Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΓΙΩΡΓΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΓΙΩΡΓΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Η ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ




ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ


Η ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Υπάρχει, λένε, στην έρημο ένας καθρέφτης.
Αν πας εκεί και κοιτάξεις
θα ιδείς σε μια στιγμή
το αληθινό σου πρόσωπο
τις μορφές που άλλαξες στα χρόνια που περάσαν
θα ιδείς τους άλλους που ήσουν εσύ
και τους λησμόνησες και χάθηκαν
μέσα στου εαυτού σου το σκοτάδι.

Μα εγώ που πήγα εκεί σας λέω
κανένας καθρέφτης δεν υπάρχει.
Η έρημος είναι ο καθρέφτης
και τίποτα δεν προφτάνεις να κοιτάξεις.
Φυσάει εκεί όλο φυσάει
το πρόσωπό σου τρίβεται γρήγορα όπως ο άμμος
χάνεις τα μάτια σου
και δεν θα ιδείς ποτέ ποιος ήσουν.



Από το βιβλίο: Γιώργης Παυλόπουλος, «Ποιήματα, 1943-1997», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2001, σελ. 198.


Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

ΔΕΝ ΞΑΝΑΚΟΙΤΑΞΑ




ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ


ΔΕΝ ΞΑΝΑΚΟΙΤΑΞΑ

Κατεβαίναμε από το βουνό
ήταν άνοιξη πόλεμος ακόμη
καθίσαμε αποσταμένοι στην πλαγιά
δίπλα μας τα όπλα μας πάνω στο χορτάρι
κοίτα μου λέει ο Γιάννης.
Βούιζε κάτω το ποτάμι
και την είδα εκεί να πλένει
σήκωσε το φουστάνι της ψηλά
το έδενε γύρω από τη μέση
κι έλαμπαν τα πόδια της μέσα στα νερά.
Τ’ άνθη και τα πουλιά μας λίγωναν
και πάλι μου λέει ο Γιάννης κοίτα.
Σήκω του λέω να φύγουμε
δεν έχουμε καιρό θα μας προφτάσουν.
Και πια δεν ξανακοίταξα.



Από το βιβλίο: Γιώργης Παυλόπουλος, «Ποιήματα, 1943-1997», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2001, σελ. 172.

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

ΤΑ ΠΕΠΛΑ




ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ


ΤΑ ΠΕΠΛΑ

Όλη τη νύχτα χόρευε
τώρα κοιμόταν
πάνω στο πάτωμα γυμνή.
Από το ανοιχτό παράθυρο
ένας αέρας έπαιρνε τα πέπλα της
τ’ ανέβαζε στον ουρανό
και τ’ άφηνε να πέσουν
στη θάλασσα που ταξιδεύαμε



Από το βιβλίο: Γιώργης Παυλόπουλος, «Ποιήματα, 1943-1997», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2001, σελ. 169.

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ




ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ


ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ

Θυμάμαι πήρες λίγον άμμο
τον κράτησες στο χέρι σου
Και ύστερα τον άφησες
να χύνεται σιγά
στην ανοιχτή παλάμη μου

Στον μέλλοντα λοιπόν αιώνα
θα μείνει λίγος άμμος
με τη δική μας την αφή
κι ο άνεμος που θα φυσάει
όπως τ’ απόγιομα εκείνο του Οκτώβρη
θα τον πηγαίνει εδώ κι εκεί
όλο θα τον πηγαίνει.



Από το βιβλίο: Γιώργης Παυλόπουλος, «Ποιήματα, 1943-1997», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2001, σελ. 163.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΛΦΕΙΟΣ




ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ


ΑΛΦΕΙΟΣ

Ήταν μεσημέρι κι έπαιζε ακόμη με το ποτάμι
ο ήλιος την έδενε από τα μαλλιά
και το ρόδινο νερό γύρω στα λαγόνια της.

Έβλεπα πως ήμουν το ποτάμι
αλλά γινόμουν άλογο κατεβαίνοντας αφρισμένο
και κείνη διχάλα στη γαλάζια ράχη μου
αντιστεκότανε μαζεύοντας τη δύναμή της
καθώς εμπαίναμε στους ίσκιους
κάτω από τις ιτιές.
Κι εγώ γελούσα 
και μη γελάς μού έλεγε
μη γίνεσαι όνειρο, φοβάμαι
σε φοβάμαι .

Από τότε πολλές φορές άκουσα τη φωνή της
ξυπνώντας μέσα σ’ αυτό το φως
μαύρο σαν μελίσσι
που μου έτρωγε τα μάτια.



Από το βιβλίο: Γιώργης Παυλόπουλος, «Ποιήματα, 1943-1997», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2001, σελ. 34.