ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ
Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2022
Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021
Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020
Τρίτη 2 Ιουνίου 2020
Σάββατο 26 Μαΐου 2018
Παρασκευή 20 Απριλίου 2018
Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2018
ΠΑΟΥΛ ΤΣΕΧ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΙΓΙΟΝ!
ich schrie mir schon die Lungen wund
nach deinem weißen Leib, du Weib.
Im Klee, da hat der Mai ein Bett gemacht,
da blüht ein schöner Zeitvertreib
mit deinem Leib die lange Nacht.
Da will ich sein im tiefen Tal.
Dein Nachtgebet und auch dein Sterngemahl.
da schlief ich manches Sommerjahr
bei dir und schlief doch nie zuviel.
Ich habe jetzt ein rotes Tier im Blut,
das macht mir wieder frohen Mut.
Komm her, ich weiß ein schönes Spiel
im dunklen Tal, im Muschelgrund...
Ich bin so wild nach deinem Erdbeermund!
ich gab den schönsten Sommer her,
und dir hats auch kein Glück gebracht;
hast nur den roten Mund noch aufgespart,
für mich so tief im Haar verwahrt...
Ich such ihn schon die lange Nacht
im Wintertal, im Aschengrund...
Ich bin so wild nach deinem Erdbeermund.
da hat der Schnee sein Nest gebaut
und fragt nicht, wo die Liebe sei.
Und habe doch das rote Tier so tief
erfahren, als ich bei dir schlief.
Wär nur der Winter erst vorbei
und wieder grün der Wiesengrund!
Ich bin so wild nach deinem Erdbeermund!
Πέμπτη 18 Αυγούστου 2011
ΜΑ ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΠΟΥ ΝΑ ΕΙΝ' ΤΑ ΠΕΡΣΙΝΑ;
FRANÇOIS VILLON
ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΑΔΩΝ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ
Πού νά ’ναι –να μου πει μπορεί κανείς–
Η ξακουστή ομορφιά της Ρώμης Φλόρα,
Η Αρχιπιάδα, η ξαδέρφη της Θαΐς
Που ακούστηκε όπου γηςχωριό και χώρα;
Κι η Ηχώ η αντιλαλούσα, που ’χε δώρα
Ομορφιάς, που γυναίκα άλλη καμιά
Ανθρώπου δεν απόχτησε ώς με τώρα;
Μα τα χιόνια πού να είν’ τα περσινά;
Πού βρίσκεται η τετράσοφη Ελοΐς,
Που ο Πέτρος Επαγιάρ, σε μαύρην ώρα,
Γι’ αυτή ευνουχίστη και στο Σαιν Ντενίς
Έθαψε τη ζωή του ρασοφόρα;
Κι η Ρήγισσα, που αφού έκαμε τη γνώρα
Του Μπουριντάν, την άνομη, βαθιά
Τον έριξε στη Σεν, πού νά ’ναι τώρα;
Μα τα χιόνια πού να είν’ τα περσινά;
Βασίλισσα Λευκή, άστρο της αυγής,
Που γλυκοτραγουδούσες ποθοφόρα,
Μπέρτα μεγάποδη, Μπιετρίς, Αλίς,
Αρεμβουργίς που ’χες της Μαιν τη χώρα,
Ιωάννα, που στη Ρουένη λευκοφόρα
Οι Άγγλοι σε κάψανε μαρτυρικά,
Στ’ όνομα της Παρθένας, πού είστε τώρα;
Μα τα χιόνια πού να είν’ τα περσινά;
Πρίγκηπα, όπου κι αν ψάξεις κι όσην ώρα;
Του κάκου· δεν τις βρίσκεις πουθενά,
Κι αυτήν την επωδό ξέχασ’ τη τώρα:
Μα τα χιόνια πού να είν’ τα περσινά;
Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης.
Από το βιβλίο: François Villon, «Οι μπαλάντες κι άλλα ποιήματα», Εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1979 [B΄ έκδοση (A΄ έκδοση, Institut Français d’Athènes, Αθήνα 1947)], σελ 57-59.
Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009
ΒΙΓΙΟΝ!

FRANÇOIS VILLON
BALLADE FINALE
Ici se clôt le testament
Et finit du pauvre Villon.
Venez à son enterrement,
Quand vous orrez le carillon,
Vêtus rouge com vermillon,
Car en amour mourut martyr :
Ce jura-t-il sur son couillon
Quand de ce monde vout partir.
Et je crois bien que pas n'en ment,
Car chassé fut comme un souillon
De ses amours haineusement,
Tant que, d'ici à Roussillon,
Brosse n'y a ne brossillon
Qui n'eût, ce dit-il sans mentir,
Un lambeau de son cotillon,
Quand de ce monde vout partir.
Il est ainsi et tellement,
Quand mourut n'avoit qu'un haillon ;
Qui plus, en mourant, malement
L'époignoit d'Amour l'aiguillon ;
Plus aigu que le ranguillon
D'un baudrier lui faisoit sentir
(C'est de quoi nous émerveillon)
Quand de ce monde vout partir.
Prince, gent comme émerillon,
Sachez qu'il fit au départir :
Un trait but de vin morillon,
Quand de ce monde vout partir.
Το ποίημα μάς το έστειλε η εικονιζόμενη φίλη του ιστολογίου κ. Rossella Brescia.
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009

FRANÇOIS VILLON
ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΗΣ
Κορμιά χρεοκοπημένα δίχως σπυρί μυαλό,
Έκφυλα και χωρίς συνείδηση καμία,
Αναίσθητα με σκάρτο το έρμο σας λογικό,
Γιομάτα μοναχά από τρέλα και βλακεία·
Που δίνετε ντροπή στο σόι σας κι ατιμία,
Που τα υστερνά σας πάντα κακά είναι και ψυχρά,
Δόλιοι, από τις πομπές σας! Δεν έχετε σταλιά
Τύψη απ’ τη φρίκη αυτής της τόσης σας κακίας;
Δέστε πώς τη ζωή τους χάσαν τόσα παιδιά
Για κρίμα ή για κλεψιά ξένης περιουσίας.
Καθένας απ’ ατός του ας νιώσει το κακό,
Και για να εκδικηθεί ας μην τον πιάνει βία.
Ξέρουμε πως σα σκλάβοι ζούμε στον κόσμο αυτό.
Υπομονή! Θαρρώ πως κάνουν ανοησία
Όσοι λεβέντες ζουν μέσα στην αμαρτία,
Κλέβοντας, ξεγελώντας, κάνοντας φονικά.
Απ’ του Θεού τη χάρη ζουν πάντα τους μακριά
Όσοι άσκεφτα χαλούν τα νιάτα τους με μίας·
Και στο ύστερο τους γρόθους σφίγγουν μ’ απελπισιά
Για κρίμα ή για κλεψιά ξένης περιουσίας.
Ποιό τ’ όφελος να ζούμε βίον υποκριτικό,
Μ’ απάτη, ζητιανιά, δόλο και ψευδορκία,
Γελώντας και φαρμάκια φτιάνοντας, στο κακό
Ζώντας, χωρίς στιγμή να βρίσκουμε ησυχία,
Και να μας τυραννούν ο φόβος κι η υποψία;
Γι’ αυτό, με λίγα λόγια, ας κάνουμε καρδιά,
Στον ίσιο δρόμο ας μπούμε –δεν είναι ακόμα αργά–
Κάτου από τη σκεπή της θείας προστασίας·
κάθε πομπή μας πέφτει στα έρμα μας γονικά
για κρίμα ή για κλεψιά ξένης περιουσίας.
Ας ζούμε φιλιωμένοι βίον ειρηνικό,
Γέροι και νιοί, ενωμένοι σ’ έναν κοινό σκοπό·
Ο νόμος το απαιτεί κι η τάξη της θρησκείας,
Να ζούμε ταχτικά, μακριά απ’ της ανομίας
Τα δίχτυα. Κι όλοι νιώστε το αυτό που θα σας πω:
Το σίγουρο λιμάνι μην παρατάμε πλιό
Για κρίμα ή για κλεψιά ξένης περιουσίας.
Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης.
Από το βιβλίο: FRANÇOIS VILLON, «Οι μπαλάντες κι άλλα ποιήματα», εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1979,σελ. 111.
Το ποίημα μάς το ζήτησε η φίλη του ιστολογίου κ. Adriana Lima.
Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008
ΚΑΙ ΒΙΓΙΟΝ ΚΑΙ ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ!
FRANÇOIS VILLON
ΕΜΜΕΤΡΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ
Έλεος, έλεος για με το φουκαρά
Δείξετε, αδέρφια, φίλοι γκαρδιακοί!
Σε τάφο κείτομαι, όχι σ’ ισκιερά
Δάσια, σ’ αυτήν τη μαύρη φυλακή
Που η μοίρα μ’ έχει μ’ άδεια θεϊκή.
Κορίτσια, βλάμηδες, νιοί, γέροι, γριές,
Φορτσαδόροι, ακροβάτες, χορευτές,
Που πηδάτε με μπρίο κωμικό,
Λυγερόφωνοι εσείς τραγουδιστές,
Το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;
Ψάλτες, π’ όλα τα ψέλνετε στραβά,
Αλήτες δίχως δυάρα τσακιστή,
Μάγκες που κάνετε όλο χωρατά,
Διανοούμενοι λίγο ή πολύ χαζοί,
Τρεχάτε πριν ο χάρος τόνε βρει.
Σαν πεθάνει, εσείς πρόθυμοι ποιητές,
Θαν του φτιάξετε δεκάρικες ωδές.
Αγέρας, φως, δε βλέπουν το φτωχό·
Με βαριούς τοίχους τού ’καμαν φασκιές.
Το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;
Στα χάλια ελάτε ιδέστε τον αυτά,
Αφέντες σπλαχνικοί κι ευγενικοί,
Που δεν είστε ρηγάδωνε γενιά,
Παρά τα’ αφέντη Θεού είσαστε γονή:
Τον έχουν σε νηστεία στανική,
Πληγιάσαν οι μασέλλες του οι φτωχές
Αλέθοντας ψωμόφλουδες ξερές·
Και γρούζουν τα’ άντερά του απ’ το νερό
Που πίνει με χοντρές-χοντρές γουλιές.
Το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;
Πρίγκηπες, χάρη με βασιλικές
Βούλες πετύχετέ μου· και τριχιές
Μ’ ένα καλάθι ρ΄8ιχτε μου να βγώ.
Κι οι χοίροι ακόμα τρέχουν μπουλουκιές,
Σαν ακούσουν συντρόφου των σκουξιές.
Το δόλιο τον Βιγιόν θ’ αφήστε εδώ;
Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης.
Από το βιβλίο: FRANÇOIS VILLON, «Οι μπαλλάντες κι άλλα ποιήματα», εισαγωγή – έμμετρη μετάφραση – σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρο, Αθήνα 1979, σελ. 141-143.
Το ποίημα μάς το έστειλε η παλιά φίλη του ιστολογίου και λάτρις του Βιγιόν κ. Laetitia Casta.
Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ Ο ΖΑΝ ΒΙΩ
Ο JEAN VIAU ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΙΑ ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ ΤΟΥ FRANÇOIS VILLON ΣΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ GEORGES BRASSENS
BALLADE DES DAMES DU TEMPS JADIS
Dites-moi où, en quel pays,
Est Flora la belle Romaine,
Archipiades, ne Thaïs,
Qui fut sa cousine germaine,
Echo, parlant quant bruit on mène
Dessus rivière ou sur étang,
Qui beauté eut trop plus qu'humaine.
Mais où sont les neiges d'antan ,
Où est la très sage Héloïs,
Pour qui châtré fut et puis moine
Pierre Abélard à Saint Denis ?
Pour son amour eut cette essoine.
Semblablement, ou est la royne
Qui commanda que Buridan
Fût jeté en un sac en Seine ?
Mais où sont les neiges d'antan ?
La reine Blanche comme lis
Qui chantait à voix de sirène,
Berthe au grand pied, Bietris, Alis,
Haremburgis qui tint le Maine,
Et Jeanne, la bonne Lorraine
Qu'Anglais brûlèrent à Rouen ;
Ou sont ils, où, Vierge souveraine
Mais où sont les neiges d'antan ?
