Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΥΛΑΣ (ΙΑΚΩΒΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΥΛΑΣ (ΙΑΚΩΒΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

Ο ΚΩΔΩΝ






Ο ΚΩΔΩΝ

Η εφημερίδα του Λάζαρου Τζαγκάρη alias Ιακώβου Πολυλά

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

ΗΜΕΡΙΔΑ ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΟΛΥΛΑ

 


ΣΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

στο σπίτι του Διονυσίου Σολωμού
ομιλία μου για τον Ιάκωβο Πολυλά και τις απόψεις του περί ποιητικής μετάφρασης.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2024

ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕ Ο ΠΟΛΥΛΑΣ

 




ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

 

ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕ Ο ΠΟΛΥΛΑΣ

 

Ρυθμών και Στοχασμών άυλα φτερά και χέρια

τη λυτρωμένη την ψυχή σου απ’ το κορμί της

την πήραν και την παν ολόισα προς τ’ αστέρια·

στέκετ’ εκεί η πομπή και κόβει την ορμή της.

 

Στων παραδείσων τα υπερκόσμια καλοκαίρια,

στης Λύρας τ’ άστρο, εκεί που ο ψάλτης και ο τεχνίτης

λάμπουν αθάνατ’ από πνεύμα περιστέρια,

του Σολωμού σε σέρνει ο ίσκιος ο μαγνήτης.

 

Πατρικά σ’ οδηγεί σε δυο Θαβώρ αγνάντια,

σ’ αφήνει εκεί και λέει: «Νά η δόξα σου! Εδώ στάσου,

κι ένα ταίρι γιγάντιο σαν από διαμάντια

 

κατάβαθα αβασίλευτο βλέπε μπροστά σου,

και σαν αέρι από λατρεία πνέε τριγύρω

στον Όμηρο, μακάριε, και στο Σαιξπήρο!»

 

1896


Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020

ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΜΟΥ ΜΑΘΗΤΡΙΑ


ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΜΟΥ ΜΑΘΗΤΡΙΑ

Εξαιρετική εργασία τόσο από πλευράς περιεχομένου (και πρωτοτυπίας) όσο και από πλευράς εμφανίσεως. Μπράβο, Λητώ. Χαίρε! Μπράβο και στον Σωκράτη Πουλή για την επιμέλεια.

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ


 
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ

Ιάκωβος Πολυλάς, "Απαντα", επιμέλεια Γιώργος Βαλέτας, Εκδόσεις Νίκα, Αθήνα 1959.
 



 

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

ΑΙΜΙΛΙΑΝΕ ΜΟΥ, ΕΑΝ ΤΟΝ ΜΑΓΕΙΡΟ ΣΟΥ…




MARTIALIS


[ΑΙΜΙΛΙΑΝΕ ΜΟΥ, ΕΑΝ ΤΟΝ ΜΑΓΕΙΡΟ ΣΟΥ…]

Αιμιλιανέ μου, εάν τον μάγειρό σου Μίστυλλο τον λένε,
γιατί να μη φωνάζω εγώ και τον δικό μου Ταρατάλλα;



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σημείωση:
Βλ. Ομήρου, Ιλιάς, Α 465: μίστυλλόν τ᾽ ἄρα τἆλλα καὶ ἀμφ᾽ ὀβελοῖσιν ἔπειραν. Σε μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά: ἐλιάνισαν τὰ ἐπίλοιπα τὰ πέρασαν στὲς σοῦβλες.


Τρίτη 27 Μαρτίου 2007

ΜΕ ΟΥΡΑΝΙΟ ΛΑΛΗΜΑ ΝΑ ΠΩ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΘΕΙΑ



ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ (1825-1896)


ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗΣ


Όταν στα βάθη της νυκτός με περιζώνη
άκρα θαλάσσης ουρανού και γης ειρήνη,
το πνεύμα, οπού στην ταραχήν του κόσμου σβήνει,
σιγά την μυστικήν ζωήν του ανανεώνει·

των πόθων όλων και παθών αγάλ’ οι πόνοι
παύουν, καθώς στον νουν απλώνετ’ ευφροσύνη,
ο αιθέρας, όπου αρχήθεν η ψυχή μου κλίνει·
ήσυχη ορμή προς κόσμον άλλον με φτερώνει,

και όσα πνεύματα εδώ στα πλάσματά τους είδα,
ακαθρέφτιστα εκεί θωρεί τα η φαντασία,
και όταν θαρρώ πως την χρυσήν πατώ βαθμίδα,

οπού αντηχεί ψηλάθε απέραντη αρμονία,
θαμπή στιγμή την ιλαρήν μου παίρνει ελπίδα
με ουράνιο λάλημα να πω τραγούδια θεία.



ΟΙ ΘΡΗΝΟΙ ΤΗΣ ΑΝΔΡΟΜΑΧΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΑΒΗΣ
(Ιλιάς, Ω, 718-759)


Και ως είπ' εκείνοι εχώρισαν τ' αμάξι να περάσει
και αφού στα ωραία δώματα το λείψανο ανεβάσαν,
στην κλίνη τον απόθεσαν, κι εκάθισαν στο πλάγι
τους θρηνωδούς, το θλιβερό τραγούδι ν' αρχινήσουν.
Και αντιφωνούσαν κλαίοντας στο θρήνον οι γυναίκες
Και η λευκοχέρ' αρχίνησε το θρήνο η Ανδρομάχη
στην κεφαλή του Έχτορα απλώνοντας τα χέρια.
"Άνδρα μου, νέος πέθανες, κι εμέν' αφήνεις χήρα
στο σπίτι με το τρυφερό παιδί που εμείς οι δύο
οι άμοιροι γεννήσαμε και δε θα μεγαλώσει
ωιμένα, ότι γρήγορα τούτη θα πεσ' η πόλη
τώρα σαν χάθηκες εσύ, ο στύλος της, η ασπίδα,
που τα παιδιά της έσωζες και τις σεμνές μητέρες,
που γλήγορα στα πλοία τους δε να μας ρίξουν όλες
και συ μαζί μου, τέκνο μου, θε να'σαι να δουλεύεις
με κόπο σ' έργα ουτιδανά καταδυναστεμένος
κάτω απο κύριο σκληρό, αν πρώτα δε σε ρίξει
απο του πύργου την κορφή να κακοθανατίσεις
κανείς οπού του σκότωσε ο Έκτωρ τον πατέρα,
τον αδερφό ή το παιδί, διότι απο το χέρι
εκείνου πλήθος Αχαιών εδάγκασαν το χώμα.
Ότι ο πατέρας σου απαλός στον πόλεμον δεν ήταν
για τούτο σήμερα ο λαός ολόκληρος τον κλαίει
και λύπη θα'σαι αμίλητη, ώ Έκτορ στους γονείς σου,
μόν' άλλος είναι ο πόνος μου στην κλίνη σου, ώ γλυκέ μου,
δεν πέθανες, το χέρι σου στο χέρι μου ν' απλώσεις,
και κάποιον λόγον φρόνιμον να βάλεις στην καρδιά μου
ημέρα νύκτα μες στον νού να το'χω και να κλαίω".
Και με τον θρήνον που'καμνε στενάζαν οι γυναίκες
και ανάμεσόν τους άρχισε κι η Εκάβη να θρηνήσει
"Έκτορ, ως το ακριβότερο απ' όλα τα παιδιά μου,
και όταν μου εζούσες, οι θεοί, γλυκέ μου, σ' αγαπούσαν
Τ' άλλα παιδιά μου, οσά 'πιανε ο γλήγορος Πηλείδης
απόπερ' απ' την θάλασσαν στα ξένα τα επουλούσε
στην Λήμνον την σκοταδερή, στην Σάμον και στην Ίμβρον
και σύ, αφού σ' ενέκρωσεν η λόγχη του και γύρω
του φίλου οπού του εφόνευσες τον τάφον σ' έχει σύρει
και όμως μ' αυτό δεν έκαμε τον φίλον ν' αναζητήσει,
εμπρός μου τώρα δροσερός και ανέγγιχτος στο σπίτι
κείτεσαι, ωσάν τον άνθρωπον που την ψυχήν του επήρε
ο Φοίβος ο αργυρότοξος με τ' άλυπά του βέλη".

Μετάφραση: Ιάκωβος Πολυλάς