ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ
Ο ΝΕΡΟΥΔΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΤΩΝ
Στὴ φύση καὶ στὴν
πολιτεία σφιχτὰ ἁρμοσμένοι
οἱ στίχοι, καὶ στεγνοὶ καὶ
μουλιασμένοι, σὲ ὅ,τι
καὶ φλόγα ἀκράτητη καὶ
μέλι μὲς στὰ σκότη
τὸν ἔρωτα συνθέτει καὶ στὴ
θλίψη μένει
χρυσάφι ἢ κατακάθι πίκρας
νὰ σημαίνει —
αὐτὰ ὅλα τὸν ρυθμὸ ἔχοντας
σηματοδότη
μιλοῦν ἐναρμονίως, μὲ
χαρά, καθότι
τῆς ζωῆς τὸ πάνω-κάτω σὰν
ἀνθὸ τὰ δένει.
Ὁ κῆπος ἔχει δάκρυα καὶ ἀσπασμούς,
τὸ βλέμμα
τῶν οὐρανῶν, τῆς θάλασσας
τὸ πνεῦμα, τὸ αἷμα
τὼν ὅρκων, τὰ κεράσια τῶν
ἀνέμων. Τὸ ἄτι
στὸ ἀκορντεὸν γίνεται
συχνὰ σκαρὶ ποὺ ἀρόδο
καλεῖ τοῦ ναύτη καὶ τῆς
ναύτισσας τὸ ρόδο
νὰ ’ρθεῖ καὶ στῶν γιαλῶν
νὰ βυθιστεῖ τὸ ἁλάτι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου