PABLO NERUDA
ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗΣ
Σε τούτη τη σύντομη ριπή
χωρίς ανθρώπους
τα πουλιά έλα να
γιορτάσουμε — σε
προσκαλώ:
το βενσέχο, το γοργό
κατάρτι του ανέμου·
το φως το εκτυφλωτικό του
τουκουσίτο·
τη λιμπιακάσα που οργώνει
τα ουράνια
τον σκοτισμένο για να
βρει γαραπατέρο,
ωσπού του δειλινού να
πέσει η ύλη
το χρώμα να υφάνει του
αγουιτακαμίνος.
Ω πουλιά, ω πολύτιμα της
Καραϊβικής πετράδια:
κετζάλ, γαμήλιες του
Παράδεισου αχτίδες,
των αγέρηδων ζαφείρια στα
φυλλώματα,
της αστραπής της κίτρινης
πουλιά
με στάλες ζυμωμένα
τιρκουάζ
και με κατακλυσμών φωτιές
ολόγυμνες.
Ελάτε τώρα στο μικρό μου
ανθρώπινο τραγούδι,
τουρπιάλ μου του νερού,
περδιγόν μονάτα,
παραουλάτας με το ύφος το
θαυμαστικό,
τσοκορικάι με σπίτι σας
το χώμα,
μικροί μου σαλταδόροι,
χρυσοί κι αέρινοι,
με χρώματα υπεριώδη και
ουρές νημάτινες,
πετροκόκορα μου εσύ, αλλά
κι εσύ πουλί-ομπρέλα,
σύντροφοί μου όλοι σας,
μυστηριώδεις φίλοι,
ελάτε, σας φωνάζω να μου
πείτε πώς έγινε
και τα φτερά σας
ξεπεράσαν τα λουλούδια;
Μάσκα από χρυσάφι,
μαραγκέ μου ανίκητε,
πες τι μπορώ να κάνω για
να τραγουδώ
στη μέση της Βενεζουέλας,
στις φωλιές σας πλάι;
Φεγγοβολιές του ουράνιου
σηματοδότη,
μαρτίνια ψαράδες της
δροσοσταλιάς, πείτε τι να κάνω,
αφού έχω τη θολή φωνή του
Ακρότατου Νότου
και τη φωνή μιας
σκοτεινής καρδιάς,
και εδώ, στης Καραϊβικής
την άμμο, είμαι
απλώς το βότσαλο που ήρθε
από το κρύο;
Τι να κάνω για να
τραγουδήσω το τραγούδι,
το φτέρωμα, το φως, την
εξουσία όλων
όσα είδα να πετούν και
δεν το πίστευα
ή το άκουγα και δεν
επίστευα στ’ αφτιά μου;
Να μ’ ανταμώσουν μου
έτυχε οι κόκκινες οι γάρσες,
πετούσανε σαν κατακόκκινο
ποτάμι, κι απέναντι
στο βενεζουελάνικο το
μεγαλείο με την αίγλη
του γαλάζιου ήλιου που
φλέγεται μες στον αμέθυστο,
τινάχτηκε σαν έκλειψη το
κάλλος.
Πετάξαν τούτα τα πουλιά
σαν σε τελετουργία.
Αν δεν έχεις το καρμίνι
δει του κοροκόρο
να πετάει όντας στο σμάρι
μέσα αιωρούμενο,
όταν το φως θερίζει σα
δρεπάνι
κι όλος ο ουρανός σειέται
και πετάει
και περνάνε τ’ άλικα
φτερά με όλα τους τα πούπουλα
αφήνοντας την πυρκαγιά
της ασταπής τους,
και αν δεν έχεις τον αέρα
δει της Καραϊβικής
να εκπορεύει αίμα χωρίς
λαβωματιά ανοιγμένη,
την ομορφιά του κόσμου
τούτου δεν την ξέρεις,
τον κόσμο σου αγνοείς — τον κατοικείς, μα δεν τον ξέρεις;
Γι’ αυτό και λέω ό,τι λέω
κι έπειτα το τραγουδάω
βλέποντας και ζώντας για
λογαριασμό όλων των ανθρώπων.
Καθήκον μου είναι να
σου λέω ό,τι δεν γνωρίζεις,
κι ό,τι γνωρίζεις να το
τραγουδώ μαζί σου.
Τα μάτια σου ακολουθούν
τα λόγια μου,
τα λόγια μου ανοίγουν μες
στο στάρι
και ή πετούν με τα φτερά
της Καραϊβικής
ή πολεμάνε τους εχθρούς
σου.
Έχω τόσα και τόσα
καθήκοντα, σύντροφοι,
που φεύγω· γι’ άλλο πάω θέμα. Γεια χαρά σας τώρα!
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.















