PABLO NERUDA
ΤΟ ΕΠΟΣ
Κι αν η θάλασσα η βαθιά
τα βάσανά της έπνιγε,
τις ελπίδες η στέρεη γη ψηλά
τις σήκωνε
και στο γιαλό ερίχνανε άγκυρα·
ήταν μπράτσα γερά,
γροθιές μαχητικές·
ο Φιντέλ Κάστρο με
δεκαπέντε δικούς του
και με την ελευθερία δίπλα
του επάτησε την άμμο.
Κι αν το νησί ήταν
σκοτεινό κι έμοιαζε με πένθος,
εκείνοι ύψωσαν το φως σαν
νά ’τανε μπαντιέρα,
κι όπλο δεν είχαν άλλο εξόν
απ’ την αυγή
που όμως εκοιμότανε ακόμα
κάτω από το χώμα·
άρχισαν τότε με απόλυτη
σιωπή την πάλη
παίρνοντας το δρόμο που
οδηγεί στ’ αστέρια.
Κατάκοποι και φλογεροί
προχώραγαν στον πόλεμο
για την τιμή και για το
χρέος,
με τελευταίο τους όπλο το
αίμα τους.
Προχώραγαν γυμνοί όπως είχαν
γεννηθεί.
Έτσι γεννήθηκε η
ελευθερία της Κούβας:
από μια χούφτα άντρες στου
γιαλού την άκρη.
Έπειτα των γυμνών η
αξιοπρέπεια
τους έντυσε με τα ρούχα
των βουνών,
τους τάισε με το άγνωρο ψωμί,
τους όπλισε με μυστικό
μπαρούτι·
μαζί τους ξύπνησαν κι
εκείνοι που εκοιμούνταν,
πετάχτηκαν οι προσβολές και
βγήκαν από τους τάφους,
οι μάνες ξεπροβόδησαν τους
γιούς τους,
ο αγρότης έκανε τους κόπους
του γνωστούς,
και η αλέκιαστη στρατιά
των πάμπτωχων ανθρώπων
μεγάλωνε συνέχεια και
συνέχεια κι έγινε πανσέληνος·
στη μάχη δεν εχάθηκαν στρατιώτες·
στην καταιγίδα αυγάτιζαν οι
καλαμιώνες·
παράτησε ο εχθρός τον
οπλισμό του,
τον πέταξε στους δρόμους
και στις στράτες·
οι δήμιοι έτρεμαν και
πέφτανε
εξαρθρωμένοι όλοι από την
άνοιξη
με μια ριπή που κάρφωνε
στο τέλος
τον θάνατο παράσημο στα
πουκάμισά τους,
ενώ το κίνημα των ελευθέρων
σαν άνεμος περνούσε απ’ τα χωράφια
και τ’ αυλάκια του νησιού
συγκλόνιζε
πηδώντας σαν πλανήτης επάνω
από τη θάλασσα.
Μετάφραση: Γιώργος
Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου