Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα CUARTAS ACOSTA (LUIS FERNANDO). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα CUARTAS ACOSTA (LUIS FERNANDO). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Αυγούστου 2022

ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ

 


LUIS FERNANDO CUARTAS ACOSTA

 

ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ

 

Τσάκισε τη μονότονη τραγωδία, τη μοναξιά και τη φρίκη, τον επαναλαμβανόμενο πόνο που σχηματίζει ουλές και έχει την πληγή κρυμμένη

τσάκισε το τείχος και τα σαθρά του θεμέλια

τσάκισε πολιτισμούς και οχυρώσεις

τσάκισε αυτή την ατμόσφαιρα φόβου

τσάκισε ό,τι πρέπει για να μπορείς να δεις και από την άλλη πλευρά σύννεφα νέα να σεργιανούν στον ουρανό

τσάκισε της ατυχίας την αυλαία

τίποτα δεν μένει ανάμεσα στις στάχτες και στα ερείπια

εκεί στην άλλη πλευρά βλέπεις έναν τόπο γλυκό και αγαπητό ανάμεσα στο ονειρώδες  και στον πόθο νά ’σαι κάποιος άλλος...

τσάκισε, να τσακίσουμε, να μη σταματάμε το τσάκισμα...

αυτής της αγωνίας τού να είσαι κανείς, του να είσαι της καταστροφής και του φόβου

ας τσακίσουμε το καύκαλο του αντίθετου

τη δυστυχία για την ευτυχία, για όσα ευτυχώς ειπώθηκαν

και τα λέμε πηγαίνοντας πολύ πέρα ​​από το τείχος και από τις σιωπές του τείχους.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 


Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

ΤΑ ΣΑΓΟΝΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

 


LUIS FERNANDO CUARTAS ACOSTA

 

ΤΑ ΣΑΓΟΝΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

 

Ίσκιοι λαθραίοι πλησιάζουν, τα μάτια τ’ ουρανού καταπίνουνε.

Ζώο με ανεμοθύελλας όψη.

Σκοτεινός ουρανός και σύννεφα σαν καράβια ακυβέρνητα

τραβάνε για την εξορία, μορφές εκτοπισμένες που τις επήρε και τις σήκωσε  ο άνεμος.

Τα άκρα, το άγριο στόμα, ο απέραντος λαιμός

που τράφηκε από το σκοτάδι και από ’ναν αταβιστικό φόβο

γεννημένον στις φουρτούνες μέσα.

Μάλλον ο τυφώνας θα παραμορφώσει τα τέρατα

κι ο πεινασμένος σκύλος δεν θα φτάσει στο ξημέρωμα

την επόμενη μέρα, πλην όμως θα επιστρέψει στον ουράνιο θόλο ο ήλιος.

Καθόλου δεν θα ξαφνιαστεί το φεγγάρι

και τα μάτια μας θα κοιτούν τη ζωή

γι’ άλλη μια μέρα ακόμα, ενώ η νύχτα δεν είναι σκοτεινή

ούτε οι ίσκιοι φρουρούν μονίμως του φόβου το φάσμα.

Μία μέρα ακόμα

και τα μανιασμένα θηρία θα εξαφανιστούν

από τ’ αρρωστημένα μυαλά και απ’ τα δειλά χειροκροτήματα

σαν έλθει ο θάνατος.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 



Τρίτη 26 Ιουλίου 2022

ΛΟΥΙΣ ΦΕΡΝΑΝΔΟ ΚΟΥΑΡΤΑΣ ΑΚΟΣΤΑ

 


LUIS FERNANDO CUARTAS ACOSTA

 

LA PALABRA

 

La palabra es el artificio; el punzón sobre la piedra y el buril
sobre la cera. El carbón sobre el muro, el lápiz y el cuaderno:
Artificio sofocante y necesario; ampuloso río desplegado en
libro. Río de cibernéticos códigos en la máquina que condensa
nuestro lenguaje hablado, frío escenario de digitaciones y
cláusulas. La naturaleza subyuga, adormece, exalta, droga
natural que reclama y que convoca. Palabra y naturaleza que
esclavizan pero también liberan. El poeta, hace ese acto, que
nos devuelve a un estado primitivo, donde el arte aún está
inflamado por la hoguera y el ritual del encuentro con la aldea.
Dicho encuentro hace de trance, puente, suicidio, paroxismo,
entre la voz del trueno y el pálido despliegue de los mitos sobre
la deslumbrante religión de los humanos, que funda dioses y
epopeyas.
Pero la palabra no desnuda el cuerpo, ni salva ni nos mata,
más tiene órganos como un cuerpo tejido, trama de historias
enhebradas paso a paso, cuerpo que respira cuando se han dicho
las desdichas y las dichas de los seres humanos que habitan esta
Babel que a cada uno corresponde.
La palabra no es llama que quema, pero duda y escarba como
un garfio, afirma y desvanece, conjura y revienta en mil pedazos
como arena esparcida por el tiempo.
Está en crisis sino comunica, si queda paralizada ante el abismo.
Vuelve con la risa de los niños, con las preguntas flotando en
natación en la matemática del sueño, en el álgebra que despierta
para prolongar los juegos.

 

ΜΑΤΙΑ

 


LUIS FERNANDO CUARTAS ACOSTA

 

ΜΑΤΙΑ

 

Δύο νοτισμένα αμύγδαλα. Καρβουνοκρύσταλλοι που κοιτάζουν. Από την άλλη μεριά της νύχτας είναι μια λάμψη που φωτίζει: οι εκλάμψεις των όρθρων, το βλέμμα ανάμεσα σε διάφορα μονοπάτια, η γλυκιά ανάμνηση κάτι σκυλιών που βοηθάνε στων άστρων τη βόσκηση.

  Ζεύγος εξημμένων φούρνων, έργο αιώνων, και το θωρούμε από των μύθων τα βάθη. Κοιτάζοντας συλλογίζεσαι τί ρίγος υπάρχει σ’ ένα λουλούδι όποτε ενσκήπτουν ξωτικά αρματωμένα με ψαλίδια. Κοιτάζοντας νιώθεις την αραιή ομίχλη που κρύβεται ανάμεσα στα στήθη και το θολό νερό των πρώτων ονείρων.

  Κοιτάζοντας βλέπεις μια χρυσαλλίδα που βγαίνει αργά-αργά από ’να στόμα όταν προφέρει φιλιά. Κοιτάζοντας υπάρχει μια μαύρη φωτιά, αυτή η όψη που διαιωνίζει των στιγμών το άπειρο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.