Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ισπανοφωνη ποιηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ισπανοφωνη ποιηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗΣ

 

Σε τούτη τη σύντομη ριπή χωρίς ανθρώπους

τα πουλιά έλα να γιορτάσουμε σε προσκαλώ:

το βενσέχο, το γοργό κατάρτι του ανέμου·

το φως το εκτυφλωτικό του τουκουσίτο·

τη λιμπιακάσα που οργώνει τα ουράνια

τον σκοτισμένο για να βρει γαραπατέρο,

ωσπού του δειλινού να πέσει η ύλη

το χρώμα να υφάνει του αγουιτακαμίνος.

Ω πουλιά, ω πολύτιμα της Καραϊβικής πετράδια:

κετζάλ, γαμήλιες του Παράδεισου αχτίδες,

των αγέρηδων ζαφείρια στα φυλλώματα,

της αστραπής της κίτρινης πουλιά

με στάλες ζυμωμένα τιρκουάζ

και με κατακλυσμών φωτιές ολόγυμνες.

Ελάτε τώρα στο μικρό μου ανθρώπινο τραγούδι,

τουρπιάλ μου του νερού, περδιγόν μονάτα,

παραουλάτας με το ύφος το θαυμαστικό,

τσοκορικάι με σπίτι σας το χώμα,

μικροί μου σαλταδόροι, χρυσοί κι αέρινοι,

με χρώματα υπεριώδη και ουρές νημάτινες,

πετροκόκορα μου εσύ, αλλά κι εσύ πουλί-ομπρέλα,

σύντροφοί μου όλοι σας, μυστηριώδεις φίλοι,

ελάτε, σας φωνάζω να μου πείτε πώς έγινε

και τα φτερά σας ξεπεράσαν τα λουλούδια;

Μάσκα από χρυσάφι, μαραγκέ μου ανίκητε,

πες τι μπορώ να κάνω για να τραγουδώ

στη μέση της Βενεζουέλας, στις φωλιές σας πλάι;

Φεγγοβολιές του ουράνιου σηματοδότη,

μαρτίνια ψαράδες της δροσοσταλιάς, πείτε τι να κάνω,

αφού έχω τη θολή φωνή του Ακρότατου Νότου

και τη φωνή μιας σκοτεινής καρδιάς,

και εδώ, στης Καραϊβικής την άμμο, είμαι

απλώς το βότσαλο που ήρθε από το κρύο;

Τι να κάνω για να τραγουδήσω το τραγούδι,

το φτέρωμα, το φως, την εξουσία όλων

όσα είδα να πετούν και δεν το πίστευα

ή το άκουγα και δεν επίστευα στ’ αφτιά μου;

Να μ’ ανταμώσουν μου έτυχε οι κόκκινες οι γάρσες,

πετούσανε σαν κατακόκκινο ποτάμι, κι απέναντι

στο βενεζουελάνικο το μεγαλείο με την αίγλη

του γαλάζιου ήλιου που φλέγεται μες στον αμέθυστο,

τινάχτηκε σαν έκλειψη το κάλλος.

Πετάξαν τούτα τα πουλιά σαν σε τελετουργία.

Αν δεν έχεις το καρμίνι δει του κοροκόρο

να πετάει όντας στο σμάρι μέσα αιωρούμενο,

όταν το φως θερίζει σα δρεπάνι

κι όλος ο ουρανός σειέται και πετάει

και περνάνε τ’ άλικα φτερά με  όλα τους τα πούπουλα

αφήνοντας την πυρκαγιά της ασταπής τους,

και αν δεν έχεις τον αέρα δει της Καραϊβικής

να εκπορεύει αίμα χωρίς λαβωματιά ανοιγμένη,

την ομορφιά του κόσμου τούτου δεν την ξέρεις,

τον κόσμο σου αγνοείς τον κατοικείς, μα δεν τον ξέρεις;

Γι’ αυτό και λέω ό,τι λέω κι έπειτα το τραγουδάω

βλέποντας και ζώντας για λογαριασμό όλων των ανθρώπων.

Καθήκον μου είναι να σου  λέω ό,τι δεν γνωρίζεις,

κι ό,τι γνωρίζεις να το τραγουδώ μαζί σου.

Τα μάτια σου ακολουθούν τα λόγια μου,

τα λόγια μου ανοίγουν μες στο στάρι

και ή πετούν με τα φτερά της Καραϊβικής

ή πολεμάνε τους εχθρούς σου.

Έχω τόσα και τόσα καθήκοντα, σύντροφοι,

που φεύγω· γι’ άλλο πάω θέμα. Γεια χαρά σας τώρα!

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Η ΔΥΣΠΙΣΤΙΑ ΩΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ ΣΟΦΙΑΣ

 


ALBERTO LAISECA

 

 

Η ΔΥΣΠΙΣΤΙΑ ΩΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ ΣΟΦΙΑΣ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

Η αμφιβολία περικλείει την πιθανότητα,

τον κύκλο και τη δυνατότητα κάθε επανεμφάνισης.

Έχω έναν φίλο

που δεν ζει παρά μόνο για να προδοθεί.

Αν για κάτι τον θαυμάζω,

είναι για την εμμονή του στην εμπιστοσύνη,

παρά τον δυσοίωνο τόνο της πρόβλεψης.

Σηκώνεται κάθε πρωί

και παραμένει σταθερά και άτρεπτα προσκολλημένος

στη θηλυκή μορφή της Γης.

 

Χουανγκ Χα Λι. Θρυλική Δυναστεία.

 

Μετάφραση; Γιώργος Κεντρωτής.



ΤΟ ΦΙΔΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ


 

ALBERTO LAISECA

 

ΤΟ ΦΙΔΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

(από τα κινέζικα ποιήματα)

 

Ο μεγαλύτερος εγκληματίας σε όλο το Φίδι των Ανέμων

είναι αυτός που σκοτώνει το ψέμα.

Γιατί οι μηχανές της αλήθειας

κατασκευάζουν όλο και μεγαλύτερα ψέματα.

Φεύγει η αθώα ποίηση – φεύγει,

και έρχεται ο ψεύτικος ρεαλισμός

που κρύβεται πίσω από θανατηφόρες παραβολές.

 

Τσουχ Φο. Δυναστεία Τσίνγκ.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

ΕΝΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ


PABLO NERUDA

 

ΕΝΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ

 

Ο Μπετανκούρ εκάθισε πάνω στις ελπίδες

της Βενεζουέλας, σαν βαρύ κι ασήκωτο φορτίο·

τετράγωνος ο εν λόγω κύριος απέξω

και από μέσα του θολός σαν το τυρί·

σπούδασε πάρα πολύ για Πρόεδρος

(άντρας να γίνει ποτέ καιρό δεν βρήκε).

Στο τέλος του απένειμαν στη Νέα Υόρκη τίτλους

που ειδικό τον έκαναν στους νόμους και στις κυβερνήσεις·

με συστάσεις από τον Μουνιός Μαρίν

οι γκρίνγκος τον προπόνησαν για λίγο ακόμα

και στο Καράκας τον απόθεσαν

με όλο των γνώσεών του το πακέτο:

έμαθε αγγλικά για να εκτελεί τις διαταγές τους,

στα πάντα υπήρξε συνεπής, τύπος ήταν και υπογραμμός·

μάτια είχε και αφτιά στη Βόρεια Αμερική στραμμένα,

για τη Βενεζουέλα ήτανε κουφός, ήτανε τυφλός,

κι από έναν βορειοαμερικάνο εμπορορράπτη εζήταγε

να του ράβει και στοχασμούς και παντελόνια·

μιλώντας έτσι με τη Φωνή του Κυρίου του

και τη Βενεζουέλα ξέχασε και τον λαό της.

Πολύ τον ενοχλούσε, τον δυσαρεστούσε η Κούβα,

και λόγω του Φιντέλ έχασε τον ύπνο του.

Μα όλες εκείνες οι μεταρρυθμίσεις… μα να πιάσει να δώσει τη γη

σ’  εκείνους που τη δούλευαν… — ω, τί ενοχλητικό!

Στους Κουβανούς να δώσει όλους σπίτια… —

κόλαση πια την καταντήσανε την Κούβα!

Να πουλάνε ζάχαρη σ’  όσους την αγοράζουν… —

τί αποκοτιά και τούτη ανυπόφορη!

Έτσι ο καημένος ο Μπετανκούρ έγινε

των δικών μας καιρών ο θλιβερός ο Κάιν.

Τότε στο Καράκας άνθισε

ένας ξεσηκωμός κάτι τρυφερών παιδιών:

εκείνοι οι φοιτητές οι ανυπόταχτοι

άσχημα του το φουσκώσαν το στομάχι.

Ο Μπετανκούρ, ο πολεμιστής, έστειλε αμέσως

τους αστυνομικούς και τα συντάγματά του,

τα τανκς, τ’  αεροπλάνα και τα τουφέκια του

κι εγάζωσε τα παιδιά τ’  ανυπεράσπιστα·

και μπροστά στις σχολές τους που πενθούσαν,

κι ανάμεσα στους μαυροπίνακες και στα τετράδιά τους

άφησε τούτος ο «βορειοαμερικάνος» δημοκράτης

ντουζίνες, πολλές ντουζίνες μικρών νεκρών.

Γι’  άλλη μια φορά η Βενεζουέλα επνίγηκε  στο αίμα.

Κι ο Μπετανκούρ ως άλλος Ηρώδης σιγήν ετήρησε.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Ο ΕΡΩΤΑΣ

 


MANUEL ALTOLAGUIRRE

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ

 

Πως δεν θα υπήρχε δέντρο επίστευα

με τόσο βαθιές τις ρίζες του,

που θά ’παιρνε τροφή από εμένα.

 

Ήμουν τόσο καταποντισμένος,

που για ν’ ανατείλει η ψυχή μου

στις καταπράσινες

κορυφές της χαράς,

τα κλαδιά σου έπρεπε εσένα

να σηκώσουν στον αέρα

την ερειπωμένη μου αγαλλίαση.

 

Μέσα σου, τώρα, απλώνομαι,

παραδίνομαι, σε κυκλώνω,

και, σκοτεινά λαβωμένος,

άφησα τ’ όνειρό μου ν’ ανεβεί

στα κλαδιά σου επάνω.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΕΙΔΩΛΟ ΚΑΠΝΟΥ


 

MANUEL ALTOLAGUIRRE

 

ΕΙΔΩΛΟ ΚΑΠΝΟΥ

 

Πάνω από του νεογέννητου την κούνια

κάποιος έβαλε τη μικρούλα φωτογραφία

μιας πυρηνικής έκρηξης·

ένα είδωλο καπνού τόσο μικρό

όσο και η οργή των ισχυρών,

όσο και των ερωτευμένων η τύφλωση.

 

Έγειρα επάνω από την κούνια

και το κοίταξα βαθιά μες στα μάτια του.

 

Από μια πόλη,

μακρινή κάποτε παλιά,

μας ερχόταν η μουσική

που λικνίζει τον ύπνο και την ξαγρύπνια του.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ

 


MANUEL ALTOLAGUIRRE

 

ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ

Ούτ΄ ένα μούσκλι δεν κουνιέται

στη γρήγορη φυγή σου, ήσυχό μου σύννεφο·

δεν είσαι πια σαν το κορμί

το υγρό που πηδούσε

στη γη, όσο ζούσες,

δεν είσαι κύμα, ούτε ποτάμι,

είσαι ψυχή ή και άγγελος

που μ’  όλη του τη λευκότητα

είναι καταδικασμένος

να κάνει το χιτώνα του

βροχή, χιόνι, θρήνο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Η ΠΟΙΗΣΗ

 


MANUEL ALTOLAGUIRRE

 

Η ΠΟΙΗΣΗ

Τόσο καθαρή που, όντας αόρατη,

κρύβεται στον εαυτό της μέσα

όπως ο αέρας ή το νερό,

διάφανη και μυστική·

έρημη όχι, την αυλακώνουνε

πουλιά και ψάρια,

τη λαβώνουνε δέντρα.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΦΙΛΙ

 


MANUEL ALTOLAGUIRRE

 

ΦΙΛΙ

Πόσο μόνη ήσουν από μέσα!
Στα χείλη σου  εγώ σαν ανάτειλα,
ένα τούνελ κόκκινο από το αίμα,
σκοτεινό και θλιμμένο, εβούλιαζε
ίσαμε της ψυχής σου τα έγκατα.
Κι όταν το  φιλί μου εχώθηκε,
με τη θέρμη του όλη μαζί και το φως του,
στην ξαφνιασμένη σου σάρκα,
ρίγη συνέχεια και αναβρασμοί πετάγονταν.
Από τότε τους δρόμους
που πάνε στην ψυχή σου
έρημους πια  δεν τους θέλεις άλλο νά ’ναι.
Ω, πόσα βέλη, πόσα ψάρια και πουλιά,
ω, πόσα χάδια και ω, πόσα φιλιά!

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

ΠÉΡΕΣ ΧΙΜÉΝΕΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΠÉΡΕΣ ΧΙΜÉΝΕΣ

 

Η ελευθερία με τον Μεδίνα Ανγκαρίτα

και η αξιοπρέπεια με τον Ρόμουλο Γαγιέγος

διέσχισαν τη Βενεζουέλα, επέταξαν: χάθηκαν

σαν πουλιά από άλλες χώρες, απλώς διαβατικά·

και ξαναπλάκωσαν του τρόμου τ’ άγρια θεριά

να σηκώσουν οπλές, να τινάξουν τις χαίτες τους.

Λεχώνα η νύχτα, και ήρθε η στιγμή που εγέννησε:

Πέρες Χιμένες λεγόταν ο βρικόλακας που ’βγαλε.

Είχε ολοστρόγγυλή ψυχή ο σαπιοκοιλιάς της,

ο αρχικακούργος, ο λήσταρχος, των κτηνών το κτήνος.

Σα χοντροβάρελο ήτανε η σαύρα ετούτη των βούρκων,

ήταν πίθηκος τρωκτικός, παπαγάλος ξιγκάτος,

πρόστυχος μαστρωπός, κακιά σπορά, η χειρότερη:

διασταύρωση καβουριού με βάτραχο,

μπάσταρδη γέννα του Τρουχίγιο και του Σομόσα,

απόγονος γνήσιος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ

προορισμένος για χρήση εσωτερική των μονοπωλίων:

αναδείχθηκε στο χλεμπονιάρικο ξεσκονιστήρι τους,

έγινε το αμφίβολο υποπροϊόν του πετρελαίου

και ο αδηφάγος καρχαρίας των κοπράνων,

διέπρεψε ως φρύνος που εσάλταρε μέσ’ απ’ τα τέλματα

κι αφοσιώθηκε στων προϋπολογισμών του τη μελέτη·

σωρός απ’ έξω τα μετάλλια και βουνό τα παράσημα

και από μέσα τσιφλίκια και δολάρια αμέτρητα·

ο άκαπνος αυτός καραβανάς εθρέφτηκε υπηρεσιακώς

μονάχα με παρ’ αξίαν απονομές βαθμών και διακρίσεων.

Μα σώνει ίσαμε δώ η κωμωδία που τώρα περιγράφω

για συμμετοχή στον διαγωνισμό γραφικότητας. Γιατί

ο Πέρες Χιμένες την εφυλάκισε τη Βενεζουέλα,

την εβασάνισε, και φίσκαρε με πόνο τα κελάρια της,

με τσακισμένα μέλη, με κόκαλα σπασμένα,

και τα μπουντρούμια της γι’ άλλη μια φορά

εγέμισαν απ’ τους πιο έντιμους ανθρώπους.

Έτσι ξαναγύρισε το παρελθόν στη Βενεζουέλα

να σηκώσει το ματοβαμμένο του μαστίγιο,

ώσπου μια μέρα μες στους δρόμους του Καράκας

έσμιξαν με τους ανέμους οι σάλπιγγες,

εγκρέμισαν στο χώμα τα τείχη του τύραννου,

κι απελευθέρωσε ακέραιο ο λαός το μεγαλείο του.

Τα επόμενα γίνονται ξανά όπως εγίνονταν παλιά,

η ίδια και η ίδια των θλιβερών καιρών μας ιστορία:

ώς το Μαϊάμι ελάκισε ο μεγαλοπρεπέστατος σατράπης

πηδώντας δώθε-κείθε σαν αληθινό υπνοβατικό κουνέλι·

έχει ανάκτορο εκεί, όπου και τον περιμένει

ο Ελεύθερος Κόσμος με ολάνοιχτες αγκάλες.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Ο ΤΙΓΡΗΣ

 


PABLO NERUDA

 

Ο ΤΙΓΡΗΣ

 

Γόμες ήταν τ’ όνομα του κενού,

και Γόμες λεγόταν κι εκείνος ο θάνατος.

Σε μισή ώρα μέσα ξεπούλησε όλο το πετρέλαιο

σε βορειοαμερικανούς εγκληματίες

κι απ’ τη στιγμή εκείνη επλούτιζε όσο γούσταρε.

Κι έτσι σιγά-σιγά κι αθόρυβα η Βενεζουέλα

μες στων φυλακών τα σκοτάδια εβούλιαζε

κι αρρώσταινε από μπουντρούμια κι από θέρμες.

Όσοι αργότερα θα ήταν τα δικά μου τ’ αδέρφια

τράβηξαν-πήραν τους τελείως άσπλαχνους δρόμους

σκάβοντας την πέτρα και φορτώνοντας μέταλλα —

κι αιμορραγούσε η καημένη, η φτωχή η Βενεζουέλα.

Μου εξιστορούσε ο Γαλβαδόν πως άκουγε

κάποιον στο διπλανό κελί του να πεθαίνει:

τον είχαν φάει τα σκουλήκια ζωντανόν

κι άκουγε τον συγγενή του να βογγάει

χωρίς να ξέρει τι πραγματικά συμβαίνει,

μέχρι που κείνες οι κοφτές άγριες φωνές κάποια στιγμή

σταμάτησαν. Κι ήταν η σιωπή ετούτη

της Βενεζουέλας η σιωπή: κανείς δεν απαντούσε.

Τα σκουλήκια ζούσαν μόνο — τα σκουλήκια κι ο θάνατος.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ


 

PABLO NERUDA

 

ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ

 

Τη Βενεζουέλα την αγάπησα, μα δεν υπήρχε.

Τη γύρεψα σ’ όποια ονόματα επιζούσαν·

φώναξα, ξαναφώναξα, κανείς δεν μου απαντούσε,

δεν απαντούσε η πατρίδα η βουλιαγμένη,

κι ας της είχε παραχωρήσει ο χάρτης

όλα μα όλα της γεωγραφίας τα σμαράγδια,

βουνά γεμάτα πουλιά πλασμένα μόνο με χιόνι,

και μια γαλάζια φωτιά να συνοδεύει τα νησιά της,

ν’ ακούει στους γοφούς της το πετρέλαιο,

με μαλάματα να κεντάει τα πουκάμισά της —

ο Ορινόκος ήταν ένα ολόκληρο γράμμα αιώνιο

γραμμένο με καϊμάνους και με ειδήσεις,

και στο τέλος, στο τέλος αντιλαλούσε η Βενεζουέλα

σάμπως να ’ταν το σιδεράδικο των σιδεράδικων

με καταρράχτες, με ταπίρ και με διαμάντια

κι ανάσαινε εκεί με του Σίμωνα Μπολιβάρ τα χνότα

(την ώρα που έφτανε στης Χιλής τα μέρη ένας καβαλάρης

να μας τρελάνει με την ορθογραφία του).

Και βγήκα, βγήκα, περπάτησα τον κόσμο,

πόρτες εχτύπησα εχθρών και φίλων

κι όλες οι χώρες είχαν πάρει θέση

να με υποδεχθούν σαν επισκέπτη, και ήταν

όπως τις είχα δει εγώ παιδί στο χάρτη:

