Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα HERNÁNDEZ (MIGUEL). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα HERNÁNDEZ (MIGUEL). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

ΜΙΓΚΕΛ ΕΡΝΑΝΤΕΘ

 


PABLO NERUDA

ΜΙΓΚΕΛ ΕΡΝΑΝΤΕΘ

Δὲν ἔμεινα πολὺν καιρὸ στὸ προξενεῖο τοῦ Μπουένος Ἄιρες. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1934 μετατέθηκα μὲ τὰ ἴδια προξενικὰ καθήκοντα στὴ Βαρκελώνη. Προϊστάμενός μου καὶ γενικὸς πρόξενος τῆς Χιλῆς στὴν Ἰσπανία ἦταν ὁ δὸν Τούλιο Μακέιρα. Ἐπρόκειτο ἀσφαλῶς γιὰ τὸν πλέον συγκροτημένο λειτουργὸ τῆς χιλιανῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας ποὺ γνώρισα ποτέ. Ἄνθρωπος πολὺ σοβαρός, μὲ φήμη στριμμένου, ποὺ ἀπέναντί μου ὑπῆρξε ἐξαιρετικὰ καλοσυνάτος, ἐγκάρδιος καὶ γεμάτος κατανόηση.

Ὁ δὸν Τούλιο Μακέιρα ἀμέσως ἀνακάλυψε ὅτι ἔκανα μεγάλα λάθη στὴν ἀφαίρεση καὶ στὸν πολλαπλασιασμό, καὶ ὅτι δὲν ἤξερα νὰ κάνω διαίρεση — καὶ ποτὲ δὲν μπόρεσα νὰ μάθω. Τότε μοῦ εἶπε:

«Ἐσεῖς, Πάμπλο, πρέπει νὰ πᾶτε νὰ ζήσετε στὴ Μαδρίτη. Ἐκεῖ βρίσκεται ἡ ποίηση. Ἐδῶ στὴ Βαρκελώνη βρίσκονται μόνο αὐτὲς οὶ τρομερὲς ἀριθμητικές πράξεις, πολλαπλασιασμοὶ καὶ διαιρέσεις, ποὺ δὲν σᾶς ἀγαποῦν καθόλου. Γι᾽ αυτὲς εἶμαι ἐγὼ ἐδῶ: φτάνω καὶ περισσεύω».

Φτάνοντας στὴ Μαδρίτη καὶ μεταμορφωμένος ὡς διὰ μαγείας ἀπὸ τὴ νύχτα ὣς τὸ πρωὶ σὲ χιλιανὸ πρόξενο στὴν πρωτεύουσα τῆς Ἰσπανίας γνώρισα ὅλους τοῦ φίλους τοῦ Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα καὶ τοῦ Ραφαὲλ Ἀλβέρτι. Ἕνας ἀπ᾽ αὐτοὺς ἦταν ὁ νεαρὸς ποιητὴς Μιγκὲλ Ἐρνάντεθ. Τὸν γνώρισα, ὅταν ἔφτασε μὲ ἐσπαντρίγιες καὶ ντρίλινο παντελόνι χωριάτικο ἀπὸ τὰ μέρη του, ἀπὸ τὴν Ὀριουέλα, ὅπου ἤτανε γιδοβοσκός. Δημοσίευσα τοὺς στίχους του στὸ περιοδικό ποὺ ἔβγαζα, στὸ Πράσινο ἄλογο — μὲ ἐνθουσίαζε τὸ σπινθηροβόλο του πνεῦμα καὶ τὸ μπρίο του μέσα στὴν ἀφθονία τῆς ποίησής του.

Ὁ Μιγκὲλ ἦταν τόσο πολὺ χωριάτης, ποὺ ὁλόγυρά του ἔπνεε μιὰ αὔρα χωμάτινη. Εἶχε ἕνα καφάλι πού ᾽μοιαζε μὲ μεγάλο σβῶλο ἢ μὲ πατάτα ποὺ πετάγεται καὶ βγαίνει ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς ρίζες της καὶ διατηρεῖ μιὰ φρεσκάδα ὑπόγεια. Ζοῦσε καὶ ἔγραφε στὸ σπίτι μου. Ἡ ἀμερικανική μου ποίηση, μὲ ἄλλους ὁρίζοντες καὶ μὲ ἄλλες πεδιάδες, τὸν ἐντυπωσίασε καὶ τὸν ἔκανε ν᾽ ἀλλάξει.

Μοῦ διηγόταν ἱστορίες ἀπὸ τὰ χώματά του μὲ ζῶα καὶ πουλιά. Ὁ συγγραφέας αὐτὸς βγῆκε μέσα ἀπὸ τὴ φύση σὰν πέτρα ποὺ κανεὶς δὲν εἶχε ποτὲ ἀκουμπήσει: ἦταν σὰν παρθένα ζούγκλα καὶ εἶχε τέτοια ζωτικὴ δύναμη ποὺ σάστιζες μπροστά της. Μοῦ διηγόταν πόσο ἐντυπωσιακὸ ἦταν ν᾽ ἀκουμπᾶς τ᾽ ἀφτί σου πάνω στὴν κοιλιὰ τῆς γίδας τὴν ὥρα ποὺ κοιμᾶται. Ἔτσι ἄκουγε τὸν ἦχο ποὺ κάνει τὸ γάλα ὅταν κατεβαίνει στὰ μαστάρια της, τὸν μυστικὸ ἐκεῖνο ἦχο ποὺ κανένας ἄλλος δὲν μπόρεσε ν᾽ ἀκούσει ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ἴδιο τὸν γιδοποιητή.

Ἄλλες φορὲς μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸ λαλητὸ τῶν ἀηδονιῶν. Ἡ ἰσπανικὴ Ἀνατολή, ὁ Λεβάντες ὅπως τὴ λένε, ἀπ᾽ ὅπου καταγόταν, ἦταν φορτωμένη ἀνθισμένες πορτοκαλιὲς καὶ ἀηδόνια. Καὶ καθὼς τὸ πουλὶ αὐτό, αὐτὸς ὁ ὑπέροχος τραγουδιστής, δὲν ὑπάρχει στὴν πατρίδα μου, ὁ τρελο-Μιγκὲλ βάλθηκε νὰ μοῦ μεταδώσει τὴν πιὸ ζωντανὴ πλαστικὴ ἔκφραση τοῦ ἁρμονικοῦ του πλούτου. Ἀναρριχήθηκε σ᾽ ἕνα δέντρο τοῦ δρόμου, ἀπὸ τὰ ψηλὰ κλαδιὰ τοῦ ὁποίου ἔβγαλε κελαηδίσματα καὶ τρίλιες ἀγαπημένων πουλιῶν τῆς γενέθλιας γῆς του.

Ἐπειδὴ δὲν εἶχε πόρους νὰ ζεῖ, ἔψαξα νὰ τοῦ βρῶ δουλειά. Δύσκολο πράγμα νὰ βρεῖς δουλειὰ σὲ ποιητὴ στὴν Ἰσπανία. Κάποιος ὑποκόμης, ἐντέλει, ἀνώτατος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν περίπτωσή του καὶ μοῦ ἀπάντησε θετικά: ὅτι ἦταν σύμφωνος, ὅτι εἶχε διαβάσει τοὺς στίχους τοῦ Μιγκέλ, ὅτι τὸν θαύμαζε καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔπρεπε νὰ τοῦ πεῖ ποιά θέση ἐπιθυμοῦσε νὰ ἔχει, προκειμένου νὰ γίνει ὁ διορισμός του. Περιχαρὴς ἐγὼ τότε εἶπα στὸν ποιητή:

«Μιγκὲλ Ἐρνάντεθ, τὴ βρῆκες ἐπιτέλους τὴν τύχη σου. Ὁ ὑποκόμης θὰ σὲ τακτοποιήσει. Θὰ εἶσαι ἀνώτατος ὑπάλληλος. Πές μου ποιά ἐργασία θέλεις νὰ ἀναλάβεις, γιὰ νὰ ἐκδοθεῖ ἡ πράξη τοῦ διορισμοῦ σου».

Ὁ Μιγκὲλ ἔμεινε σκεπτικός. Τὸ αὐλακωμένο ἀπὸ πρόωρες ρυτίδες πρόσωπό του σκεπάστηκε ἀπὸ ἕνα σύννεφο βαθιᾶς περίσκεψης. Πέρασαν ὧρες καὶ κατὰ τὸ βράδυ μοῦ ἀπάντησε. Μὲ μάτια ποὺ ἔλαμπαν καὶ φανέρωναν ὅτι εἶχε βρεῖ τὴ λύση τῆς ζωῆς του, μοῦ εἶπε:

«Δὲν θὰ μποροῦσε ὁ ὑποκόμης νὰ μοῦ παραγγείλει ἕνα κοπάδι γίδια νὰ τα βόσκω ἐδῶ γύρω στὴ Μαδρίτη;»

Ἡ ἀνάμνηση τοῦ Μιγκὲλ Ἐρνάντεθ εἶναι βαθιὰ ριζωμένη στὴν καρδιά μου. Τόσο τὸ κελάηδημα τῶν λεβαντίνικων ἀηδονιῶν ὅσο καὶ οἱ πύργοι μὲ ἤχους, ποὺ ὕψωνε ἀνάμεσα στὰ σκοτάδια καὶ στὰ πορτοκαλάνθια, ἀποτελοῦσαν γι᾽ αὐτὸν ἔμμονες παρουσίες καὶ ἦταν μέρος τῶν ὑλικῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶχε φτιαχτεῖ τὸ αἷμα του, ἡ χθόνια καὶ ἀνήμερη ποίησή του, ὅπου καὶ ἑνώνονταν ὅλες οἱ ὑπερβολὲς τῶν χρωμάτων, τῶν ἀρωμάτων καὶ τῆς φωνῆς τῆς σπανιόλικης Ἀνατολῆς, μὲ τὴν πλησμονὴ καὶ τὴν εὐωδιὰ μιᾶς εὔρωστης καὶ ἀρρενωπῆς νιότης.

Τὸ πρόσωπό του ἦταν τὸ πρόσωπο τῆς Ἰσπανίας. Κομμένο καὶ ραμμένο ἀπὸ τὸ φῶς, αὐλακωμένο σὰν χωράφι ὀργωμένο καὶ σπαρμένο, μὲ κάτι ἀπὸ τὴ στρογγυλάδα τοῦ καρβελιοῦ καὶ τῆς γῆς. Τὰ φλογερά του μάτια, ποὺ δὲν ἔπαυαν στιγμὴ νὰ καῖνε μέσα σὲ τούτη τὴν καμένη καὶ στὴν σκληρόπετση ἀπ᾽ τὸν ἄνεμο ἐπιφάνεια, ἦσαν δύο ἀχτίδες δύναμης καὶ τρυφερότητας.

Τὰ ἴδια τὰ στοιχεῖα τῆς ποίησης τὰ εἶδα νὰ βγαίνουν μέσ᾽ ἀπ᾽ τὰ λόγια λόγια του, μόνο ποὺ τώρα εἶχαν ἐμπλουτιστεῖ μὲ νέα μεγαλοπρέπεια, μὲ ἄγριες λάμψεις, μὲ τὸ θαῦμα τοῦ παλιοῦ αἵματος ποὺ μεταμορφώνεται καὶ γίνεται γιός. Σὲ ὅσα χρόνια εἶμαι ποιητής, καὶ δὴ ποιητὴς περιπλανώμενος, μπορῶ νὰ βεβαιώσω ὅτι ἡ ζωὴ δὲν μοῦ ἔδωσε εὐκαιρία νὰ βρῶ μπροστά μου καὶ νὰ ἐκτιμήσω ἄλλο τέτοιο φαινόμενο αὐτοῦ τοῦ μεγέθους καὶ αὐτῆς τῆς τόσο ἠλεκτρικῆς καὶ σφύζουσας ἀπὸ ρήματα καὶ όνόματα σοφίας.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Pablo Neruda, Confiesο que he vivido, Seix Barral. Barcelona 2017, σσ. 132-134.

 


Σάββατο 16 Απριλίου 2022

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΒΟΣΚΟΣ

 


PABLO NERUDA

 

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΒΟΣΚΟΣ

 

Τὸν λέγανε Μιγκέλ. Καὶ ἦταν ἕνας μικρὸς

βοσκὸς ἔξω

ἀπ᾽ τὴν Ὀριουέλα.

Τὸν ἀγάπησα καὶ ἀκούμπησα στὸ στῆθος του

τὸ ἀντρικό μου χέρι

καὶ μεγάλωσε τὸ δυνατό του μπόι,

ἴσαμε ποὺ πάνω στὴν τραχύτητα

τὴς ἰσπανικῆς γῆς

ἐτινάχτηκε τὸ τραγούδι του

σὰν ἀπότομη βελανιδιὰ

ὅπου πῆγαν καὶ μαζεύτηκαν

ὅλα τὰ θαμμένα ἀηδόνια,

ὅλα τὰ πετεινὰ τοῦ ἠχηροῦ οὐρανοῦ,

τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἄντρα ποὺ διπλώνεται

στὸν ἔρωτα τῆς ἀγαπημένης γυναίκας,

ὁ μυρωδάτος βόμβος

μέσ᾽ ἀπ᾽ τὶς ξανθὲς κυψέλες,

ἡ ἀψιὰ μητρικὴ εὐωδιὰ

ἀπ᾽ τὶς νιόγεννες γίδες,

καὶ ὁ ἄσπιλος τηλέγραφος

τῶν κατακόκκινων τζιτζίκων.

Ὁ Μιγκὲλ ἔφτιαχνε μὲ τὰ πάντα

—μὲ χώματα καὶ μέλισσες,

μὲ νύφες, ἄνεμους καὶ στρατιῶτες

λάσπη γιὰ τὴ νικηφόρα του ράτσα,

γενιὰ καὶ ράτσα λαϊκοῦ ποιητῆ,

κι ἔτσι πατώντας

στ᾽ ἀγκάθια τῆς Ἰσπανίας ἐπάνω

μὲ φωνή ποὺ πρέπει

νὰ τὴν ἀκούσουνε τώρα

οἱ δήμιοί του, καὶ τὴν ἀκοῦνε ὅλοι

ὅσοι ἔχουν χέρια

βαμμένα

μὲ τὸ ἀνεξίτηλο δικό του αἷμα,

καὶ ἀκοῦνε τὸ τραγούδι του

καὶ πιστεύουν

ὅτι εἶναι μόνο χῶμα

καὶ νερό,

γῆ καὶ ὕδωρ.

Μὰ δὲν εἶναι βέβαιο.

Εἶναι αἷμα,

αἷμα,

τῆς Ἰσπανίας αἷμα, αἷμα

ὅλων τῶν χωριῶν τῆς Ἰσπανίας,

εἶναι τὸ αἷμα της ποὺ τραγουδάει

καὶ ὀνοματίζει

καὶ καλεῖ,

φωνάζει ὅλα τὰ πράγματα,

γιατὶ ὅλα τ᾽ ἀγαποῦσε ἐκεῖνος,

μὰ ἡ φωνή του αὐτὴ δὲν ξεχνάει,

τὸ αἷμα τοῦτο δὲν ξεχνάει

ἀπὸ ποῦ ἔρχεται

καὶ γιὰ ποιούς τραγουδάει.

Τραγουδάει

γιὰ ν᾽ ἀνοίξουν οἱ φυλακὲς

καὶ νὰ βγεῖ ἡ λευτεριὰ στοὺς δρόμους.

Ἐμένα μὲ φωνάζει

νὰ μοῦ δείξει ὅλους τοὺς τόπους

ὅπου τὸν ἔσυραν,

αὐτόν, φῶς τῶν λαῶν,

ἀστραπὴ γλωσσῶν, μὲ φωνάζει

νὰ μοῦ δείξει

τῆς Ὀκάνια τὸ κάτεργο,

ὅπου στάλα τὴ στάλα

τοῦ ρούφηξαν τὸ αἷμα,

ὅπου τοῦ κλάδεψαν

τὸ λαρύγγι,

ὅπου τὸν σφάζανε ἐπὶ χρόνια ἑφτὰ

πράγμα ποὺ ἐνσαρκώθηκε

στὸ τραγούδι του, γιατί,

ὅταν ἔσφαξαν τοῦτα τὰ χείλη,

σβήσανε τῆς Ἰσπανίας οἱ λάμπες.

 

Κι ἔτσι μὲ φωνάζει καὶ μοῦ λέει:

«Ἐδῶ μὲ ἐκτέλεσαν ἀργά-ἀργα».

Κι ἔτσι αὐτὸς ποὺ ἀγάπησε καὶ κουβαλοῦσε

κάτω ἀπὸ τὰ φτωχικά του ροῦχα

ὅλα τὰ σπανιόλικα κεφαλόβρυσα,

δολοφονήθηκε

στὴ σκιὰ τῶν τοίχων

ἐνῶ χτυποῦσαν οἱ καμπάνες ὅλες

πρὸς τιμὴν τοῦ δημίου,

ἀλλὰ

τὰ πορτοκαλάνθια

βγάλανε ἄρωμα καὶ τό ᾽δωσαν

σ᾽ ὅλον τὸν κόσμο τὶς μέρες ἐκεῖνες,

κι ἐκείνη τότε ἡ εὐωδιὰ ἦταν

ἡ μαρτυρικὴ καρδιὰ

τοῦ αἰγοβοσκοῦ ἀπὸ τὴν

Ὀριουέλα, ποὺ τὸν λέγανε Μιγκέλ.

 

Ἐκεῖνες τὶς μέρες,

ἐκεῖνα τὰ χρόνια,

ἐνῶ ἔπνεε τὰ λοίσθια,

θάφτηκε τὸ φῶς

στὴν ἰστορία,

ἐκεῖ ὅμως χτυποῦσε ἡ καρδιά του

καὶ θὰ γυρίσει αὔριο ξανά.

Ἐκεῖνες τὶς μέρες,

τοὺς αἰῶνες ἐκείνους,

ποὺ τοῦ Μιγκὲλ Ἐρνάντεθ

οἱ δεσμοφύλακες

τοῦ ἔδωσαν βασανιστήρια καὶ

ἐπιθανάτιο ρόγχο,

τῆς γῆς τῆς ἔλειψαν

τὰ βήματα τοῦ βοσκοῦ στὰ βουνά της,

καὶ ὁ νεκρὸς πολεμιστής,

πέφτοντας, νικηφόρος,

ἄκουσε νὰ ὑψώνεται ἀπ᾽ τὴ γῆ

μιὰ βουή, ἕνας παλμός,

σὰν νὰ σκάζανε ὅλα μαζὶ τ᾽ ἀστέρια

σιωπηλοῦ γιασεμιοῦ:

ἦταν τοῦ Μιγκὲλ ἡ ποίηση.

Καὶ μιλοῦσε ἀπὸ τὸ χῶμα,

καὶ ἀπὸ τὸ χῶμα

θὰ μιλάει γιὰ πάντα,

καὶ εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ του,

γιατὶ ἀνάμεσα στοὺς στρατιῶτες αὐτὸς ἦταν

σὰν πύργος ἀπὸ πάθος μέγα φλεγόμενος.

 

Ἦταν

φρούριο

τραγουδιῶν καὶ ἐκπυρσοκροτήσεων,

ἦταν σὰν ψωμᾶς:

μὲ τὰ χέρια του ἔφτιαχνε

τὰ σονέτα του.

Ὅλη ἡ ποίηση του

ἔχει χῶμα μαλακό,

σιτηρά, ἄμμο,

πηλὸ καὶ ἄνεμο,

ἔχει σχῆμα

σταμνιοῦ λεβαντίνικου,

καμπυλωμένου γοφοῦ,

κοιλιᾶς μέλισσας,

ἔχει μυρουδιὰ

τριφυλλιοῦ στὴ βροχή,

σκόνης ἀπὸ ἀμάραντο,

καπνοῦ ἀπὸ καψαλισμένες κοπριές, βράδυ,

στοὺς λόφους.

Ἡ ποίησή του

εἶναι καλαμπόκι μαζεμένο

σ᾽ ἕνα μόνο χρυσὸ τσαμπί,

εἶναι ἀμπελώνας μὲ μαῦρα σταφύλια, εἶναι κρυστάλλινη

ἐκτυφλωτικὴ φιάλη

γεμάτη κρασὶ καὶ νερό, νύχτα καὶ μέρα,

εἶναι ἄλικο στάχυ,

ἀγγελιαφόρος ἀστέρας,

δρεπάνι καὶ σφυρὶ γραμμένα καὶ τὰ δυὸ μὲ διαμάντια

στῆς Ἰσπανίας τὸν ἴσκιο.

 

Μιγκὲλ Ἐρνάντεθ, ὅλος σου

ὁ πορτοκαλένιος πηλὸς καὶ ὅλη σου ἡ μαγιὰ

τῆς γῆς καὶ τοῦ λαοῦ σου

θὰ ξαναζήσουνε μ᾽ ἐσένα.

Ἐσὺ τὴ διαφύλαξες

μὲ χέρι μᾶλλον ἀδέξιο, στὴν ἀγωνία της,

γιατὶ εἶχες φτιαχτεῖ

γιὰ τὰ χαράματα καὶ γιὰ τὴ νίκη,

γιατὶ εἶχες φτιαχτεῖ μὲ νερὸ καὶ χῶμα παρθένο,

μὲ ἔκπληξη ἀκόρεστη,

μὲ φυτὰ καὶ μὲ πουλιῶν φωλιές.

 

Ἦσουν

ἡ ἀνίκητη βλάστηση

τῆς ὕλης ποὺ τραγουδάει,

ἤσουν

πατρίδα ἀκεραιότητας καὶ κόντραρες

τοὺς ἐχθρούς σου,

τὸν Μαυριτανὸ καὶ τὸν Φρανκιστή,

χέρι βαρύ ἤσουν

γεμάτο περιπλοκάδες καὶ μέταλλα.

Μὲ τὸ σπαθί σου ἀνὰ χεῖρας, ἀόρατος,

πέθαινες,

πλὴν ὅμως μόνος δὲν ἤσουν.

Δὲν ἦταν μόνο τὰ καμένα χόρτα

τῶν φτωχῶν λόφων τῆς Ὀριουέλα

ποὺ σκόρπισαν τὴ φωνὴ καὶ τὸ ἄρωμά σου

παντοῦ στὸν κόσμο.

Ὁ λαός σου μπορεῖ νὰ φαινόταν

βουβός,

καὶ δὲν ἔβλεπε

τὸν θάνατό σου,

οὔτε ἄκουγε τὶς θεῖες λειτουργίες τῆς περιφρόνησης,

ἀλλά, περπατάει,

περπατάει καὶ ρωτάει,

περπατάει καὶ βλέπει ἂν ὑπάρχει κανεὶς

ποὺ τ᾽ ὄνομά σου δὲν ξέρει.

 

Ὅλοι τὸ ἤξεραν,

στὶς φυλακές,

ἐνῶ οἱ δεσμοφύλακες

γευμάτιζαν μὲ τὸν Κόσιο

τὸ ὄνομά σου τὸ ἤξεραν ὅλοι,

ἁπαξάπαντες.

Ἦταν μιὰ λάμψη νοτισμένη ἀπὸ τὰ δάκρυα

ἡ φωνή σου, ἀγριόμελο σκέτο.

