JORGE LUIS BORGES
Ο ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗΣ
Ναί, θὰ μποροῦσα να ’μαι μάρτυρας. Ἀλλὰ ἤμουν δήμιος.
Ψυχὲς πολλὲς ἐξάγνισα μὲ πῦρ τοῦ καθαρμοῦ.
Γιὰ τὴ δική μου ἐγύρεψα ἱκεσίες τοῦ σωσμοῦ,
καὶ σάκο τρίχινο, καὶ δάκρυα, καὶ ζυγό: ἤμουν τίμιος.
Στὰ πάμπολλα ἄουτο ντὰ φὲ εἶδα τὴν περιουσία
τῆς γλώσσας μου, τὴν προσφορά της· καὶ τὶς εὐσεβεῖς
πυρές, καὶ τῆς σαρκὸς εἶδα τὸν πόνο· τὶς διαρκεῖς
κραυγές, τὴ δυσωδία, τὴν ἀτέρμονη ἀγωνία.
Ἔχω πεθάνει. Ὅσους στενάζουν τοὺς ἔχω ἀποθέσει
στὴ λήθη· καὶ γνωρίζω πὼς ἐτούτη ἡ ἄθλια τύψη
εἶν’ ἔγκλημα ποὺ σ’ ἕν’ ἄλλο ἔγκλημα τό ’χω προσθέσει,
μὰ καὶ τὰ δυὸ μὲ τὴν πνοή του ὁ ἄνεμος θὰν τὰ ἐξαλείψει
τοῦ χρόνου, πού ’ναι μεγαλύτερος καὶ ἀπὸ τὸ κρίμα
καὶ ἀπ’ τὴ μετάνοια. Τά ’πνιξα ὅλα στὸ δικό του κύμα.
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου