Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΟΣΓΟΥΡΟΣ (ΓΕΩΡΓΙΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΟΣΓΟΥΡΟΣ (ΓΕΩΡΓΙΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ALICE WARD



ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ALICE WARD

Τα τριαντάφυλλ’ αυτά, Καλή μου, αχ! συ με ήθος
ιδές τα γαληνό στα πόδια σου πεσμένα,
αλλ’ ως με των ανθιών της τ’ άλλο πλούσιο στήθος
της πατρίδας μου η γη τ’ ανάδωσε για σένα,
όμοια για την υγειά σου ολόχαρη στο στήθος
την ελπίδα αναδίνει και η καρδιά μου εμένα·
και σ’ εσέ βλέπ’ ο Απρίλης νάρχεται μ’ εκείνη
κ’ ευωδιαστό φιλί στη θύρα σου ν’ αφίνει.


Μετάφραση: Γεώργιος Καλοσγούρος.
Από το βιβλίο: «Δ. Σολωμού: Τα ιταλικά ποιήματα», πρόλογος και μετάφρασις Γεωργίου Καλοσγούρου, Αθήναι 1921, σελ. 60.

******************

Queste rose, o gentil, deh! con aspetto 
seren tu mira a piedi tuoi cadute; 
ma come le produsse a tuo diletto
di mia patria la terra in sua virtute,
non altrimenti il mio gioioso petto
dà fuor la speme della tua salute,
e April vegg'io che, mentre a te la scorta,
lascia un bacio fragrante alla tua porta.

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΡΑΒΙ




ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΡΑΒΙ

  Απ’ τα μικρά καράβια, πούχε θρόνο η νίκη,
οι γενναίοι μας βγαίναν στ’ άρματα βροντώντας
στη στέρεη γη, που λίγο πριν τόσο σκιρτούσε.
Οι φωνές ήταν, στο χαιρέτισμα που ακούαν,
ωσάν τρικυμισμένης θάλασσας, και ξάφνου
η γη κι ο κουρνιαχτός της Όλυμπος γινόνταν
αδιήγητης χαράς· και με φωνές και κλάμα
κατά το θεϊκό κεφάλι των ηρώων
τα χέρια τους απλώναν ν’ αρμονίσουν λόγια
άξια για στόμα μελωδών, γιατί καθένας
την ψυχή του γροικούσε όλη ψυχές γεμάτη.
Και τα παιδάκια και οι σεμνές, που από τον ήλιο
κι απ’ τα μάτια κρυβόνταν, δέσποινες Ελλήνων,
τα παράθυρα επιάναν και σκορπούσαν άνθη
με χέρια πούλεγες πως ήταν της Αυγούλας.
Τη νίκη, ω Ψάλτη, μ’ αυτόν κάποτε τον τρόπο
εστεφανώναν, αλλά συ με το τραγούδι
πρόσφερε τώρα σ’ άλλη νίκη άλλο στεφάνι.
  Ωραία και μεγάλη είναι η ψυχή του ανθρώπου.
Σ’ ουρανού γέλιου σκέπη, που δεν έχει γνέφι,
για να συντύχουν σταματούν εδώθεν ένα
Ελληνικό καράβι, έν’ Αγγλικό αποκείθε.
Ρωτά της θάλασσας ο άρχοντας· Πού τρέχεις
Και το ξαρμάτωτο καράβι του αποκρίθη·
Από τη μια στην άλλη θάλασσα πηγαίνω.
  —Πάψ’ ευθύς κι ακολούθα μ’ όπου κι αν σε σύρω,
συ που απ’ τη μια στην άλλη θάλασσα πηγαίνεις.—
Μια στιγμή ’ταν εκείνη, μια στιγμή μονάχη,
αλλά πλιά ’κεί γη, κύμα κι ουρανός δεν ήταν,
ουδέ θεός κανείς, και μόν’ η Ελευθερία,
μέσα σ’ αυτά τα στήθη ολόσωμη στημένη,
με λογισμούς μεγαλοδύναμους και πλήθιους
εμιλούσ’ εκεί μέσα κι αναγάλλιαζ’ όλη,
Ωσάν του ωκεανού μέσα στη μέση ο ήλιος.
Και σ’ όλους ένα εστάθη κίνημα και μόνο.
Σε λίγην ώρα ευθύς ομόφωνοι ενωθήκαν
όλοι μ’ άκρα σιωπή, προσηλωμένοι όλοι,
με τα μάτια π’ αστράφταν, το δαδί τα’ ολόρθο,
στο πέλαγο, που μέγα θα σε δεχθή σε λίγο,
τα ιερά της τιμής κορμιά καταστρεμμένα.
Και πλιά κοντά ’κεί στέκει στη μπαρούτη η σπίθα,
αλλά γοργά η φωνή του Άγγλου εμπόδισέ την.
  Τώρ’ αν συ τραγουδήσης την ευγένεια εκείνου
πούδειξε δυνατή ψυχή, και την ευγένεια
τ’ Άγγλου , που την καρδιά του έστρεψ’ εκεί που πρέπει,
σα σε δικό του αναγαλλιάζοντας στο θείο
κίνημα, μια φωνή θα σηκωθή να λέει·
Χαίρε αθάνατης χώρας δοξασμένο τέκνο,
όπου μέγα το άσμα και το έργο εστάθη
άπαυτα στες καλές και στες ενάντιες τύχες,
όπου η πέτρα η καλή και το ξερό χορτάρι,
όπου βάρβαρος είχα φθάση και δεν είμαι.



Μετάφραση: Γεώργιος Καλοσγούρος.

Από το βιβλίο: «Διονυσίου Σολωμού, Τα ιταλικά ποιήματα», Πρόλογος και μετάφραση Γεωργίου Καλοσγούρου, Τυπογραφείο Κείμενα, Αθήνα 1984, σσ. 31 και 33.

 Γεώργιος Καλοσγούρος

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ALICE WARD






ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
ΣΤΗΝ ALICE WARD

Τα τριαντάφυλλ’ αυτά, Καλή μου, αχ! συ με ήθος
ιδές τα γαληνό στα πόδια σου πεσμένα,
αλλ’ ως με των ανθιών της τ’ άλλο πλούσιο στήθος
της πατρίδας μου η γη τ’ ανάδωσε για σένα,
όμοια για την υγειά σου ολόχαρη στο στήθος
την ελπίδα αναδίνει και η καρδιά μου εμένα·
και σ’ εσέ βλέπ’ ο Απρίλης νάρχεται μ’ εκείνη
κ’ ευωδιαστό φιλί στη θύρα σου ν’ αφίνει.



Μετάφραση: Γεώργιος Καλοσγούρος.
Από το βιβλίο: «Δ. Σολωμού: Τα ιταλικά ποιήματα», πρόλογος και μετάφρασις Γεωργίου Καλοσγούρου, Αθήναι 1921, σελ. 60.



Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΡΟΔΟ




ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


ΤΟ ΡΟΔΟ

Όταν στον ουρανό προβαίνοντας το βράδυ
σ’ αγνές αγάπες κι άγιους στοχασμούς καλούσε
σε κλειστό μπήκα περιβόλι, που στο στάδι
σιμά του ποταμιού με τ’ άνθη του ευωδούσε.

Κ’ εκεί θωρώ το ρόδο, που χωρίς ψεγάδι,
πρώτο στες πρώτες ομορφιές λαμποκοπούσε,
αλλά το ερωτικό του κόρφου κοκκινάδι
στο γλυκό πόθο του ματιού μου ακόμη εκλειούσε.

Ζεφύρου μαλακή φτερούγα τού χαϊδεύει
τ’ απάρθενο στελέχι· θέλει αυτό ν’ ανοίξη,
αλλά δειλό, το κεφαλάκι του σαλεύει.

Ανοίγει τέλος σα χειλάκι ερωτεμένο
πρώτη φορά, κι από τον πόθο του να δείξη
τα κάλλη του, γλυκά σα φλόγα είναι βαμμένο.



Μετάφραση: Γεώργιος Καλοσγούρος.
Από το βιβλίο: «Δ. Σολωμού: Τα ιταλικά ποιήματα», πρόλογος και μετάφρασις Γεωργίου Καλοσγούρου, Αθήναι 1921, σελ. 54.


Διονύσιος Σολωμός

Γεώργιος Καλοσγούρος

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2009

Ο ΚΑΛΟΣΓΟΥΡΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙ ΣΟΛΩΜΟ


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΜΑΓΝΑΔΙ


Όνειρο ζωντανής ζωής στο μυστικό του αιθέρα
μού ’δειξε ατάραχη Μορφή, π’ αν κ’ εφορούσε σκέπη,
έλαμπε σ’ όλα θεϊκά, και στην κορμοστασιά της.
«Α, πες μου, πες μου, αληθινού κόσμου τρισάγιε ξένε,
αν η καλή μου εσώθηκε, κι ας είν’ στην κεφαλή σου
το πρώτο απ’ της Παράδεισος τα ολόλαμπρα στεφάνια,
και το φιλί μου, το φιλί στα θεϊκά σου πόδια!
Χαρά να σκέπαζε ουρανού τα πέλαγα με ρόδα,
τρανώτερος πλουσιώτερος καν μικρός λόγος είναι
του απάνου κόσμου, που περνά στην ακοή του ανθρώπου.
Πες μου αν εσώθη, κι άκουσα πλασμένα στόματ’ άγια
στα μάτια τ’ άπλαστα να λεν ακάθαρτο το χιόνι.
Απ’ τη στιγμή που ’κρυψε η γη την όψη της του κόσμου,
που με χαρά το χνάρι της θωρούσε και μ’ αγάπη
και της ανθρώπινης λαλιάς τού εσκόρπα ωραίο τ’ άνθι,
τον έπαινο, σκληρή γι’ αυτό μ’ επαίδευε υποψία.
Κάθε τι στέρεο της ζωής σάλευε τότ’ εμπρός μου,
όπως τη νύχτα σε ναό, σαν έτοιμο να σβήση
σειέται το φως το ακοίμητο, τρεμουλιαστές σαλεύουν
εικόνες και ταφόπετρες, κι όλα τα πάντα γύρω
έτοιμα φαίνονται θαρρείς ν’ αφανισθούν εμπρός σου.
Αλλά η θεά, που τώρα εμπρός μου εστήθη, θα ημπορέση
ή Κόλαση ή Παράδεισο στα στήθη μου να στήση,
τι αυτή ’ταν στην ψυχή μου κ’ είν’ σα στο κορμί η ψυχή μου.
Γνωρίσαν την αγνότητα του πόθου μας οι μέρες,
μέρες γεμάτες ήλιο, νύχτες μακριές αγάπης.
Κανείς ποτέ δεν το ’μαθε, κανείς δε θα το μάθη.
Πηγή ’ταν που ’τρεξε κρυφά δίχως κανέναν ήχο.
Έργα και λόγια, στοχασμοί τρισεύγενοι και ωραίοι,
μελωδικός ήταν ηχός με της Μορφής συνόμοιος
και μες το πλούτος ξάστερο ξαγνάντευες το βάθος,
όπως μες τα βαθιά νερά του καθαρού πελάγου
την πέτρ’ ακίνητη θωρείς με χλωρασιά ντυμένη.
Ανάβρυζ’ απ’ αυτήν ζωή κ’ εκύκλωνέ με, μ’ όση
δύναμη ζώνει τώρ’ αυτήν το χέρι του Θανάτου.
Εχτύπα μέσα μ’ ο ουρανός μ’ όσες φωνές κι αν είχε,
αλλ’ ως το γκίσμα της ναός η γη του τάφου εγίνη,
ο θάνατος, ο θάνατος, καθημερνός του ανθρώπου,
θαύμα στον κόσμο εφάνηκεν απίστευτο και νέο.
Θλιμμέν’ αχνίσαν για καιρούς των γυναικών τα κάλλη,
κ’ έκλαψ’ ο άντρας κι αχαμνός σαν τη γυναίκα εφάνη.
Ίσως τ’ άγνωστα κόκκαλα τριγύρω της θ’ αγιάσουν,
ίσως σκουλήκια δε θα βγουν, κι αυτή ’σως δε θα λειώση,
ίσως και μες στον τάφο της όμορφη θα ’ναι πάντα,
ίσως και αύριο (αλλαλογώ;) θα να ’βγη αναστημένη.
Αλλά γιατί τέτοια λαλώ; Γιατί κι αν έξαφν’ όλα
στα πόδια μου κατέβαιναν της γης τα μεγαλεία,
την ευτυχιά στα μάτια της μονάχα θα ζητούσα».
Ξάφνου η Μορφή ξεσκέπασε το πρόσωπο κ’ εφάνη
η ποθητή γελούμενη και πολυδοξασμένη.



Μετάφραση: Γεώργιος Καλοσγούρος.

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2008

ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ


ΣΟΝΕΤΤΟ ΣΤΟΝ ΟΡΦΕΑ


Αοιδέ, που τη συμβία τρέχοντας στ’ ανήλιο
σκότος ζητάς της λησμονιάς και του θανάτου,
μη μου βαρύνεις αν κ’ εγώ σ’ αυτό το σπήλιο
φθάνω με τα’ άξια τούτα πνεύματα εδώ κάτου.

Δίψα εδώ μακριά μας σέρνει από τον ήλιο
για τα κρύφια του τόπου αυτού φρίκη γεμάτου·
του Ερέβους όλου θα σου ανοίξει το βασίλειο
ο θεός που σ’ εσέ μιλεί, και τα κρυφά του.

Σύρε και φέρ’ εκείθε δώρο την Αλήθεια
στες πονεμένες μας ψυχές· τη λαχταρίζουν,
συ το ξέρεις, με θείο πόθο όλα τα στήθια.

Κι ωστόσο, ως να γυρίσης απ’ τα’ ανήλια μέρη,
Δάφνες τα χέρια μας στη γη θα σου σκορπίζουν
Για τα χνάρια σου εσέ, για τα’ ακριβό σου ταίρι.


Μετάφραση: Γεώργιος Καλοσγούρος.
Από το βιβλίο: «Δ. Σολωμού: Τα ιταλικά ποιήματα», πρόλογος και μετάφρασις Γεωργίου Καλοσγούρου, Αθήναι 1921, σελ. 58.

Τρίτη 10 Απριλίου 2007

ΟΛΟΦΩΤΟΙ ΜΥΡΙΟΙ ΚΟΣΜΟΙ



DIONISIO SOLOMOS (1798-1857)


SONETTO PER PRIMA MESSA


Sciogliesti il labbro ai misteriosi accenti
Che chiamano quaggiù l’eterna prole ;
Li replicò maravigliando il sole,
E ruotò i raggi oltre l’usato ardenti.

Beveano gli astir taciturni, intenti,
Il suono delle mistiche parole,
Indi anch’ei gl’infiniti orbi lucenti
Tutti affidarli alla superna mole.

Del ciel l’interminato arco profondo
Di vergine sereno era ridente
Tal che mai così vivo apparve al mondo ;

E solo allor, che nell’immenso vuoto
Alla voce di Dio senti repente
Delle stelle e del sole il peso ignoto.



ΣΟΝΕΤΤΟ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Τους μυστικούς ύμνους τα χείλη σου αναδίναν
που τον Άναρχο Λόγο κράζουν εδώ κάτου·
τους ξανάλεγε πάλι ο Ήλιος στη χαρά του,
και φλόγ’ αγνώριστην οι αχτίνες του ξεχύναν.

Μ’ έκσταση σιωπηλή τα’ άστρα τον ήχο επίναν
του θείου λόγου σου μυστήριο όλου γεμάτου,
κι όλους στην έκταση κατόπι τού υπερτάτου
θόλου οι ολόφωτοι μύριοι κόσμοι τούς εχύναν.

Στ’ ουρανού το βαθύ κι απέραντο δοξάρι
τέτοιο παρθενικής γαλήνης γέλιο εχύθη,
που ποτέ δεν εφάνη με παρόμοια χάρη,

παρ’ όταν στ’ Άδειο το ατελείωτο, στου θείου
λόγου το πρόσταγμα, κατάξαφνα εδοκήθη
το βάρος τ’ άγνωστο των άστρων και του Ηλίου.



Μετάφραση: Γεώργιος Καλοσγούρος (1849-1902)