JORGE LUIS BORGES
Ο ΚΟΝΚΙΣΤΑΔΟΡΟΣ
Καβρέρα, ἀλλὰ καὶ Καρβαχὰλ
εἶναι τὰ ὀνόματά μου.
Τὰ πάντα ἔχω καταπιεῖ — ἴσαμε
τὸ κατακάθι.
Πολλὲς φορὲς σκοτώθηκα-ἔζησα,
καὶ πιὰ ἔχω μάθει.
Ἐγὼ εἶναι ὁ Ἀρχέτυπος. Αὐτοὶ
εἶναι οἱ ἄνθρωποι, σιμά μου.
Στρατιώτης ἤμουν τοῦ
Σταυροῦ πιστός· τὴν Ἰσπανία
ὡς πλάνης ὑπηρέτησα. Στὶς
ἄγονες ἐκτάσεις
μιᾶς ἄπιστης ἠπείρου ἄναψα
τοῦ πολέμου δράσεις.
Σημαιοφόρος ἤμουν στὴ
σκληρὴ τὴ Βραζιλία.
Χριστὸς ἢ Βασιλιὰς ἢ κόκκινος
χρυσός — κανεὶς
δὲν ἦταν κίνητρο τῆς τόλμης
μου τῆς φοβερῆς
ποὺ ἐτρόμαζε τὰ
παγανιστικὰ ἔθνη. Καὶ βεβαίως
ἡ σπάθη μου ἡ καλή, ἡ ὄμορφη,
στὴ θυελλώδη μάχη
ὑπῆρξε ὁ λόγος ποὺ ἡ ἀφοσίωσή
μου ἔπρεπε νά ’χει.
Τὰ ὑπόλοιπα εἶναι ἄνευ
σημασίας. Ἤμουν γενναῖος.
Μετάφραση: Γιῶργος
Κεντρωτής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου