Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2024

ΗΧΗΣΤΕ ΣΑΛΠΙΓΓΕΣ

 


ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

 

ΗΧΗΣΤΕ ΣΑΛΠΙΓΓΕΣ

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!
Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !




Παρασκευή 4 Μαΐου 2018

Δευτέρα 17 Ιουλίου 2017

ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ!




ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ


FUGA

Το χέρι στον σγουρόπλοκον αυχένα
κρατώντας, ή στο μελαψό της ώμο,
με τα μάτια στο πέλαο καρφωμένα,
του πόθου μου έδινα καινούριο δρόμο…

Κι αυτή γυρνούσε κάποτε το βλέμμα
το μαύρο και το υπάκουο προς εμένα,
σα να ’λεε: «Πώς σ’ ανοίγουν τα ρουθούνια
στην πνοή της πιθυμιάς και της αβύσσου,

κ’ εγώ, σαν άτι κάτου απ’ τα σπιρούνια,
παντού, παντού θα ’ρχόμουνα μαζί σου,
στη δύναμή σου δίπλα και τη γλύκα
και τον αέρα τρεμάμενη μυρίζει…

καθώς στο λόγκο μέσα η λαγωνίκα,
κάτου απ’ τα θάμνα ή πάνω από τα βάτα,
ή στ’ ορθό τ’ ανηφόρου μετερίζι,
ακλουθώντας σε τ’ άγριά μου τα νιάτα!»

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

ΣΤ’ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ





ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ


ΣΤ’ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες, ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποιά να στοχάστη –έτσι γλυκά θρηνούσαν!–
πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
       Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι’ ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι’ όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ’ τα «Xριστός Aνέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: «Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!»

Kαι να, ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο – και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κυττάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μιά στην όψη, μιά στο πόδι,
μα να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε –μάρτυράς μου νά ’ναι ο στίχος,
ο απλός κι’ αληθινός ετούτος στίχος,–
απ’ το στασίδι πούμουνα στημένος
ξαντίκρυσα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
-(έτσι όπως τόειδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι’ αληθινός ετούτος στίχος),
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Mάτια μου, Bαγγέλη!»

Kι ακόμα, –μάρτυράς μου νά ’ναι ο στίχος,
ο απλός κι’ αληθινός ετούτος στίχος,–
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή, – που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!...


Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ "ΑΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟ" ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ




ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ


Από την ποιητική συλλογή «ΑΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟΣ»


ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος,
του γυρισμού, στη μεγάλη
της αμμουδιάς απλωσιά·
στην καρδιά μου
τα βλέφαρά μου κλεισμένα·
και λάμπει ωσάν ήλιος βαθιά μου.

Βοή του πελάου πλημμυρίζει
τις φλέβες μου·
απάνω μου τρίζει
σα μυλολίθαρο ο ήλιος·
γεμάτες χτυπάει τις φτερούγες ο αγέρας·
αγκομαχάει το άφαντο αξόνι·
δε μου ακούγεται η τρίσβαθη ανάσα·
γαληνεύει, ως στον άμμο, βαθιά μου
και απλώνεται η θάλασσα πάσα –
σε ψηλοθόλωτο κύμα
την υψώνει το απέραντο χάδι·
ποτίζουν τα σπλάχνα
τα ολόδροσα φύκια,
ραντίζει τα διάφωτη η άχνα
του αφρού που ξεσπάει στα χαλίκια·
πέρα σβήνει το σύφυλλο βούισμα
οπού ξέχειλο αχούν τα τζιτζίκια·
μια βοή φτάνει απόμακρα –
και άξαφνα,
σαν πανί το σκαρμό που έχει φύγει,
χτυπάει· είν' ο αγέρας που σίμωσε,
είναι ο ήλιος που δει μπρος στα μάτια μου,
και ο αγνός, όχι ξένα, τα βλέφαρα
στην υπέρλευκην όψη του ανοίγει.
Πετιώμαι απάνω· η αλαφρότη μου
είναι ίσια με τη δύναμή μου.
Λάμπει το μέτωπό μου ολόδροσο,
στο βασίλεμα σειέται ανοιξάτικο
βαθιά το κορμί μου.
Βλέπω γύρα. Το Ιόνιο,
και η ελεύτερη γη μου!



ΡΩΤΗΜΑ

Θύρα σιωπηλή των Ηλύσιων
εσέ άνοιξα πρώτη; Τριγύρω
βασιλεύουν αχνόφωτοι οι κάμποι –
στη γαλήνην ολόφωτος νάμπει
ήρτε ο νους μου.
Ποιά νέαν ωραιότη θ’ αστράψεις
στην όψη μου;

Μέσα, στον ακοίμητο αιθέρα,
η βαθιά γνωριμιά μου ν’ ανάψει
τη νέαν αβασίλευτη μέρα;
Να, ο χιτώνας μου λάμπει,
γυαλίζει σαν του άμμου το κρίνο –
μιαν απόγειαν αγνότη φυσάει.
Κυβερνάω στην απάρθενην έρημο
μια αρετή και μια νιότη.
Γαληνά λάμπουν όλα,
πολύβοα. Σε όλα
δράμει φως. Και η ψυχή μου θαμάζει
τα γνώριμα μύρα,
βαθιά τα δοξάζει.

Σα να πέρασα
το στερνό του Οδυσσέα ταξίδι,
όλα τ’ άφηκα πίσω μου
πως αφήνει ένα ντύμα το φίδι.

Κι ως ο θάνατος όξω απ’ τα πέλαγα
αλαφρός που του ετάχτηκε,
κλήρα –
ένα αργό ηλιοβασίλεμα
θα έχει μείνει σ’ εμέ,
που τον τρίσβαθον
οπού ανάσανε αγέρα έχω γύρα.




ΑΚΟΥΣΜΑ

«Όχι, δεν είν’ ο θάνατος·
το τάμα εσύ δεν τόσωσες·
πού είναι ο μακάριος ο λαός σου γύρα;

Νέα σάρκα ντύνει σου τα κόκαλα,
περνάει σα φως
και βλέπει το μελούδι,
ζώνει ένα φίδι τα νεφρά σου, η φρόνηση·
λάμπει χρυσό στην όψη σου ένα χνούδι.

Κρύο σούναι κι όλο ελεύτερο το μέτωπο,
ξένο δε σου εχαράκωσε
στεφάνι το κεφάλι.
Του οχτρού σου ο μάταιος λογισμός,
κι’ από σφεντόνα αν έρχεται,
κρούει αμάλαγο ατσάλι.»

Την προφητείαν ο ήλιος βασιλεύοντας
μόδωκε. Με αλαφρό στα χείλη
της Οδύσσειας το στίχο,
και βαθιά
τη θεοτική της γνώμη,
δίπλα από σένα πρώτα,
Ιόνιο, κ’ ύστερα
αγνάντεψα ποιοί διάπλατοι
φεύγουν στην τόλμη δρόμοι.



Ο ΒΑΘΥΣ ΛΟΓΟΣ

K’ ένας απ’ όλους μού έφεξε
κι ακόμα φέγγει λόγος. Και η ψυχή μου
στην πλάση μέσα τον αλήθεψε –
και, νάμπει
στο νόημα, σύγκορμη και πριν, ακέρια εστάθη.

Ως ένα στύλο ένας σεισμός,
τη ζύγιασε, την έστησε,
σαν κυπαρίσσι ρίζες άδραξε απ’ τα βάθη.

K’ ήταν ο λόγος του Οδυσσέα
στου τραγωδού το νου,
που τρίσβαθα
του ραψωδού τού εμίλει η αρμονία
μπρος στο γιγάντιο πόνο του Αίαντα
και την ιερή μανία.

Και πιο μεστά,
σα να μου αλάφρωνε
φλέβα νερού αγερόλαμπρου
τη δέντρινη κορμοστασιά μου,
ανέβηκε άδιψα,
αλαφρά τη φυλλωσιά μου,
μ’ έθρεψε το αλαφρό νερό
και το αλαφρό το χώμα,
και ίσια
η Bούλησή μου απάνω υψώθηκε,
σαν τα μεστά, τα εφτάψηλα,
με τα κυπαρισσόμηλα
γεμάτα κυπαρίσσια!

«Eίδωλα είμαστε και ίσκιοι.»
Το λόγο, που αχνίζει την πράξη,
για νύχτες, για μέρες,
ψηλά στα βουνά,
όπου απάτητοι δρόμοι,
στον βαθιόν ελαιώνα
που οι άγραφοι νόμοι
πάντα αστράφταν μπροστά μου,
τον έφερα. H τρίσβαθη γνώμη
τώρα αντρίζει βαθιά τα ήπατά μου.

Ανέβηκα – φίλος
ανήφορων – όλες
τις κορφές που αγναντεύουν τα πέλαγα,
γαληνή άγγιξε όλα η ορμή μου,
το γεράκι που επέρνα,
το σύννεφο στον αγέρα,
το διάστημα
που είχε ζώσει βαθιά το κορμί μου.
Πόσο φως εποτίστηκεν
η κρυφή δύναμή μου!

Και όχι καύχημα ανίερο –
σε πηγές δαφνοσκέπαστες
ήπια εγώ, και στη στέρνα –
τη ματιά και τη ράχη μου,
λαιμός βέβαιος –
και βέβαιο
το ποδάρι εκυβέρνα.
Και είπα, όλα γύρω βλέποντας·
«Nησί,
αβασίλευτη στο πέλαο δόξα,
ω ριζωμένο
στο πολύβοο διάστημα,
και στου Ομήρου το στίχο
λουσμένο,
βυθισμένο στον ύμνο!

Δάσο όλο δρυ, στην κορφή σου,
σιδερόχορδη ανάβρα
που αχνίσαν τα σπλάχνα μου απάνω
ολοκαύτωμα θείο,
και η άκρη σου τρέμει σα φύλλο,
μέσα βροντάει ο Λευκάτας,
μαζώνεται η μπόρα,
ξεσπάει μέσ’ στο θείον ελαιώνα,
τρικυμίζει το πέλαο,
νησί μου,
άλλη θροφή από τη θροφή μου
δε θα βρω,
απ’ την ψυχή μου άλλη ψυχή,
άλλο κορμί από το κορμί μου.

Αλλού οι ναοί και αλλού οι θεοί.
Μου αστράφτει γύρω των ηρώων η μοίρα.
Τη μοναξιά στη δύναμή μου υπόταξες –
της γλαυκομάτας η έγνια μού είναι κλήρα!

Του νου το νόμο στα βουνά,
στον κάμπο, ολούθε βρήκες.
Να, η αγριλίδα ξεπηδάει
κλαδιά για όλες τις άγνωρες
και τις μεγάλες νίκες!»



Από το βιβλίο: Άγγελος Σικελιανός, «Αντίδωρο», δεύτερη έκδοση, Εκδόσεις Γαλαξία, Αθήνα 1967, σελ. 9-14.

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ



ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου Ελλάδα,

μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή, σα νά ’ταν 
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως νά ’χα 
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου
όπου χρόνια,
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους λογισμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα 
στης Έφεσος το Ναό·
γιγάντιες σκέψες
σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα
σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα
άναβαν στο νου μου,
τι όλη μου καίγονταν μονομιά  η ζωή
στην έγνια της καινούργιας Λευτεριάς σου Ελλάδα!

Γι’ αυτό δεν είπα: 
Τούτο είναι το φως της νεκρικής πυράς μου.
Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα, είμαι,
και νά, ας καεί σα δάδα το έρμο μου κουφάρι,
καταβολάδα του Εμπυραίου,
με την δάδα τούτην, 
ορθός πορεύοντας ώς με την ύστερη ώρα, 
όλες να φέξουν τέλος, τις γωνιές της Οικουμένης
ν’ ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνέμμα, στο κορμί Σου, Ελλάδα!

