ΑΙΣΧΥΛΟΣ
ΑΓΑΜΕΝΩΝ (σττ. 40-83)
ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Περάσαν κιόλας δέκα
χρόνια
ἀπ’ ὅταν τοῦ Πριάμου ὁ ἐχθρὸς
ὁ μέγας,
ὁ βασιλιὰς Μενέλαος… μαζὶ
του καὶ ὁ Ἀγαμέμνων,
οἱ δύο γιοὶ τοῦ Ἀτρέα οἱ
δυνατοί, ποὺ ἐπῆραν
δυὸ θρόνους καὶ δυὸ σκῆπτρα
ἀπὸ τὸν Δία,
τὰ χίλια πλοῖα τοῦ στόλου
τῶν Ἀργείων
ἀπὸ τούτη μας ἐδῶ τὴ χώρα
ἔλυσαν,
τὰ φόρτωσαν στρατὸ καὶ
σάλπαραν
τὸ δίκιο τους νὰ πᾶν νὰ βροῦνε.
Τὸν Ἄρη, τὸν θεό,
καλοῦσαν μὲ κραυγὲς ὡσὰν
τοὺς γύπες,
ποὺ μὲ ὀδύνη γιὰ τοὺς
χαμένους νεοσσούς τους,
γύρους γράφουνε συνέχεια
πάνω ἀπ’ τὶς φωλιές τους
χτυπώντας τὰ φτερά τους σὰν
κουπιά,
γιατὶ δὲν ἔχουν πιὰ σιμά τους
τὰ μικρά τους
νὰ τὰ φροντίζουν καὶ νὰ τ’
ἀναθρέφουν.
Κάποιος μέγιστος θεός ὅμως,
ὁ Ἀπόλλων,
ἢ ὁ Πὰν ἢ καὶ αὐτὸς ἀκόμα
ὁ Δίας,
ἀκούγοντας τὸν θρῆνο τοῦτο
τὸν ὀξύβουο τῶν πουλιῶν,
ποὺ σπίτι ἔχουνε κοινὸ μὲ αὐτοὺς ψηλὰ στὸν οὐρανό,
στέλνει στὴν ὥρα τὴ σωστὴ
τὴν Ἐρινύα —
νὰ τιμωρήσει τήνε στέλνει
τοὺς ἐνόχους.
Ὁ παντοδύναμος ὁ Ξένιος
Δίας ἔτσι τοὺς Ἀτρεῖδες,
λόγω τῆς γυναίκας ποὺ εἶχε
ἄντρες πλῆθος μέγα…
τοὺς Ἀτρεῖδες στέλνει, λέω,
στὸν Πάρη ἐνάντια,
νὰ δώσουνε ἀγῶνες καὶ
κόντρα ἀγῶνες, ποὺ
τὰ γόνατα λυγίζουν
κάνοντάς τα μὲ τὸ χῶμα ἕνα,
ἀγῶνες ποὺ τ’ ἀκόντια ὅλα
τὰ τσακίζουνε τὸ ἴδιο:
τῶν Τρώων καὶ τῶν Δαναῶν
τὸ ἴδιο, τὸ ἴδιο… Τώρα,
τὰ πράγματα ὅπως κι ἂν ἔχουν,
τὸ γραμμένο
νὰ γίνει θὰ γενεῖ… βεβαίως
θὰ γενεῖ.
Οὔτε βάζοντας φωτιὰ οὔτε
ρίχνοντας λάδι θ’ ἁπαλύνεις
τὴν ἄσβεστην ὀργὴ τῆς ἱερῆς
θυσίας.
Ἐμεῖς ἐδῶ, τὰ γέρικα
κορμιά, ποὺ πίσω μείναμε
καὶ δὲν ἐπήγαμε στὸν
πόλεμο, στὶς μάχες,
σὲ τοῦτα τὰ ραβδιὰ
στηρίζουμε τὰ χρόνια μας
λὲς κι εἴμαστε σὰν τίποτα
παιδάκια ἀδύναμα.
Γιατὶ ἀπ’ τὰ στέρνα τῶν
παιδιῶν καὶ τῶν γερόντων
ἡ ἴδια δύναμη πετιέται ἔξω·
τοῦ πολέμου ἡ μανία
καθόλου, μήτε στάλα, δὲν ὑπάρχει
ἐντός τους.
Σὰν ξεραθεῖ τὸ δέντρο τῆς
ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου
κι ἀρχίσουν νὰ τοῦ
πέφτουνε τὰ φύλλα
καὶ μὲ τὰ τρία πόδια πιὰ
βαδίζει, ὄντας γέρος,
δὲν εἶναι δυνατότερος ἀπὸ
μικρὸ παιδί —
σὰν ὄνειρο πηγαίνει ποὺ τὸ
βλέπεις μέρα μεσημέρι.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου