Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΛΙΩΡΑΣ (ΑΓΓΕΛΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΛΙΩΡΑΣ (ΑΓΓΕΛΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

ΑΝΝΑ


ΑΓΓΕΛΟΣ ΒΛΙΩΡΑΣ


ΑΝΝΑ

Σε τρένο μισοσκότεινο, σ' ένα ψυχρό βαγόνι
ταξίδευα και κοίταγα το χρόνο να τελειώνει:
ο ωροδείκτης έλεγε πως δεν υπάρχει ελπίδα,
ο λεπτοδείκτης έφερε μαζί του ηλιαχτίδα.
Η ώρα όμως πλησίαζε, σε λίγο κατεβαίνω,
θα ήτανε πια μάταιο κι άλλο να περιμένω.
Να περιμένω τη στιγμή που κάποια θα γνωρίσω
να κάνω μία νέα αρχή, τα πάθη μου ν' αφήσω.
Να ταξιδεύουμε μαζί, με πλοία, αεροπλάνα.
Που να την έλεγαν Ζωή, που να τη λέγαν Άννα.
Ίσως να είμαι ξυπνητός, μπορεί και να κοιμάμαι,
μπορεί να ονειρεύομαι, το τέλος να φοβάμαι.
Όμως τη μοναξιά μου σπα μια θέση παγωμένη,
όταν εμπρός μου κάθισε μια «φεγγαροντυμένη».
Είχε μορφή αγγελική, σαν «Όνειρο στο Κύμα»,
σαν να 'χε βγει από καμβά ή από κάποιο ποίημα.
Τα μάτια τα 'χε καστανά και τα μαλλιά της μαύρα,
τα χείλη κατακόκκινα κι η δροσερή της αύρα
το χώρο αιχμαλώτιζε, τον έκανε δικό της.
Αχ να 'μουν κόσμημα χρυσό γύρω απ' το λαιμό της!
Θέλω να της μιλήσω, μα χάνω τα λογικά μου,
δεν δύναμαι να θυμηθώ ούτε το όνομα μου.
Πόσα θα είχα να της πω και πόσα να της δώσω,
μακάρι να 'μουν ικανός το χρόνο να παγώσω.
Όμως αυτός δεν βοηθά, εγώ φέρω ευθύνη.
Την κοίταξα διστακτικά, με κοίταξε κι εκείνη,
της μίλησα για τον καιρό, τη ρώτησα πού πάει.
Μου 'πε πως πήγαινε να βρει εκείνους π' αγαπάει.
Το όνομά της ζήτησα κι απάντηση δεν πήρα.
Ίσως να ήταν Καλυψώ, μπορεί και να 'ταν Ήρα.
Το τρένο τότε σταματά - μαζί και η καρδιά μου
κι εκείνη χάνεται, σκορπά, φεύγει από κοντά μου.
Τρέχω φρενίτης να τη βρω, μα πουθενά εκείνη
κι εγκαταλείπω το σταθμό με πόνο, με οδύνη.
Το ίδιο βράδυ, λίγο αργά, προτού ο ήλιος δύσει,
για μια κοπέλα άκουσα που είχε αυτοκτονήσει.
Που είχε μαύρα τα μαλλιά και άλικα τα χείλη
και στο λαιμό της πέρασε θηλειά ένα μαντήλι...
Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν ξαναπήρα τρένο,
όσο για το ρολόι μου, συνέχεια παγωμένο:
ο ωροδείκτης του μυαλού σημαίνει την καμπάνα,
μα ο λεπτοδείκτης της καρδιάς. Και τ' όνομά της;
Άννα.

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

ΜΕΤΕΩΡΗ ΕΛΛΑΔΑ


ΑΓΓΕΛΟΣ ΒΛΙΩΡΑΣ


ΜΕΤΕΩΡΗ ΕΛΛΑΔΑ

Μα τι ωραίο πρωινό, τι δροσερός αγέρας.
Η νύχτα φόρεσε ξανά τ' άμφια της ημέρας
κι ο ήλιος που ξεπρόβαλε φωτίζει τις ψυχές
θυμίζοντας σε όλους μας ένδοξες εποχές.
Παντού τριγύρω θέληση, χαρά κι ευγνωμοσύνη.
Τα πάντα άγαπη δέχονται με τόση καλοσύνη°
άνθη, καρποί και πλάσματα. Θαρρείς πως και οι Βράχοι
σαλεύουν με τη χαραυγή, παύουν να ζουν μονάχοι.
Γαλήνια η ατμόσφαιρα, μα πέρα απ' τη λιακάδα
ένα κορίτσι στέκεται, με τ' όνομα Ελλάδα.
Είναι μικρό, περίλυπο, σύννεφα το σκεπάζουν.
Δεν είναι σαν τ' άλλα παιδιά, εκείνα διασκεδάζουν.
Μα τούτο στέκει μοναχό και μες στην καταιγίδα
ζυγώνει η μητέρα του, η όμορφη Ελπίδα:
"Τι έχεις χελιδόνι μου και στην ψυχή σου βρέχει;
Γιατί από τα μάτια σου ο ήλιος τόσο απέχει;
Έλα, πλησίασε κοντά και πες μου τι συμβαίνει,
δεν σου αξίζει κόρη μου να είσαι λυπημένη".
Η κόρη τότε ύψωσε το βλέμμα της κάθαριο
κι απήντησε μ' ευλάβεια και θαυμαστό κουράγιο:
"Σ' ευχαριστώ μητέρα μου που νοιάζεσαι για μένα
και από σε παράπονο δεν έχω ούτε ένα.
Όμως πληγώνομαι γιατί τα υπόλοιπα παιδιά
με αποφεύγουν και, μαμά, μου σπάνε την καρδιά."
"Το κάνουν αυτό μάτια μου κυρίως από ζήλεια,
που 'χεις κατάξανθα μαλλιά, σαν λαμπερά κοχύλια.
Οπού 'χεις πνεύμα ανήσυχο, οπού 'χεις ευφυΐα.
Αυτά θύμησου και δική σου χάραξε πορεία."
"Ίσως να έχεις δίκιο, ειλικρινά το ξέρω
με πίστη και μ' υπομονή πως θα τα καταφέρω.
Αρκεί να είσαι πλάι μου, τότε δεν θα δακρύζω
και αν και είναι δύσκολο, θα προσπαθώ να ελπίζω."
"Θέλει μεγάλη δύναμη για να το καταφέρεις.
Αν αφεθείς απ' τη ζωή, μάλλον θα υποφέρεις.
Εγώ όμως θα 'μαι έκει κοντά και πάντα στο πλευρό σου
για να υπάρχω και να ζω μόνο για το καλό σου."
- "Το υπόσχεσαι;"
- "Τ' ορκίζομαι!"
Κι οι Βράχοι εμειδίασαν, οι αστραπές κοπάσαν,
τα σύννεφα ξεθώριασαν και οι φωνές σωπάσαν.
Κι η μάνα εψιθύρισε στ' αφτί της θυγατέρας:
"Μα τι ωραίο πρωινό, τι δροσερός αγέρας"...