Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΣΧΟΣ (ΚΛΕΩΝ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΣΧΟΣ (ΚΛΕΩΝ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Η ΑΛΛΟΤΙΝΗ ΖΩΗ




CHARLES BAUDELAIRE


Η ΑΛΛΟΤΙΝΗ ΖΩΗ

Κάτω από ευρύχωρους, καιρό εκατοίκησα , πυλώνες,
Που οι ήλιοι τούς χρωμάτιζαν με χίλιες δυό βαφές,
Και που με τις μεγάλες τους ίσιες, αδρές κολόνες,
Από γρανίτη έμοιαζαν, όταν βράδιαζε, σπηλιές.

Οι ανεμοζάλες, τ’ ουρανού κυλώντας τις εικόνες,
Εσμίγαν μ’ έναν τρόπο επίσημο και μυστικό
Τις συγχορδίες τους τις πλούσιες και τις μεγαλοφώνες
Με του ηλιοβασιλέματος το φέγγος το λαμπρό.

Μέσα στις ήρεμες χαρές καιρό έζησα εκεί πέρα,
Μέσα στο κύμα, μες στο φώς, μες στο λαμπρόν αιθέρα,
Μέσα σε σκλάβους, με γυμνά ολοεύωδα κορμιά,

Που με δροσάτ’ ανέμιζαν κλαδιά το μέτωπό μου,
Και που να προσπαθούν να βρουν, μονάχη έγνοια είχαν,
Τ’ οδυνηρό, που μ’ έκαμνε να λυώνω, μυστικό μου.



Μετάφραση: Κλέων Παράσχος.
Από το βιβλίο: Charles Baudelaire, «Εικοσιοκτώ ποιήματα», επιλογή – μετάφραση Κλέων Παράσχος , Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 47.


*******


LA VIE ANTÉRIEURE

J'ai longtemps habitι sous de vastes portiques
Que les soleils marins teignaient de mille feux,
Et que leurs grands piliers, droits et majestueux,
Rendaient pareils, le soir, aux grottes basaltiques.

Les houles, en roulant les images des cieux,
Mκlaient d'une faηon solennelle et mystique
Les tout-puissants accords de leur riche musique
Aux couleurs du couchant reflιtι par mes yeux.

C'est lΰ que j'ai vιcu dans les voluptιs calmes,
Au milieu de l'azur, des vagues, des splendeurs
Et des esclaves nus, tout imprιgnιs d'odeurs,

Qui me rafraξchissaient le front avec des palmes,
Et dont l'unique soin ιtait d'approfondir
Le secret douloureux qui me faisait languir.


Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ




CHARLES BAUDELAIRE


ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ

Ένας λαμπρός είσαι ουρανός του φθινοπώρου, εσύ!
μα εμένα η θλίψη μέσα μου σαν θάλασσ’ ανεβαίνει,
κι όταν πισωδρομάει, στα ωχρά τα χείλη μου απομένει
απ’ την πικρή τη λάσπη της μιά γεύση καυτερή.

– Μάταια το χέρι σου στα λιγωμένα μου γλιστρά
τα στήθη· ό,τι ζητάς εκεί να βρεις, τό ’χει ρημάξει
τό ’χει γυναίκα με τα δόντια τ’ άγρια της σπαράξει.
Πια την καρδιά μου μη ζητάς· τη φάγαν τα θεριά.

Είναι η καρδιά μου ένα παλάτι οπού το διαγουμίζει
όχλος· μεθούν, σκοτώνονται, τραβιούνται απ’ τα μαλλιά!
– Στον ξέσκεπό σου το λαιμό ένα μύρο φτερουγίζει!...

Σκληρέ δυνάστη των ψυχών, προστάζει, ω Ομορφιά!
με τη φωτιά απ’ τα μάτια σου σαν κύμα που χιμίζει,
απόκαψε τα ράκη αυτά που αφήκαν τα θεριά!



Μετάφραση: Κλέων Παράσχος.
Από το βιβλίο: Charles Baudelaire, «Εικοσιοκτώ ποιήματα», επιλογή – μετάφραση Κλέων Παράσχος, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 87.


****************

CAUSERIE

Vous êtes un beau ciel d'automne, clair et rose!
Mais la tristesse en moi monte comme la mer,
Et laisse, en refluant, sur ma lèvre morose
Le souvenir cuisant de son limon amer.

— Ta main se glisse en vain sur mon sein qui se pâme;
Ce qu'elle cherche, amie, est un lieu saccagé
Par la griffe et la dent féroce de la femme.
Ne cherchez plus mon coeur; les bêtes l'ont mangé.

Mon coeur est un palais flétri par la cohue;
On s'y soûle, on s'y tue, on s'y prend aux cheveux!
— Un parfum nage autour de votre gorge nue!...

Ô Beauté, dur fléau des âmes, tu le veux!
Avec tes yeux de feu, brillants comme des fêtes,
Calcine ces lambeaux qu'ont épargnés les bêtes!



Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

ΣΟΝΕΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ




CHARLES BAUDELAIRE


ΣΟΝΕΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ

Μου λεν τα μάτια σου, τα σαν το κρύσταλλο καθάρια:
«τάχα για τί, ω αλλόκοτε ερωμένε, μ’ αγαπάς;»
– Να ’σαι όμορφη και σώπαινε! Η καρδιά μου που μονάχα
του αρχαίου του ζώου η αγνότητα δεν την οργίζει πια,

το σκοτεινό της μυστικό δεν θέλει να σ’ το πει,
λικνίστρα που το χέρι σου σ’ ύπνους βαθιούς με κράζει,
ουδέ το μύθος της που με τη φλόγα έχει γραφτεί.
Εχτρεύομαι το πάθος και το πνεύμα μ’ αηδιάζει!

Γλυκά ας αγαπηθούμε. Ιδέ μες στη σκοπιά του,
κρυμμένος ο Έρωτας, το φονικό του, ο δολερός,
τόξο τεντώνει. Πάντοτε είναι ίδια τ’ άρματά του:

κρίμα και φρίκη και χαμός! – Ω ωχρή μου μαργαρίτα!
Δεν είσαι σαν κι εμέ ένας ήλιος φθινοπωρινός,
Ω τόσο λευκή μου, ω τόσο ψυχρή μου Μαργαρίτα;



Μετάφραση: Κλέων Παράσχος.
Από το βιβλίο: Charles Baudelaire, «Εικοσιοκτώ ποιήματα», επιλογή – μετάφραση Κλέων Παράσχος, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 93.


****************


SONNET D’AUTOMNE

Ils me disent, tes yeux, clairs comme le cristal :
«Pour toi, bizarre amant, quel est donc mon mérite ? »
– Sois charmante et tais-toi ! Mon coeur, que tout irrite,
Excepté la candeur de l'antique animal,

Ne veut pas te montrer son secret infernal,
Berceuse dont la main aux longs sommeils m'invite,
Ni sa noire légende avec la flamme écrite.
Je hais la passion et l'esprit me fait mal !

Aimons-nous doucement. L'Amour dans sa guérite,
Ténébreux, embusqué, bande son arc fatal.
Je connais les engins de son vieil arsenal :

Crime, horreur et folie ! – Ô pâle marguerite !
Comme moi n'es-tu pas un soleil automnal,
Ô ma si blanche, ô ma si froide Marguerite ?




Κυριακή 27 Απριλίου 2014

ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΑΒΑΤΙΣΣΑ




CHARLES BAUDELAIRE


ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΑΒΑΤΙΣΣΑ

Ούρλιαζε η στράτα, μυριοθορυβούσε ολόγυρά μου.
Ψηλή, λιγνή, στα μαύρα βουτηγμένη, αρχοντική
Θλίψη, σηκώνοντας οκνά τη φούστα, από κοντά μου
Πέρασε μια γυναίκα με περπατησιά απαλή

Ευγενικιά και λυγερή, μ’ αγαλματένια κάλλη.
Κι έπιν’ αχόρταγος εγώ, παράξενος εκεί,
Στο βλέμμα της, θολό ουρανό, που βράζ’ η ανεμοζάλη,
Τη γλύκα τη μαργωτική, τη φόνισσα ηδονή.

Μια αστραπή... κι η νύχτα ευθύς! – Ω! να ξανανιώσω
Μ’ έκανες έξαφνα, ωραία μου γοργοπεραστική,
Στην αιωνιότητα πια μόνο θα σ’ ανταμώσω;

Αλλού, πολύ μακριά από δω! κι ίσως ποτέ! Ποιός ξέρει
Πού σε πηγαίνει εσέ, πού εμένα ο δρόμος θα με φέρει,
Ω εσύ που θα σ’ αγάπαγα, ω που τό ’ξερες εσύ!



Μετάφραση: Κλέων Παράσχος.
Από το βιβλίο: Charles Baudelaire, «Εικοσιοκτώ ποιήματα», επιλογή – μετάφραση Κλέων Παράσχος, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 98-99.


*****************


A UNE PASSANTE

La rue assourdissante autour de moi hurlait.
Longue, mince, en grand deuil, douleur majestueuse,
Une femme passa, d'une main fastueuse
Soulevant, balançant le feston et l'ourlet ;

Agile et noble, avec sa jambe de statue.
Moi, je buvais, crispé comme un extravagant,
Dans son oeil, ciel livide où germe l'ouragan,
La douceur qui fascine et le plaisir qui tue.

Un éclair... puis la nuit ! - Fugitive beauté
Dont le regard m'a fait soudainement renaître,
Ne te verrai-je plus que dans l'éternité ?

Ailleurs, bien loin d'ici ! trop tard ! jamais peut-être !
Car j'ignore où tu fuis, tu ne sais où je vais,
Ô toi que j'eusse aimée, ô toi qui le savais !


Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

ΕΥΓΕΝΙΚΙΑ ΚΑΙ ΛΥΓΕΡΗ




CHARLES BAUDELAIRE (1821-1867)


ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΑΒΑΤΙΣΣΑ


Ούρλιαζε η στράτα, μυριοθορυβούσε ολόγυρά μου.
Ψηλή, λιγνή, στα μαύρα βουτηγμένη, αρχοντική
Θλίψη, σηκώνοντας οκνά τη φούστα, από κοντά μου
Πέρασε μιά γυναίκα με περπατησιά απαλή·

Ευγενικιά και λυγερή, μ’ αγαλματένια κάλλη.
Κι έπιν’ αχόρταγος εγώ, παράξενος εκεί,
Στο βλέμμα της, θολό ουρανό, που βράζ’ η ανεμοζάλη,
Τη γλύκα τη μαργωτική, τη φόνισσα ηδονή.

Μιά αστραπή... κι η νύχτα ευθύς! – Ω! Να ξανανιώσω
Μ’ έκανες έξαφνα, ωραία γοργοπεραστική,
Στην αιωνιότητα πια μόνο θα σ’ ανταμώσω;

Αλλού, πολύ μακριά από ’δώ! Κι ίσως ποτέ! Ποιός ξέρει
Πού σε πηγαίνει εσέ, πού εμένα ο δρόμος θα με φέρει,
Ω εσύ που θα σ’ αγάπαγα, ω που τό ’ξερες εσύ!




Μετάφραση: Κλέων Παράσχος.
Από το βιβλίο: Charles Baudelaire, «Εικοσιοκτώ ποιήματα», επιλογή – μετάφραση Κλέων Παράσχος, Εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1981, σελ. 99.



*****************************


A UNE PASSANTE


La rue assourdissante autour de moi hurlait.
Longue, mince, en grand deuil, douleur majestueuse,
Une femme passa, d'une main fastueuse
Soulevant, balançant le feston et l'ourlet ;

Agile et noble, avec sa jambe de statue.
Moi, je buvais, crispé comme un extravagant,
Dans son oeil, ciel livide où germe l'ouragan,
La douceur qui fascine et le plaisir qui tue.

Un éclair... puis la nuit ! - Fugitive beauté
Dont le regard m'a fait soudainement renaître,
Ne te verrai-je plus que dans l'éternité ?

Ailleurs, bien loin d'ici ! trop tard ! jamais peut-être !
Car j'ignore où tu fuis, tu ne sais où je vais,
Ô toi que j'eusse aimée, ô toi qui le savais !

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

ΟΙ ΒΑΡΚΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΑΝ


ΚΛΕΩΝ ΠΑΡΑΣΧΟΣ


ΒΑΡΚΕΣ ΕΠΕΡΑΣΑΝ...


Βάρκες επέρασαν εμπρός από το σπίτι εχτές,
βάρκες επέρασαν αργά μες στης νυχτός τα σκότη.

Ο αέρας έφερνε τους ήχους ενός τραγουδιού,
ήχους νοσταλγικούς, κομμένους, μισοτελειωμένους.

Αργά ο αέρας έφερνε τους ήχους τους γλυκούς
κι όλο μαζί το μύρο του νυχτερινού πελάγου...

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008

ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ


ΚΛΕΩΝ ΠΑΡΑΣΧΟΣ (1894-1964)


ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ


Δε θέλω τίποτε άλλο απόψε, τίποτε άλλο.
Μόνον αυτό το αργό το βράδιασμα κάτω απ' τα δέντρα,
το ήρεμο μόνο αυτό, τόσον μακάριο σάλεμά των,
μόνο το πέρασμ' αλαφρό πάνω στην όψη μου του αέρα.

Να σκοτεινιάζει αργά, μακριά απ' το δρόμο,
φωνές χαρούμενες των κοριστιών να φτάνουν,
κι όλα έτσι ν' αλαργεύουν και να γίνουνται όλα
θαμπό τραγούδι μες στους βραδινούς ίσκιους που σβήνει.

Δε θέλω τίποτε άλλο απόψε, τίποτε άλλο.
Μόνο ν' ακούω θέλω το θρόισμα που σέρνεις,
την πνοή σου μέσ' από τα δέντρα, καλοκαίρι,
που αύριο θα φύγεις, που έχεις κιόλα φύγει.


Το ποίημα μάς το έστειλε η κ. Λεονόρ Βαρέλα.