Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΠΑΤΑΛΑΣ (ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΠΑΤΑΛΑΣ (ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ


ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ
 
Κάρλο Γκολντόνι, "Ο υπηρέτης δύο αφεντάδων", μετάφραση Γεράσιμος Σπαταλάς, Δωδώνη, Αθήνα - Γιάννενα 1993.




Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ




LUIGI PIRANDELLO


ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ

Έρμο σπίτι στη μέση απ’ το γενέθλιο
χωράφι, ανάερα εδώ, μες στο οροπέδιο
με τη γαλάζια γη, όπου στέλνει υπάκουο
ζωηρούς αφρούς το αφρικανικό το κύμα,
  πάντα εσέ βλέπω, εσέ από πέρα, αν ίσως
σκεφτώ την ώρα που μικρή η ζωή μου
στον άπειρο και μάταιο βγήκε κόσμο:
εδώθε, λέω, τη ζήση, εδώθε πήρα.
  Απ’ το δρομάκι αυτό μες στον ελαιώνα,
που μέντα και φασκόμηλο ευωδιάζει
άπραος και θαρραλέος τράβηξα πέρα.
  Και τόσο, τόσο βάδισα, ω λουλούδια,
του έρμου φράχτη, που πια ξεπνοημένος
ξανάρχομαι σε σας τους κουρασμένους.



Μετάφραση: Γεράσιμος Σπαταλάς.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία», έτος ΛΒ΄, (1958), τ. 63, 15 Ιανουαρίου 1958, τχ. 733, σελ. 123.


Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΙ ΟΠΩΣ Η ΟΔΥΝΗ ΑΛΛΑΖΕΤΑΙ, ΓΥΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΥΦΟΣ




FRANCESCO PETRARCA


320. [Η ΑΓΑΘΟΔΟΤΡΑ Η ΜΟΙΡΑ ΜΟΥ, ΚΙ Ο ΒΙΟΣ Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ]

Η αγαθοδότρα η μοίρα μου, κι ο βίος ο ευτυχισμένος,
Κι οι ξάστερες ημέρες μου, κι οι ειρηνικές μου οι νύχτες,
Και τα γλυκά στενάγματα, και το τερπνό το ύφος,
Που ν’ αντηχάω συνήθιζα σε στίχους και σε ρίμες,
Καθώς μεμιάς αλλάξανε σε πόνο κα σε κλάμα,
Τη ζήση εκάμαν να μισώ και να ποθώ το χάρο.

Ανέσπλαχνε κι αλύγιστε φαρμακωμένε χάρο,
Μου δίνεις αφορμή ποτέ να μη είμ’ ευτυχισμένος,
Μα να περάσω ολάκερη τη ζήση μου με κλάμα,
Και τις ημέρες σκοτεινές, και θλίβερες τις νύχτες,
Τα βογκητά μου τα βαριά δεν μπαίνουνε σε ρίμες,
Και το σκληρό μαρτύριο μου νικάει το κάθε ύφος.

Τώρα και πού οδηγήθηκε το αγαπητό μου ύφος;
Να κουβεντιάζω για θυμό, να κρένω για το χάρο.
Πού νά ’ναι οι στίχοι, τάχα τί ν’ απόγιναν οι ρίμες,
Που εγρίκαε πλάσμα ευγενικό, φρόνιμο, ευτυχισμένο;
Πού τα μυθολογήματα τα ερωτικά τις νύχτες;
Τώρα δε λέω, δε σκέφτομαι παρές από το κλάμα.

Πια με τον πόθο μού ’γινε τόσο γλυκό το κλάμα,
Που σμίγει με γλυκύτητα το κάθε γλυκό ύφος,
Κι άγρυπνος όλες μ’ έκαμε να στέκομαι τις νύχτες.
Τώρα το κλάμα το πικρό μού ’ναι κι από το χάρο,
Μη ελπίζοντας το βλέμμα το τίμιο κι ευτυχισμένο,
Νά ’ναι αντικείμενο ψηλό στις ταπεινές μου ρίμες.

Σημείο καθάριο ο Έρωτας μού ’θεσε για τις ρίμες
Μες στα ωραία τα μάτια της και τό ’βαλε στο κλάμα,
Ξαναθυμώντας με καημό καιρόν ευτυχισμένο,
Απ’ όπου αλλάζω αδιάκοπα σκεφτόμενος το ύφος,
Και σένα πάλε το χλωμό παρακαλώ το χάρο
Να με ξεβγάλεις απ’ αυτές τις τόσο απαίσιες νύχτες.

Εδιώχτηκε και τ’ όνειρον απ’ τις σκληρές μου νύχτες
Και ο ήλιος που συνήθιζα ’πό τις βραχνές μου ρίμες ,
Και πι’ άλλο να φιλέψουνε δεν ξέρουνε απ’ το χάρο,
Γι’ αυτό ’ναι το τραγούδι μου καταντημένο κλάμα.
Δεν έχει τόσο του Έρωτα το κράτος πλούσιο ύφος,
Που νά ’ναι θλίβερο όσο πριν είταν ευτυχισμένο.

Κανένα σαν κι εμένανε δεν ξέρω ευτυχισμένο.
Κανένανε πιο θλίβερο σε μέρες και σε νύχτες,
Κι όπως η οδύνη αλλάζεται, γυρίζει και το ύφος,
Που βγάζει τόσο απ’ την καρδιά δακρυβρεμένες ρίμες.
Ζούσα μ’ ελπίδα, τώρα ζω κατάμονα με κλάμα,
Και δεν ελπίζω αντίπαλο στο χάρο άλλο από το χάρο.

Ο χάρος με θανάτωσε και μόνο στρέει στο χάρο
Να φέρει εκειό το πρόσωπο να ιδώ το ευτυχισμένο,
Που μ’ έκαμε να χαίρομαι στο βόγκο και στο κλάμα
Που αέρας μού ’τανε γλυκός, γλυκιά βροχή στις νύχτες,
Σαν έπλεκα τους στοχασμούς τους διαλεχτούς στις ρίμες,
Και ο Έρωτας μου ανύψωνε το αδύνατό μου ύφος.

Ήθελα νά ’χα εσπλαχνικό τόσο πολύ εγώ ύφος,
Που να μπορούσα νά ’παιρνα τη Λάουρα μου απ’ το χάρο,
Καθώς την Ευρυδίκη του ο Ορφέας με δίχως ρίμες,
Τότες πιο απ’ όποιαν εποχή θα ζούσα ευτυχισμένος.
Μα αν ίσως νά ’μαι δεν μπορώ, καμμιά απ’ τις άθλιες νύχτες,
Ας κλειούσα πια τις δυό πηγές αυτές από το κλάμα.

Έρωτα, χρόνια εθρήνησα παράπολλα με κλάμα
Το βάσανό μου το βαρύ, σε πονεμένο ύφος,
Κι ούτε που ελπίζω από τα σέ λιγότερο άγριες νύχτες,
Γι’ αυτό κι εγώ ελυγίστηκα και δέομαι στο χάρο
Να με αφαιρέσει από τα ’δώ, για νά ’μαι ευτυχισμένος
Εκεί, που εκείνη ευρίσκεται που υμνώ και κλαίω στις ρίμες.

Τόσο αν μπορούσαν να υψωθούν οι απαυδισμένες ρίμες,
Να βρούν αυτή, που στέκεται πέρ’ απ’ οργή και κλάμα,
Τον ουρανό το κάλλος της που κάνει ευτυχισμένο,
Καλά θα ξαναγνώριζε με ξαλλαγμένο ύφος,
Όπου ίσως θα της άρεσε πριν λίγο από το χάρο
Για κείνη μέρα ξάστερη, μαύρες για μένα νύχτες.

Ω σείις, που σ’ ευτυχέστερες βαρυβογκάτε νύχτες,
Όπου γρικάτε για Έρωτα κι ή γράφετε σε ρίμες,
Να μην τον βρίσκω πια κουφό ζητήσατε απ’ το χάρο,
Που ’ναι λιμάνι στους δαρμούς και τελειωμός στο κλάμα,
Ας ξαλλαχτεί για μια φορά το αρχαίο του εκείνο ύφος,
Που όποιο άνθρωπο λυπάει κι εμέ κάνει έτσι ευτυχισμένο.

Ευτυχισμένον δύνεται σε μιά ή σε λίγες νύχτες
Να κάμει εμέ· και με σκληρό ύφος και μαύρες ρίμες,
Να κόψει πια το κλάμα μου παρακαλώ το χάρο.



Μετάφραση: Γεράσιμος Σπαταλάς.
Δημοσιεύθηκε στο βιβλίο: Γεράσιμος Σπαταλάς, «Ανθοδέσμη από τη Ρώμη και την Ιταλία, Μεταφράσεις», Εκδότης Ι.Ν. Σιδέρης, Αθήνα [χχ], σελ. 27-29.  


***********************************


CCCXX. [MIA BENIGNA FORTUNA È ’L VIVER  LIETO]

Mia benigna fortuna e ’l viver lieto,
i
chiari giorni et le tranquille notti
e i soavi sospiri e ’l dolce stile
che solea resonare in versi e ’n rime,
5vòlti subitamente in doglia e ’n pianto,
odiar vita mi fanno, et bramar morte.

Crudel, acerba, inexorabil Morte,
cagion mi dài di mai non esser lieto,
ma di menar tutta mia vita in pianto,
10e i giorni oscuri et le dogliose notti.
I mei gravi sospir’ non vanno in rime,
e ’l mio duro martir vince ogni stile.

Ove è condutto il mio amoroso stile?
A parlar d’ira, a ragionar di morte.
15U’ sono i versi, u’ son giunte le rime,
che gentil cor udia pensoso et lieto;
ove ’l favoleggiar d’amor le notti?
Or non parl’io, né penso, altro che pianto.

Già mi fu col desir sí dolce il pianto,
20che condia di dolcezza ogni agro stile,
et vegghiar mi facea tutte le notti:
or m’è ’l pianger amaro piú che morte,
non sperando mai ’l guardo honesto et lieto,
alto sogetto a le mie basse rime.

25Chiaro segno Amor pose a le mie rime
dentro a’ belli occhi, et or l’à posto in pianto,
con dolor rimembrando il tempo lieto:
ond’io vo col penser cangiando stile,
et ripregando te, pallida Morte,
30che mi sottragghi a sí penose notti.

Fuggito è ’l sonno a le mie crude notti,
e ’l suono usato a le mie roche rime,
che non sanno trattar altro che morte,
cosí è ’l mio cantar converso in pianto.
35Non à ’l regno d’Amor sí vario stile,
ch’è tanto or tristo quanto mai fu lieto.

Nesun visse già mai piú di me lieto,
nesun vive piú tristo et giorni et notti;
et doppiando ’l dolor, doppia lo stile
40che trae del cor sí lagrimose rime.
Vissi di speme, or vivo pur di pianto,
né contra Morte spero altro che Morte.

Morte m’à morto, et sola pò far Morte
ch’i’ torni a riveder quel viso lieto
45che piacer mi facea i sospiri e ’l pianto,
l’aura dolce et la pioggia a le mie notti,
quando i penseri electi tessea in rime,
Amor alzando il mio debile stile.

Or avess’io un sí pietoso stile
50che Laura mia potesse tôrre a Morte,
come Euridice Orpheo sua senza rime,
ch’i’ vivrei anchor piú che mai lieto!
S’esser non pò, qualchuna d’este notti
chiuda omai queste due fonti di pianto.

55Amor, i’ ò molti et molt’anni pianto
mio grave danno in doloroso stile,
né da te spero mai men fere notti:
et però mi son mosso a pregar Morte
che mi tolla di qui, per farme lieto,
60ove è colei ch’i’ canto et piango in rime.

Se sí alto pôn gir mie stanche rime,
ch’agiungan lei ch’è fuor d’ira et di pianto,
et fa ’l ciel or di sue bellezze lieto,
ben riconoscerà ’l mutato stile,
65che già forse le piacque anzi che Morte
chiaro a lei giorno, a me fesse atre notti.

O voi che sospirate a miglior’ notti,
ch’ascoltate d’Amore o dite in rime,
pregate non mi sia piú sorda Morte,
70porto de le miserie et fin del pianto;
muti una volta quel suo antiquo stile,
ch’ogni uom attrista, et me pò far sí lieto.

Far mi pò lieto in una o ’n poche notti:
e ’n aspro stile e ’n angosciose rime
75prego che ’l pianto mio finisca Morte.

ΟΠΟΙΟΣ ΕΠΗΡΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΝΑ ΤΡΙΓΥΡΝΑΕΙ ΤΗ ΖΗΣΗ




FRANCESCO PETRARCA


80. [ΟΠΟΙΟΣ ΕΠΗΡΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΝΑ ΤΡΙΓΥΡΝΑΕΙ ΤΗ ΖΗΣΗ]

Όποιος επήρε απόφαση να τριγυρνάει τη ζήση
Πάνω σε πλάνα κύματα κι ανάμεσα σε ξέρες,
Από το χάρο χωρισμένος μ’ ένα μικρό ξύλο
Δεν μπορεί πέρα και πολύ να βρίσκεται απ’ το τέλος·
Γι’ αυτό θά ’ταν καλύτερα να γείρει σε λιμάνι
Όσο στο δοιάκι του υπακούν ακόμη τα πανιά του.

Η αύρα η τερπνή, που του πλοιαριού και δοιάκι και πανιά του
Μπιστεύτηκα, όταν έμπαινα στην ερωτιάρα ζήση,
Κι έλπιζα σε καλύτερο πως θ’ άραζα λιμάνι,
Αργότερα μ’ οδήγησε σε χίλιες μαύρες ξέρες
Που τις αιτίες τριγύρω μου για το θλιβό μου τέλος
Δεν είχα μόνο, μα κι εντός στο ίδιο μου το ξύλο.

Κλειστός πολύν καιρό σ’ αυτό το ολότυφλό μου ξύλο,
Πλανέθηκα χωρίς ματιά να ρίξω στα πανιά του
Που πριν απ’ την ημέρα μου με πήγαινε στο τέλος·
Έπειτα ευδόκησεν Αυτός που μ’ έφερε στη ζήση
Να κράξει με να γείρω τόσο οπίσω από τις ξέρες
Που από μακριά τουλάχιστο να βλέπω το λιμάνι.

Έτσι καθώς διακραίνει φως τη νύχτα σε λιμάνι
Απ’ την πλατιά τη θάλασσα φρεγάδα ή μικρό ξύλο,
Αν πάει και δεν του το στερούν ή τρικυμιά είτε ξέρες
Όμοια κι εγώ απ’ του πλοίου μου τα φουσκωτά πανιά του
Εδιάκρινα τ’ αχνάρια πια της αλληνής της ζήσης,
Και τότες ελαχτάρισα νά ’φτανα πια στο τέλος.

Όχι πως είμαι βέβαιος ακόμη για το τέλος·
Με την ημέρα αν πιθυμώ να πιάσω σε λιμάνι,
Μένει ταξίδι μακρινό για τόσο λίγη ζήση·
Και τρέμω, γιατί βρίσκομαι σ’ ευκολόσπαστο ξύλο,
Και θα ποθούσα πια να μη γεμίζουν τα πανιά του
Με τον αγέρα που σ’ αυτές με τράβηξε τις ξέρες.

Αν ίσως κι έβγω ζωντανός απ’ τις αβέβαιες ξέρες
Και φτάσει η εξορία μου σε κάποιο καλό τέλος,
Πόση που θά ’νοιωθα χαρά να γείρω τα πανιά του
Του πλοίου μου και τις άγκυρες να ρίξω σε λιμάνι!
Αλλιώς θα καίω αδιάκοπα σαν αναμμένο ξύλο,
Τόσο ν’ αλλάξω είναι τραχύ τη γνώριμή μου ζήση.

Δέσποτα εσύ στο τέλος μου, κι αφέντη μου στη ζήση
Πριν σπάσω εγώ το ξύλο μου κατάμεσα στις ξέρες,
Δώσε καλό λιμάνι εσύ στα ολόδαρτα πανιά του.


Μετάφραση: Γεράσιμος Σπαταλάς.
Δημοσιεύθηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «Ο Νουμάς», τόμος 21, αριθμ. 5-6 (784-785), Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1924, σελ. 339-340.


***********************************


LXXX. [CHI È FERMATO DI MENAR SUA VITA]

Chi è fermato di menar sua vita
su per l’onde fallaci et per gli scogli
scevro da morte con un picciol legno,
non pò molto lontan esser dal fine:
però sarrebbe da ritrarsi in porto
mentre al governo anchor crede la vela.

L’aura soave a cui governo et vela
commisi entrando a l’amorosa vita
et sperando venire a miglior porto,
poi mi condusse in piú di mille scogli;
et le cagion’ del mio doglioso fine
non pur d’intorno avea, ma dentro al legno.

Chiuso gran tempo in questo cieco legno
errai, senza levar occhio a la vela
ch’anzi al mio dí mi trasportava al fine;
poi piacque a lui che mi produsse in vita
chiamarme tanto indietro da li scogli
ch’almen da lunge m’apparisse il porto.

Come lume di notte in alcun porto
vide mai d’alto mar nave né legno
se non gliel tolse o tempestate o scogli,
cosí di su da la gomfiata vela
vid’io le ’nsegne di quell’altra vita,
et allor sospirai verso ’l mio fine.

Non perch’io sia securo anchor del fine:
ché volendo col giorno esser a porto
è gran vïaggio in cosí poca vita;
poi temo, ché mi veggio in fraile legno,
et piú che non vorrei piena la vela
del vento che mi pinse in questi scogli.

S’io esca vivo de’ dubbiosi scogli,
et arrive il mio exilio ad un bel fine,
ch’i’ sarei vago di voltar la vela,
et l’anchore gittar in qualche porto!
Se non ch’i’ ardo come acceso legno,
sí m’è duro a lassar l’usata vita.

Signor de la mia fine et de la vita,
prima ch’i’ fiacchi il legno tra gli scogli
drizza a buon porto l’affannata vela.

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΡΟΣΕΡΗ ΜΕΣ ΣΤ’ ΑΝΘΗ ΞΑΠΛΩΜΕΝΗ


SALVATORE QUASIMODO


ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΡΟΣΕΡΗ ΜΕΣ ΣΤ’ ΑΝΘΗ ΞΑΠΛΩΜΕΝΗ

Η μυστική εποχή προμαντευόταν
απ’ των βροχών την αγωνία στις νύχτες,
απ’ το άλλαγμα των σύγνεφων στα ουράνια,
τις λαφριές κυματένιες αυτές κούνιες,
κ’ εγώ ήμουν πεθαμένος.

Μια πόλη κρεμαστή μες στον αέρα
ήταν η τελευταία μου εξορία
και με καλούσαν από γύρω
άλλου καιρού οι ευχάριστες γυναίκες,
κ’ η μάνα μου που ’χε γενεί πιο νέα,
το χέρι το γλυκό διαλέοντας ρόδα,
μού ’ζωνε με τα πιο άσπρα το κεφάλι.

Έξω ήταν νύχτα
και τ’ άστρα ακολουθούσαν ορισμένους
άγνωστους δρόμους με χρυσές καμπύλες
και τα γύρω, που γίναν φευγαλέα
με σέρνανε σε απόκρυφες γωνιές
για να μου πουν για διάπλατα περβόλια
και για το νόημα της ζωής, μα εμένα
το τελευταίο χαμόγελο λυπούσε

γυναίκας δροσερής μες στ’ άνθη ξαπλωμένης.



Μετάφραση: Γεράσιμος Σπαταλάς.

Από το βιβλίο: Γεράσιμος Σπαταλάς, «Σύγχρονη ιταλική ποίηση», Δίφρος, Αθήνα 1959.

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ Η ΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΒΕΑΤΡΙΚΗΣ


DANTE


ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ Η ΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΒΕΑΤΡΙΚΗΣ


Στα μάτια η δέσποινά μου αγάπη τρέφει,
Που εξευγενίζεται ό,τι αυτή κοιτάει·
Όπου περναέι γι’ αυτή καθένας στρέφει·
Χτυπά η καρδιά του αν κάποιον χαιρετάει.

Ταράζεται όθες, σκύβει, και για κάθε
Ατέλεια του στενάζει, και ξοπίσω
Εκείνης πάει Περφάνεια, Οργή μακριάθε·
Βοηθάτε με, κυρίες, να την τιμήσω.

Κάθε γλύκα και μετριοφροσύνη,
Να ομιλεί σε όποιο ακούσει τη, γεννιέται·
Μακάριος όθες που πρωτόειδε εκείνη.

Πως μοιάζει σα χαμογελά, είναι πράμα
Που δε λέγεται, ουδέ στο νου κρατιέται·
Τόσο είναι νέο κι ευγενικό αυτή θάμα.



Μετάφραση: Γεράσιμος Σπαταλάς.
Δημοισιεύθηκε στο περιοδικό «Γράμματα», Αλεξάνδρεια, Τόμ. 4, Αρ. 39 (1918), σελ. 507.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

ΠΟΙΑ ΚΑΡΔΙΟΦΑΓΑ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙ ΤΟΣΟ;


ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΣΠΑΤΑΛΑΣ


ΠΟΙΑ ΚΑΡΔΙΟΦΑΓΑ ΑΝΤΙΘΕΣΗ


Μια καρδιοφάγα αντίθεση πάντα βαθιά μου να γρικώ,
Κι ενώ στο απέραντο πετώ και στο υπερπέραν φτάνω,
Βαρύς με το κουφάρι μου στη γη με μόχτο να πατώ,
Και νά ’ναι ξένο ό,τι μπορώ στα χέρια μου να πιάνω!

Σα νά ’μαι γάμου αταίριαστου τυραννισμένο εγώ παιδί,
Σε κόσμους τέλειους χύνομαι που πλάθει η φαντασιά μου,
Τί λέω τους πλάθει; τους ζητά έτσ’ η ψυχή μου όπως τους ζει,
Κι αντίς με σέρνει το κορμί βαριά στο χώμα χάμου.

Με σέρνει χάμου; αλίμονο! το νιώθω, σκλάβο με βαστά,
Μ’ αλυσοδένει εδώ στη γη, και για να ρθεί μαζί μου,
Πρέπει να τ’ ακλουθήσω εγώ, κι αν το ξεχνώ, μου το θυμά
Με τρόπο, που το αιστάνεται σπαραχτικά η ψυχή μου.

Ποιού γάμου νά ’μαι αταίριαστου τυραννισμένο εγώ παιδί;
Ποιά καρδιοφάγα αντίθεση με βασανίζει τόσο;
Π’ ούτε στους κόσμους μου μπορώ να πάω μαζί με το κορμί,
Ούτε κι εκείνους μού βολεί στη γη να τους σαρκώσω.


(Στίχοι ανέκδοτοι)



Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της Αθήνας «Παρθενών», έτος Α΄, αριθμ. 5, Ιούλιος-Αύγουστος 1928, σελ. 143.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008

ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΚΡΕΜΑΣΤΗ ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ


SALVATORE QUASIMODO


ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΡΟΣΕΡΗ ΜΕΣ ΣΤ’ ΑΝΘΗ ΞΑΠΛΩΜΕΝΗ


Η μυστική εποχή προμαντευόταν
απ’ των βροχών την αγωνία στις νύχτες,
από το άλλαγμα των σύγνεφων στα ουράνια,
τις λαφριές κυματένιες αυτές κούνιες,
κι εγώ ήμουν πεθαμένος.

Μια πόλη κρεμαστή μες στον αέρα
ήταν η τελευταία μου εξορία
και με καλούσαν από γύρω
άλλου καιρού οι ευχάριστες γυναίκες,
κι η μάνα μου, που ’χε γενεί πιο νέα,
το χέρι το γλυκό διαλέοντας ρόδα
μού ’ζωνε με τα πιο άσπρα το κεφάλι.

Έξω ήταν νύχτα
και τ’ άστρα ακολουθούσαν ορισμένους
άγνωστους δρόμους με χρυσές καμπύλες
και τα γύρω, που γίναν φευγαλέα,
με σέρνανε σε απόκρυφες γωνιές
για να μου πουν για διάπλατα περβόλια
και το νόημα της ζωής, μα εμένα
το τελευταίο χαμόγελο λυπούσε

γυναίκας δροσερής μες στ’ άνθη ξαπλωμένης.



