JORGE
LUIS BORGES
ΣΟΥΣΑΝΑ ΣΟΚΑ
Μὲ ἀγάπη ἀργή, ἤρεμη κοιτοῦσε τοὺς διαφόρους
χρωματισμοὺς τοῦ δειλινοῦ. Τῆς ἄρεσε, ὅταν
στῆς μελωδίας τοὺς σχηματισμοὺς χανόταν
ἢ μὲς στῶν στίχων τὴ ζωὴ μὲ ἀλλοκότους ὅρους.
Τὸ κόκκινο ὄχι τὸ βαθύ, μὰ οἱ γκρίζες στρώσεις
τῆς πλέκαν τὴ λεπταίσθητή της εἱμαρμένη
ποὺ νὰ διακρίνει καθαρὰ ἦταν ἀσκημένη
τί ζεῖ στῶν ἀμφιβολιῶν τὶς ἀποχρώσεις.
Δὲν πάτησε, δὲν μπῆκε, καὶ ἀγνοεῖ ποῦ πέφτει
τὸ χάος τοῦ λαβύρινθου· κρυφοκοιτοῦσε
τὰ σχήματα ἢ τὸν σάλο ἀπ᾽ ἔξω καὶ ὅλο ζοῦσε
σὰν μι᾽ ἄλλη νά ᾽ταν κείνη μέσα σὲ καθρέφτη.
Θεοὶ ἀλειτούργητοι ἀπέστρεψαν τὸ ὄμμα:
στὶς
τίγρεις τὴν ἀφῆσαν, στοῦ Πυρὸς τὸ στόμα.
Μετάφραση:
Γιῶργος Κεντρωτής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου