου, ένας βοσκός, που πάει να πιούν τα ζα του,
Με κάποιο από την κόγχη του παμπάλαιο μοιρολόι
Γιομίζοντας τα πέλαγα και τον γαλήνιο αιθέρα,
Περνάει στο ατέλειωτο ουρανί το μαύρο ανάστημά του.

Κι η Μάνα η Γη η τόσο γλυκιά Θεών αρχαίων η χώρα,
Βλασταίνει, μάταια ευγενική, κάθε άνοιξή της τώρα,
Συντρίμμι στο κιονόκρανο κάποιο άλλο της αγκάθι…

Μα στων προγόνων ο Άνθρωπος τ’ όνειρο εκείνο, δίχως
Να φρίσσει, ακούει τη θάλασσα μες στων νυχτών τα βάθη
Που τις Σειρήνες της θρηνεί κάθε πικρός της ήχος.


Μετάφραση: Γιάννης Περγιαλίτης
Περιοδικό «Μπουκέτο», έτος ΙΑ΄, τχ. 529 (19.04.1934), σελ. 793.