Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (ΖΗΣΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (ΖΗΣΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΕΡΗΜΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ




ΖΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ


ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΕΡΗΜΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ

Από τρικυμία πελαγίσια πλησίασμα στεργιάς:
κόρφοι και κάβοι και βουνά
λιμάνια, κοιλάδες κι απότομοι βράχοι
μέρη πανάρχαια: η κάθε τους πέτρα μιλά
τάξεων σπαραγμούς, ποιητών ρεμβασμούς
σοφών θεωρήσεις.

Στων ανέμων τις στροφές αμέριμνος
η γαλάζια παρουσία σε καλούσε μυθικά
σαν έσχατο λίκνο.

Κύμα και σύννεφο
πιο βαθιά βυθίζοντας
άχρονη
συντροφιά ερημική του αρχιπελάγους.



Από το βιβλίο: Ζήσης Οικονόμου, «Αιθρία σιγή», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1976, σελ. 14.

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

ΟΝΕΙΡΟ ΑΝΑΓΛΥΦΟ




ΖΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ


ΟΝΕΙΡΟ ΑΝΑΓΛΥΦΟ

Κρυστάλλινη αθωότητα η βραδιά
ενός τέτοιου φθινόπωρου
φεγγάρι ολόγιομο πάνω μας
τα δέντρα: κυπαρίσσι, πεύκος, ελιά
σ’ αυτό το χερσαίο κομμάτι που βρέχεται
απ’ του πελάγου τα ρίγη.

Δίπλα μου συ
βράδι, σελήνη και πέλαγος
στην ποδιά σου πέφτουν.
Κλείνω τα μάτια και χαίρομαι
η φωνή της Αμφιτρίτης μακριά
εγγίζω το έκθετο στήθος σου:
όνειρο ανάγλυφο του κόσμου.



Από το βιβλίο: Ζήσης Οικονόμου, «Αιθρία σιγή», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1976, σελ. 39.

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΑΛΛΙΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΤΑ ΧΤΕΝΙΣΕ Η ΦΥΓΗ



  
ΖΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ


ΜΑΛΛΙΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΤΑ ΧΤΕΝΙΣΕ Η ΦΥΓΗ

Κάθησες δίπλα μου, ζεστό το βράδυ αχόρταγο
όπως η φωτιά μετά τη φλόγα.
Μαλλιά που σου τα χτένισε η φυγή απ’ αυτή τη γη
και χέρια αγαπημένα που χαϊδεύω.

Πού βρίσκομαι; καμιά φωνή.
Στην υπόκουφη αυτή, του Νερού ευρυθμία
ακόμα κοντά μου, σ’ αυτό τον Γκρεμνό
που θα με πάρει, είσαι κοντά μου;

Δάκρυσες δάκρυ κουρνιαχτός χρώμα σ’ αυγή
μιά στιγμή χαράς και γύρω μας το αιώνιο.



Από το βιβλίο: Ζήσης Οικονόμου, «Αιθρία σιγή», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1976, σελ. 63.

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

ΜΟΝΗΡΕΣ ΝΑΥΑΓΙΟ




ΖΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ


ΜΟΝΗΡΕΣ ΝΑΥΑΓΙΟ

Θυμάμαι που άραξα
κάπως κουρασμένος απ’ τον άνεμο
–φύσηξε βοριάς τριάντα μίλια–
σ’ ένα συνοικισμό ψαράδων, σχισμένο το πανί.

Στο πανδοχείο κόρες τρεις κι ένας θαμώνας
έστρωσε η μια το τραοπέζι μου
η δεύτερη έφερε το κρασί
η τρίτη έπαιξε την κιθάρα.

Ήπια το χαμόμηλο κι έφυγα
προς το Νοτιά
κι έζησα ημέρες εννιά, μονήρες ναυάγιο
στις νότιες ξέρες.



