Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΡΑΣ (ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΡΑΣ (ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

ΟΙ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΡΟΔΑ




LOUIS ARAGON


ΟΙ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΡΟΔΑ

Ω μήνες των ανθήσεων μεταμορφώσεων μήνες
Μάη που πήγες αίθριος Γιούνη από μαχαιριά
Ποτές τα ρόδα δεν ξεχνώ τις πασχαλιές εκείνες
Κι όσους για πάντα η άνοιξη στον κόρφο της κρατά

Μου μένει η πλάνη η τραγική στη μνήμη δια βίου
Κείνος ο ήλιος η Πομπή το πλήθος κι οι φωνές
Τ’ άρματα αγάπες ξέχειλα τα δώρα του Βελγίου
Σαν το μελίσσι να βουίζει ο δρόμος τ’ αχανές
Ο αλόγιστος ο θρίαμβος την έριδα ωνα ωχραίνει
Νά ’ναι προσχέδια αίματος τα πορφυρά φιλιά
Κι αυτοί που θα πεθάνουνε στ’ οχύρωμα στημένοι
Λουσμένοι απ’ έναν έξαλλο λαό στην πασχαλιά

Δεν θα ξεχάσω πια ποτές τους κήπους της Γαλλίας
Ωραίους σα λειτουργικά βιβλία καιρών παλιών
Τ’ άγχος  εκείνο των βραδιών και της ανησυχίας
Σ’ όλο το δρόμο τ’ άρωμα των τριανταφυλλιών
Τ’ άνθη που διαψεύδανε τον πανικό εναγώνια
Τους στρατιώτες που ’φευγαν στου φόβου τα φτερά
Τ’ αλλόφρονα ποδήλατα τα ειρωνικά κανόνια
Των δήθεν κατασκηνωτών τα χάλια μια φορά

Μόνο δεν ξέρω ο στρόβιλος γιατί τόσων εικόνων
Σ’ ένα γνωστό κάθε φορά σημείο με σταματά
Στη Σαιντ-Μαρτ Ένας στρατηγός Πυκνάδες των θαμνώνων
Κάποια έπαυλη νορμανδική στο δάσος κει μπροστά
Όλα σωπαίνουν Ο εχτρός στον ίσκιον ησυχάζει
Πως το Παρίσι εδόθηκε μας είπαν προς τ’ αργά
Των ρόδων και των πασχαλιών η μνήμη θα με σφάζει
Δε θα ξεχνώ δυο αγάπες μας που χάσαμε γοργά

Ω εσάς της Φλάντρας πασχαλιές πρωτόμερες ακόμα
Ώχρα που απλώνει ο θάνατος στα μάγουλα νεκρού
Κι εσείς της υποχώρησης μπουκέτα ω ρόδα χρώμα
Χρώμα φωτιάς απόμακρης τριαντάφυλλα του Ανζού



Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.
Από το βιβλίο: Αλέξανδρος Μπάρας, «Προσεγγίσεις στη γαλλική ποίηση - Μεταφράσεις», Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1986, σελ. 72-73.

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

ΤΑ ΜΑΤΙΑ



ARMAND SULLY PRUDHOMME


ΤΑ ΜΑΤΙΑ

Μαύρα, γαλάζια, ωραία κι αγαπημένα
μάτια αναρίθμητα που εβλέπαν την αυγή,
κάτω από μάρμαρα ‘κείνται» αποθεμένα
κι ας βγαίνει ο ήλιος πάντα εδώ στη γη.

Οι νύχτες πιο γλυκιές παρ’ όσο οι μέρες
κάναν τα μάτια νά ’χουν μαγευθεί,
λάμπουνε πάντα τα’ άστρα στους αιθέρες,
σκοτάδι όμως στα μάτια έχει απλωθεί.

Να πεις πως έμειναν τυφλά θά ’τανε ψέμα,
Δεν είναι κάτι τέτοιο δυνατό!
Κάπου στ’ Αλλού θ’ απόθεσαν το βλέμμα,
σ’ εκείνο που το λένε αθώρητο.

Κι όπως τ’ αστέρια, που χάνονται σα δύνουν,
χωρίς να φύγουνε ποτέ απ’ τον ουρανό
έτσι κι οι κόρες των ματιών μπορεί να σβήνουν
με θάνατο όμως όχι αληθινό:

Μαύρα, γαλάζια, ωραία κι αγαπημένα,
μάτια που εμείς σφραγίζουμε στη γης,
πέραν του τάφου βλέπετε ανοιγμένα
τη λάμψη μιας ατέλειωτης αυγής.




Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.
Από το βιβλίο: Αλέξανδρος Μπάρας, «Προσεγγίσεις στη γαλλική ποίηση - Μεταφράσεις», Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1986, σελ. 53.


************

LES YEUX

Bleus ou noirs, tous aimés, tous beaux,
Des yeux sans nombre ont vu l'aurore ;
Ils dorment au fond des tombeaux,
Et le soleil se lève encore.
 
Les nuits plus douces que les jours
Ont enchanté des yeux sans nombre ;
Les étoiles brillent toujours
Et les yeux se sont remplis d'ombre.
 
Oh ! qu'ils aient perdu le regard,
Non, non, cela n'est pas possible !
Ils se sont tournés quelque part
Vers ce qu'on nomme l'invisible ;
 
Et comme les astres penchants
Nous quittent, mais aux cieux demeurent,
Les prunelles ont leurs couchants,
Mais il n'est pas vrai qu'elles meurent  :
 
Bleus ou noirs, tous aimés, tous beaux,
Ouverts à quelque immense aurore,
De l'autre côté des tombeaux
Les yeux qu'on ferme voient encore.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

ΟΙ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΡΟΔΑ




LOUIS ARAGON


ΟΙ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΡΟΔΑ

Ω μήνες των ανθήσεων μεταμορφώσεων μήνες
Μάη που πήγες αίθριος Γιούνη από μαχαιριά
Ποτές τα ρόδα δεν ξεχνώ τις πασχαλιές εκείνες
Κι όσους για πάντα η άνοιξη στον κόρφο της κρατά

Μου μένει η πλάνη η τραγική στη μνήμη δια βίου
Κείνος ο ήλιος η Πομπή το πλήθος κι οι φωνές
Τ’ άρματα αγάπες ξέχειλα τα δώρα του Βελγίου
Σαν το μελίσσι να βουίζει ο δρόμος τ’ αχανές
Ο αλόγιστος ο θρίαμβος την έριδα ωνα ωχραίνει
Νά ’ναι προσχέδια αίματος τα πορφυρά φιλιά
Κι αυτοί που θα πεθάνουνε στ’ οχύρωμα στημένοι
Λουσμένοι απ’ έναν έξαλλο λαό στην πασχαλιά

Δεν θα ξεχάσω πια ποτές τους κήπους της Γαλλίας
Ωραίους σα λειτουργικά βιβλία καιρών παλιών
Τ’ άγχος  εκείνο των βραδιών και της ανησυχίας
Σ’ όλο το δρόμο τ’ άρωμα των τριανταφυλλιών
Τ’ άνθη που διαψεύδανε τον πανικό εναγώνια
Τους στρατιώτες που ’φευγαν στου φόβου τα φτερά
Τ’ αλλόφρονα ποδήλατα τα ειρωνικά κανόνια
Των δήθεν κατασκηνωτών τα χάλια μια φορά

Μόνο δεν ξέρω ο στρόβιλος γιατί τόσων εικόνων
Σ’ ένα γνωστό κάθε φορά σημείο με σταματά
Στη Σαιντ-Μαρτ  Ένας στρατηγός Πυκνάδες των θαμνώνων
Κάποια έπαυλη νορμανδική στο δάσος κει μπροστά
Όλα σωπαίνουν Ο εχτρός στον ίσκιον ησυχάζει
Πως το Παρίσι εδόθηκε μας είπαν προς τ’ αργά
Των ρόδων και των πασχαλιών η μνήμη θα με σφάζει
Δε θα ξεχνώ δυό αγάπες μας που χάσαμε γοργά

Ω εσάς της Φλάντρας πασχαλιές πρωτόμερες ακόμα
Ώχρα που απλώνει ο θάνατος στα μάγουλα νεκρού
Κι εσείς της υποχώρησης μπουκέτα ω ρόδα χρώμα
Χρώμα φωτιάς απόμακρης τριαντάφυλλα του Ανζού



Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.
Από το βιβλίο: Αλέξανδρος Μπάρας, «Προσεγγίσεις στη γαλλική ποίηση - Μεταφράσεις», Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1986, σελ. 72-73.


************

LES LILAS ET LES ROSES

O mois des floraisons mois des métamorphoses
Mai qui fut sans nuage et Juin poignardé
Je n’oublierai jamais les lilas ni les roses
Ni ceux que le printemps dans les plis a gardés

Je n’oublierai jamais l’illusion tragique
Le cortège les cris la foule et le soleil
Les chars chargés d’amour les dons de la Belgique
L’air qui tremble et la route à ce bourdon d’abeilles
Le triomphe imprudent qui prime la querelle
Le sang que préfigure en carmin le baiser
Et ceux qui vont mourir debout dans les tourelles
Entourés de lilas par un peuple grisé

Je n’oublierai jamais les jardins de la France
Semblables aux missels des siècles disparus
Ni le trouble des soirs l’énigme du silence
Les roses tout le long du chemin parcouru
Le démenti des fleurs au vent de la panique
Aux soldats qui passaient sur l’aile de la peur
Aux vélos délirants aux canons ironiques
Au pitoyable accoutrement des faux campeurs

Mais je ne sais pourquoi ce tourbillon d’images
Me ramène toujours au même point d’arrêt
A Sainte-Marthe Un général De noirs ramages
Une villa normande au bord de la forêt
Tout se tait L’ennemi dans l’ombre se repose
On nous a dit ce soir que Paris s’est rendu
Je n’oublierai jamais les lilas ni les roses
Et ni les deux amours que nous avons perdus

Bouquets du premier jour lilas lilas des Flandres
Douceur de l’ombre dont la mort farde les joues
Et vous bouquets de la retraite roses tendres
Couleur de l’incendie au loin roses d’Anjou



Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ




LOUIS ARAGON


ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ

Τόσο βαθιά τα μάτια σου πoυ ’σκυψα να πιω πάνω
Κι είδα τους όλους ήλιους σ’ αυτά ν’ αντιφεγγούν
Και τους απελπισμένους να πέφτουν να πνιγούν
Τόσο βαθιά τα μάτια σου που εκεί τη μνήμη χάνω

Κάτω από σύννεφο πουλιών μουντός ωκεανός
Και φέξιμο ύστερα ουρανών στα μάτια σου ανεφέλων
Το θέρος κόβει σύννεφα στις ρόμπες των αγγέλων
Πάνω απ’ τα στάχυα ο ουρανός τόσο είναι γαλανός

Πασχίζει η αύρα του γλαυκού τα νέφη ν’ αλαφιάσει
Τα μάτια σου πιο διάφανα στο δάκρυ τους υγρά
Που κι ο ουρανός ο απόβροχος ζηλιάρης τα θωρά
Γαλάζιο τόσο το γυαλί στο μέρος που ’χει σπάσει

Μάνα των εφτά βάσανων σελαγισμέ μου υγρέ
Εφτά ρομφαίες πέρασαν το πρίσμα των χρωμάτων
Οι ωραίες μέρες έχουνε πικρό το χάραμά των
Η μελανόστικτη ίριδα στα μαύρα είναι πιο μπλε

Τα πονεμένα μάτια σου ρήγμα διπλό ανοιγμένο
Απ’ όπου μεταγίνεται το θαύμα σαν μεμιάς
Οι Μάγοι οι τρεις αντίκρυσαν με χτύπο της καρδιάς
Το φόρεμα της Παναγιάς στη φάτνη κρεμασμένο

Λόγια στου Μάη τη μουσική και στον πολύ καημό
Θά ’φτανε κι ένα μοναχό στόμα να δώσει πλέρια
Μονάχα έν’ άπειρο στενό και θά ’πρεπαν στ’ αστέρια
Τα μάτια σου με των Διδύμων τον αστερισμό

Ούτε παιδί που εκστατικό θαυμάζει ωραίες εικόνες
Δε στήνει μάτια σαν κι εσέ μεγάλα φωτερά
Δεν ξέρω αν λες και ψέματα σα γίνονται γλαρά
Άγριες θαρρείς απ’ τη βροχή κι ανοίγονται ανεμώνες

Να κρύβονται άραγε αστραπές μες στη λεβάντα αυτή
Που εντόμων μέσα της σφοδρός ερωτισμός ανάφτει
Στων διαττόντων πιάστηκα το δίχτυ σαν το ναύτη
Μεσαύγουστο από κύματα που ’χει άξαφνα αρπαχτεί

Τράβηξα αυτό το ράδιο από ουρανίτη ουσία
Τα δάχτυλά μου καίγοντας σ’ απρόσιτη φωτιά
Κοντά μου είσαι παράδεισε κι ωστόσο είσαι μακριά
Περού μου είναι τα μάτια σου Γολκόνδη μου κι Ινδία

Κι ήρθε ένα βράδι που το σύμπαν έγινε κομμάτια
Σε βράχους που τους κόρωσαν οι ναυαγοί μα εγώ
Πάνω απ’ τη θάλασσα έβλεπα ζευγάρι λαμπερό
Τα μάτια της Έλσας τα μάτια της Έλσας τα μάτια



Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.
Από το βιβλίο: Αλέξανδρος Μπάρας, «Προσεγγίσεις στη γαλλική ποίηση / μεταφράσεις», Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1986, σελ. 74-75.


****************


LES YEUX D’ELSA

Tes yeux sont si profonds qu'en me penchant pour boire
J'ai vu tous les soleils y venir se mirer
S'y jeter à mourir tous les désespérés
Tes yeux sont si profonds que j'y perds la mémoire

À l'ombre des oiseaux c'est l'océan troublé
Puis le beau temps soudain se lève et tes yeux changent
L'été taille la nue au tablier des anges
Le ciel n'est jamais bleu comme il l'est sur les blés

Les vents chassent en vain les chagrins de l'azur
Tes yeux plus clairs que lui lorsqu'une larme y luit
Tes yeux rendent jaloux le ciel d'après la pluie
Le verre n'est jamais si bleu qu'à sa brisure

Mère des Sept douleurs ô lumière mouillée
Sept glaives ont percé le prisme des couleurs
Le jour est plus poignant qui point entre les pleurs
L'iris troué de noir plus bleu d'être endeuillé

Tes yeux dans le malheur ouvrent la double brèche
Par où se reproduit le miracle des Rois
Lorsque le coeur battant ils virent tous les trois
Le manteau de Marie accroché dans la crèche

Une bouche suffit au mois de Mai des mots
Pour toutes les chansons et pour tous les hélas
Trop peu d'un firmament pour des millions d'astres
Il leur fallait tes yeux et leurs secrets gémeaux

L'enfant accaparé par les belles images
Écarquille les siens moins démesurément
Quand tu fais les grands yeux je ne sais si tu mens
On dirait que l'averse ouvre des fleurs sauvages

Cachent-ils des éclairs dans cette lavande où
Des insectes défont leurs amours violentes
Je suis pris au filet des étoiles filantes
Comme un marin qui meurt en mer en plein mois d'août

J'ai retiré ce radium de la pechblende
Et j'ai brûlé mes doigts à ce feu défendu
Ô paradis cent fois retrouvé reperdu
Tes yeux sont mon Pérou ma Golconde mes Indes

Il advint qu'un beau soir l'univers se brisa
Sur des récifs que les naufrageurs enflammèrent
Moi je voyais briller au-dessus de la mer
Les yeux d'Elsa les yeux d'Elsa les yeux d'Elsa