Prince, n'enquérez de semaine
Où elles sont, ni de cet an,
Que ce refrain ne vous ramène :
Mais où sont les neiges d'antan ?
Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008
ΟΙ ΦΤΟΝΕΡΕΣ ΑΣ ΒΡΑΣΟΥΝ ΓΛΩΣΣΕΣ!

FRANÇOIS VILLON
XI. ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΦΤΟΝΕΡΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ
Σ’ αρσενικό, σε νίτρο, στη φωτιά
Τ’ ασβέστη, σε μολύβι αναβρασμένο
–Για να ξεμαγαρίσουν πιο καλά–,
Σε πισσάλειμμα καλοδιαλυμένο,
Σε ζουμί απ’ Οβριάς κάτουρα φτιασμένο
Και σκατά. Σ’ αποπλύματα λεπρών,
Σε λίγδες ποδαριών και παπουτσιών,
Σ’ αψιά φαρμάκια ή μέσα σε καμπόσες
Χολές φιδιώνε, λύκων, τσακαλιών,
Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!
Σε μαύρου γερογάτου τα μυαλά
Φαφούτη, με τομάρι ψωριασμένο,
Σε γέρου μούργου –π’ όμοια έχει καλά–
Λυσσάρικου, το σάλιο το πηγμένο,
Σ’ αφρούς από μουλάρι αρρωστημένο
Που τα’ όργωσαν οι κόψες ψαλιδιών,
Σε νερά που πνιγμένων ποντικών
Πλένε κουφάρια, βάτραχοι και τόσες
Φίνες ράτσες ζουδιών σιχαμερών,
Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!
Σε σουμπλιμέ που καίει τα σωθικά,
Και σ’ αφαλό από φίδι μανιασμένο·
Σ’ αίμα που το ξεραίνουνε σ’ αγγειά
Οι κουρέηδες –σα βγαίνει γιομισμένο
Το φεγγάρι– μαυροπρασινισμένο·
Σε φάουσας έμπυα, σε νερά σγουρνών
Που πλένουν κωλοπάνια· σε πορνών
Κλύσματ, –δε με νιώθουν όσοι κι όσες
Δεν τρέχουν στα μπορντέλα όπως εγώ–
Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!
Για το σούρωμα αυτών των λιχουδιών
Πάρ’ τον πάτο των χεσμένωνε βρακιών,
Πρίγκηπά μου. Πρώτα όμως σε καμπόσες
Τσίρλες μικρούλικώνε γουρουνιών
Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!
Μετάφραση: Σπύρος Σκιαδαρέσης.
Από το βιβλίο: François Villon, «Οι μπαλάντες κι άλλα ποιήματα», Εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1979 [B΄ έκδοση (A΄ έκδοση, Institut Français d’Athènes, Αθήνα 1947)], σελ. 85-87.
Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2007
Ο ΜΠΟΥΛΑΤ ΟΚΟΥΤΖΑΒΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΙΓΙΟΝ
Булат Окуджава
МОЛИТВА
Пока Земля еще вертится,
пока еще ярок свет,
Господи, дай же ты каждому,
чего у него нет:
мудрому дай голову,
трусливому дай коня,
дай счастливому денег...
И не забудь про меня.
Пока Земля еще вертится —
Господи, твоя власть! —
дай рвущемуся к власти
навластвоваться всласть,
дай передышку щедрому,
хоть до исхода дня.
Каину дай раскаяние...
И не забудь про меня.
Я знаю: ты все умеешь,
я верую в мудрость твою,
как верит солдат убитый,
что он проживает в раю,
как верит каждое ухо
тихим речам твоим,
как веруем и мы сами,
не ведая, что творим!
Господи мой Боже,
зеленоглазый мой!
Пока Земля еще вертится,
и это ей странно самой,
пока ей еще хватает
времени и огня,
дай же ты всем понемногу...
И не забудь про меня.
Τραγούδι του 1963 πάνω σε ένα ποίημα του Φρανσουά Βιγιόν.





