Είπα κι εβάδισα 
κρατώντας τ’ αναμμένο μου συκώτι
στο Καύκασό Σου
και το κάθε πάτημά μου
ήταν το πρώτο, κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο
τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αίματά Σου
τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταβε στα πτώματά Σου
γιατί το σώμα, η όψη μου, όλο μου το πνέμμα
καθρεφτιζόταν σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.

Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη, Ελλάδα,
καθρέφτη απύθμενο, καθρέφτη της αβύσσου
της Λευτεριά Σου και της δίψας Σου, είδα τον εαυτό μου
βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο, 
καινούργιο Αδάμ της πιο καινούριας πλάσης 
όπου να πλάσουμε για Σένα μέλλει, Ελλάδα!

Κ’ είπα: 
Το ξέρω, ναι, το ξέρω, που κ’ οι θεοί Σου 
οι Ολύμπιοι, χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο, 
γιατί τους θάψαμε βαθιά-βαθιά να μην τους βρουν οι ξένοι. 
Και το θεμέλιο διπλοστέριωσε, κι ετριπλοστέριωσε όλο, 
μ’ όσα οι οχτροί μας κόκαλα σωριάσανε από πάνω. 
Κι ακόμη ξέρω, πως για τις σπονδές και το τάμα 
του νέου Ναού π’ ονειρευτήκαμε για Σένα Ελλάδα,
μέρες και νύχτες, τόσα αδέλφια σφάχτηκαν ανάμεσό τους
όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα!

Μοίρα· κ’ η μοίρα Σου ώς τα τρίσβαθα δική μου!
Κι απ’ την Αγάπη, απ’ τη μεγάλη δημιουργόν Αγάπη,
να που η ψυχή μου εσκλήρυνεν, εσκλήρυνε και μπαίνει
ακέρια πια μέσα στη λάσπη και μες στο αίμα Σου να πλάσει 
τη νέα καρδιά που χρειάζεται στο νιο Σου αγώνα Ελλάδα!
Τη νέα καρδιά που κιόλας έκλεισα μέσα στα στήθη,
και κράζω σήμερα μ’ αυτή προς τους Συντρόφους όλους:

«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,
ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!
Tι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι ά, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!
Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,
σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.
Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!
Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του
ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!

»Ομπρός, οι δημιουργοί... Την αχθοφόρα ορμή Σας
στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!
Βοηθάτε με και μένανε αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα!
Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα
τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!
Χίλια καπούλια ταύροι τού κρατάν τη βάση
δικέφαλος αητός κι απάνω μου τινάζει
τις φτέρουγές του και βογγάει ο σάλαγός του
στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στη ψυχή μου
και το μακρά και το σιμά για με πια είν’ ένα!
Πρωτάκουστες, βαριές με ζώνουν Αρμονίες! Ομπρός συντρόφοι
βοηθάτε να σηκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμμα!

»Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει
στη νέα του φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι.
Η γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου!
Παχιά και καρπερά, να μην αφήσουμε τα χώματά μας
να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου
πιο πλούσιο, πιο βαθύ κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι!
Αύριο να βγει ο καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια,
τη γην αυτή να οργώσει την αιματοποτισμένη.
Ν’ ανθίσει η δάφνη απάνω της και δέντρο της ζωής να γένει,
και η Άμπελό μας ν’ απλωθεί ως τα πέρατα της Οικουμένης.

»Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος.
Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα,
σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμμα!»

Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα, 

αναψυχώθηκε άξαφνα τρανή η κραυγή μου, ως νά ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως νά ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου, όπου, χρόνια
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους στοχασμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το ναό, ως σας έκραζα, συντρόφοι!


*******************


ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ / ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

Ερμηνεύουν:
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΜΑΡΙΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ
ΣΥΜΦΩΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ
υπό την Διεύθυνση του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
Συμμετέχει η Χορωδία της NEW OPERA
και η ανδρική Χορωδία του GWALIA