Μετάφραση: Γεράσιμος Σπαταλάς.
Από το βιβλίο: Γεράσιμος Σπαταλάς, «Σύγχρονη ιταλική ποίηση», Δίφρος, Αθήνα 1959.

Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

ΟΛΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ...


MICHELANGELO BUONARROTI (1475-1564)


ΣΟΝΕΤΤΟ


Με τα μάτια σου φως γλυκό κοιτάω,
Που δε μπορώ να ιδώ με τα τυφλά μου.
Με τα πόδια σου εγώ φορτίο κρατάω,
Που δεν το συνειθούν τ’ αδύνατά μου.

Με τ’ άφτερα φτερούγια σου πετάω,
Με πάει ο νους σου στα ουράνια από χάμου,
Στην εξουσία σου τρέμω και τολμάω,
Στον ήλιο κρύο, με καίει στο κρύο η στιά μου.

Στη θέλησή σου στέκει η θέλησή μου,
Γίνονται στην καρδιά σου οι στοχασμοί μου,
Η ομιλιά μου από το πνεύμα σου πηγάζει.

Σαν το φεγγάρι κι’ ο εαυτός μου ομοιάζει,
Που άλλο να ιδή η ματιά μας δε γνωρίζει
Στα ουράνια, απ’ όσο ο ήλιος τού φωτίζει.



Μετάφραση: Γεράσιμος Σπαταλάς.
Από το βιβλίο: Γεράσιμος Σπαταλάς, «Ανθοδέσμη από τη Ρώμη και την Ιταλία. Μεταφράσεις», Εκδότης Ι.Ν. Σιδέρης, Αθήναι [χ.χ.], σελ. 42.

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2007

ΚΑΡΝΤΟΥΤΣΙ ΚΑΙ ΣΠΑΤΑΛΑΣ




GIOSUÈ CARDUCCI


ΤΟ ΒΟΔΙ


Σ’ αγαπώ, βόδι πράο, γιατί μου μπάζεις
αίστημα στην καρδιά απ’ αλκή κι ειρήνη,
όταν μονάχο ως άγαλμα κοιτάζεις
τη γόνιμη των κάμπων πλατοσύνη,

ή σαν συντρέχεις, στ’ άλατρο λυγώντας,
τ’ άγρυπνο έργο του άνθρώπου, ευτυχισμένο:
σε σπρώχνει, σε κεντάει κι αργογυρνώντας
του απαντάς με το βλέμμα ειρηνεμένο.

Η πλατεία, μαύρη, ογρή σου μύτη αχνίζει,
κι ύμνος τερπνός το μουγκρητό σου σβιεί
στον αίθριο αγέρα· κι αυστηρή απαλάδα

του μεγάλου γλαυκού ματιού, φεγγίζει
την απέραντη πράσινη σιωπή,
την ήσυχη και θείαν απ’ την πεδιάδα.


Μετάφραση: Γεράσιμος Σπαταλάς




ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΣΠΑΤΑΛΑΣ


ΘΡΑΣΟΜΑΝΑΕΙ ΤΗΣ ΣΤΑΦΥΛΙΑΣ ΤΟ ΦΥΛΛΩΜΑ


Θρασομανάει της σταφυλιάς το φύλλωμα κι απάνω,
που η αύρα το ταράζει,
μύρια πετράδια παρδαλά σκορπάει το φως το πλάνο,
μες στο σμαράγδι το πυκνό, ζαφείρι και τοπάζι.

Και γλυκοαχάει της μέλισσας το βόμβισμα κι αντάμα
τρελά πετάει τριγύρω,
πολύχρωμη μια εφήμερη πεταλουδούλα -ω θάμα!-
που τις στιγμές της ευτυχιάς απ' τη ζωή έχει κλήρο.

Στον ίσκιο παίζουν τα παιδιά, και τα πουλιά λαλάνε,
και πλαγιαστός, ανάρια,
τα μάτι' ασκώνει ο γεωργός, που από χαρά σκιρτάνε,
κοιτώντας τα πολύρωγα του θείου χυμού μαστάρια.