ΣΑΠΦΩ
ΣΤΗΝ ΑΤΘΙΔΑ
[Τὴν Ἀθίδα ποτέ, λοιπόν,
δὲν θὰ τὴν ξαναδῶ;]
Τὸ λέω καὶ τὸ ἐννοῶ: ναί,
νὰ πεθάνω θέλω.
Σὰν ἔφυγε καὶ μ’ ἄφησε, ἀδιάκοπα
ἔκλαιγε,
μὲ μαῦρο δάκρυ, καὶ μοῦ ’λεγε
τὰ λόγια ἐτοῦτα:
«Σαπφώ μου, ἄχ, μὰ τὶ κακὸ
μᾶς βρῆκε ἐμᾶς μεγάλο;!
Νὰ ξέρεις, ξέρε το — καθόλου
δὲν τὸ θέλω ποὺ σ’ ἀφήνω».
Ἐγώ, σὰν ἄκουσα τὰ λόγια
της, τῆς εἶπα ἀμέσως:
«Ἄντε, στὸ καλὸ νὰ πᾶς· ἀλλὰ
ποτὲ μὴ μᾶς ξεχάσεις·
τὸ πόσο σ’ ἀγαπούσαμε πολὺ
καλὰ τὸ ξέρεις.
Κι ἂν τυχὸν τὸ ξέχασες, νὰ
σοῦ θυμίσω θέλω
ὑπέροχες στιγμές, στιγμὲς
ποὺ μοιραστήκαμε ἐξαίσιες
μαζί σου — νὰ σοῦ θυμίσω ὅ,τι
ὡραῖο ζήσαμε.
Ἔπλεξες πολλὰ στεφάνια μὲ
βιολέτες,
μὲ ρόδα καὶ μὲ κληματσίδες·
στὴν κόμη σου
τὰ φόραγες καὶ ἤσουν καθισμένη
δίπλα μας·
σὰν περιδέραια οἱ
γιρλάντες τῶν ἀνθέων
γύρω ἀπ’ τὸν λαιμό σου πλούσιες
κρέμονταν —
τὴν ἁπαλή σου ἐστόλιζαν ἐπιδερμίδα·
καὶ τ’ ἀρωματικό σου μύρο
παντοῦ, σὲ ὅλο τὸ κορμί σου
τό ’χυνες
γιὰ ν’ ἀλειφτεῖς, καὶ ἤσουνα
βασίλισσα·
κι ἔτσι ἁπαλὴ σὲ στρῶμα
μαλακὸ μετὰ
ἔγερνες καλὴ — στὰ
πούπουλα ὄντας
τῶν κοριτσιῶν τοὺς πόθους
ἤξερες νὰ σβήνεις.
Οὔτε χορὸς οὔτε χαρὰ ὑπῆρξε
σὲ λοφάκια,
σὲ ἱερὰ τεμένη ἢ σὲ ρυάκια
γάργαρα,
κι ἐμεῖς ποτὲ νὰ λείψαμε·
τὸ ἴδιο καὶ στὰ ἄλση τὰ ἑαρινά,
ἐκεῖ ποὺ ἐκύλαγε τὸ λάλημα
τῶν ἀηδονιῶν μὲ τὴν
ποικίλη μελωδία».
Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου