Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΓΙΩΡΓΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΓΙΩΡΓΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015
Η ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
ΓΙΩΡΓΗΣ
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
Η
ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Υπάρχει, λένε, στην
έρημο ένας καθρέφτης.
Αν πας εκεί και
κοιτάξεις
θα ιδείς σε μια στιγμή
το αληθινό σου πρόσωπο
τις μορφές που άλλαξες
στα χρόνια που περάσαν
θα ιδείς τους άλλους που
ήσουν εσύ
και τους λησμόνησες
και χάθηκαν
μέσα στου εαυτού σου
το σκοτάδι.
Μα εγώ που πήγα εκεί σας λέω
κανένας καθρέφτης δεν υπάρχει.
Η έρημος είναι ο καθρέφτης
και τίποτα δεν προφτάνεις να κοιτάξεις.
Φυσάει εκεί όλο φυσάει
το πρόσωπό σου τρίβεται γρήγορα όπως ο άμμος
χάνεις τα μάτια σου
και δεν θα ιδείς ποτέ ποιος ήσουν.
Από
το βιβλίο: Γιώργης Παυλόπουλος, «Ποιήματα, 1943-1997», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα
2001, σελ. 198.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΓΙΩΡΓΗΣ)
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014
ΔΕΝ ΞΑΝΑΚΟΙΤΑΞΑ
ΓΙΩΡΓΗΣ
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΔΕΝ
ΞΑΝΑΚΟΙΤΑΞΑ
Κατεβαίναμε
από το βουνό
ήταν άνοιξη
πόλεμος ακόμη
καθίσαμε αποσταμένοι στην πλαγιά
δίπλα μας τα όπλα μας πάνω στο χορτάρι
κοίτα μου λέει ο Γιάννης.
Βούιζε κάτω το ποτάμι
και την είδα εκεί να πλένει
σήκωσε το φουστάνι της ψηλά
το έδενε γύρω από τη μέση
κι έλαμπαν τα πόδια της μέσα στα νερά.
Τ’ άνθη και τα πουλιά μας λίγωναν
και πάλι μου λέει ο Γιάννης κοίτα.
Σήκω του λέω να φύγουμε
δεν έχουμε καιρό θα μας προφτάσουν.
Και πια δεν ξανακοίταξα.
καθίσαμε αποσταμένοι στην πλαγιά
δίπλα μας τα όπλα μας πάνω στο χορτάρι
κοίτα μου λέει ο Γιάννης.
Βούιζε κάτω το ποτάμι
και την είδα εκεί να πλένει
σήκωσε το φουστάνι της ψηλά
το έδενε γύρω από τη μέση
κι έλαμπαν τα πόδια της μέσα στα νερά.
Τ’ άνθη και τα πουλιά μας λίγωναν
και πάλι μου λέει ο Γιάννης κοίτα.
Σήκω του λέω να φύγουμε
δεν έχουμε καιρό θα μας προφτάσουν.
Και πια δεν ξανακοίταξα.
Από
το βιβλίο: Γιώργης Παυλόπουλος, «Ποιήματα, 1943-1997», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα
2001, σελ. 172.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΓΙΩΡΓΗΣ)
Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014
ΤΑ ΠΕΠΛΑ
ΓΙΩΡΓΗΣ
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΑ
ΠΕΠΛΑ
Όλη τη νύχτα
χόρευε
τώρα
κοιμόταν
πάνω στο πάτωμα γυμνή.
Από το ανοιχτό παράθυρο
ένας αέρας έπαιρνε τα πέπλα της
τ’ ανέβαζε στον ουρανό
και τ’ άφηνε να πέσουν
στη θάλασσα που ταξιδεύαμε
πάνω στο πάτωμα γυμνή.
Από το ανοιχτό παράθυρο
ένας αέρας έπαιρνε τα πέπλα της
τ’ ανέβαζε στον ουρανό
και τ’ άφηνε να πέσουν
στη θάλασσα που ταξιδεύαμε
Από
το βιβλίο: Γιώργης Παυλόπουλος, «Ποιήματα, 1943-1997», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα
2001, σελ. 169.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΓΙΩΡΓΗΣ)
Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014
ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ
ΓΙΩΡΓΗΣ
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΛΙΓΟΣ
ΑΜΜΟΣ
Θυμάμαι
πήρες λίγον άμμο
τον κράτησες στο χέρι σου
τον κράτησες στο χέρι σου
Και
ύστερα τον άφησες
να χύνεται σιγά
στην ανοιχτή παλάμη μου
να χύνεται σιγά
στην ανοιχτή παλάμη μου
Στον μέλλοντα λοιπόν αιώνα
θα μείνει λίγος άμμος
με τη δική μας την αφή
κι ο άνεμος που θα φυσάει
όπως τ’ απόγιομα εκείνο του Οκτώβρη
θα τον πηγαίνει εδώ κι εκεί
όλο θα τον πηγαίνει.
Από
το βιβλίο: Γιώργης Παυλόπουλος, «Ποιήματα, 1943-1997», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα
2001, σελ. 163.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΓΙΩΡΓΗΣ)
Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014
ΑΛΦΕΙΟΣ
ΓΙΩΡΓΗΣ
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΛΦΕΙΟΣ
Ήταν μεσημέρι κι έπαιζε ακόμη με το ποτάμι
ο ήλιος την έδενε από τα μαλλιά
και το ρόδινο νερό γύρω στα λαγόνια της.
και το ρόδινο νερό γύρω στα λαγόνια της.
Έβλεπα πως ήμουν το ποτάμι
αλλά γινόμουν άλογο κατεβαίνοντας αφρισμένο
και κείνη διχάλα στη γαλάζια ράχη μου
και κείνη διχάλα στη γαλάζια ράχη μου
αντιστεκότανε μαζεύοντας τη δύναμή της
καθώς εμπαίναμε στους ίσκιους
κάτω από τις ιτιές.
Κι εγώ γελούσα
και μη γελάς μού έλεγε
μη γίνεσαι όνειρο, φοβάμαι
σε φοβάμαι .
Από τότε πολλές φορές άκουσα τη φωνή της
ξυπνώντας μέσα σ’ αυτό το φως
μαύρο σαν μελίσσι
που μου έτρωγε τα μάτια.
Από
το βιβλίο: Γιώργης Παυλόπουλος, «Ποιήματα, 1943-1997», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα
2001, σελ. 34.
Ετικέτες
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ,
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΓΙΩΡΓΗΣ)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




