Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα VICO (GIAMBATTISTA). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα VICO (GIAMBATTISTA). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

ΒΙΚΟ

 


ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΟΥ ΤΗΣ "ΝΕΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ" ΤΟΥ ΒΙΚΟ

 εδώ

 

Σχεδόν όλα τα βιβλία που έχω μεταφράσει τα είχα διαλέξει εγώ. Και έχω φτάσει ήδη τα εξήντα έργα από διάφορες γλώσσες και σε όλα τα είδη του λόγου. Δυο-τρεις εξαιρέσεις δεν χαλάνε τον παραπάνω κανόνα. Αν κάτι δεν το γνωρίζω, δεν το πιάνω. Όταν μεταφράζω, θέλω να γνωρίζω τι ακριβώς μεταφράζω, για να το αναγνωρίζω κατά τη μεταφραστική διαδικασία. Και αν κατά τη διαδικασία αυτή τυχαίνει να μαθαίνω κάτι νέο, θέλω αυτό που μαθαίνω να είναι ήδη προεντεταγμένο στο γνωσικό μου πλαίσιο. Σπεύδω να πω, όμως, ότι δεν ζω από τη μετάφραση, ώστε να παίρνω παραγγελίες και να τις εκτελώ, για να κερδηθεί (όσο μπορεί να κερδηθεί έτσι) ο επιούσιος. Μπορώ, μάλιστα, να προσθέσω και τούτο: ότι είμαι τυχερός, γιατί, διδάσκοντας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο «Θεωρία και Πράξη της Μετάφρασης», εκ της θέσεώς μου ασχολούμαι με αυτό που από τα μαθητικά μου χρόνια μού είχε κινήσει το ενδιαφέρον: πώς (να) μεταφέρουμε λόγο από μια κουλτούρα συμπυκνωμένη σε ένα ήδη διαμορφωμένο κείμενο ( : στο πρωτότυπο) προς μιαν άλλη κουλτούρα, και μάλιστα σε ένα κείμενο υπό διαμόρφωση ( : στο μετάφρασμα).

Συζητήσεως γενομένης για τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό με τον αείμνηστο φίλο μου Δημήτρη Αρμάο βρέθηκα να μιλάω για τον Βίκο, τη Scienza Nuova του οποίου είχα διαβάσει στα γερμανικά, μεταφρασμένη από τον Έριχ Άουερμπαχ. Έγραφα τη διδακτορική διατριβή μου στο Πανεπιστήμιο της Σααρλάνδης, στη Γερμανία, όταν «πέτυχα» σε ένα καλάθι και σε τιμή ευκαιρίας (δύο μάρκα ίσον ένα σημερινό ευρώ) ένα πολυκαιρισμένο μεν, αλλά σχεδόν άθικτο αντίτυπο του έργου. Να μην τα πολυλογούμε: η μετάφραση του σοφού Άουερμπαχ ναι μεν δεν ήταν πλήρης και είχε αυθαίρετες συντομεύσεις, αλλά ήταν ό,τι έπρεπε για την πρώτη και καλή γεύση που έλαβα για το έργο του Βίκο. Θα παραλείψω πολλά και θα πω μόνο ότι, αν ο Αρμάος σού ζητούσε κάτι, ήταν αδύνατο να ξεφύγεις. Του οφείλω δε και τη μετάφραση που εκπόνησα στο έργο του Χέρμαν Μπροχ Βιργιλίου θάνατος, έκδόσεις Gutenberg 2000. Με την επιμονή του Αρμάου βρέθηκα το 2005 να μεταφράζω τη Scienza Nuova του Βίκο, την οποία είχα ήδη μελετήσει στη δεκαετία του ’90. Επαναλαμβάνω: δεν μεταφράζω έργα που αγνοώ, ακριβώς επειδή θέλω να ξέρω τι θα συναντήσω.

Επέμεινε, βέβαια, ο Αρμάος, για να κάμψει την πρώτη μου αρνητική αντίδραση, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι, ακόμα και τη στιγμή της πρώτης μου άρνησης, η ιδέα της μετάφρασης του εμβληματικού αυτού έργου με γοήτευε. Τα επιχειρήματα του Αρμάου ήσαν «πραγματικά»: για να μεταφραστεί ένα τέτοιο έργο –μου εξήγησε– χρειάζεται να συγκεντρώνονται στο πρόσωπο του μεταφραστή, πέραν του απαράγραπτου ενδιαφέροντός του, τα εξής minima ως υφιστάμενες και διαπιστωμένες γνώσεις: γνώση της ιταλικής και της διαλέκτου της Νάπολης, γνώση της λατινικής και της αρχαίας ελληνικής, γνώσεις ετυμολογίας, καλές γνώσεις νομικής και πολύ καλή γνώση του Ρωμαϊκού Δικαίου. Σύμφωνα με τον agent provocateur του όλου εγχειρήματος Δημήτρη Αρμάο όλα τα παραπάνω τα διέθετα εγώ, και δη επαρκώς, γι’ αυτό και όφειλα (ναι, αυτό το ρήμα είχε χρησιμοποιήσει) να ξεκινήσω τη μετάφραση «και σε 3-4 χρόνια να την τελειώσω».

Το τελευταίο, ενώ το έλεγε, ήξερε πολύ καλά ότι δεν θα γινόταν, γιατί ήξερε εμένα πολύ καλά. Ποτέ δεν δουλεύω μόνο ένα μετάφρασμα. Ιδιοτροπία μου σίγουρα, αλλά πάντοτε εργάζομαι σε πολλά κείμενα ταυτόχρονα. Αναλόγως των διαθέσεών μου (αλλά και των περισπάσεών μου) κάποια έργα, που προηγούνται άλλων, υποχωρούν ως προς την προτεραιότητα έναντι άλλων ή αφήνονται ανενεργά για ικανό χρονικό διάστημα, είτε επειδή έχει αμβλυνθεί σχετικώς το ενδιαφέρον μου είτε επειδή «δεν τραβάνε» όσο θα ήθελα και πρέπει να περιμένω να έλθει ή ώρα να με «ξαναδελεάσουν». Τον Βίκο τον δούλεψα παράλληλα με το Ασματολόγιο (Canzoniere) του Φραγκίσκου Πετράρχη (κοντεύει να τελειώσει), με τα ιταλικά έργα του Διονυσίου Σολωμού (έχει ολοκληρωθεί από πενταετίας το μετάφρασμα και θα εκδοθεί εν ευθέτω χρόνω), με το εκτενέστατο ανθολόγιο από το ποιητικό έργο του Μπρεχτ, που κυκλοφόρησε από τον Gutenberg με τίτλο Η βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων, και με διάφορα ποιητικά έργα από τα ισπανικά, που πρόκειται να εκδοθούν και αυτά, μιας και η μετάφρασή τους έχει σχεδόν τελειώσει. Αν και εννοείται, θα πω ότι παράλληλα δούλευα και δικά μου πρωτότυπα έργα – και τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι!

Κατά τα έτη 2006-2008 βρέθηκα στη Νάπολη, στην πατρίδα του Βίκο. Εκεί, εκτός από τις ολιγόωρες ανά εβδομάδα υποχρεώσεις μου στο Πανεπιστήμιο του Φρειδερίκου Β΄, είχα την ευκαιρία να επιδοθώ απερίσπαστος στη βαθύτερη μελέτη και στην πρώτη μετάφραση του έργου. Με τη βοήθεια του φίλου καθηγητή Φιλίππο ντ’ Όρια άνοιγαν για χάρη μου και όποιαν ώρα ήθελα τόσο οι βιβλιοθήκες του Πανεπιστημίου και του Ιταλικού Φιλοσοφικού Ινστιτούτου που εδρεύει στη Νάπολη, αλλά και ένα γραφείο στην περιφερειακή βιβλιοθήκη του Αβελλίνο, για να έχω την ευχέρεια να εντρυφώ στο βικιανό έργο και στη μεταφορά του στα ελληνικά. Οι όποιες απορίες μου σχετικά με το ιταλικό μέρος του έργου μού λύθηκαν στη Νάπολη και στο Αβελλίνο, όπου και διέμενα. Εκεί κατέληξα και στη μετάφραση του La Scienza Nuova ως Η Νέα Επιστημονική Γνώση. Εξηγώ εν εκτάσει στον Πρόλογο του μεταφράσματός μου γιατί το Scienza είναι Επιστημονική Γνώση, και όχι απλώς Επιστήμη. Εδώ μπορώ να προσθέσω κάτι που έχω αθετήσει εκεί: ο πλατωνικός διάλογος Θεαίτητος είναι περί επιστήμης, κάτι που πάντοτε στα ελληνικά μεταφράστηκε ως περί γνώσεως. Προσαρμοστικά και εγώ έφυγα από τη σκέτη (και ως όρο παραπλανητική) επιστήμη και προτίμησα την επιστημονική γνώση, που ως όρος είναι ακριβής, επειδή δεν πρόκειται περί απλής εμπειρικής γνώσεως, αλλά γνώσεως κτηθείσης μέσω της επιστήμης, τον «αιώνα» της οποίας βίωνε ο φιλόσοφος Βίκο.

Όταν μιλάμε για μεταφράσεις, το πρώτο (και το τελευταίο συνήθως) που κάνουμε είναι να μιλάμε για δυσκολίες. Θα αποφύγω και την εξαντλητική καζουιστική και την συνακόλουθη φλυαρία – κρίνω ότι δεν ενδιαφέρουν κανέναν, ούτε καν εμένα πια! Επί ένα τέταρτο του αιώνα παλεύω με όλες τις δυνάμεις του νου μου να μην πάθω από την επαγγελματική μου ενασχόληση κάτι που για άλλους είναι σημαντικό, για εμένα όμως είναι κακό: να γίνω μεταφρασιολόγος. Αν ασχολιόμουν με τη μουσική, θα ήθελα να είμαι μουσικός και όχι μουσικολόγος. Ασχολούμενος με τη μετάφραση επιδιώκω να είμαι μεταφραστής, όχι μεταφρασιολόγος. Και όποτε χρειαστεί να «μεταφρασιολογήσω», προτιμώ να χάνομαι με τις ερασιτεχνικές μου δυνάμεις στη γλώσσα και στη φιλοσοφία της, και όχι στη μεταφρασιολογία, που για μένα –να το πω, αφού μου δίδεται ο χώρος και η ευκαιρία– στην καλύτερη εκδοχή της (πρέπει να) είναι μεταφρασματολογία.

Και βέβαια συνάντησα δυσκολίες κατά τη μετάφραση. Η πιο μεγάλη από όλες ήταν το άτσαλο ύφος του συγγραφέα, το οποίο δεν έπρεπε να μεταφερθεί ούτε ως άτσαλο ούτε άτσαλα. Κάτι τέτοιο θα ακύρωνε εν τη γενέσει την προσπάθειά μου, που συνίστατο στο να μεταφρασθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά η τρίτη και τελική έκδοση του βικιανού έργου που είχε δει το φως της δημοσιότητας το 1744 στη Νάπολη. Το έργο έπρεπε να μεταφρασθεί με ήθος λόγου ελληνικού μικτού και επιστημονικού. Τουλάχιστον αυτό προσπάθησα να κάνω. Η εγγενής πυκνότητα τόσο του νομικού όσο και του φιλοσοφικού λόγου αυτό ακριβώς απαιτούσαν – τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου. Αυτό το είχα αποφασίσει εξ αρχής – προτού καλά-καλά τραβήξω την πρώτη μολυβιά.

Αποφασισμένο είχα επίσης και το ότι θα έπρεπε πολλές φορές σε κάθε σελίδα πρώτα να παραθέτω κάποια ξενόγλωσα στοιχεία και ύστερα να τα μεταφράζω μέσα στο σώμα του μεταφράσματος. Η άλλη απόφασή μου ήταν, όταν εισήγαγα ορολογία, να παραθέτω σε υποσημείωση την ιταλική ή όποια άλλη πρωτότυπη μορφή της: ο αναγνώστης θα διαπιστώσει έτσι ότι, ενδεικτικώς, η πρωτεία είναι η degnità, τα ρεύματα και αναρρεύματα είναι τα corsi e recorsi, και το διαφορολόγιοαλληγορία) είναι το diversiloquium. Είχα αποφασίσει και κάτι άλλο, που το επετέλεσα στο μέτρο του δυνατού: να διορθώσω τα λάθη του Βίκο, όλα τους συγγνωστά. Γράφοντας ο Βίκο από μνήμης τα πάντα περιέπεσε σε λάθη: καμιά φορά ο Πλάτων ήταν Αριστοτέλης ή κάποιο έργο του Πλάτωνος ονομαζόμενο ήταν άλλο (φέρ’ ειπείν ο Αλκιβιάδης Β΄ και όχι ο Αλκιβιάδης Α΄). Όλα αυτά τα λάθη αποκαταστάθηκαν· όπως αποκαταστάθηκαν φιλολογικώς και όσα λάθη είχαν εμφιλοχωρήσει σε διάφορα λατινικά χωρία παρμένα από τον Τίτο Λίβιο ή τον Τάκιτο. Κατά τη μετάφραση βοηθήθηκα σημαντικά από μεταφράσεις του έργου σε άλλες γλώσσες: από την αγγλική του Νταίηβιντ Μαρς, από τη γαλλική της Κριστίνα Τριβούλτσιο και, κυρίως, από τη γερμανική του φιλόσοφου Βιττόριο Χαίσλε.

Έκρινα ότι έπρεπε να υπομνηματίσω εξαντλητικά το έργο – και το έκανα. Οι υποσημειώσεις, που ξεπερνούν τις 4000, είναι δύο ειδών: είναι «φιλολογικές», αναφερόμενες στις πηγές του Βίκο, και «αυταναφορικές», καθώς παραπέμπουν σε σημεία του βικιανού έργου. Έκρινα ότι έπρεπε να παρατεθούν όλες τους, καθώς προέρχονταν μέσα από το ίδιο το έργο, για να βοηθηθεί ο κριτικός αναγνώστης στη μελέτη του· όπως έκρινα επίσης ότι δεν θα έπρεπε να παρατεθεί ούτε μία υποσημείωση δευτεροταγούς χαρακτήρα, δηλαδή υποσημείωση αναφερόμενη μεν στο μεταφραζόμενο έργο, αλλά προερχόμενη έξω από αυτό. Αν το έκανα, οι σελίδες του έργου δεν θα ήσαν 1050, αλλά 2050! Και εν πάση περιπτώσει, ας το κάνει κάποια στιγμή κάποιος άλλος, διορθώνοντας και τα τυχόν δικά μου αβλεπτήματα. Να προσθέσω και τούτο: όποτε είχα αναφορά σε αρχαιοελληνικό ή λατινικό κείμενο, προτιμούσα να προσθέτω, πέραν της φιλολογικής του ταυτότητας, και το σώμα του κειμένου, ακριβώς για να διευκολύνεται ο μελετητής επί τόπου και να μην χρειάζεται να τρέχει να ψάχνει ή να ανοίγει βιβλία.

Δέκα χρόνια πάλευα με τον Βίκο, από το 2005 έως το 2015, με τις συνθήκες που προεξέθεσα. Ωραία ήταν! Και δεν έπληξα καθόλου! Μπορεί, βέβαια, να ήμουν αρκετά βαρετός (έως ανυπόφορος ενίοτε) στην οικογένεια και στις συντροφιές μου, γιατί (δίκην ξορκιού;) μιλούσα κάθε τόσο για το αναληφθέν εγχείρημα. Μα δεν το έκανα από φόβο μπροστά στο μέγεθός του, όχι! Το έκανα κάθε φορά σαν προπόνηση για τις επόμενες παραγράφους του μεταφράσματος ή σαν αποθεραπεία, σαν και αυτή που κάνουν οι αθλητές μετά τον αγώνα τους. Αρκετοί φίλοι με συνέδραμαν με τον τρόπο τους, και τους ευχαριστώ όλους πολύ και από καρδιάς – ανάμεσά τους ήταν και ο Ντάγκλας, βέρος ναπολιτάνος, boxer napoletano, πιστός και αμετακίνητος δίπλα μου, και άγρυπνος φρουρός των μεταφραστικών αγώνων μου. Μου λείπει πολύ, όπως μου λείπει και ο Αρμάος. Στη μνήμη τους αφιερώνω τούτο το κείμενο.

 

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021

TZΙΑΜΠΑΤΙΣΤΑ ΒΙΚΟ!

 


GIAMBATTISTA VICO

AFFETTI DI UN DISPERATO

Lasso, vi prego, acerbi miei martìri, 
a unirvi insiem ne la memoria oscura, 
se cortesi mai sète in dar tormento; 
poiché son tanti, che lo mio cor dura, 
di mille vostre offese i vari giri, 
ch’i’ non ben vi conosco e pur vi sento: 
talché di rimembrar meco pavento 
le mie sciagure. Or voi, sospiri accesi, 
ite a seccarmi i pianti in mezzo al varco 
del ciglio d’umor carco; 
e voi, da miei sospir miei pianti offesi, 
tornando in giù, di lor vi vendicate 
con sommergerli adentro ’l mesto core, 
a cui per le vostr’onte ornai si toglia 
che possa la sua cruda amara doglia 
sfogar, poiché così agio non fate 
ch’uscendo fuor con voi il mio dolore, 
lasci l’albergo d’ogni nostro affetto; 
perch’io, finché m’ha morto, in mezzo al petto 
serbarlo vo’, se mai quel che m’avviva 
potrà menarmi del mio corso a riva.
Perché cadente ornai è ’l ferreo mondo 
e son già instrutti a farci strazio i fati, 
di pari con le colpe i nostri mali 
crebber sugli altri delle prische etati 
troppo altamente, poiché sotto il pondo 
di novi morbi i gravi corpi e frali 
gemono smorti, ed a la tomba l’ali 
il viver nostro ha più preste e spedite, 
e son sempre feconde le sventure 
di sì fatte sciagure
non più per nova o antica fama udite, 
e dal pensier uman tanto lontane 
che crederle men sa chi più le prova: 
talché sembra lo ciel che non più accenda 
benigno lume, onde qua giù discenda 
un’alma lieta. Or chi cotanto strane 
guise di mali intende mai per prova, 
se potesse mirar qual è lo scempio 
che di me fa mio destin fèro ed empio, 
al suo, ch’or chiama avaro ed or crudele, 
grazie sol renderia, non che querele.
    Di qualunque animal, quando primiero 
a l’ime soglie del suo viver giunge, 
lo ’nfocato vigor onde ha la vita, 
con dolci nodi amici e’ si congiunge 
la sua salma; e un caso adverso e fèro, 
pur sia stella avara in darmi aita, 
o natura dal suo corso smarrita, 
di duo adversari me, lasso! compose: 
il mio mortale infermo, afflitto e stanco, 
ch’omai par venir manco, 
strazia l’alma con pene aspre, noiose; 
e ’l mio miglior, che d’egre cure abonda, 
affligge ’l corpo con crudeli pesti: 
e mentre, oimè! con pensier molto e spesso 
me ’nterno a sentir me contro me stesso, 
membro non ho ch’a l’anima risponda, 
poiché non ho vertù che i sensi désti, 
se non se ’n quanto mi si fan sentire 
gli acerbi effetti de’ lor sdegni ed ire. 
In sì misero stato e sì doglioso 
va’, spera, se tu puoi, qualche riposo.
Ma ’l piacer fèro di dolermi sempre 
parmi ch’alleggi in parte ’l mio cordoglio, 
se del mio stato a lamentar mi mena; 
ond’io, ch’a più e a più dolor me ’nvoglio, 
farò, cantando con suavi tempre, 
che pel contrario suo poggi mia pena. 
Vita sovra ’l mortai corso serena, 
moderati piacer, delizie oneste, 
tesori per valor vero acquistati, 
onori meritati,
mente tranquilla in abito celeste; 
e, perché più lo mio dolor s’avanzi, 
talché null’altro mai fia che l’agguagli, 
amor di cui è sol amor mercede, 
e vicende gentil di fé con fede, 
venite al tristo pensier mio dinanzi, 
ch’e’ vi farà sembrar pene e travagli 
a lo mio cor, perché di duol trabocchi, 
sì come rossa gemma avanti gli occhi 
posta talora, egli adivien che facci 
rassembrar sangue il latte e fiamme i ghiacci.
Rinfacciatemi or voi, s’unqua potete, 
qualche vostro favor, stelle crudeli! 
Ite, e ven prego, a ritrovarlo ornai 
entro quei moti de’ benigni cieli, 
che ’nfluiscon qua giù gioie men liete. 
Solo ben io da me so che non mai 
bevvi respir, che non traessi guai. 
Deh! perché da la vita altra beata, 
stanco da tante alte sciagure e rotto, 
misero, fui condotto 
a la presente amara e disperata? 
Poiché, se mai a’ giorni, a’ mesi, agli anni, 
c’ho speso nel dolor, i’ son rivolto, 
veggio esser nato per mia cruda sorte 
solo a fiamme, sospir, lagrime e morte. 
E così crudi scempi e acerbi affanni 
non m’hanno in quel che i’ era ancor disciolto. 
Ah, che daranno tempo al fato rio 
che meglio studi ’l precipizio mio; 
se non è forse che la morte avara 
tema col mio morir farsi più amara!
Mi venne sol da luminosa parte 
del cielo una vaghezza di destare 
a pie de’ faggi e poi de’ lauri a l’ombra 
la bella luce che fa l’alme chiare, 
ch’a la povera mia si spense in parte 
quando se ’ndossò ’l velo onde s’adombra: 
talché, d’alto stupor finor ingombra, 
parea a se stessa dir: – Lassa! chi sono? –
debbami dar il nome;
ma sempre ’l chiamerò pena e non dono, 
se affligge più chi più conosce il male. 
Oh inver beati voi, ninfe e pastori, 
cui sa ignoranza cagionar contenti, 
ch’obliati sudor, fatighe e stenti 
acquetar vi sapete a un dono frale 
o di poma o di latte over di fiori; 
ed al caldo ed al gel diletto e gioco 
vi reca l’ombra fresca e ’l sacro foco; 
ne altra gioia a voi sembra che piaccia 
che rozzo amore o faticosa caccia!
Ma qual piacere i’ seguo, afflitto e lasso, 
fra tanti strazi abbandonato e solo, 
ne la misera mia vita che meno? 
che fatto son noioso incarco al suolo, 
anco infecondo, dove ’l tronco e ’l sasso, 
come in suo centro, han la lor quiete. Almeno 
il mio piacer e’ fosse il venir meno; 
ma ’l fato me ’l disdice. Or, se mi serbo 
sempre a novi sospiri e a pianti novi, 
piovi miserie, piovi
sovra ’l mio capo, empio destino acerbo; 
e non voler meco mostrarti avaro 
d’altri scempi più infesti e più nemici, 
ch’i’ tua penuria e non pietà la stimo; 
se non è forse invidia ch’i’ sia ’l primo 
tra disperati e che mi renda chiaro 
essempio di dolor agl’infelici. 
Ma per le pene mie i’ giuro a queste 
aspre selve, solinghe, orride e meste, 
che non mai turberà, mentre respiro, 
i lor alti silenzi un mio sospiro.
Canzon, sola rimanti a pianger meco 
dove serbo ’l dolor, né fra la gente 
d’ir chiedendo piotate abbi vaghezza; 
che l’alto mio martìr conforti sprezza. 
Ma, se doglia compianta e’ men si sente, 
sdegna ch’ancor tu resti a pianger seco 
l’afflitto cor, che disperato vòle 
che l’aspre pene sue si sentan sole.

 

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2021

GIAMBΑTTISTA VICO: "Η ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΝΩΣΗ"

 


GIAMBΑTTISTA VICO: "Η ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΝΩΣΗ", Gutenberg, Αθήνα 2015
Πέντε σελίδες σε δική μου μετάφραση.

 






Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

ΓΙΑ ΤΗ «ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΝΩΣΗ» ΤΟΥ ΒΙΚΟ




ΝΙΚΟΣ ΚΑΣΣΙΟΣ


ΓΙΑ ΤΗ «ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΝΩΣΗ» ΤΟΥ ΒΙΚΟ

Ας μη μου καταλογιστεί θράσος για το εγχείρημα που αναλαμβάνω, να πω δυο τρεις αφέλειες για ένα έργο-κολοσσό˙ δεν είναι κρίσεις τούτα που γράφω παρά μόνο προσωπικές ομολογίες, που ίσως, τέλος πάντων, να δικαιούνται να γίνουν κάτι περισσότερο από προσωπικές.
Βρισκόμουν σε χώρο από εκείνους που δεν επισκέπτεται κανείς για καλό. Και ήταν έτσι διαμορφωμένη η ψυχική μου κατάσταση, όπως τη διαμορφώνουν στους επισκέπτες τους τέτοιοι χώροι. Καθισμένος σε ένα παγκάκι κάπνιζα αρειμανίως και καπνιζόμουν και ο ίδιος. Και μου χαρίστηκε τότε ένα δωράκι από αυτά που μας χαρίζει πότε πότε... αλήθεια, ποιος; η τύχη ή η Θεία Πρόνοια;
Είδα από απόσταση τον διακαμό φίλου διαλεχτού αλλά, για να βεβαιωθώ ότι ήταν όντως εκείνος, χρειάστηκε να προχωρήσω κάμποσο. Και, όταν επιτέλους βεβαιώθηκα, έγινε τόση η φούρια μου να τον προλάβω, που σχεδόν τον τρόμαξα! Είπαμε αυτά και τ’ άλλα –τα αυτά ήταν λίγα αλλά τ' άλλα ήταν πολλά, και ούτε τότε προλάβαμε να τα εξαντλήσουμε-, και στο τέλος έβγαλε από την τσάντα του ένα ήδη βαρύ βιβλίο, το κατέστησε ακόμη βαρύτερο με μια επιτόπια αφιέρωση, και μου το δώρισε. Giambattista Vico, Η ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΝΩΣΗ, εισαγωγή-μετάφραση-πίνακες: Γιώργος Κεντρωτής. Πριν από λίγο ολοκλήρωσα την πρώτη ανάγνωσή του.
Τι ήταν αυτό το κείμενο; Ήταν ιστορία καθ’ εαυτήν, ήτοι των ανθρώπινων πράξεων, αλλά ήταν και ιστορία θρησκευτική και ιστορία πολιτική και ιστορία δικαιική και, με λίγα λόγια, ιστορία πολιτισμική – με ακόμη πιο λίγα: το κείμενο αυτό ήταν μεγάλη ιστορία. Και όχι αυτού ή εκείνου του λαού ή αυτής ή εκείνης της περιόδου, αλλά ιστορία του ανθρώπινου γένους θεωρούμενου στη διαχρονία του. Ο Βίκο, εξοπλισμένος με μια βαριά φιλολογική, νομική και φιλοσοφική σκευή, καταδύεται στο πιο μακρινό παρελθόν, διερευνά τα σκοτεινά βάθη εκείνα, και επιστρέφοντας εκθέτει urbi et orbi τα ευρήματά του. Ασφαλώς και δεν ήμουν σε θέση να εκτιμήσω όλη αυτή την έκθεση˙ σελίδες ολόκληρες του έργου έμειναν σε εμένα κλειστές, καθώς για το ξεκλείδωμά τους απαιτούνταν γνώσεις που δεν διέθετα. Μπορώ, όμως, να πω ότι το βιβλίο δεν είναι από αυτά που απλώς σου αφήνουν ένα ανεπαίσθητο ίζημα (αυτό που, όταν αβγατίσει, λέγεται «καλλιέργεια») αλλά από εκείνα, τα λιγότερα, που σε παίρνουν από το χέρι και σε τραβούν προς τα πάνω κάπως... αποτόμως.
Άλλα τα νομίζω και για άλλα είμαι σίγουρος:
- είμαι σίγουρος ότι απόλαυσα τα συναρπαστικά νέα ελληνικά του μεταφράσματος, στα οποία το λαϊκότροπο «παναπεί» εναλλάσσεται με το αρχαιοπρεπές «δηλονότι», χωρίς να ξενίζει ούτε του μεν το λαϊκότροπο, ούτε του δε το αρχαιοπρεπές˙ λέξεις υπέροχες, καταδικασμένες σε αχρησ(τ)ία εκτός των άλλων και από την εκφραστική ατολμία των λογίων, επανενεργοποιούνται δυναμικά και διεκδικούν ό,τι τους στέρησε η κατεστημένη λεξιπενία˙ λόγος πυκνός, μακροπερίοδος, συχνότατα αυτοαναφορικός, κυλά εντούτοις σαν νεράκι, που το κατευθύνει με ασφάλεια η σχολαστικά προσεγμένη χρήση της στίξης˙
- νομίζω πως απέκτησα ένα ερμηνευτικό εργαλείο χρησιμότατο για τη βαθύτερη κατανόηση, και άρα τη βαθύτερη απόλαυση, των λαϊκών μύθων, τόσο εκείνων που μας έρχονται απ’ το «μεγάλο τραπέζι του Ομήρου» όσο και των άλλων, των οικειότερων, του νεότερου δημοτικού μας τραγουδιού˙
- νομίζω πως εμπέδωσα ότι, αφού, όπως είπε και ο γέρο Θουκυδίδης, η ανθρώπεια φύση είναι πάντα η αυτή, η ιστορία δεν μπορεί να μην είναι κυκλική και ότι το μέλλον, κι αν δεν είναι ακριβώς προβλέψιμο, πάντως είναι λιγότερο «ἀόρατον» απ’ όσο το θέλει εκείνο το αρχαίο ρητό˙
- είμαι σίγουρος ότι συνειδητοποίησα πως η θρησκευτική πίστη και η επιστημονική αγχίνοια δεν είναι στοιχεία εξ ορισμού ασύμβατα, εχθρικά προς άλληλα, που ερίζουν συνεχώς, που τα χωρίζει πόλεμος ανειρήνευτος, που το ένα υπονομεύει του άλλου το κύρος και του κλέβει εδάφη˙
- είμαι σίγουρος, τέλος, ότι κατάλαβα προθυμότατα –γιατί εδώ χρειάζεται και κάποια προθυμία του υποκειμένου- πως πάνω κι απ’ την υψηλότερη ανθρώπινη σύλληψη, πίσω και κάτω απ’ τα φαινόμενα, πέρα απ’ όλα όσα φρικαλέα ή μεγαλειώδη λέει και κάνει το ανάξιο και πανάξιο βιολογικό μας είδος, γύρω από όλα και μέσα σε όλα και εδώ και εκεί και τότε και τώρα και αύριο και παντού και πάντοτε υπάρχει η Υπέρτερη Δύναμη: εποπτεύει, επεμβαίνει και καθοδηγεί.
Για πολλά σε ευχαριστώ, φίλε μου Γιώργο Κεντρωτή, αλλά κυρίως γιατί με το δώρο σου ενίσχυσες την πίστη μου, και δη σε μια εποχή όπου αυτή δοκιμάζεται σκληρότατα.

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΖΑΜΠΑΤΤΙΣΤΑ ΒΙΚΟ










Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΕΙ ΤΗ "ΝΕΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΝΩΣΗ" ΤΟΥ ΤΖΙΑΜΠΑΤΤΙΣΤΑ ΒΙΚΟ 


Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΟΥ ΤΗΣ "ΝΕΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ" ΤΟΥ ΒΙΚΟ


Στην επιθεώρηση βιβλίου "Book Press" δημοσίευσα ένα κείμενό μου για τη μεταφραστική εμπειρία μου κατά τη μετάφραση στα ελληνικά του έργου Giambattista Vico La scienza nuova.

Το κείμενό μου εδώ.