Ἡ ἐπαναστατική σου

ποίηση

—μὲς στὴ σιωπή, στὰ κελιά,

ἀπὸ τὴ μιὰ φυλακὴ στὴν ἄλλη—

εἶχε εἰπωθεῖ καὶ ξαναειπωθεῖ,

εἶχε ἀποθησαυριστεῖ,

καὶ τώρα

ξεπετιέται τὸ βλαστάρι,

βγαίνει ἡ σπορά σου στὸ φῶς,

τὸ βίαιο στάρι σου

διατυπώνει τὰ «κατηγορῶ» του,

σὲ κάθε δρόμο καὶ δρομάκι

παίρνει ἡ φωνὴ σου

τῶν ἐξεγέρσεων τὴν πορεία.

 

Κανένας, Μικγκέλ, δὲν σ᾽ ἔχει ξεχάσει.

ἐδῶ σ᾽ ἔχουμε ὅλοι

στὴ μέση τοῦ στήθους μας.

 

Γιέ μου, θυμᾶσαι

ὅταν

σὲ δέχτηκα καὶ ἀπόθεσα

τὴ λίθινη φιλία μου στὰ χέρια σου;

Ἔ, λοιπόν, τώρα

νεκρὸς ἐσὺ

ὅλα μοῦ τ᾽ ἀνταποδίδεις.

Μεγάλωσες, μεγάλωσες

κι ἄλλο, εἶσαι,

εἶσαι αἰώνιος,

εἶσαι Ἰσπανία,

εἶσαι ὁ λαός σου,

δὲν μποροῦν πιὰ νὰ σὲ σκοτώσουν.

Ἔχεις προτάξει

τὸ στήθος σου, ἕναν ὁλόκληρο σιτοβολώνα,

ἔχεις ὀρθώσει τὸ κεφάλι σου

γεμάτο ἀστραπὲς ἄλικες —

δὲν εἶσαι πιὰ ἐγκάθειρκτος.

Τώρα

θέλουν νὰ γονατίσουν

σὰν ὄψιμα καλογερόπαιδα

στὴ μνήμη σου,

θέλουν νὰ ραντίσουν μὲ σάλια,

ὦ κομμουνιστὴ ἀντάρτη, τὴν ὄψη σου.

Δὲν μποροῦν.

Καὶ δὲν θὰ τοὺς ἀφήσουμε.

Τώρα

μεῖνε ἁγνός,

μεῖνε σιωπηλός,

ἐξακολούθησε νὰ εἶσαι ἠχηρός,

ἄσε

νὰ προσεύχονται,

ἄσε

νὰ πέφτει τὸ μαῦρο νῆμα

ἀπὸ τὰ σάπια τους τὰ κενοτάφια,

ἀπὸ τὰ μεσαιωνικά τους

τὰ στόματα.

Δὲν ξέρουν τίποτ᾽ ἄλλο.

Καὶ θά ᾽ρθει

ὁ δικός σου ἄνεμος,

τοῦ λαοῦ ὁ ἄνεμος,

ἡ ὄψη

τῆς Δολόρες,

τὸ νικηφόρο βῆμα

τῆς δικῆς μας Ἰσπανίας

ποὺ ποτὲ δὲν πέθανε,

καὶ τότε

τῶν γιδιῶν ἀρχάγγελε,

ὦ πεσμένε ποιμένα,

γιγάντιε ποιητὴ τοῦ λαοῦ σου,

γιέ μου,

τότε θὰ δεῖς

ὅτι ἡ χαρακωμένη σου φάτσα

θὰ βρίσκεται πάνω στὶς σημαῖες,

θὰ ξαναζήσει στὴ νίκη,

θὰ ξαναζήσει ὅταν ξαναζήσει ὁ λαός,

θὰ παρελαύνει μαζί μας, καὶ κανένας

δὲν θὰ μπορεῖ πιὰ νὰ σ᾽ ἁρπάξει

μέσα ἀπὸ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς Ἰσπανίας.

 

Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.