η Ασία πράσινη, η Αγγλία σαρκοβόρα,

η Ισπανία να εγκαινιάζει τάφους επί τάφων,

η Γαλλία αρωματική και σχεδόν ημίγυμνη,

η Ελβετία σα ρολόι στους τρελούς ανάμεσα,

η Γερμανία να δοκιμάζει πυροβόλα όπλα,

η Ρωσία που άλλαξε και όνομα και επώνυμο —

κι άρρωστος στη Ρώμη να γιατρεύεται ο Θεός κατ’ οίκον,

όσο έψαχνα εγώ να βρω πού βρίσκεται η Βενεζουέλα

και δεν την έβρισκα κι έχανα τις μέρες και τον χρόνο μου,

ώσπου αντάμωσα τον Πικόν Σάλας στην πόλη του Καράκας

και μου εξήγησε με λεπτομέρειες τι όντως συνέβαινε.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΜΕΝΑ



PABLO NERUDA

 

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΜΕΝΑ

 

Το χρέος μου αντάμα πάει με το τραγούδι μου.

Είτε είμαι είτε δεν είμαι, αυτό είναι το πεπρωμένο μου.

Υπάρχω μόνο για να ’μαι του πόνου ο σύντροφος

των άλλων οι πόνοι είναι και δικοί μου πόνοι.

Γιατί δεν μπορώ να υπάρχω χωρίς να υπάρχω για όλους:

υπάρχω για τους φιμωμένους, για τους καταπιεσμένους,

βγαίνω κι έρχομαι από τον λαό και τον λαό εγώ τραγουδάω,

η ποίησή μου είναι άσμα και είναι τιμωρία.

Συχνά μου λένε: Ανήκεις στο σκοτάδι!

Μπορεί, μπορεί, αλλά ο δρόμος μου εμένα με πάει στο φως!

Είμαι ο άνθρωπος του ψωμιού και του ψαριού·

δεν θα με βρούνε στα βιβλία — όχι, όχι·

θα με βρούνε με τις γυναίκες και τους άντρες,

μ’ όσες κι όσους μού έχουν διδάξει και μάθει το άπειρο.

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 

ΟΙ ΕΝΕΔΡΕΣ

 


PABLO NERUDA

 

ΟΙ ΕΝΕΔΡΕΣ

 

Συνάχτηκαν, φαίνεται, τις μέρες τούτες

ενάντια στην Κούβα ψέματα σωρός και δηλητήρια

και ο ασύρματος τα μοιράζει μέρα-νύχτα

την επέμβαση προετοιμάζοντας, την ώρα της:

«Η Εκκλησία φαίνεται να δυσπιστεί»·

«Στο Κάγιο Βενίτο υπάρχει ένας διαφωνών»·

«Στις 28 πουθενά δεν φάνηκε ο Φιντέλ».

Το Όραμα μαζεύει στο άτιμο γραφείο του

τη συμμορία όλη των αρνητών και των αχρείων,

τους βολιβιανούς που δεν αφήνουν δολάριο άγλειφτο,

που βρίζουνε τη φτωχομάνα χώρα τους,

που σταυρώνουνε της Βολιβίας την πείνα,

που ξεπουλάνε το βασίλειό μας ολόκληρο

και που συμμαχούν μ’  άλλους «Λατίνους»

το ίδιο πουλημένους και παλιάνθρωπους

για να υφάνουν κάθε μέρα με ψευτιές της Κόλασης

και νήματα άτιμα τα σχέδιά τους ενάντια στην Κούβα.

Το πιάτο τούτο αυτοί απλώς το μαγειρεύουν.

Αλλά κουμάντο στο εστιατόριο κάνουν άλλοι.

Αυτοί στη συκοφαντία βάζουν μόνο σάλτσα

και σερβίρουν: γκαρσόνια είναι και χαφιέδες.

Το πιάτο τούτο ετοιμάζεται πολύ μακριά· κι έχει

μαζί με τ’  άλλα μέσα κι έναν βομβαρδισμό,

έχει τη σφαγή παιδιών και γυναικών, έχει

κι έναν άλλον Μπατίστα με όνομα άλλο, νέο·

και δεν τρέχει δα και τίποτα — έτσι νομίζουν.

«Τα υπόλοιπα θα τα κανονίσουμε με το χρήμα».

Τούτη όμως τη φορά θα το πληρώσουν με αίμα.

Ποιους θα νικήσουν; Τους νεκρούς μονάχα

κανέναν ζωντανό δεν θα νικήσουν!

 

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.