Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΣΕΝΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΣΕΝΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ 1895 ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΣΕΡΓΙΟΣ ΕΣΕΝΙΝ



ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


[ΛΑΧΝΟΣ 137]

Αγάπησα στον Γεσένιν
εκείνη τη μηλιά που γνέφει
με τ' ανθισμένο της μανίκι.


Από την ποιητική συλλογή "Λαχνοί" (1977).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, "Ποιήματα, τ. ΙΓ΄", Κέδρος, Αθήνα 1999, σ. 312.

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

ΕΣΕΝΙΝ!



Сергей Есенин


[Гой ты, Русь, моя родная]


Гой ты, Русь, моя родная,
Хаты - в ризах образа...
Не видать конца и края -
Только синь сосет глаза.

Как захожий богомолец,
Я смотрю твои поля.
А у низеньких околиц
Звонно чахнут тополя.

Пахнет яблоком и медом
По церквам твой звонкий Спас.
И гудит за корогодом
На лугах веселый пляс.

Побегу по мятой стежке
На приволь зеленых лех,
Мне навстречу, как сережки,
Прозвенит девичий смех.

Если крикнет рать святая:
"Кинь ты Русь, живи в раю!"
Я скажу: "Не надо рая,
Дайте родину мою".


1914



Το ποίημα μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Milena Miconi.

Παρασκευή 25 Απριλίου 2008

ΕΣΕΝΙΝ!


Сергей Есенин


[Гой ты, Русь, моя родная]


Гой ты, Русь, моя родная,
Хаты - в ризах образа...
Не видать конца и края -
Только синь сосет глаза.

Как захожий богомолец,
Я смотрю твои поля.
А у низеньких околиц
Звонно чахнут тополя.

Пахнет яблоком и медом
По церквам твой звонкий Спас.
И гудит за корогодом
На лугах веселый пляс.

Побегу по мятой стежке
На приволь зеленых лех,
Мне навстречу, как сережки,
Прозвенит девичий смех.

Если крикнет рать святая:
"Кинь ты Русь, живи в раю!"
Я скажу: "Не надо рая,
Дайте родину мою".


Το ποίημα μάς το ζήτησε η φίλη του ιστολογίου κ. Alysa Milano. Ευχαρίστως το "κρεμάμε".

Δευτέρα 23 Απριλίου 2007

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ



ΣΕΡΓΚΕΗ ΑΛΕΞΑΝΤΡΟΒΙΤΣ ΓΕΣΕΝΙΝ


[ΠΡΟΤΟΥ ΧΤΥΠΗΣΕΙ ΤΟΥ ΟΡΘΡΟΥ Η ΚΑΜΠΑΝΑ]


Προτού κτυπήσει του όρθρου η καμπάνα
να ’ρθείς να με ξυπνήσεις αύριο, μάνα.
Αφήνοντας τη θαλπωρή του κόσμου
έξω θα βγω, και θα ’ναι ο αδελφός μου.

Στον ύπνο μου τον είδα• στο παλτό του
είχε κρυμμένο τ’ άγιο πρόσωπό του.
Όρθιος, περιμένοντας στο χιόνι,
του Οκτώβρη κάτω τίναζε τη σκόνη.

Θα βγω• κι αυτός μαζί του θα με πάρει
να βρούμε το λειψό, αρχαίο φεγγάρι.
Σκυφτοί θα περπατήσουμε στον δρόμο
πηγαίνοντας αργά, ώμο τον ώμο.

Μάνα, αύριο νωρίς να με ξυπνήσεις
προτού τη λάμπα του σπιτιού μας σβήσεις.
Κι αν μάθεις πως ποιητής ήταν ο γιος σου
σβήσε το φως, και κάνε τον σταυρό σου.


Μετάφραση: Δημήτρης Ελευθεράκης.

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2007

ΜΙΑ ΛΙΑΝΟΥΤΣΙΚΗ ΣΗΜΥΔΑ




ΣΕΡΓΚΕΗ ΑΛΕΞΑΝΤΡΟΒΙΤΣ ΓΕΣΕΝΙΝ (1895-1925)


ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ ΒΥΣΣΙΝΙ


Το φως της δύσης βυσσινί, υφασμένο με τη λίμνη·
στα πλάγια οι ξυλοπετεινοί – κουδούνια, πένθιμοι ύμνοι.

Ο φλώρος κάπου κρυφοκλαίει χωμένος στην κουφάλα,
μα εγώ δεν κλαίω· στα βάθη μου κυλούν φώτα μεγάλα.

Ξέρω, θα βγεις το απόβραδο μακριά, πέρα απ’ το δρόμο,
και σε μια φρέσκια θημωνιά θα κάτσουμε ώμο με ώμο.

Όλος μιά μέθη απ’ τα φιλιά, σαν άνθος θα σε λιώσω·
ο που μεθάει από χαρά δεν έχει κρίμα ωστόσο.

Μόνη σου, από τα χάδια μου, θα ρίξεις το μετάξι
και μεθυσμένη θα σε πάω στα θάμνα ως να χαράξει.

Ας κλαίνε οι ξυλοπετεινοί μακριά στα λοφοπλάγια –
χαρούμενη μιά θλίψη ζει μες στ’ αυγινά μαγνάδια.


1910



[ΣΜΑΡΑΓΔΕΝΙΟ ΧΤΕΝΙΣΜΑ]

Σμαραγδένιο χτένισμα,
στήθος κοριτσιού χλωρό,
αχ, λιανούτσικη σημύδα,
τί κοιτάς μες στο νερό;

Το αγεράκι τί σου λέει;
η άμμος τί σου κουδουνά;
Στις πλεξούδες σου χτενάκι
το χρυσό φεγγάρι, να.

Πες μου, πες το μυστικό σου,
τη δεντρίσια συλλογή,
τ’ ανοιξιάτικο βουητό σου
πώς το αγάπησα πολύ.

Κι αποκρίθηκε η σημύδα:
«φίλε, ψες το βράδυ εδώ
στ’ αστροφεγγοβόλημα είδα
να δακρύζει ένα βοσκό.

Οι ίσκιοι λάμπαν στο φεγγάρι,
Πρασινάδες ρίχναν φως,
Τα γυμνά τα γόνατά μου
Μου τ’ αγκάλιαζεν αυτός.

Κι είπε μες στο θρο των κλώνων
με βαθιούς ανασασμούς:
έχε γειά, περιστερούλα,
ώς τους νέους γερανούς.»


1918



[ΑΓΕΡΗΔΕΣ, ΑΓΕΡΗΔΕΣ]

Αγέρηδες, αγέρηδες, ω χιονισμένοι αγέρηδες
σβήστε της περασμένης μου ζωής το δάκρυ.
Λαχτάρησε ένας έφηβος νά ’μαι κατάφωτος
ή ένα λουλούδι στων αγρών την άκρη.

Κάτω από τη φλογέρα του βοσκού λαχτάρησα
για όλους και για μένανε η ψυχή μου να λιώνει·
μέσα στ’ αφτιά μικρά κουδούνια αστέρινα
το βραδινό σωριάζει χιόνι.

Είναι όμορφο το λαγαρό του τρέμουλο,
όταν στη χιονοθύελλα βουλιάζει ο πόνος·
σα δέντρο θά ’θελα μεσοδρομίς να στέκομαι
ασάλευτος στό ’να μου πόδι, μόνος.

Κάτω απ’ το φρούμασμα του αλόγου θά ’θελα
ν’ αγκαλιαστώ με τα τριγύρω θάμνα.
Έι, εσείς φεγγαροπόδαρα σηκώστε τη
μ’ ένα χρυσό κουβά τη θλίψη μου στα ουράνια.


1919


Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος, 1981.