Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΡΥΠΑΡΗΣ (ΙΩΑΝΝΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΡΥΠΑΡΗΣ (ΙΩΑΝΝΗΣ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

ΤΟΥΣ ΠΟΝΟΥΣ ΜΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΝΑ ΣΟΥ ΚΑΜΩ


ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ


ΧΩΡΙΣΜΟΣ


Κ’ ήρθε μες στης αγάπης το μεθύσι
ο χωρισμός μιά πίκρα να μου βάλη
σαν και τούτη – κι ακόμα πιο μεγάλη,
τη θάλασσα που μας έχει χωρίση.

Μιά θάλασσα και στην καρδιά έχω κλείση,
που όταν ακούη το κύμα στο ακρογιάλι
το αιώνιο του παράπονο να ψάλλη,
ένα θρήνον αντίφωνο θ’ αρχίση.

Αντίφωνο ένα θρήνο κ’ ένα κλάμα
που κλαίοντας με τη θάλασσαν αντάμα
βουρκώνει πέρα ώς πέρα το γιαλό·

ως που στερνά της θάλασσας στον άμμο
ξεψυχούν οι καημοί – και πάω και γώ
τους πόνους μου τραγούδια να σου κάμω.

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟ ΒΑΡΥ


ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ


ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟ ΒΑΡΥ


Από τον ύπνο το βαρύ
που μες στη μνήμη μου εκοιμήθης,
έβγα· το φως να σε χαρή
στο πείσμα της στερνής σου λήθης.

Πάρε κορμί σου τον αφρό
του ροδοσύννεφου και φάνου,
πάρε το μύρο το αλαφρό
του ακρόνοιχτου ροδοσταφάνου,

ή ντύσου το αστροφώς το αχνό,
ανάερη ψυχή, σα χνούδι·
μα κάλλιο, να μη σε ξεχνώ,
γίνε και μπρόβαλε τραγούδι.

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2009

ΠΛΑΝΕΣ


ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ


ΤΟ ΑΠΟΒΡΟΧΟ


Tη νύχτ' απόψε ― η θλίψη της μ' ανάστησε η τρανή,
τη θλίψη μας σα να είχε μελετήση―
τη νύχτ' απόψε ανοίξανε οι έβδομοι ουρανοί
και πόντισε νερό κατακλυσμός τη χτίση.

Στα σκοτεινά εξεχείλισαν των θλίψεων οι πηγές
και χύθηκαν οι κρατημένοι οι θρήνοι
κ' ελπίδα πια δεν έμεινε για νέες πάλι αυγές
τη νύχτα, που είπες η στερνή πως θα είχε μείνη.

Mα έδωκε και ξημέρωσε η ανέλπιστη η αυγή
και στη δροσιά του απόβροχου λουσμένη
σα θάμα νέο πεντοβολά κι αναγαλλιάζ' η γη,
όσ' ο χρυσός ο θρίαμβος του Ήλιου προβαίνει.

Στο μυριοθορυβούμενο κ' ηλιόβολο γιαλό
οι ναύτες τα πανιά των πλοίων ανοίγουν
και ιδές! φαντάζουν τ' άρμενα στο κύμα το ψηλό
πως πρίμα καρτερούνε τον καιρό να φύγουν.

Πώς μας πλανεύει το όνειρο της ευτυχίας ξανά
σαν να ήταν μια φορά να μας γελάση!
σε νέα ταξείδια μάς καλούν τα πλοία στα γαλανά
τα κύματα, που ως να ήπιαν φως κ' έχουν χορτάση.

Kι αν τα κρατούνε οι άγκυρες τ' άρμενα εκεί στη γης
κι αν τα τιμόνια στη στεριά βγαλμένα,
κρυφή λαχτάρα επέρασε τα βάθη μιας ψυχής
κι ανατριχιάζουν τα φτερά τα διπλωμένα.

K' ήρθε κ' εστάθη η μια ψυχή σ' απόψηλη κορφή
και τις ζυγές φτερούγες δοκιμάζει,
ξεχνώντας που τις λάβωσε ― ψυχή, πικρή αδερφή!
τ' αστροπελέκι το παλιό και το χαλάζι.


Από το βιβλίο: Σκαραβαίοι και τερρακόττες.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

NANOI...



ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ


ΚΙ ΑΠΟ ΤΑ ΤΡΙΚΛΩΝΑ ΤΑ ΞΕΚΛΩΝΑ...


Κι από τα τρίκλωνα τα ξέκλωνα
στης ομορφιάς της το άνθος γύρω
πετούν τα ολόξανθα ερωτόπουλα
κύμα απ’ αφρό και φως και μύρο.

Του ήσκιου τ’ ανάερο παχνοΰφασμα
έχει μονάχα φορεσιά της,
στα τροφαντά ξώσαρκα στήθια της
παραπατάει ο μεσημεριάτης.

Και πάνω στη ροδοελεφάντινη
κοιλιά της – νάνι Μαντελένια!
νάνοι πηδούν κοκκινοπρόσωποι
μ’ άκουρα γένεια, μαύρα γένεια.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2009

ΤΩΝ ΘΛΙΨΕΩΝ ΟΙ ΠΗΓΕΣ


ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ (1870-1942)


ΤΟ ΑΠΟΒΡΟΧΟ


Tη νύχτ' απόψε ― η θλίψη της μ' ανάστησε η τρανή,
τη θλίψι μας σα να είχε μελετήση―
τη νύχτ' απόψε ανοίξανε οι έβδομοι ουρανοί
και πόντισε νερό κατακλυσμός τη χτίση.

Στα σκοτεινά εξεχείλισαν των θλίψεων οι πηγές
και χύθηκαν οι κρατημένοι οι θρήνοι
κ' ελπίδα πια δεν έμεινε για νέες πάλι αυγές
τη νύχτα, που είπες η στερνή πως θα είχε μείνη.

Mα έδωκε και ξημέρωσε η ανέλπιστη η αυγή
και στη δροσιά του απόβροχου λουσμένη
σα θάμα νέο πεντοβολά κι αναγαλλιάζ' η γη,
όσ' ο χρυσός ο θρίαμβος του Ήλιου προβαίνει.

Στο μυριοθορυβούμενο κ' ηλιόβολο γιαλό
οι ναύτες τα πανιά των πλοίων ανοίγουν
και ιδές! φαντάζουν τ' άρμενα στο κύμα το ψηλό
πως πρίμα καρτερούνε τον καιρό να φύγουν.

Πώς μας πλανεύει το όνειρο της ευτυχίας ξανά
σαν να ήταν μια φορά να μας γελάση!
σε νέα ταξείδια μάς καλούν τα πλοία στα γαλανά
τα κύματα, που ως να ήπιαν φως κ' έχουν χορτάση.

Kι αν τα κρατούνε οι άγκυρες τ' άρμενα εκεί στη γης
κι αν τα τιμόνια στη στεριά βγαλμένα,
κρυφή λαχτάρα επέρασε τα βάθη μιας ψυχής
κι ανατριχιάζουν τα φτερά τα διπλωμένα.

K' ήρθε κ' εστάθη η μια ψυχή σ' απόψηλη κορφή
και τις ζυγές φτερούγες δοκιμάζει,
ξεχνόντας που τις λάβωσε ― ψυχή, πικρή αδερφή!
τ' αστροπελέκι το παλιό και το χαλάζι.



Από το βιβλίο: Ιωάννης Γρυπάρης, «Σκαραβαίοι και τερρακότες», Αθήνα, Ι.Ν.Σιδέρης, [1919].

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2008

ΑΠΙΑΣΤΟ ΚΑΝΕΝΑ!


ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ


ΣΑΝ ΠΟΥΛΟΛΟΓΟΣ, ΞΟΒΕΡΓΑ...


Σαν πουλολόγος, ξόβεργα
βροχόλουρα και δίχτυα θε να στήσω,
γύρω στο δέντρο το τρανό,
για δόλο, μάγια θα σκορπίσω.