Από το βιβλίο: Ζήσης Οικονόμου, «Αιθρία σιγή», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1976, σελ. 36.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

ΧΩΡΙΣ ΤΗ ΜΝΗΜΗ




ΖΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ


ΧΩΡΙΣ ΤΗ ΜΝΗΜΗ

Στης φυλλωσιάς τη δροσιά συναντηθήκαμε
κύμα, ψίθυρος πουλιών κι ο βάτος δεν ήτανε φράχτης
φάγαμε βατόμουρα, κόκκινα τα χείλη σου
τρέξαμε τον ανήφορο, τον κατήφορο
μόνοι κλώνοι στο θάλλος της έξαλλης φύσης.

Γελούσες ηχηρά χωρίς τη μνήμη σου
μια στροφή στ’ ακρωτήρι κι όλα όπως ήτανε
πριν απ’ την ιστορία, παραμύθια.

Στα πόδια σου λικνίστηκα
γυμνό παιδί και συ κορασίδα
κεράσια ρεματιάς κοχύλια του γιαλού
παίζουν τα δελφίνια στα νερά
γελούσες ηχηρά
από σπασμό χαράς στον ύστατο γκρεμνό σου.

Κλωτσούσαν το χρόνο τα πόδια σου
ξαπλωμένη στη χλόη
ρολόι του αιώνιου, νεροσυρμή κι ορμή
δεν είμ’ εγώ, δεν είσ’ εσύ κι οι δυό μας
αλλά το κύμα που μας πήρε και μας έφερε
σ’ αυτή τη Γη
που χρόνος και αντίσταση τα στέγνωσε όλα.



Από το βιβλίο: Ζήσης Οικονόμου, «Αιθρία σιγή», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1976, σελ. 41.



Τρίτη 1 Απριλίου 2014

ΨΗΛΑΦΩ Τ’ ΑΠΟΛΙΘΩΜΑΤΑ ΕΠΟΧΩΝ




ΖΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ


ΨΗΛΑΦΩ Τ’ ΑΠΟΛΙΘΩΜΑΤΑ ΕΠΟΧΩΝ

Σπηλιά: μιλιά αντηχεί σταλακτιτών
φωνές πετραίων περιστεριών, δεν ήσουν Συ
κι ανήσυχος φωνάζω.
Μονάχος είμ’ εδώ, πόσους αιώνες;

Ψηλαφώ σ’ απολιθώματα εποχών για να σε βρω
βαθύ σκοτάδι
μα η μορφή σου που ’μεινε ανθρώπινη πολύ
απομεινάρι δόνησης που μ’ οδηγεί στη Γη
ξανά να σ’ ανταμώσω σ’ αλλαγή.

Σπηλιά: της λησμονιάς η έξοδος πού νά ’ναι; θα τη βρώ;
Του χρόνου η περιπέτεια νέφος περαστικό;
η οντική σου ευγένεια το χάος θα γεφυρώσει.



Από το βιβλίο: Ζήσης Οικονόμου, «Αιθρία σιγή», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1976, σελ. 47.


Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

ΑΙΘΡΙΑ ΤΩΝ ΑΒΥΣΣΩΝ




ΖΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ


ΑΙΘΡΙΑ ΤΩΝ ΑΒΥΣΣΩΝ

Στο χείλος τέτοιου παράθυρου
ανάμεσα σε δυό τυφλώσεις ο φεγγίτης
αλλαγή κλειδιών κι αισθαντικότητας
ακούγονται και φαίνονται ψυχές και δαίμονες
αστειότητας αντίστοιχης των ένσαρκων σε δρόμους

Τριγυρνούν από εγκέφαλο σ’ εγκέφαλο
κάπου ν’ αράξουν
κάπου να σταθούν να γλείφουν
χθόνιας σάρκας δροσιά
κάτι από σεξ, τσιγάρο, αλκοόλ και φλυαρία.

Όντα που αυτοβασανίζονται
σε αντανακλάσεων και σκιών πελάγη
αστείες σπηλιές των ονείρων της Γης
αιώνων μασούν τα ξεφτίδια
σε πράξεων παράθεση ακίνητη
μόνο τα ίχνη
των σβησμένων υδάτων της κοσμικής μας περιπέτειας
χτυπούν στον καθρέφτη του νου
της φύσης τα τρία στοιχεία ταραγμένα
σ’ ανισορροπία κολάσεων
τέτοιες χαράδρες
καρφιά σε στρόβιλους
μάσκες, μάσκες κι οχυρά σαπουνόφουσκας
καταφεύγουμε, πού;

Ο ίλιγγος απέναντι:
αιθρία των αβύσσων απεραντοσύνης.



Από το βιβλίο: Ζήσης Οικονόμου, «Αιθρία σιγή», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1976, σελ. 31.

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

ΚΑΙ ΣΥ ΖΕΣΤΟ ΜΗΔΕΝ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ




ΖΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ


ΚΑΙ ΣΥ ΖΕΣΤΟ ΜΗΔΕΝ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

Ήρθες περαστικιά κι εγώ σ’ αντίκρυσα
μιά στιγμή, που το φόρεμά σου ανάπνεε
μέσα στ’ όνειρο της θέρμης του κορμιού σου.

Πήγαμε περίπατο και χάθηκες
σκιά προγονική μέσα στο δάσος.

Κάθομαι, περιμένω ανασκαλεύοντας
του δρομίσκου τη σκόνη.
Τα πρόβατ’ επιστρέφουν απ’ το βόσκημα
Σ’ άγνωστη ώρα το κύμα στο γιαλό σιωπηλό.



Από το βιβλίο: Ζήσης Οικονόμου, «Αιθρία σιγή», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1976, σελ. 66.

Σάββατο 31 Μαρτίου 2007

Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ



ΖΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (1911-2005)


ΑΙΦΝΙΔΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ


Το φιλικό ποτάμι αναδιπλώνεται
στην ερημιά της ροής του
λαλεί πουλί αδέσμευτο
δώθε και πέρ’ απ’ το χρόνο
ταξίδι ζωής σε άδειο παρόν:
χαίρεται με το τίποτα η καρδιά
του νου τα νερά διαυγή
εν σιγή στη γη αλγεί το αίσθημα
μουσική των σφαιρών
και τόνοι μέσα στον τόνο
καλάμι που κινιέται στον άνεμο
της ανεμώνας η απρόσκλητη χαρά
κι αιφνίδια επίσκεψη αγνώστου.



ΣΤ’ ΑΛΩΝΙΑ ΣΤΟ ΞΑΝΕΜΙ

Στ’ αλώνια, στο ξανέμι, που οι καρποί
ανάκατοι με χώμα: δώμα της ανάμνησης.
Οι μεγάλοι φευγάτοι, μείναμ’ εμείς
το παιδολόι: κορίτσια κι αγόρια
αλώνια στα χρόνια της γνήσιας αίσθησης
άλογα τρέχουν ξαναμμένα
κι εμείς κρυμμένοι στ’ άχυρα
μετά τον χορό των χεριών
και των μορφών τη συζήτηση
χορός των σωμάτων
αλώνια στα χρόνια της αίσθησης
άλογα τρέχουν ξαναμμένα.



ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΚΟΜΑ ΠΑΓΙΔΑ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Ήταν καλά βολεμένο το σπιτάκι μας
καλύβι πάνω σε νησί
τραγούδια του πελάγου.

Σε βράχους αφροί και στα πόδια σου
εσύ γυμνή και νέα Εύα
φάγαμε, κοιμηθήκαμε
σαν τους πρώτους καιρούς:
ούτε θεοί, ούτε προφήτες, ούτε δαίμονες
δίχως ιστορίες κι αμαρτήματα.

Ήταν καλά βολεμένο το σπιτάκι μας
Σε λεύτερο πνεύμα και σώμα
Κοχύλια περπατάνε και γελάνε στο γιαλό
Τα νερά χαρά ζωής.

Δεν ήταν ακόμα παγίδα ο χρόνος.



Από τη συλλογή «Αιθρία Σιγή», Κέδρος, Αθήνα 1976.