Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα CAVALCANTI. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα CAVALCANTI. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2024

ΜΕΜΙΑΣ ΤΟ ΦΩΣ ΣΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΜΟΥ ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ’ΧΕ ΣΒΗΣΕΙ

 


GUIDO GUIDO CAVALCANTI

 

VIII. ΜΕΜΙΑΣ ΤΟ ΦΩΣ ΣΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΜΟΥ ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ’ΧΕ ΣΒΗΣΕΙ

 

Μεμιάς το φως στο βλέμμα μου μακάρι νά ’χε σβήσει,

την όραση νά ’χα τυφλή, ή και μού ’χε κλαπεί,

στον νου μου να μην μπαίνει, τέτοια λόγια να μου πει:

«Με την καρδιά ας με νιώσει όποιος μπορεί να μ’ εννοήσει!»

 

Ο φόβος μου για νέα μαρτύρια είχε ξαναρχίσει:

με χάραζε, κομμάτια μ’ έκοβε, αχ, αυτοστιγμεί.

Κραυγή στη Δόννα ο νους μου μπήγει για να λυπηθεί

τα μάτια μου κι εμέ: άλλος πόνους να μη μας χαρίσει.

 

Αυτή όμως θέλησε να κάνει ο Έρως τα δικά του:

να φέρνει δάκρυα όλο και θρήνους, κύριος να ’ναι μόνος.

Τότε απ’ τα βάθη ακούστηκε φωνή με τόνο σοβαρό:

 

«Όποιος γνωρίζει πού μπορεί να φτάσει ο μέγας πόνος,

αυτόν τον άνδρα ας δει που κουβαλάει την καρδιά του

την καρφωμένη σε σταυρό, και σέρνεται απ’ τον Θάνατο».

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



ΜΕ ΠΟΝΟΥΣ ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΕΣ ΕΧΕΙΣ ΓΕΜΙΣΕΙ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΜΟΥ

 


GUIDO CAVALCANTI

 

ΜΕ ΠΟΝΟΥΣ ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΕΣ ΕΧΕΙΣ ΓΕΜΙΣΕΙ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΜΟΥ

 

Με πόνους και αγωνίες έχεις γεμίσει τα μυαλά μου,

γι' αυτό η ψυχή μου νά 'βγει θέλει και ν' απελευθερωθεί.

Κι οι στεναγμοί, που ξεχειλίζουνε από την καρδιά μου

(τα μάτια μου το δείχνουν), όλη μου έφαγαν την αντοχή.

 

Τη δύναμή σου τη γνωρίζει ο Έρωτας. Σιμά μου

θα 'ρθεί πάντα να πει: «Ο θάνατος –λυπάμαι– θα σε βρει

γι' αυτή την όμορφη, άσπλαχνη γυναίκα, που τ' αφτιά μου

ακούσαν πως για Οίκτο λέξη ούτε ακούει ούτε θα πει».

 

Καθώς πορεύομαι σαν ξένος κι έξω απ' τη ζωή μου,

ο κόσμος που με βλέπει μέσα του ασφαλώς θα λέει

πως από μπρούντζο ή πέτρα ή ξύλο είμ' εγώ φτιαγμένος,

 

πως περπατώ μηχανικά, κορμί που παραπαίει,

πως μέσα στην καρδιά μου κρύβω τη βαθιά πληγή μου,

πως κι ο ρυθμός μου είναι σαν κι εμένα πεθαμένος.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΠΟΥ ΣΑΝ ΣΕ ΑΝΤΙΚΡΙΣΑΝ…

 


GUIDO CAVALCANTI

 

VI. ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΠΟΥ ΣΑΝ ΣΕ ΑΝΤΙΚΡΙΣΑΝ…

 

Τα μάτια μου, που σαν σε αντίκρισαν, ετρελαθήκανε

και από τη ρώμη της μορφής σου τά ’πιασε ντελίριο,

αυτή ήταν, Δόννα, τα ίδια, που έπιασαν και με μεμφθήκανε.

Στο μέρος το εχθρικό, όπου και έχει ο Έρως δικαστήριο,

 

Κατέθεσαν για πράγματα που εντέλει αποδειχτήκανε:

ότι υπηρέτης σου είχα γίνει υπήρχε πια πειστήριο.

Οι Στεναγμοί και οι Πόνοι, που εντός μου ανακατευθήκανε,

και ο Τρόμος, που έχυνε μες στην καρδιά μου δηλητήριο,

 

με πήραν με παράσυραν –μου εκόπηκε η ανάσα–

σε μέρος που ήταν κόσμος πλήθος, μα χωρίς το φως του,

σε θλίψη ερωτική ριγμένος, στην αγάπη πένης.

 

Και σαν με νιώσαν, μου έκραξαν τη λύπησή τους πάσα:

«Αφού κι εσύ υπηρέτης είσαι τώρα πια δικός του,

εκτός από τον θάνατο /άλλο τι μην περιμένεις!»


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.