Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΟΝΕΤΤΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΟΝΕΤΤΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ΑΓΩΝΙΑ

 


ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΑΤΟΣ

 

ΑΓΩΝΙΑ

 

Φοβόταν τη ζαριά να παίξει

κόκκινο μαύρο στο μπετόν

κι αρνιότανε να ταξιδέψει

με το λευκό των σκελετών

 

Τραβούσε μέσ’  από τη θήκη

τραγούδια των παλιών ετών

και ήξερε σε ποιόν ανήκει

η μοίρα των χαρταετών

 

Σαν κόπηκε το κορδονέτο

και τη ζωή του αμόλησε

ο μπόμπιρας με το κασκέτο

το αίνιγμα τού τό ’λυσε

 

Σαν καύτρα από τσιγάρο σκέτο

στα χείλη του το κόλλησε

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

ΤΟ ΙΣΠΑΧΑΝ — IN NUCE



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

ΤΟ ΙΣΠΑΧΑΝ — IN NUCE

 

... vers l’azur noire

où tremble la mer de topazes

Arthur Rimbaud

 

Ἐντὸς τῆς κάμαρας νωθρὰ σαλεύει

τὸ κύμα τὸ γαλάζιο πού ᾽χει φτάσει

τοπάζια μελανὰ νὰ κατεβάσει

στὸ ἡμίφως, σ᾽ ἕνα δάσος ἀπὸ σκεύη

 

πού ᾽χαν ταιριάσει ἀπάντεχα μὲ τὰ ὅσα

ἐπινοοῦν τὰ βλέμματα στὰ βάθη

τῶν ὁραμάτων. Ἂν ἐκεῖ τὸ ἀγκάθι

τοῦ ρόδου, ὡς ἀντανάκλαση βοώσα

 

τοῦ ἀρχετύπου τῶν κήπων τῆς γαλήνης

καὶ τῆς τρυφῆς, τρυπήσει τῶν ὀνείρων

τὰ δάχτυλα, τὰ κύματα τῶν μύρων

θὰ σπᾶνε ὡς φλοῖσβος στὶς ἀκτὲς τῆς κλίνης

 

καὶ ἡ στέγη, ὡσὰν τὸν ἀστερόεντα αἰθέρα,

στὴ νύχτα μέσα θ᾽ ἀπαστράφτει ὡς μέρα.


Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΚΕΝΤΡΩΤΙΚΟΝ

 


ΝΙΚΟΣ ΚΑΣΣΙΟΣ

 

ΚΕΝΤΡΩΤΙΚΟΝ

 

Τὰ σύμφωνα ἀφουγκράζεται μὲ λύσσα

νηφάλιου ἑνὸς ὠτακουστῆ, ποὺ ξέρει

πώς, πρὶν στηθεῖ στὸ θήραμα καρτέρι,

ζυγίζονται τὰ βέλη, νά ’ναι ἴσα

 

μὲ τοὺς κρυφοὺς ἀνασασμοὺς τοῦ στόχου.

Τ ό τ ε τοξεύει. Ἀλλὰ ἡ βολὴ ὅπου πάει

χοροὺς χαρᾶς ἀντὶ γιὰ χάρου χάη

ἀνοίγει: Στὴν ἀρχὴ μ’ ἐντολοδόχου

 

μιὰ ὑπακοή (ἄκου) ἀκκίζεται τὸ «θύμα»

–κ’ εἶν’ οἱ ἀκκισμοὶ χαριτωμένοι αἶνοι–,

ὥσπου φυσάει κάνα φωνῆεν πρίμα,

 

κι ἀσύλληπτη ὅλο ἡ συλλαβή (ἄκου) δένει

μὲ ν(ο)ήματα τ’ ἄρρητο μὲ τὸ ρῆμα.

Ἔ, τ ό τ ε εἶν’ ἡ βολὴ πετυχημένη.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

ΣΟΥΣΑΝΑ ΣΟΚΑ

 




JORGE LUIS BORGES

 

ΣΟΥΣΑΝΑ ΣΟΚΑ

 

Μὲ ἀγάπη ἀργή, ἤρεμη κοιτοῦσε τοὺς διαφόρους

χρωματισμοὺς τοῦ δειλινοῦ. Τῆς ἄρεσε, ὅταν

στῆς μελωδίας τοὺς σχηματισμοὺς χανόταν

ἢ μὲς στῶν στίχων τὴ ζωὴ μὲ ἀλλοκότους ὅρους.

Τὸ κόκκινο ὄχι τὸ βαθύ, μὰ οἱ γκρίζες στρώσεις

τῆς πλέκαν τὴ λεπταίσθητή της εἱμαρμένη

ποὺ νὰ διακρίνει καθαρὰ ἦταν ἀσκημένη

τί ζεῖ στῶν ἀμφιβολιῶν τὶς ἀποχρώσεις.

Δὲν πάτησε, δὲν μπῆκε, καὶ ἀγνοεῖ ποῦ πέφτει

τὸ χάος τοῦ λαβύρινθου· κρυφοκοιτοῦσε

τὰ σχήματα ἢ τὸν σάλο ἀπ᾽ ἔξω καὶ ὅλο ζοῦσε

σὰν μι᾽ ἄλλη νά ᾽ταν κείνη μέσα σὲ καθρέφτη.

Θεοὶ ἀλειτούργητοι ἀπέστρεψαν τὸ ὄμμα:

στὶς τίγρεις τὴν ἀφῆσαν, στοῦ Πυρὸς τὸ στόμα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

 


Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ

 


JORGE LUIS BORGES

 

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ

 

Τὴ νύχτα, ποὺ εἶναι εὐνοϊκὴ πολὺ γιὰ τοὺς λεμούριους

καὶ τὶς προνύμφες ποὺ τοὺς πεθαμένους βασανίζουν,

ματαίως οἱ οἰωνοὶ βγαίνουν καὶ τετραγωνίζουν

βασίλεια τῶν ἄστρων ἀνοιχτὰ καὶ ἀνέμους οὔριους.

Ὁ ταῦρος σφάχτηκε στῆς χαραυγῆς τὸ μετερίζι·

στὰ σωθικά του μάταια ψάχνει ὁ ἱερέας γιὰ νὰ μάθει

τὸ μέλλον· μάταια ὁ ἥλιος σήμερα μὲ φῶς ραντίζει

τὸν ἔνοπλο πραιτωριανὸ καὶ τὴν πιστή του σπάθη.

Στ’ ἀνάκτορά σου τὸ κορμί σου τρέμει· περιμένει

νὰ φτάσει τὸ μαχαίρι. Καὶ στὴν αὐτοκρατορία

ποὺ κυβερνοῦν οἱ σάλπιγγές σου γράφεται ἱστορία

προοιωνιζόμενη ἱκεσίες καὶ πυρὲς ἐν γένει.

Ἀπ’ τὰ βουνά σου ὁ ἱερὸς τρόμος ἔχει πιὰ φουντώσει·

τὸν τίγρη τὸν χρυσὸ καὶ σκοτεινὸ ἔχει βεβηλώσει.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


ΙΛΑΡΙΩΝ ΑΣΚΑΣΟΥΒΙ (1807-1875)

 




JORGE LUIS BORGES

 

ΙΛΑΡΙΩΝ ΑΣΚΑΣΟΥΒΙ (1807-1875)

 

Ὑπῆρχε κάποτε εὐτυχία. Ὁ ἄνθρωπος δεχόταν

τὸν ἔρωτα μὰ καὶ τὸν πόλεμο κανονικῶς,

μὲ πλησμονὴ χαρᾶς. Ὁ μέγας αἰσθηματικὸς

τῶν καθαρμάτων ὄχλος δὲν σφετεριζόταν

τοῦ λαοῦ μας τὸ ὄνομα. Ἐκεῖνο τὸ σημαδιακὸ

πρωινὸ ἐζοῦσε ὁ Ἀσκασούβι καὶ μαχόταν ὄντας

ἀνάμεσα στοὺς γκάουτσος, ποὺ τραγουδώντας

πολέμαγαν γιὰ κάποιον πατριωτικὸ σκοπό.

Ἦταν πολλοὶ ἄντρες. Ἦταν ὁ ἐκλεκτὸς τῆς μοίρας

ὡς ἀοιδός, καὶ στοῦ χρόνου τὴ ροὴ ὡς Πρωτέας.

Πιστὸς στρατιώτης στὸ Μοντεβιδέο ἕως κεραίας

ἐφάνη, καὶ στὴν Καλιφόρνια ὡς χρυσοθήρας

ὑπῆρξε. Τότε τοῦ ’δινε ἡδονὴ ἡ σπάθη.

Τώρα εἴμαστε στοῦ σκοταδιοῦ τὸ κατακάθι.

 

1975

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

ΣΤΟΝ ΚΑΡΟΛΟ ΙΒ΄

 



JORGE LUIS BORGES

 

ΣΤΟΝ ΚΑΡΟΛΟ ΙΒ΄

 

Ὦ Βίκινγκ τῶν στεπῶν, Κάρολε γιώτα βήτα

τῆς Σουηδίας, ποὺ διέσχισες τὸ μονοπάτι

ἀπ’ τὸν Βορρᾶ ὣς τὸν Νότο τοῦ θεϊκοῦ προστάτη

Ὀντίν, προγόνου σου, ἡ χαρὰ ἡ δική σου ἤτα-

νε τὰ ἔργα, οἱ κόποι ποὺ ὑποκινοῦν τὴ μνήμη

τοῦ ἀνθρώπου στὸ τραγούδι, στὴ θνητὴ τὴ μάχη,

στὴ φρίκη τῶν θραυσμάτων, στὸ σκληρὸ νταμάχι,

στὸ ἀκράδαντο σπαθὶ καὶ στοῦ αἵματος τὴ φήμη.

Ἐγνώριζες πὼς νικητὴς ἢ νικημένος

εἶναι ὄψεις τῆς ἀδιάφοιρής μας τύχης ἕως

ἐκεῖ, ὅπου μένει μία ἀρετή: νά ’σαι γενναῖος·

κάτω ἀπ’ τὸ μάρμαρο ἐσαεὶ εἶσαι ξεχασμένος.

Πιὸ μόνος κι ἀπ’ τὴν ἔρημο καὶς ὅλως παγερός·

εἶν’ ἄφταστη ἡ ψυχή σου· ἐντούτοις εἶσαι πιὰ νεκρός.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.



Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΛΑΦΙΝΟΥΡ

 


JORGE LUIS BORGES

 

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΛΑΦΙΝΟΥΡ (1797-1824)

 

Τοῦ Λόκιου τόμος, ὅλες οἱ βιβλιοθῆκες,

τὸ φῶς στῆς γλιστερῆς τῆς μεσαυλῆς τὸν τοῖχο,

τὸ χέρι ποὺ ἀργοσέρνει στὸ χαρτὶ τὸν στίχο:

Τὸ κρίνο τὸ χλομὸ στὶς δάφνες, στὶς ἐρεῖκες.

Τὸ σούρουπο, ὅταν ὀνειρεύομαι μεγάλη

τυχαία λιτανεία τῶν ἴσκιων μου, γυμνὰ τὰ

σπαθιὰ θωρῶ, καὶ διαλυμένα τὰ φουσάτα·

μαζί σου, Λαφινούρ, ἡ εἰκόνα γίνεται ἄλλη.

Σὲ βλέπω ἐδῶ νὰ συζητᾶς στὰ χάη τοῦ κενοῦ

μὲ τὸν πατέρα μου γιὰ τὴ φιλοσοφία,

κι ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἐσφαλμένη θεωρία

νὰ ἐπινοεῖτε γιὰ τὶς αἰώνιες μορφὲς τοῦ νοῦ.

Σὲ βλέπω νὰ διορθώνεις σχέδια σὲ ὅ,τι πέφτει

στὴν πίσω τὴν πλευρὰ τοῦ ἀβέβαιου καθρέφτη.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.



ΡΑΦΑΕΛ ΚΑΝΣΙΝΟΣ-ΑΣΕΝΣ

 


JORGE LUIS BORGES

 

ΡΑΦΑΕΛ ΚΑΝΣΙΝΟΣ-ΑΣΕΝΣ


Η εἰκόνα ἐκείνου τοῦ λαοῦ, τοῦ λιθοβολημένου,

κατάρατου καὶ ἀθάνατου, μονίμως σὲ ἀγωνία,

τὸν τράβαγε γερὰ σὲ κάθε μαύρη του ἀγρυπνία

μὲ κάποιο εἶδος τρόμου οἱονεὶ καθοσιωμένου.

Σὰν κεῖνον ποὺ κρασὶ πίνει βαθύ, εἶδε σὰν ποτό του

τοῦ Ψαλμωδοῦ τὸ ποίημα καὶ τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων. Τότε,

αἰσθάνθηκε ὅτι τοῦ οἴνου ἡ γλύκα εἶναι δική του, ὁπότε

κι ἐκεῖνο τὸ βαρὺ τὸ πεπρωμένο εἶναι δικό του.

Τὸν κάλεσε ὁ Ἰσραήλ. Ἐνορατικά, ὄντας ἀπὸ κάτω,

τὸν ἄκουσε ὁ Κανσίνος, ὅπως ἄκουσε ὁ προφήτης

στὴ μυστικὴ κορφὴ φωνή, ποὺ ἡ μυστικὴ κορφή της

ἦταν ὁ Κύριος μέσ’ ἀπὸ τὴν καιομένη βάτο.

Ἡ μνήμη του εἴθε νὰ μὲ συνοδεύει ἐσαεί — μακάρι·

τὰ ὑπόλοιπα ὅλα ἡ δόξα θὰν τὰ πεῖ κομψά, μὲ χάρη.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.



Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΑΦΕΛΗΣ

 


JORGE LUIS BORGES

 

Ο ΑΦΕΛΗΣ

 

Τὸ ροδοχάραμα (μᾶς λένε) θαύματα ἐξυφαίνει

ποὺ καὶ τὴν τύχη νὰ διαστρέψουν ἔχουνε τὴ χάρη·

ὑπάρχουν ἴχνη ἀνθρώπου ἐντυπωμένα στὸ φεγγάρι,

κι ἐρήμους ἡ ἀυπνία χρόνια καὶ ἀποστάσεις κατασταίνει.

Δημόσιοι ἐφιάλτες στήνουνε στοὺς οὐρανοὺς καρτέρι —

τὴ μέρα σκοτεινιάζουν. Ὅλα ἐδῶ στὴ γῆ εἶν’ καὶ κάτι

ἀλλιώτικο ἢ ἀντίθετο ἢ καὶ τίποτα — μιὰ ὀφθαλμαπάτη.

Μὲ ἀναστατώνουν μόνο ἁπλὲς ἐκπλήξεις σὰν μαχαίρι.

Μὲ ἐκπλήσσει πῶς μπορεῖ κάποιο κλειδὶ ν’ ἀνοίγει θύρες·

μὲ ἐκπλήσσει ποὺ τὸ χέρι μου εἶναι διακριτὸ καὶ πλῆρες·

μὲ ἐκπλήσσει ποὺ τὸ βέλος τοῦ Ἐλεάτη (ἔχω ἐγὼ διαβάσει)

ποτέ του δὲν θ’ ἀξιωθεῖ στὸν στόχο του νὰ φτάσει·

μὲ ἐκπλήσσει ποὺ ὄμορφη μπορεῖ νὰ εἶναι μι’ ἀπαίσια σπάθη

καὶ ποὺ τὸ ρόδο ρόδου ἀρώματα ἔχει καὶ ὡς ἀγκάθι.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ

 


JORGE LUIS BORGES

 

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ

 

Στα βάθη του ύπνου τρέχουν τα ὄνειρα, κι ἐκεῖ φλοισβίζουν.

Τίς νύχτες θέλω νὰ χαθῶ στὰ σκοτεινὰ νερὰ

ποὺ ἀπὸ τὴ μέρα μὲ ξεπλένουν. Ὄντας καθαρὰ

νερὰ τὸ Τίποτα τὸ πρὶν τὸ τέλος μᾶς χαρίζουν,

μὰ κάτω τους τὸ αἰσχρὸ τὸ θαῦμα πάλλεται  — στὰ ἐρέβη.

Καθρέφτης ἴσως νά ’ναι μὲ τὴν ὄψη διακριτή,

ἡ φυλακὴ ἴσως νά ’ν’ ποὺ ἀπὸ λαβύρινθο ἔχει βγεῖ

καὶ κῆπος ἴσως νά ’ναι. Τοῦ ἐφιάλτη εἶναι σκεύη.

Ἡ φρίκη του δὲν εἶναι αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀνωνυμία βαθιὰ

ἀπ’ τοῦ ὁμιχλώδους χθὲς τὸ μύθευμα μὲ προλαβαίνει·

στὸν ἀμφιβληστροειδὴ ἡ ἀπαίσια εἰκόνα παραμένει,

τὴν ἀγρυπνία μολύνει, ὅπως ἐμόλυνε καὶ τὴ σκιά.

Γιατί ἀπὸ μέσα μου ἄσχετο ἕνα ρόδο ξεφυτρώνει,

τὸ σῶμα μου ὅταν ξαλαφρώνει καὶ ἡ ψυχὴ εἶναι μόνη;

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΚΟΝΚΙΣΤΑΔΟΡΟΣ

 


JORGE LUIS BORGES

 

Ο ΚΟΝΚΙΣΤΑΔΟΡΟΣ

 

Καβρέρα, ἀλλὰ καὶ Καρβαχὰλ εἶναι τὰ ὀνόματά μου.

Τὰ πάντα ἔχω καταπιεῖ — ἴσαμε τὸ κατακάθι.

Πολλὲς φορὲς σκοτώθηκα-ἔζησα, καὶ πιὰ ἔχω μάθει.

Ἐγὼ εἶναι ὁ Ἀρχέτυπος. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι, σιμά μου.

 

Στρατιώτης ἤμουν τοῦ Σταυροῦ πιστός· τὴν Ἰσπανία

ὡς πλάνης ὑπηρέτησα. Στὶς ἄγονες ἐκτάσεις

μιᾶς ἄπιστης ἠπείρου ἄναψα τοῦ πολέμου δράσεις.

Σημαιοφόρος ἤμουν στὴ σκληρὴ τὴ Βραζιλία.

 

Χριστὸς ἢ Βασιλιὰς ἢ κόκκινος χρυσός — κανεὶς

δὲν ἦταν κίνητρο τῆς τόλμης μου τῆς φοβερῆς

ποὺ ἐτρόμαζε τὰ παγανιστικὰ ἔθνη. Καὶ βεβαίως

 

ἡ σπάθη μου ἡ καλή, ἡ ὄμορφη, στὴ θυελλώδη μάχη

ὑπῆρξε ὁ λόγος ποὺ ἡ ἀφοσίωσή μου ἔπρεπε νά ’χει.

Τὰ ὑπόλοιπα εἶναι ἄνευ σημασίας. Ἤμουν γενναῖος.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΒΙΣΟΝΑΣ

 


JORGE LUIS BORGES

 

Ο ΒΙΣΟΝΑΣ

 

Ἀνεξιχνίαστος, συντετριμμένος, ὀρεινός,

καὶ κόκκινος σὰν κάρβουνο ποὺ ἐσβήστη καὶ πεθαίνει·

πατᾶ γερὰ καὶ ἀργά· μὲς στὴν ἀοριστία μένει

τῆς μοναξιᾶς του, μὲς στὴν ἐρημιὰ ὁλομόναχος.

Ἔχει θωρακισμένο μέτωπο, καὶ τὸ σηκώνει

ψηλά. Εἶναι ὁ ἀρχαῖος ταῦρος τῆς ὀργῆς. Καὶ βλέπω ἐπίσης

σ’ αὐτὸν τοὺς ἄντρες τοὺς δεινοὺς καὶ κόκκινους τῆς Δύσης,

τῆς Ἀλταμίρας τὸν χαμένο λαὸ νὰ ὑποτυπώνει.

Καὶ σκέπτομαι ὅτι τὸν ἀνθρώπειο χρόνο δὲν τὸν ξέρει,

οὔτε καὶ τὸν φασματικὸ καθρέφτη του: τὴ μνήμη.

Δὲν τὸν ἀγγίζει ὁ χρόνος. Οὔτε ἡ ἱστορία μὲ τὴ φήμη.

Μεταβλητὰ καὶ μάταια ὅλα — ἀπρόσιτα εἶναι μέρη.

Εἶναι ἄχρονος, ἀμέτρητος, τοῦ μηδενὸς τὸ χνότο.

Στὸν τελευταῖο βίσονα μιλῶ, μὰ καὶ στὸν πρῶτο.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗΣ

 


JORGE LUIS BORGES

 

Ο ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗΣ

 

Ναί, θὰ μποροῦσα να ’μαι μάρτυρας. Ἀλλὰ ἤμουν δήμιος.

Ψυχὲς πολλὲς ἐξάγνισα μὲ πῦρ τοῦ καθαρμοῦ.

Γιὰ τὴ δική μου ἐγύρεψα ἱκεσίες τοῦ σωσμοῦ,

καὶ σάκο τρίχινο, καὶ δάκρυα, καὶ ζυγό: ἤμουν τίμιος.

Στὰ πάμπολλα ἄουτο ντὰ φὲ εἶδα τὴν περιουσία

τῆς γλώσσας μου, τὴν προσφορά της· καὶ τὶς εὐσεβεῖς

πυρές, καὶ τῆς σαρκὸς εἶδα τὸν πόνο· τὶς διαρκεῖς

κραυγές, τὴ δυσωδία, τὴν ἀτέρμονη ἀγωνία.

Ἔχω πεθάνει. Ὅσους στενάζουν τοὺς ἔχω ἀποθέσει

στὴ λήθη· καὶ γνωρίζω πὼς ἐτούτη ἡ ἄθλια τύψη

εἶν’ ἔγκλημα ποὺ σ’ ἕν’ ἄλλο ἔγκλημα τό ’χω προσθέσει,

μὰ καὶ τὰ δυὸ μὲ τὴν πνοή του ὁ ἄνεμος θὰν τὰ ἐξαλείψει

τοῦ χρόνου, πού ’ναι μεγαλύτερος καὶ ἀπὸ τὸ κρίμα

καὶ ἀπ’ τὴ μετάνοια. Τά ’πνιξα ὅλα στὸ δικό του κύμα.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Η ΛΕΥΚΗ ΕΛΑΦΙΝΑ


 

JORGE LUIS BORGES

 

Η ΛΕΥΚΗ ΕΛΑΦΙΝΑ

 

Ἀπὸ ποιάν ἄγρια μουσικὴ τῆς πράσινης Ἀγγλίας,

ἀπὸ ποιά περσικὴ γραφή, ἀπὸ ποιά κρυφὴ περιοχὴ

νυχτῶν καὶ ἡμερῶν τῆς χθεσινῆς μας παρουσίας

ἦρθε ἡ ἄσπρη ἐλαφίνα πού ’δα στ’ ὄνειρό μου τὴν αὐγή;

Δὲν κράτησε οὔτε μιὰ στιγμή. Νὰ τρέχει στὸ λιβάδι

τὴν εἶδα, καὶ νὰ σβήνει στὸ χρυσὸ τῆς δύσης χτύπημα —

λιανὸ ἕνα πλάσμα ποὺ ἐφτιάχτηκε ἀπὸ λίγη μνήμη, μὰ

καὶ λίγη λήθη, μ’ ἕνα μοναχὰ πλευρό: ἕνα χάδι.

Οἱ θεότητες ποὺ κυβερνοῦν τὸν κόσμο τὸν ἐδῶ στὴ γῆ,

νὰ σ’ ἔχω δὲν μ’ ἀφήνουν· μόνο νὰ σὲ όνειρεύομαι·

μπορεῖ, ὅμως, στοῦ ἀπωτάτου μέλλοντος μι’ ἀπότομη καμπὴ

νὰ  σὲ ξανάβρω, ἐλάφι μου, στὸν ὕπνο νὰ σὲ γεύομαι.

Κι ἐγὼ ὄνειρο εἶμαι φευγαλέο, ποὺ διαρκεῖ στὸν χρόνο ἁπλῶς

λιγάκι περισσότερο ἀπ’ τοῦ ὀνεἰρου τὸ ἄσπρο γεγονός.

 

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.


Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΝΕΡΟΥΔΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΤΩΝ

 



ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

 

Ο ΝΕΡΟΥΔΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΤΩΝ

 

Στὴ φύση καὶ στὴν πολιτεία σφιχτὰ ἁρμοσμένοι

οἱ στίχοι, καὶ στεγνοὶ καὶ μουλιασμένοι, σὲ ὅ,τι

καὶ φλόγα ἀκράτητη καὶ μέλι μὲς στὰ σκότη

τὸν ἔρωτα συνθέτει καὶ στὴ θλίψη μένει

 

χρυσάφι ἢ κατακάθι πίκρας νὰ σημαίνει —

αὐτὰ ὅλα τὸν ρυθμὸ ἔχοντας σηματοδότη

μιλοῦν ἐναρμονίως, μὲ χαρά, καθότι

τῆς ζωῆς τὸ πάνω-κάτω σὰν ἀνθὸ τὰ δένει.

 

Ὁ κῆπος ἔχει δάκρυα καὶ ἀσπασμούς, τὸ βλέμμα

τῶν οὐρανῶν, τῆς θάλασσας τὸ πνεῦμα, τὸ αἷμα

τὼν ὅρκων, τὰ κεράσια τῶν ἀνέμων. Τὸ ἄτι

 

στὸ ἀκορντεὸν γίνεται συχνὰ σκαρὶ ποὺ ἀρόδο

καλεῖ τοῦ ναύτη καὶ τῆς ναύτισσας τὸ ρόδο

νὰ ’ρθεῖ καὶ στῶν γιαλῶν νὰ βυθιστεῖ τὸ ἁλάτι.