καθένα και για μια γραμμή, καθένα και για μια γραφή·
χρώματ’ αμέτρητα, πολλά, άλλα θολά, άλλα παρδαλά,
αμαρτωλά ή σιωπηλά, από βοτάνια
φανταστικά και μαγικά, μελάνια σπάνια·
άλλα να δείχνουν τη χαρά κι άλλα τη λύπη ζωηρά·
κι ακόμα κάποιο επιθυμώ, κάπως χλωμό
σαν ίσκιος αυγουστιάτικος ημέρας που ’χει γείρει
σε κάποιο παραθύρι.
Θέλω και κόκκινο αναφτό
από άγριο δειλινό αίμα καυτό
για ν’ αραδιάζω, ν’ αραδιάζω πια με αυτό.
Με ουρανί μελάνι μια γραφή να γράψω σε αδερφή,
στη μάνα μου μια προσευχή με χρυσαφί,
που σα φλόγα θα λάμπει, σαν αυγή.
Να γράψω και να γράψω, ατέλειωτα κατεβατά,
μηνύματα και χαιρετίσματα σ’ όλη τη γη
κ’ ευτυχισμένα, ονειρευτά, έτσι τη ζωή μου
να τη γιομίσω με τα χρώματ’ αυτά.
Μετάφραση: Κώστας Ασημακόπουλος.
Από το βιβλίο: Κώστας Ασημακόπουλος, «Ανθολογία ούγγρων
ποιητών», εκδόσεις Ροές, Αθήνα 1985, σελ. 83.
*************************
MOSTAN SZÍNES TINTÁKRÓL ÁLMODOM
Mostan színes tintákról álmodom.
Legszebb a sárga. Sok-sok levelet
e tintával írnék egy kisleánynak,
egy kisleánynak, akit szeretek.
Krikszkrakszokat, japán betűket írnék,
s egy kacskaringós, kedves madarat.
És akarok még sok másszínű tintát,
bronzot, ezüstöt, zöldet, aranyat,
és kellene még sok száz és ezer,
és kellene még aztán millió:
tréfás-lila, bor-színű, néma-szürke,
szemérmetes, szerelmes, rikitó,
és kellene szomorú-viola
és téglabarna és kék is, de halvány,
akár a színes kapuablak árnya
augusztusi délkor a kapualján.
És akarok még égő-pirosat,
vérszínűt, mint a mérges alkonyat,
és akkor írnék, mindig-mindig írnék.
Kékkel húgomnak, anyámnak arannyal:
arany-imát írnék az én anyámnak,
arany-tüzet, arany-szót, mint a hajnal.
És el nem unnám, egyre-egyre írnék
egy vén toronyba, szünes-szüntelen.
Oly boldog lennék, Istenem, de boldog.
σε γυάλινη πιατέλα. Σταφυλόρωγες βαρειές σμαράγδινες,
μεγάλα αχλάδια με λάμψη ιάσπιδος –
η αφθονία στραφταλίζει ίδια μπιζουτιέρα.
Από ένα μούρο κυλάει μια νεροσταγόνα –
κυλάει και χάνεται απαστράπτουσα σαν πολύτιμος λίθος.
Πολυτέλεια αμιγής, ανόθευτη· γαλήνια
τελειότητα, αδιάλλακτη, ενδοσκοπική.
Θά ’ταν ωραιότερο αν το ζούσες. Τα δέντρα από πέρα μακριά
μου γνέφουν ώρα με τα χρυσαφένια τους χέρια.
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.
*****************
ŐSZI REGGELI
Ezt hozta
az ősz. Hűs gyümölcsöket
üvegtálon. Nehéz, sötét-smaragd
szőlőt, hatalmas, jáspisfényü körtét,
megannyi dús, tündöklő ékszerét.
Vízcsöpp iramlik egy kövér bogyóról,
és elgurul, akár a brilliáns.
A pompa ez, részvéttelen, derült,
magába-forduló tökéletesség.
Jobb volna élni. Ámde túl a fák már
aranykezükkel intenek nekem.
χωρίς
ν’ ακολουθάω πια τα βήματά σου. Προφέρω τ’ όνομά σου
χωρίς
να με πλακώνει βάρος, και δεν ντρέπομαι πια,
όταν
με κοιτάει το βλέμμα σου. Διότι τώρα ξέρω
ότι
είσουν απλώς μία μέσα στις πολλές, είσουν
μια
τρέλα νεανική που ’χει περάσει. Εσύ εν τούτοις
ποτέ
μην πιστέψεις, καρδιά μου, πως όλα τούτα υπήρξαν
μάταια
και διαβατικά, όχι, ποτέ σου εσύ μην το πιστέψεις.
Διότι
είσαι εδώ, όταν μου γλιστρά η λυμένη γραβάτα,
όταν
χαιρετάω από λάθος ξένες γυναίκες, όταν
δίνω
υποσχέσεις – είσαι εσύ,
είσαι
σε κάθε γράμμα που σκίζω κομμάτια,
σε
όλη μου τη στραβά οδηγημένη ζωή.
Ζεις
– ζεις, και την έχεις κάνει δική σου
εις
τους αιώνας, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Μετάφραση:
Γιώργος Κεντρωτής.
*******************
ANNA ŐRŐK
Az évek jöttek, mentek,
elmaradtál
emlékeimből lassan, elfakult
arcképed a szívemben, elmosódott
a vállaidnak íve, elsuhant
a hangod és én nem mentem utánad
az élet egyre mélyebb erdejében.
Ma már nyugodtan ejtem a neved ki,
ma már nem reszketek tekintetedre,
ma már tudom, hogy egy voltál a sokból,
hogy ifjúság bolondság, ó de mégis
ne hidd szivem, hogy ez hiába volt
és hogy egészen elmúlt, ó ne hidd!
Mert benne élsz te minden félrecsúszott
nyakkendőmben és elvétett szavamban
és minden eltévesztett köszönésben
és minden összetépett levelemben
és egész elhibázott életemben
élsz és uralkodol örökkön. Amen.