ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ (1825-1896)
ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗΣΌταν στα βάθη της νυκτός με περιζώνη
άκρα θαλάσσης ουρανού και γης ειρήνη,
το πνεύμα, οπού στην ταραχήν του κόσμου σβήνει,
σιγά την μυστικήν ζωήν του ανανεώνει·
των πόθων όλων και παθών αγάλ’ οι πόνοι
παύουν, καθώς στον νουν απλώνετ’ ευφροσύνη,
ο αιθέρας, όπου αρχήθεν η ψυχή μου κλίνει·
ήσυχη ορμή προς κόσμον άλλον με φτερώνει,
και όσα πνεύματα εδώ στα πλάσματά τους είδα,
ακαθρέφτιστα εκεί θωρεί τα η φαντασία,
και όταν θαρρώ πως την χρυσήν πατώ βαθμίδα,
οπού αντηχεί ψηλάθε απέραντη αρμονία,
θαμπή στιγμή την ιλαρήν μου παίρνει ελπίδα
με ουράνιο λάλημα να πω τραγούδια θεία.
ΟΙ ΘΡΗΝΟΙ ΤΗΣ ΑΝΔΡΟΜΑΧΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΑΒΗΣ
(Ιλιάς, Ω, 718-759) Και ως είπ' εκείνοι εχώρισαν τ' αμάξι να περάσει
και αφού στα ωραία δώματα το λείψανο ανεβάσαν,
στην κλίνη τον απόθεσαν, κι εκάθισαν στο πλάγι
τους θρηνωδούς, το θλιβερό τραγούδι ν' αρχινήσουν.
Και αντιφωνούσαν κλαίοντας στο θρήνον οι γυναίκες
Και η λευκοχέρ' αρχίνησε το θρήνο η Ανδρομάχη
στην κεφαλή του Έχτορα απλώνοντας τα χέρια.
"Άνδρα μου, νέος πέθανες, κι εμέν' αφήνεις χήρα
στο σπίτι με το τρυφερό παιδί που εμείς οι δύο
οι άμοιροι γεννήσαμε και δε θα μεγαλώσει
ωιμένα, ότι γρήγορα τούτη θα πεσ' η πόλη
τώρα σαν χάθηκες εσύ, ο στύλος της, η ασπίδα,
που τα παιδιά της έσωζες και τις σεμνές μητέρες,
που γλήγορα στα πλοία τους δε να μας ρίξουν όλες
και συ μαζί μου, τέκνο μου, θε να'σαι να δουλεύεις
με κόπο σ' έργα ουτιδανά καταδυναστεμένος
κάτω απο κύριο σκληρό, αν πρώτα δε σε ρίξει
απο του πύργου την κορφή να κακοθανατίσεις
κανείς οπού του σκότωσε ο Έκτωρ τον πατέρα,
τον αδερφό ή το παιδί, διότι απο το χέρι
εκείνου πλήθος Αχαιών εδάγκασαν το χώμα.
Ότι ο πατέρας σου απαλός στον πόλεμον δεν ήταν
για τούτο σήμερα ο λαός ολόκληρος τον κλαίει
και λύπη θα'σαι αμίλητη, ώ Έκτορ στους γονείς σου,
μόν' άλλος είναι ο πόνος μου στην κλίνη σου, ώ γλυκέ μου,
δεν πέθανες, το χέρι σου στο χέρι μου ν' απλώσεις,
και κάποιον λόγον φρόνιμον να βάλεις στην καρδιά μου
ημέρα νύκτα μες στον νού να το'χω και να κλαίω".
Και με τον θρήνον που'καμνε στενάζαν οι γυναίκες
και ανάμεσόν τους άρχισε κι η Εκάβη να θρηνήσει
"Έκτορ, ως το ακριβότερο απ' όλα τα παιδιά μου,
και όταν μου εζούσες, οι θεοί, γλυκέ μου, σ' αγαπούσαν
Τ' άλλα παιδιά μου, οσά 'πιανε ο γλήγορος Πηλείδης
απόπερ' απ' την θάλασσαν στα ξένα τα επουλούσε
στην Λήμνον την σκοταδερή, στην Σάμον και στην Ίμβρον
και σύ, αφού σ' ενέκρωσεν η λόγχη του και γύρω
του φίλου οπού του εφόνευσες τον τάφον σ' έχει σύρει
και όμως μ' αυτό δεν έκαμε τον φίλον ν' αναζητήσει,
εμπρός μου τώρα δροσερός και ανέγγιχτος στο σπίτι
κείτεσαι, ωσάν τον άνθρωπον που την ψυχήν του επήρε
ο Φοίβος ο αργυρότοξος με τ' άλυπά του βέλη".
Μετάφραση: Ιάκωβος Πολυλάς