Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα HUCHEL (PETER). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα HUCHEL (PETER). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ



PETER HUCHEL


Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Η βουβή συντροφιά
ήρθε εδώ με βαρκούλες,
και πάλι
να δει του νερού την άθραυστη λάμψη,
του καλοκαιριού τη βεβαιότητα,
του ιβίσκου τ’ άνθη
που ’χαν επισκοπικής μίτρας το χρώμα.

Προς τί του καλοκαιριού η επίκληση;
Ο νουβικός αίγαγρος
τα όρη τα παράτησε,
των καλαμιών ο αοιδός επέταξε πέρα.

Και κάποιο καλαμόφυλλο
το ρεύμα το παρέσυρε.
Βουλιάξαν οι βαρκούλες
στους ίσκιους τους νερένιους
που σκόρπαγαν οι σκλήθρες.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.




Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

ΠΕΤΕΡ ΧΟΥΧΕΛ!




PETER HUCHEL


DIE WASSERAMSEL

Könnte ich stürzen
heller hinab
ins fließende Dunkel

um mir ein Wort zu fischen,

wie diese Wasseramsel
durch Erlenzweige,
die ihre Nahrung

vom steinigen Grund des Flusses holt.

Goldwäscher, Fischer, stellt eure Geräte fort.
Der scheue Vogel

will seine Arbeit lautlos verrichten.

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

ΕΞΟΡΙΑ




PETER HUCHEL


ΕΞΟΡΙΑ

Τα βράδια οι φίλοι ζυγώνουν
στους ίσκιους των λόφων.
Αργά-αργά διαβαίνουν το κατώφλι,
συσκοτίζουν το αλάτι,
το ψωμί συσκοτίζουν,
και συνομιλούν με τη σιωπή μου.

Έξω στα σφεντάμια
σαλεύει ο άνεμος:
η αδελφή μου –σε μια λούμπα
το βροχόνερο με ασβέστη–
αιχμάλωτη
κοιτάζει κατά πού πάνε τα σύννεφα.

Τράβα, με τον άνεμο τράβα,
λένε οι ίσκιοι.
Το καλοκαίρι θ’ αποθέσει στην καρδιά σου
σιδερένιο δρεπάνι. Μη σταματάς,
συνέχισε, προτού ανάψει στου σφενταμιού
το φύλλο το στίγμα τού φθινόπωρου.

Μείνε πιστός, λέει η πέτρα.
Το πρωινό λυκόφως
αίρεται, όπου ζει το φως
σε φύλλα μέσα και αντιστρόφως
και όπου περνάει η όψη
μέσα σε μια φλόγα και χάνεται.



Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

ΠΕΤΕΡ ΧΟΥΧΕΛ!




PETER HUCHEL


BEGEGNUNG

     Für Michael Hamburger

Schleiereule,
Tochter des Schnees,
dem Nachtwind unterworfen,

doch Wurzeln fassend
mit den Krallen
im modrig grindigen Gemäuer,

Schnabelgesicht
mit runden Augen,
herzstarre Maske
aus Federn weißen Feuers,
das weder Zeit noch Raum berührt,

kalt weht die Nacht
ans alte Gehöft,
im Vorhof fahles Gelichter,
Schlitten, Gepäck, verschneite Laternen,

in den Töpfen Tod,
in den Krügen Gift,
das Testament an den Balken genagelt.

Das Verborgene unter
den Klauen der Felsen,
die Öffnung in die Nacht,
die Todesangst
wie stechendes Salz ins Fleisch gelegt.

Laßt uns niederfahren
in der Sprache der Engel
zu den zerbrochenen Ziegeln Babels.