Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα VALÉRY (PAUL). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα VALÉRY (PAUL). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2022

ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ

 



PAUL VALÉRY

 

LES VAINES DANSEUSES

 

Celles qui sont des fleurs légères sont venues,

Figurines d’or et beautés toutes menues

Où s’irise une faible lune... Les voici

Mélodieuses fuir dans le bois éclairci.

De mauves et d’iris et de nocturnes roses

Sont les grâces de nuit sous leurs danses écloses.

Que de parfums voilés dispensent leurs doigts d’or !

Mais l’azur doux s’effeuille en ce bocage mort

Et de l’eau mince luit à peine, reposée

Comme un pâle trésor d’une antique rosée

D’où le silence en fleur monte... Encor les voici

Mélodieuses fuir dans le bois éclairci.

Aux calices aimés leurs mains sont gracieuses ;

Un peu de lune dort sur leurs lèvres pieuses

Et leurs bras merveilleux aux gestes endormis

Aiment à dénouer sous les myrtes amis

Leurs liens fauves et leurs caresses... Mais certaines,

Moins captives du rythme et des harpes lointaines,

S’en vont d’un pas subtil au lac enseveli

Boire des lys l’eau frêle où dort le pur oubli.

 

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2021

Ο ΜΑΥΛΙΣΤΗΣ, ΙΙ

 


PAUL VALÉRY

 

Ο ΜΑΥΛΙΣΤΗΣ, ΙΙ

 

Τρελά, κακά δες ξεκινάνε

(σαν μέλισσα ονειρευτή)

τα χείλη μου και σε φιλάνε

μες στο καυτό σου το αφτί.

 

Λατρεύω την αδύναμη

κατάπληξή σου – μια τολύπη·

και απλώς βουτάνε μέσα εκεί

καρδιάς ερωτικής οι χτύποι.

 

Ποιό θαύμα, εν τούτοις, έχει γίνει;

Βουίζει… το αίμα σου βομβεί!

Και ναι, ναι, είμαι αυτός που δίνει

στην αύρα νόημα και ζωή.

 

Στα κρεμαστά σου τα μαλλιά

και τρυφερή και  κακιωμένη η

ψυχή μου τώρα τυραννά

ό,τι ποθεί σαν λιμασμένη.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021

Ο ΜΑΥΛΙΣΤΗΣ, Ι


 

PAUL VALÉRY

 

Ο ΜΑΥΛΙΣΤΗΣ, Ι

 

Εσείς καμπύλες, μαίανδροι,

του ψεύτη μυστική απορία:

ποια τέχνη να ’ν’ πιο τρυφερή

απ’ ό,τι τούτ’ η αργοπορία;

 

Πού σε πηγαίνω ως οδηγός

καλά το ξέρω – θα σ’ το γράψω:

κακός μπορεί νά ’ν’ ο σκοπός·

δεν θέλω, ωστόσο, να σε βλάψω.

 

(Κι αν κάποια σου χαμογελά

με το καμάρι που γνωρίζει

το κάλλος, τόση, ω, αποκοτιά

την αποπροσανατολίζει.)

 

Εσείς καμπύλες, μαίανδροι,

του ψεύτη μυστική απορία:

να κάμω θέλω ν’ ακουστεί

η λέξη η τρυφερή, κυρία!


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021

Ο ΚΩΠΗΛΑΤΗΣ

 


PAUL VALÉRY

 

Ο ΚΩΠΗΛΑΤΗΣ

 

Στον μέγα ποταμό γερμένος· τα κουπιά δεν έχουν σταματήσει

στιγμή να με  αποσπούν με λύπη από τα γελαστά τριγύρω μέρη·

ψυχή με αβάσταγα τα χέρια της, μ’ ένα κουπί στο κάθε χέρι,

και οφείλει ο ουρανός στο αργό τους το πλατσούρισμα να υποχωρήσει.

 

Σκληρή η καρδιά, το μάτι να ξεφύγει από τα κάλλη που χτυπάω,

κι αφήνω να ’χει ολόγυρά μου ο κύκλος των κυμάτων ωριμάσει·

με τα βαριά χτυπήματά μου θέλω ο κόσμος ο ένδοξος να σπάσει

των φυλλωμάτων, της φωτιάς ο κόσμος, που τον σιγοτραγουδάω.

 

Περνώ από τα δέντρα κάτω, και ως ύφασμα βελούδο με νερών μια ρύμη

χρωματική τα φύλλα παίζουν μέσα στην απόλυτη ηρεμία·

και τούτα τα νερά για σκίσε, βάρκα μου, έλα, και για κάν’ τους μία

ουλή, να βγαίνει απ’ την πλατιά γαλήνη για να καταπιεί τη μνήμη.

 

Ποτέ, ω γητέματα της μέρας, οι γητειές σας, ναι, ποτέ δεν έχουν

τόσο υποφέρει από αποστάτη που την άμυνά του δοκιμάζει.

Μα σαν τους ήλιους που απ’ τη νιότη μου με βγάλαν, κάτι εδώ με βάζει

 και πάλι στην πηγή να πάω, απ’ όπου ονόματα άλλο πια δεν τρέχουν.

 

Η νύμφη ολάκερη, δεινή, τεράστια, εις μάτην με αποτρέπει – ιδίως

με χέρια μού ανακόπτει πάναγνα τα μέλη μου τα εξαντλημένα·

δεσμά θα σπάσω χίλια αργά-αργά, όλα τους γερά και παγωμένα,

και τις κλωστές τις ασημιές –σαν γένια– της γυμνής της τής ισχύος.

 

Αυτός ο μυστικός ο ήχος των νερών απ’ το ποτάμι ετούτο

τις μέρες τις χρυσές μου μού τις δένει με μια γάζα μεταξένια·

και τίποτα δεν μου τυφλώνει την παλιά χαρά μου απ’ την έννοια

ενός θορύβου μιας φυγής, που ακίνητη όλο μένει μολοντούτο.

 

Γεφύρια-δαχτυλίδια: το νερό, βαθύ, από κάτω τους με πάει·

και τόξα με άνεμους γεμάτα, ο φλοίσβος με τη νύχτα που ’χει ανοίξει,

κυλούν επάνω σ’ ένα μέτωπο και του φορτώνουν πάντα πλήξη,

αλλά έχει κόκαλο γερότερο απ’ την πύλη τους που δεν βαστάει.

 

Η νύχτα τους κρατάει καιρό. Η ψυχή στ’ αντίκρισμά τους χαμηλώνει

τους αισθητούς της ήλιους, τα γοργά που ανοιγοκλείνουν βλέφαρά της,

καθώς, με κίνηση που πέτρινο με κάνει σώμα, στα δικά της

νερά βουλιάζω εκεί που το οκνηρό, το αργό γαλάζιο με κυκλώνει.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.