Δε στήνω γι’ άγρη τ’ ουρανού
και σύρριζα στης αστοιβής το φράχτη,
κράχτη δε δένω κότσυφα
δε δέρνω τη γαλιάντρα κράχτη.

Μα πουλολόγος ξωτικός
στης Μαντελένιας τα όνειρα θα στήσω·
στ’ αντίβροχα της τέχνης μου
ποιό τάχα κι άπιαστο θ’ αφήσω;

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2008

ΚΑΛΥΤΕΡΑ!


ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ


ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΦΩΣ


Mεσουρανίς η ολόφεγγη η Σελήνη
λαμποκοπά κι αστράφτει πέρα ώς πέρα
το φως της μες στον έρημον αιθέρα
της νύχτας όλα τ’ άλλα φώτα σβύνει.

Mα εκεί βαθιά που ροδοφέγγει η μέρα
όταν μικρή ζωή στη νύχτα μείνη,
έν' άστρο λίγο μα δικό του χύνει
φως τρέμιο από την άγνωστή του σφαίρα.

K' είπα: τέτοιο καλό μακριά 'πό μένα,
αφού κοντά σε μεγαλεία ξένα
ό,τι σιμώνει το δικό του χάνει.

Kαλύτερα μακριά και μοναχός μου!
σε μια άγνωστη κρυφή γωνιά του κόσμου
λίγο μα και δικό μου φως με φτάνει.



Από το βιβλίο: Γιάννης Γρυπάρης, «Σκαραβαίοι και τερρακόττες», I. N. Σιδέρης, Αθήναι χ.χ.

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2007

ΣΑΝ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ



ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ (1870-1942)


ΧΩΡΙΣΜΟΣ


Κ’ ήρθε μες στης αγάπης το μεθύσι
ο χωρισμός μιας πίκρα να μου βάλη
σαν και τούτη… κι ακόμα πιο μεγάλη,
τη θάλασσα που μας έχει χωρίση.

Μια θάλασσα και στην καρδιά έχω κλείση,
που όταν ακούει το κύμα στο ακρογιάλι
το αιώνιο του παράπονο να ψάλλη,
έναν θρήνον αντίφωνο θ’ αρχίση.

Αντίφωνο ένα θρήνο κ’ ένα κλάμα
που κλαίοντας με τη θάλασσαν αντάμα
βουρκώνει πέρα ώς πέρα το γιαλό.

Ως που στερνά της θάλασσας στον άμμο
ξεψυχούν οι καημοί ; και πάω και ’γώ
τους πόνους μου τραγούδια να σου κάμω.



Στην εικόνα η φιλόμουση κ. Analia Maiorana.

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2007

ΕΧΕΙ ΚΙ ΕΝΑ ΚΑΚΕΜΦΑΤΟ ΜΕΣΑ!...



FRANÇOIS COPPÉ


ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ


Η πλήξις η αχόρταγη, παιδί της θλίψεως νόθο,
μες στην καρδιά μου εθρόνιασε για πάντα σα δεσπότης·
θέρμη στα χρόνια τα χρυσά της άδικής μου νιότης
ουδ’ όσην έχουν τα στερνά τα γερατειά δε νιώθω.

Μάρτυρας τα σβυσμένα μου τα μάτια κι η ωχρότης
και η καρδιά που έρωτα δεν έχει πια ούτε πόθο.
Ξέρω το μαύρο ριζικό που μόνος μοιροκλώθω
για να περνώ, σαν έρημο που δεν θα κόψω ανθό της.

Κι όμως με αύρες χλιαρές σαν πνέει το καλοκαίρι
κάπου της νιότης μου θαρρώ πως μου φυσάει τ’ αγέρι
και πως με ραίνει ο έρωτας με τα ροδόφυλλά του.

Του κάκου! η μαύρη μου η χαρά δεν έρχετ’ απ’ τα ξένα
κι η ελπίδα διαβατάρικο είναι πουλί για μένα
που ένα μνήμα θά ’παιρνε να χτίσει τη φωλιά του.


Μετάφραση: Ιωάννης Γρυπάρης.

Μπουκέτο, έτος Ε΄, τχ. 208, 5 Απριλίου 1928, σελ. 365.