JORGE LUIS
BORGES
Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ
Στα βάθη του ύπνου τρέχουν τα ὄνειρα, κι ἐκεῖ
φλοισβίζουν.
Τίς νύχτες θέλω νὰ χαθῶ στὰ σκοτεινὰ νερὰ
ποὺ ἀπὸ τὴ μέρα μὲ ξεπλένουν. Ὄντας καθαρὰ
νερὰ τὸ Τίποτα τὸ πρὶν τὸ τέλος μᾶς χαρίζουν,
μὰ κάτω τους τὸ αἰσχρὸ τὸ θαῦμα πάλλεται — στὰ ἐρέβη.
Καθρέφτης ἴσως νά ’ναι μὲ τὴν ὄψη διακριτή,
ἡ φυλακὴ ἴσως νά ’ν’ ποὺ ἀπὸ λαβύρινθο ἔχει βγεῖ
καὶ κῆπος ἴσως νά ’ναι. Τοῦ ἐφιάλτη εἶναι σκεύη.
Ἡ φρίκη του δὲν εἶναι αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀνωνυμία βαθιὰ
ἀπ’ τοῦ ὁμιχλώδους χθὲς τὸ μύθευμα μὲ προλαβαίνει·
στὸν ἀμφιβληστροειδὴ ἡ ἀπαίσια εἰκόνα παραμένει,
τὴν ἀγρυπνία μολύνει, ὅπως ἐμόλυνε καὶ τὴ σκιά.
Γιατί ἀπὸ μέσα μου ἄσχετο ἕνα ρόδο ξεφυτρώνει,
τὸ σῶμα μου ὅταν ξαλαφρώνει καὶ ἡ ψυχὴ εἶναι μόνη;
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου