PIER
PAOLO PASOLINI
[Η ΑΣΤΥΝΟΜΙ ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΜΟΥ ΒΟΥΔΑ]
Ὁ Βούδας… ὁ ἐπιλεγόμενος Βούδας κοιμόταν κι ἐλόγου του ἥσυχα-ἥσυχα.
Εἶχε πέσει καὶ κοιμόταν μὲ τὰ ροῦχα, γιατί ’ταν κουρασμένος, ἀφοῦ πιὸ πρὶν τὸ βράδυ
τά ’χε ψιλοκοπανήσει. Φοροῦσε τὴ φόρμα του, κι ἀπ’ τὸ κεφάλι δὲν εἶχε βγάλει τὴν
τραγιάσκα, ποὺ τὴ φοροῦσε μάλιστα ναπολιτάνικα, κατεβασμένη ἴσαμε τὰ φρύδια, ἐνῶ
τ’ ἀκάλυπτα ἀπὸ πίσω σγουρά του μαλλιὰ εἶχαν μείνει ὄρθια. Ἔτσι κοιμόταν στὰ
πόδια ἑνὸς ἡμίδιπλου κρεβατιοῦ, πεσμένος κατὰ φάρδος, μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα καὶ τὰ
δυὸ παιδιά του. Στὸ ἄλλο ράντζο, ποὺ δὲν εἶχε στρῶμα, κοιμόταν ἡ μάνα του.
Ἔμενε σ’ ἕνα καλυβόσπιτο δίπλα στὶς λαϊκὲς πολυκατοικίες,
ἐκεῖ ποὺ ἄρχιζε ἡ ἐξοχὴ πρὸς τὴ μεριὰ τοῦ Ἀνιένε, στὸ Μέσι ντ’ ὄρο. Ὅλο τὸ δάπεδο
ἦταν ἄστρωτο, δίχως τοῦβλα· τὰ εἶχε πουλήσει ὅλα. Στὸ μεγάλο δωμάτιο ὑπῆρχαν
μόνο ἐκεῖνα τὰ δύο κρεβάτια, τὸ ἕνα κολλητὰ στὸν ἕναν τοῖχο καὶ τὸ ἄλλο κολλητὰ
στὸν ἄλλον, καὶ δυὸ καρέκλες γιὰ ν’ ἀκουμπᾶνε πάνω τους τὰ ροῦχα, τίποτ’ ἄλλο. Ὅλα
τὰ καλώδια τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἦταν ξηλωμένα· ὑπῆρχαν καὶ δυὸ χοντρὲς σταξιὲς ἀπὸ
κερὶ στὶς καρέκλες μπροστὰ ἀπὸ τὰ κρεβάτια, ἀφοῦ μὲς στὸ δωμάτιο ἔβλεπαν κρατώντας
κερί.
Στὸ σπίτι τοῦ Βούδα μπούκαραν μὲ τὴ μία — βρῆκαν ἀνοιχτὴ
τὴν πόρτα. Ἔριξαν φῶς μέσα κρατώντας καὶ τ’ αὐτόματα. Μετὰ ρώτησαν: «Ἐδῶ μένει ὁ
Ποστιλιόνε Βιρτζίνιο;» Ὁ Βούδας ξύπνησε, ἔτριψε τὰ μάτια του, ἀνεβοκατέβασε δυὸ-τρεῖς
φορὲς τὴν τραγιάσκα του ἀλλάζοντάς της συνέχεια θέση στὴ γκλάβα του, ὥσπου τὴν
ξανακατέβασε τόσο πολὺ μέχρι τὰ βλέφαρα, ποὺ γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ βλέπει ἔπρεπε νὰ κρατάει
τὸ σαγόνι του σηκωμένο ἀρκετὰ ψηλά. «Ὄχι, κοιτάξτε νὰ δεῖτε», εἶπε, «ἐδῶ δὲν
μένει κανένας Ποστιλιόνε, ἐδῶ μένει ὁ Ντὶ Σάλβο Τζοβάνι…» «Ἡ κυρία σας πῶς
λέγεται;» ρώτησαν μετὰ στρέφοντας τὰ ὅπλα πρὸς τὴ σύζυγό του.
«Σπιτσικίνι Τερέζα», εἶπε ὁ Βούδας· «αὐτὸς ποὺ ζητᾶτε δὲν
εἶναι ἐδῶ… ὄχι, δὲν εἶναι ἐδῶ! «Πῶς; Πῶς εἴπατε ὅτι λέγεσθε;» τὸν ρώτησε τότε ἕνας
δεκανέας. «Ντὶ Σάλβο Τζοβάνι», ἐπανέλαβε ὁ Βούδας. Ὁ δεκανέας τὸν κοίταξε
καλά-καλά. «Ἐλᾶτε, ἐλᾶτε κι ἐσεῖς!» εἶπε. «Πῶς; Τί;» εἶπε ὁ Βούδας γεμάτος ἔκπληξη
καὶ ἀθωότητα. Τὸν ἔπιασαν, ὅμως, δύο ἀστυνομικοί, ὁ ἕνας ἀπὸ δῶ κι ὁ ἄλλος ἀπὸ
κεῖ, κι ἔτσι ἀναγκαστικὰ ὁ Βούδας συμμορφώθηκε. Γύρισε στὴ γυναίκα του, ποὺ
καθόταν καὶ κοίταζε μὲ τὰ δυὸ ἀγοράκια τους, πού ’χανε στὸ μεταξὺ ξυπνήσει καὶ
κοίταζαν κι ἐκεῖνα τὸν πατέρα τους, καὶ εἶπε: «Καληνύχτα, καλή μου!»
Μετάφραση : Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου